Η ορχήστρα

Η ορχήστρα

Στο σταθμό των επαρχιακών λεωφορείων ο ήλιος έπεφτε μεσημεριανός, αυγουστιάτικος. Έκαιγε λαμαρίνες και άσφαλτο. Στο βάθος η ζέστη χνότιζε τους δρόμους. Άνθρωποι κάθιδροι ανέβαιναν βιαστικοί στα λεωφορεία, ανυπόμονοι στην ιδέα της επιστροφής. Να φτάσουν σε σπίτια σκιερά, να πετάξουν παπούτσια, να ξεδιψάσουν.

Στο διπλανό πάρκο κάτω από τις πυκνές φυλλωσιές, ιδρωμένος και εβένινος, ο Τριαντάφυλλος καθισμένος καταγής ακουμπά στον κορμό του δέντρου. Στα γόνατά του, το βιολί και το δοξάρι. Με μάτια κλειστά, ποιος ξέρει πού ταξιδεύει.

Από το λιμάνι έρχεται απαλά στην αρχή και σχεδόν ανεπαίσθητα φύσημα, μια ανάσα. Παύση. Μετά ξαναφυσά. Πιο έντονα σε λίγο και με συνέπεια ο άνεμος δηλώνει μελτέμι κι αρχίζει να χορεύει με τις εφημερίδες στα περίπτερα, με τα κλαδιά και τα φύλλα, με τα απλωμένα ρούχα, με τα μαλλιά των κοριτσιών και τα άλμπουρα των καϊκιών.

Μελτέμι ευλογημένο! Ο Τριαντάφυλλος αναστέναξε, χάραξε χαμόγελο, κι ως αντιπροσφορά στην ευεργεσία του ανέμου βγάζει ο άσπρο μαντηλάκι και το απλώνει στον ώμο του. Ακουμπά το βιολί κι αρχίζει να παίζει με το δοξάρι, αυτό το σπάνιας εμφάνισης εργαλείο, μιας και οι μισές χορδές στη θέση τους και οι άλλες μισές έρμαια του ανέμου, κομμένες στη μέση, τρίχες ανεμόδαρτες χόρευαν πέρα δώθε.

Έπαιζε, έπαιζε περιπαθητικά. Τα λεωφορεία έφευγαν ένα ένα, αγκομαχώντας καυσαέριο. Στέκομαι μπροστά του. Οι αλλόκοτες νότες με περικυκλώνουν χρυσές κλωστές, με ακινητοποιούν. Με βλέπει πίσω από τη μελωδία του και ένθερμα μπαίνει σε τραγούδι. Η φωνή του άρθρωνε μελένια, πλαταγίζοντας στα γυμνά του ούλα πανηγυρικά την εμμονή μιας παιδικότητας σε παράταιρο κορμί.

Το λεωφορείο μου έφυγε. Η πλατεία, έρημη πια. Κολακευμένος από την καθήλωσή μου, σηκώνεται και κάνει βαθιά θεατρική υπόκλιση. Τον χειρoκροτώ.

«Μπράβο, Τριαντάφυλλε», του λέω, «με μάγεψες!»

«Είναι που δεν παίζω μόνος μου. Είμαστε ορχήστρα: τα πουλιά, ο άνεμος κι εγώ».

Την εμπειρία μου αυτή αφηγήθηκα στον φίλο μου Νάσο Θεοφίλου, κι εκείνος ως ανταπόδοση μου εμπιστεύθηκε ότι συχνά μαγνητοφωνούσε τον Τριαντάφυλλο να παίζει και να μιλά. Σε μια τέτοια καταγραφή ο «ερημόπολις» μουσικός τού είπε: «Τον ουρανό, εγώ τον κάνω ελληνικό!». Έτσι ο Νάσος έβαλε την επωδό σε μια μέρα αλμυρή. Κι εγώ είδα αυτό τον ουρανό στα μάτια του φίλου μου πιο ελληνικό από ποτέ. Ήταν έναστρος, παραθαλάσσιος και μύριζε μοναξιά και γλυκάνισο.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: