Paul Éluard - Φτερουδελίτσα

της Jacqueline Duhème
της Jacqueline Duhème

Κάνε την καρδιά σου παιδική!

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένα μικρό χαριτωμένο κοριτσάκι, σχεδόν πιο χαριτωμένο κι από σένα. Τόσο ελαφρύ, που μόλις γεννήθηκε τα ’χασε η μαμά του, γιατί δεν το ένιωθε να βαραίνει καθόλου στην αγκαλιά της. Γι’ αυτό και της έδωσαν ένα όνομα ελαφρύ: Φτερουδελίτσα.

Μεγάλωνε τόσο καλά η Φτερουδελίτσα, που σιγά σιγά έγινε η πιο όμορφη απ’ όλα τα κορίτσια. Έτσι, που μες στη χώρα λέγανε «ελαφριά κι όμορφη σαν τη Φτερουδελίτσα».

Όπως εγώ λέω παντού πόσο όμορφη κι ελαφριά είσαι…

Η Φτερουδελίτσα έτρεχε πολύ γρήγορα, πιο γρήγορα κι απ’ τα μεγάλα τ’ αγόρια. Πηδώντας μάλιστα, κατάφερνε να μαζεύει όλα τα πιο ψηλά φουντούκια από τις φουντουκιές, τα πιο ψηλά μήλα από τις μηλιές, ακόμη και τα κεράσια της μεγάλης κερασιάς που συνήθως τ’ αφήνουν για τα πουλιά.

Καθόταν στα λεπτούτσικα κλαδιά χωρίς να τα σπάει, ακριβώς σαν πουλί. Δεν φόβιζε, όμως, καθόλου τα πουλιά. Μπορούσε να τα κοιτάζει στα μάτια όπως εγώ κοιτάω εσένα. Μπορούσε να τ’ ακούει, από πολύ κοντά, να διηγούνται τις δικές τους ιστορίες. Εάν τολμούσε, θα τα χάιδευε κιόλας.

Όταν μ’ έναν πήδο ξανακατέβαινε στη χλόη, λυπόταν τις ακρίδες, τις καημένες τις ακρίδες, πράσινες και αδέξιες σαν τα βατράχια που κακοπαθαίνουν τόσο! Πιο πολύ, όμως, αγαπούσε τις πεταλούδες. Τις ζήλευε όταν τις έβλεπε να στριφογυρνούν ευτυχισμένες σαν ψάρια μέσα στο νερό.

Η Φτερουδελίτσα ήξερε καλά πως δεν μπορούσε να πετάξει, αφού δεν είχε φτερά. Ήταν απλά πολύ ελαφριά, σχεδόν όσο ένα φύλλο, όσο ένα άχυρο, ή, ακόμα καλύτερα, όσο οι μικροί φτερωτοί σπόροι της πικραλίδας, όσο οι φλογίτσες που ο άνεμος τις ταξιδεύει μακριά…

Μη σε πάρει ο αέρας, Φτερουδελίτσα, πρόσεχε! Να είσαι φρόνιμη, ο άνεμος μπορεί να σε πάει εκεί που δεν θες να πας.

Τη νύχτα η Φτερουδελίτσα ονειρευόταν ότι πετούσε πάνω απ’ το σπίτι της, γύρω από το ρολόι της πόλης, κι ότι διέσχιζε το ποτάμι πάνω από ένα πλήθος κολυμβητών, πάνω από τα λευκά πανιά των καραβιών. Πότε πότε, μάλιστα, τραβούσε κρυφά τα πούπουλα από το αφράτο κόκκινο πάπλωμά της για να τα φυσήξει απ’ το παράθυρο και να τα δει ν’ ανεβαίνουν στον πρωινό ουρανό.

Στα παραμύθια που προτιμούσε, υπήρχαν πάντα παιδιά που ταξίδευαν πάνω στα φτερά ενός αετού, ενός πελαργού, ενός μικρού διαβόλου ή πάνω σ’ ένα ιπτάμενο χαλί. Και θαύμαζε πολύ τον φίλο της τον Πέτρο, γιατί μια φορά είχε πετάξει με αεροπλάνο.

Στις τέσσερις τ’ απόγευμα, όταν γυρνούσε από το σχολείο, έτρωγε γρήγορα το φαγητό της και ακόμα πιο γρήγορα ανέβαινε ψηλά στην κορυφή ενός έλατου, απέναντι απ’ το σπίτι της. Τρία κλαδιά τής χρησίμευαν για πολυθρόνα στα μέτρα της. Και μέχρι να βασιλέψει ο ήλιος, και η μαμά της ανήσυχη ν’ αρχίσει να τη φωνάζει, καθόταν εκεί συζητώντας με τους φίλους της τα πουλιά.

Δεν είναι, τελικά, πιο δύσκολο να μιλάς με τα πουλιά απ’ το να μιλάς με οποιονδήποτε πάνω στη γη: εσύ μιλάς, το πουλί παριστάνει ότι καταλαβαίνει, σου απαντά, κι εσύ με τη σειρά σου παριστάνεις ότι καταλαβαίνεις κι απαντάς. Το θέμα είναι ν’ ακούμε ο ένας τον άλλον που μιλά, να γνωρίζουμε καλά τι λέμε. Εάν σε ρωτήσω: «Θέλεις ένα γλυκό;» καμώνεσαι πως καταλαβαίνεις και σου το δίνω. Εάν σε απειλήσω πως θα τις φας, δείχνεις πως καταλαβαίνεις, μα δεν σε δέρνω. Έτσι, άλλωστε, κάνεις κι εσύ που φλυαρείς με την κούκλα σου, με το αρκουδάκι, με τον σκύλο σου.

Όταν η Φτερουδελίτσα γυρνούσε σπίτι της, έκπληκτα τ’ αδέλφια της την άκουγαν να επαναλαμβάνει τραγουδώντας όλα όσα έλεγαν τα πουλιά, για όλες τους τις περιπέτειες, για όλες τις οικογενειακές υποθέσεις που κλωθογύριζαν γύρω από τις φωλιές και ανακάτευαν λέξεις όπως: φτερά, πρωί, ουρανός, φόβος της καταιγίδας, φόβος των αεροπλάνων.

Ποτέ δεν σταματούσε να τραγουδάει η Φτερουδελίτσα, κι όταν τραγουδούσε, σειόταν ολόκληρη σαν να ήταν ντυμένη με φτερά. Ενθουσιασμένοι οι γονείς της που είχαν τόσο χαρούμενη κόρη, συνήθισαν το γεγονός ότι δεν ήταν σαν τ’ άλλα παιδιά, ότι δεν ζούσε και πολύ πάνω στη γη.

Μέσα στον κόσμο των πουλιών η Φτερουδελίτσα δεν είχε παρά μόνο φίλους. Σπουργίτια, αηδόνια και σπίνοι τής μάθαιναν πάντα καινούργια παιχνίδια, τούμπες και κουτρουβάλες που να πεθαίνεις στα γέλια. Τρόπους λεπτεπίλεπτους, αστείους και συνάμα τρυφερούς. Με τις καρακάξες και με τα κοτσύφια έπαιρνε ένα ύφος πονηριάς. Με τα περιστέρια γουργούριζε και αναστέναζε βαθιά, δείχνοντας ότι επιθυμούσε αληθινά κάθε τι δικό τους.

Τόσο κοντά στους φίλους της ένιωθε η Φτερουδελίτσα, που τους βοηθούσε να φτιάχνουν τις φωλιές τους. Τους έφερνε νηματάκια από το πλεκτό της για να ζεσταίνονται τα μικρά τους. Γιατί ήταν μεγάλο γεγονός για κείνη να βλέπει τα ροζ αυγά, τα πράσινα, τα κίτρινα, τ’ αληθινά αυγά του Πάσχα, να γίνονται μικρά πουλάκια. Η Φτερουδελίτσα τ’ αγαπούσε όσο και τις κούκλες της. Της έμοιαζαν, δεν είχαν πούπουλα και είχαν τόσο μικρά φτερά αυτά τα μικρούλια βρέφη, που άνοιγαν ένα τεράστιο ράμφος σαν καμινάδα. Πόσο χαζούλια φαίνονταν τη στιγμή που δίσταζαν να πετάξουν! Κι όμως λιγότερο χαζά απ’ τη Φτερουδελίτσα, που δεν θα μπορούσε ποτέ να πετάξει, αφού της έλειπαν τα φτερά.

Paul Éluard - Φτερουδελίτσα
Καθόταν στα λεπτούτσικα κλαδιά χωρίς να τα σπάει, ακριβώς σαν πουλί. Δεν φόβιζε, όμως, καθόλου τα πουλιά. Μπορούσε να τα κοιτάζει στα μάτια όπως εγώ κοιτάω εσένα. Μπορούσε να τ’ ακούει, από πολύ κοντά, να διηγούνται τις δικές τους ιστορίες. Εάν τολμούσε, θα τα χάιδευε κιόλας

Το πρωί μάταια η Φτερουδελίτσα έστριβε τον λαιμό της για να δει την πλάτη της στον καθρέφτη … Ποτέ τα μυτερά της κόκαλα, που η μαμά της τ’ αποκαλούσε ωμοπλάτες, δεν αποφάσιζαν να μεγαλώσουν. Ήταν ένα μικρό κορίτσι· δεν ήταν ένα μικρό πουλί, παρά μόνο για τη μητέρα της.

Κι ήθελε τόσο πολύ ν’ ακολουθήσει τους φτερωτούς φίλους της. Έλεγε στον εαυτό της πως δεν θα μεγαλώσει ποτέ. Να μεγαλώσει, σήμαινε γι’ αυτήν ν’ αποκτήσει φτερά.

Εσύ, βλέπεις, μεγαλώνεις τόσο πολύ μέσα στην καρδιά μου, που πιστεύω ότι είσαι πιο μεγάλη από μένα. Κι όμως δεν ξέρεις να πετάς. Αλλά ξέρεις να βρίσκεσαι εδώ, στο πλάι μου.

Μια ωραία μέρα που η Φτερουδελίτσα είχε εγκατασταθεί πάνω στο έλατό της, έβαλε τα κλάματα. Όλα τα πουλιά πετούσαν, τιτίβιζαν παντού στην εξοχή, χωρίς να της δίνουν μεγάλη σημασία. Ήταν, μάλιστα, τόσο καθαρός ο ουρανός, που και ο ήλιος ακόμη φαινόταν να έχει φτερά. Μα ήταν μόνη, όπως δεν είσαι εσύ ποτέ, εσύ που σ’ αγαπάμε και ξέρεις ν’ ανταποδίδεις στον καθένα την αγάπη του.

Η Φτερουδελίτσα έκλαιγε, έκλαιγε …Ξαφνικά ένιωσε πάνω στα μάγουλά της μια μικρή, τραχιά γλώσσα και μια μεταξωτή πατουσίτσα τόση δα, να σκουπίζουν τα δάκρυά της. Σηκώνοντας τα μάτια της, είδε ακριβώς μπροστά της τον εκπληκτικότερο σκίουρο του κόσμου. Η γούνα του έλαμπε σαν φωτιά, η ουρά του ήταν φουντωτή και τα ζωηρά μάτια του μιλούσαν γρηγορότερα κι απ’ το πιο φλύαρο στόμα:

– Θέλεις πραγματικά να πετάξεις, να πετάξεις σαν τα πουλιά, σαν την κίσσα και τον μελισσοφάγο,σαν τον κοκκινολαίμη και το μπλε κοτσύφι; Θέλεις ν’ ακολουθείς τα σύννεφα, το κέφι, τις επιθυμίες σου; Θέλεις ν’ αποκτήσεις φτερά; Αλλά δεν θα έχεις πια χέρια, δεν θα είσαι πια ένα κανονικό κορίτσι, σαν αυτά που ζουν πάνω στη γη. Μήπως το μετανιώσεις;

– Όχι, όχι, έλεγε η Φτερουδελίτσα. Αχ κύριε Σκίουρε, δώστε μου φτερά!

– Καλά, απάντησε ο σκίουρος, όμως αν το μετανιώσεις, έλα να με βρεις αύριο στο ηλιοβασίλεμα· θα υπάρχει ακόμα χρόνος για να ξαναγίνεις, όπως πριν.

Έτσι λοιπόν, ο σκίουρος ανοιγόκλεισε τα βλέφαρά του και είπε κάτι λέξεις πολύ τρυφερές και πολύ σοφές συνάμα. Τότε η Φτερουδελίτσα αισθάνθηκε γαργαλητά σ’ όλο το μήκος των χεριών της: ένα λεπτό άσπρο χνούδι άρχισε να τα καλύπτει και ύστερα εμφανίστηκαν λευκά πούπουλα. Η Φτερουδελίτσα είχε φτερά!

Τρελή από χαρά όρμησε απ’ το έλατο, κατέβηκε ως τη χλόη, αναπήδησε ίσαμε την οροφή του σπιτιού και χάθηκε σαν βέλος προς το γειτονικό δάσος. Από δέντρο σε δέντρο χαιρετούσε τραγουδώντας τους φίλους της κι όλοι τους την ακολουθούσαν, πιο ευχαριστημένοι θα ’λεγες κι απ’ την ίδια.

Μεθυσμένη απ’ την ταχύτητα, η Φτερουδελίτσα πήγε πολύ μακριά… Ο ερχομός της νύχτας την ξάφνιασε. Χωρίς καν να δει τα αστέρια, αποκοιμήθηκε στην κορυφή μιας μεγάλης βελανιδιάς, με το κεφάλι ανάμεσα στα φτερά. Ευτυχώς που μια γέρικη κουκουβάγια, πολύ σοβαρή, ανέλαβε την υποχρέωση να την προσέχει.

Η Φτερουδελίτσα ξύπνησε απ’ τη χαρούμενη φασαρία που έκαναν τα πουλιά, καθώς χαιρετούσαν την ανατολή του ήλιου. Πρώτη φορά ξυπνούσε στο ύπαιθρο και της φάνηκε εξαίσιο! Ύστερα από λίγο, όμως, ένιωθε να πεθαίνει της πείνας κι αναρωτήθηκε ανήσυχη μήπως είχε περάσει η ώρα για το σχολείο. Οι φίλοι της έπαιρναν το πρωινό τους, σπόρους και μικρά σκουληκάκια. Η Φτερουδελίτσα ονειρευόταν γάλα με καφέ και φέτες ψωμί με βούτυρο ! Μα τι χαζή που ήταν: με δυο φτεροκοπήματα θα ’φτανε σπίτι.

Ανέβηκε πολύ ψηλά, για να δει το σπίτι της, και όρμησε από το ανοιχτό παράθυρο μες την κουζίνα, όπου γύρω απ’ το τραπέζι βρισκόταν η οικογένεια. Όλοι ανακουφίστηκαν που την είδαν να έρχεται, έδειχναν όμως έκπληκτοι από την καινούργια της εμφάνιση.

Η Φτερουδελίτσα ρίχτηκε στην αγκαλιά της μητέρας της. Μα αλίμονο, τα φτερά δεν ήξεραν πώς να σφιχταγκαλιάσουν. Κι όταν πήγε να φάει, έπρεπε να την ταΐσουν στο στόμα σαν να ’ταν μωρό. Τ’ αδέλφια της, που πριν θαύμαζαν τα φτερά της, τώρα άρχισαν να την κοροϊδεύουν. Και πώς θα σηκώνει τη σάκα της! ...Πώς θα γράφει στο σχολείο!…

Βέβαια, μόλις βγήκαν, πήρε την εκδίκησή της: Ενώ οι άλλοι περπατούσαν στον δρόμο, η Φτερουδελίτσα περνούσε πάνω απ’ τα κεφάλια τους και πετώντας ξεμάκραινε αφήνοντάς τους πολύ πίσω. Ανέβαινε ψηλά, μέχρις ότου όλοι τής φαίνονταν σαν μυρμήγκια, και ύστερα βουτούσε πάνω στη μικρή συντροφιά, τρομάζοντάς την.

Πόσο αστείοι φαίνονταν από ψηλά όλοι μαζί στριμωγμένοι, κοιτάζοντας προς τον ουρανό. Αλλά γιατί ο μικρός Πέτρος έδειχνε να μην ενδιαφέρεται για τις φιγούρες της, σκέφτηκε αργότερα πιο νηφάλια η Φτερουδελίτσα καθώς ξαναβρέθηκε μες στην κάμαρά της. Ο Πέτρος… Αλήθεια, δεν θα μπορούσε πια να τρέχει στα χωράφια μαζί του, χέρι χέρι, να γυρεύουνε μανιτάρια ή να μαζεύουν αγριονεραγκούλες;

Έπειτα, σκέφτηκε την κούκλα της, που την είχε παραμελήσει πολύ. Πώς θα την έντυνε, πώς θα την άλλαζε; Πόσο άβολα είναι τα φτερά όταν δεν θες να πετάς! Η Φτερουδελίτσα κάθισε στη μικρή πολυθρόνα της –σε τι θα της χρησίμευαν πια τα μπράτσα της πολυθρόνας;– κι άρχισε να μπαίνει σε βαθιές σκέψεις. Καταλάβαινε την προειδοποίηση του χρυσού σκίουρου. Νοσταλγούσε τα χέρια της, ήθελε να ξαναγίνει ένα αληθινό κορίτσι...

Δεν είχε πια λεπτό για χάσιμο: οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου γλιστρούσαν πίσω από τον ορίζοντα. Τρελή από αγωνία η Φτερουδελίτσα πέταξε για τελευταία φορά μέχρι το έλατο. Ο σκίουρος ήταν ακριβής στο ραντεβού και είχε, μάλιστα, την ευγένεια να μην της κάνει ερωτήσεις – το πρόσωπο της Φτερουδελίτσας, άλλωστε, έδειχνε φανερά τι ήθελε–, και δεν άρχισε να θριαμβολογεί λέγοντας «Σ’ το είχα πει …», όπως κάνουν πολύ συχνά οι μεγάλοι. Ξανά, λοιπόν, τα σπινθηροβόλα του μάτια πρόφεραν τις μαγικές λέξεις. Και να η Φτερουδελίτσα μας τόσο χαρούμενη, που ξαναβρήκε τα χέρια της, όσο ήταν κι εχθές που αποκτούσε φτερά!

Αργά αργά, η Φτερουδελίτσα κατέβηκε κλαδί κλαδί στο έδαφος μαζί με τους άλλους, μ’ όλους τους άλλους, κι αυτούς που είναι ελαφρείς κι αυτούς που δεν είναι τόσο, κι αυτούς που περπατούν κοιτώντας τις πέτρες του δρόμου, κι αυτούς που κοιτούν τον ουρανό, κι αυτούς που ξέρουν πως τα μικρά κορίτσια δεν μπορούν να πετούν κι αυτούς που σκέφτονται πως μια μέρα, εάν το θέλουν πραγματικά όλα τ’ αγόρια και τα κορίτσια, θα μπορέσουν, μένοντας όπως είναι, να έχουν και χέρια και φτερά, και να βρίσκονται την ίδια στιγμή στη γη και στον ουρανό.

Απόψε σού διηγήθηκα την ιστορία που περίμενες... την ιστορία που κάνει την καρδιά μου καλύτερη και τα μάτια σου γεμάτα εμπιστοσύνη.

Paul Éluard “Grain-d’aile”

  • Ο Πωλ Ελυάρ (πραγματικό όνομα: Eugène Émile Paul Grindel, 1895-1952) ήταν Γάλλος συγγραφέας και ποιητής, ο οποίος δραστηριοποιήθηκε στα καλλιτεχνικά ρεύματα του ντανταϊσμού και του υπερρεαλισμού, θεωρείται μέχρι σήμερα ένας από τους σημαντικότερους Γάλλους ποιητές.

ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ  Πωλ Ελυάρ  ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: