Ο ρουλετίστας

Μετάφραση: Βίκτωρ Ιβάνοβιτς
Ο ρουλετίστας

Ο Μίρτσεα Καρταρέσκου (Mircea Cărtărescu), πολυβραβευμένος, διεθνούς εμβελείας Ρουμάνος ποιητής, πεζογράφος και δοκιμιογράφος, γεννήθηκε το 1956 στο Βουκουρέστι, όπου σπούδασε Φιλολογία και υποστήριξε την διδακτορική του διατριβή. Σήμερα είναι καθηγητής στο πανεπιστήμιο Alma Mater Bucharestiensis. Από τα φοιτητικά του χρόνια συντάχθηκε με την πολλά υποσχόμενη ομάδα «του ΄80», γνωστή και ως «γενιά με τα τζιν», η οποία εισήγαγε τον Μεταμοντερνισμό στα ρουμανικά γράμματα και στις τάξεις της οποίας αναδείχθηκε μάλιστα ως (άτυπη) ιθύνουσα φυσιογνωμία. Έχει εκδώσει επτά ποιητικές συλλογές, μεταξύ των οποίων διακρίνονται ιδιαίτερα οι Φάροι, βιτρίνες, φωτογραφίες (Faruri, vitrine, fotografii, 1980), βραβείο της Ενώσεως Συγγραφέων Ρουμανίας, και Το Λεβάντε (Levantul, 1989), έργο μοναδικό στο είδος του, καθώς, με πρόσχημα την αναψηλάφηση της παλιάς ποιητικής φόρμας του ηρωικο-κωμικού έπους, προσφέρει στον αναγνώστη ένα μεταμοντέρνο πανόραμα της ρουμανικής ποίησης, από τις απαρχές της μέχρι τα τέλη του 20ού αιώνα.
Παράλληλα, ο Μ. Καρταρέσκου γράφει και δημοσιεύει και πεζά, τα οποία τον κατέστησαν πολύ δημοφιλή, τόσο στην χώρα του όσο και στο εξωτερικό. Μέχρι στιγμής, τα δύο σημαδιακά αφηγηματικά έργα του είναι η μυθιστορηματική τριλογία Εκτυφλωτικό (Orbitor, 1996-2007), μεταφρασμένη σε διάφορες γλώσσες και το «μνημειώδες» Σολενοειδές (Solenoid, 2015) –ο τίτλος είναι νεολογισμός–, το οποίο έγινε πρόσφατα μπεστ-σέλερ στην Ισπανία.
Το ντεμπούτο και η πρώτη μεγάλη επιτυχία του Ρουμάνου συγγραφέα στην πρόζα υπήρξε όμως η συλλογή αφηγημάτων Το όνειρο (Visul, 1989, βραβείο της Ρουμανικής Ακαδημίας), που το 1993 το ανασκεύασε ως «σπονδυλωτό» μυθιστόρημα, με τίτλο Η Νοσταλγία (Nostalgia). Εδώ είναι ήδη παρόντα και αναγνωρίσιμα όλα τα χαρακτηριστικά της γραφής του Μ. Καρταρέσκου: η ροπή προς το οραματικό φανταστικό, με συμπαντικό άνοιγμα από την Κόλαση έως τον Παράδεισο, η ικανότητα για σύνθεση του κολοσσιαίου με την ποιητική μινιατούρα, το εκλεπτυσμένο, στοχαστικό ύφος, που βρίθει αναφορών, χωρίς ποτέ να γίνεται βαρύ.
Από τις εκδόσεις Καστανιώτη έτοιμάζεται η ελληνική μετάφραση, μια πρόγευση της οποίας μπορεί να πάρει ο αναγνώστης του «Χάρτη», διαβάζοντας τον Ρουλετίστα (Ruletistul), που στην οικονομία του όλου έργου καταλαμβάνει την θέση του «Προλόγου». Στην Ελλάδα έχει κυκλοφορήσει επίσης το Γιατί αγαπάμε τις γυναίκες (Dece iubim femeile, 2004), σε μετάφραση Πάνου Απαλλίδη, εκδ. Αλλότροπο 2011.

————————————————————————————————

Ο ρουλετίστας

Χάρισε, Κύριε, την παρηγοριά του Ισραήλ
σ’ αυτόν που είναι ογδόντα χρόνων και δεν έχει αύριο.
[1]

Αντιγράφω εδώ (προς τι, άραγε;) τους στίχους αυτούς του Έλιοτ. Οπωσδήποτε όχι για να γίνουν μότο σε κάποιο βιβλίο μου, γιατί πλέον δεν πρόκειται να γράψω ο,τιδήποτε. Εάν, ωστόσο και παρά ταύτα, γράφω τώρα τούτες εδώ τις αράδες, είναι επειδή τις θεωρώ κάθε άλλο παρά λογοτεχνία. Αρκετή λογοτεχνία έχω παραγάγει, επί εξήντα συναπτά έτη δεν έκανα και τίποτ’ άλλο, πλην όμως τώρα, πριν από το ύστατο τέλος, θα παραχωρήσω στον εαυτό μου μια στιγμή αυτεπίγωσης: όλα όσα έχω γράψει μετά τα τριάντα μου δεν ήσαν παρά μια οικτρή φενάκη. Βαρέθηκα να γράφω χωρίς την προσδοκία να υπερβώ κάποτε τον εαυτό μου, να δρασκελίσω τον ίδιο τον ίσκιο μου. Είναι αληθεια πως, μέχρι ενός σημείου, στάθηκα έντιμος, με τον μοναδικό τρόπο που διαθέτει ένας καλλίτέχνης, δηλαδή πάσχιζα να ξεγυμνωθώ εξ ολοκλήρου. Αλλά η αυταπάτη μου αποδείχτηκε έτι πιο πικρή, αφού η λογοτεχνία ποσώς δεν ενδείκνυται για εκμυστηρεύσεις, έστω και στο ελάχιστο. Από τις πρώτες αράδες που ρίχνει κανείς στο χαρτί, ένα ξένο χέρι εισδύει χλευαστικά μέσα στο χέρι που κρατάει τη γραφίδα, όπως σε ένα γάντι, ενώ στον καθρέφτη της λευκής σελίδας το είδωλό αυτού που γράφει διασπάται και σκορπάει προς όλες τις κατευθύνσεις, σαν τον υδράργυρο, με αποτέλεσμα οι παραμορφωτικές εκείνες σταγόνες να σχηματίζουν πότε την εικόνα της Αράχνης και πότε του Σκώληκα, πότε του Κίναιδου και πότε του Μονόκερου ή του Θεού, ενώ εκείνος απλούστατα προσπαθούσε να μιλήσει για τον εαυτό του. Η Λογοτεχνία ως Τερατολογία.
Εδώ και αρκετά χρόνια κοιμάμαι ανήσυχα και ονειρεύομαι έναν γέρο να τρελαίνεται μόνος κι έρημος. Το όνειρο αυτό είναι η πιο αληθοφανής αντανάκλαση της κατάστασής μου. Ξυπνάω κλαίγοντας από τη μοναξιά, ακόμη κι όταν, τη μέρα, περνάω καλά, συντροφιά με όσους φίλους μου ζουν ακόμη. Δεν αντέχω πια τη ζωή μου, και η προσδοκία αύριο-μεθαύριο να εισέλθω στην ατέρμονη επικράτεια του θανάτου με προτρέπει στην προσπάθεια συλλογισμού. Γι’ αυτό λοιπόν, επειδή οφείλω να συλλογιέμαι, όπως ο έγκλειστος σε λαβύρινθο οφείλει να ψάχνει για κάποια διέξοδο ανάμεσα στους πασαλειμμένους με κόπρανα τοίχους, ακόμη και μέσα από την τρύπα που άνοιξε ο αρουραίος, γι’ αυτό λοιπόν και μόνο εδέησα να γράψω αυτές τις αράδες. Όχι ακριβώς για να αποδείξω (σ’ εμένα τον ίδιον) ότι υπάρχει Θεός. Δυστυχώς, παρά τις όποιες προσπάθειές μου, ουδέποτε πίστευα, ουδέποτε πέρασα από κρίσεις αμφιβολίας ή άρνησης. Μακάρι να ήμουν πιστός, γιατί το γράψιμο θέλει δράμα και το δράμα γεννάται από τον βασανιστικό αγώνα μεταξύ ελπίδας και απόγνωσης, στον οποίο η πίστη παίζει ουσιαστικό, υποθέτω, ρόλο. Στα νιάτα μου, οι μισοί λογοτέχνες είχαν ασπαστεί τη θρησκεία, ενώ οι άλλοι μισοί την απαρνήθηκαν· και η μία και η άλλη στάση είχαν τον ίδιο σχεδόν αντίκτυπο στα γραπτά τους. Ω, πόσο ζήλευα τις φωτιές που οι δαίμονές τους συντηρούσαν κάτω από τις χύτρες όπου εκείνοι είχαν βολευτεί, ως αρμόζει σε καλλιτέχνες! Και να με κι εγώ, τώρα, στη γωνιά μου, ένα κουβάρι από ράκη και χόνδρους· κανείς πια δεν θα στοιχημάτιζε στο νου, στην καρδιά ή στην πίστη μου, αφού τίποτα δεν απομένει που δε μου έχει αφαιρεθεί.
Κείτομαι εδώ στην πολυθρόνα, τρομοκρατημένος από τη σκέψη πως έξω πλέον τίποτα δεν υπάρχει παρά η συμπαγής νύχτα, ένας τεράστιος όγκος παγωμένης πίσσας, μια μαύρη ομίχλη που σιγά-σιγά, καθώς μεγάλωνα στην ηλικία, διέβρωσε πόλεις, σπίτια, δρόμους, όψεις. Η λάμπα μου λες κι έχει μείνει ο τελευταίος ήλιος μέσ’ στο σύμπαν, ενώ το μόνο που φωτίζει είναι οι ζάρες στο γεροντικό μου πρόσωπό.

Αυτά λοιπόν τα φύλλα συνιστούν το δικό μου προσχέδιο αθανασίας.

Αφού θα 'χω πεθάνει εγώ, ο τάφος μου, ετούτη εδώ η γωνιά, θα εξακολουθήσει να πλέει μέσ' στη μαύρη, τη συμπαγή ομίχλη, κουβαλώντας τούτα εδώ τα φύλλα στο πουθενά, για να τα διαβάσει ο Ούτις: κανείς. Μέσα όμως σ’ αυτά υπάρχει, επιτέλους, το παν. Έχω γράψει μερικές χιλιάδες σελίδες λογοτεχνίας: στάχτη και κουρνιαχτός. Πλοκές αριστοτεχνικά στημένες, ανδρείκελα με γαλβανικά χαμόγελα· μα πώς να καταφέρεις να πεις ο,τιδήποτε, έστω και το παραμικρό, εντός της απέραντης σύμβασης που είναι η τέχνη; Εσύ πασχίζεις να αναποδογυρίσεις την καρδιά του αναγνώστη σου, κι αυτός τι κάνει; Στις τρεις η ώρα τελειώνει το βιβλίο σου και στις τέσσερις πιάνει κάποιο άλλο, ασχέτως πόσο καλό ήταν εκείνο που είχες βάλει στα χέρια του. Όμως αυτά τα δέκα, δεκαπέντε φύλλα είναι εντελώς διαφορετικά, είναι χαρτιά από άλλη τράπουλα. Ο αναγνώστής μου δεν είναι πια κανείς άλλος παρά ο θάνατος. Ήδη βλέπω τα μαύρα μάτια του, υγρά, προσηλωμένα, όπως τα ματάκια των μικρών κοριτσιών, να διαβάζουν καθώς εγώ μαυρίζω τη σελίδα, αράδα την αράδα. Αυτά λοιπόν τα φύλλα συνιστούν το δικό μου προσχέδιο αθανασίας.
Το λέω προσχέδιο, αν και όλα –κι εδώ έγκειται ο θρίαμβος και η ελπίδα μου–, όλα, μα όλα είναι αληθινά. Τι παράξενο: οι περισσότεροι χαρακτήρες που υπάρχουν στα βιβλία μου είναι επινενοημένοι, αλλά στους πάντες έμοιαζαν παρμένοι από την πραγματικότητα. Κανείς αναγνώστης δεν θα αποδεχόταν ότι στον κόσμο του θα μπορούσε να ζει, να συνωστίζεται στα ίδια τραμ, να αναπνέει τον ίδιον αέρα, ένας άνθρωπος του οποίου ο βίος αποδεικνύει με μαθηματική ακρίβεια την ύπαρξη μιας τάξης πραγμάτων στην οποία κανένας πια δεν πιστεύει σήμερα, ή την πιστεύει ακριβώς επειδή είναι παράλογη. Αλίμονο, όμως! — ο Ρουλετίστας δεν είναι όνειρο, ούτε η ψευδαίσθηση ενός εγκεφάλου που πάσχει από μαλάκυνση, ούτε καν ένα άλλοθι. Τώρα που τον σκεφτόμαι, έχω την πεποίθηση ότι γνώρισα κι εγώ εκείνον τον ζητιάνο στην άκρη της γέφυρας, για τον οποίον έγραφε ο Ρίλκε πως γύρω του περιστρέφονται οι κόσμοι.

Οπότε, αγαπητέ Ούτι, ο Ρουλετίστας υπήρξε. Και η ρουλέτα υπήρξε. Δεν έχεις ακούσει τίποτα γι' αυτήν; Μα πες μου, τι άκουσες για την Αγάρθα;[2] Εγώ έζησα τους απίθανους εκείνους καιρούς της ρουλέτας, είδα να χάνονται και να αποκτώνται περιουσίες εν ριπή οφθαλμού, στο άγριο φως του μπαρουτιού. Ούρλιαξα κι εγώ στις μικρές, υπόγειες αίθουσες και έκλαψα με δάκρυα χαράς όταν κουβαλούσαν έξω κάποιο πτώμα με σμπαραλιασμένα μυαλά. Γνώρισα τους μεγιστάνες της ρουλέτας, βιομηχάνους, γαιοκτήμονες, τραπεζίτες που στοιχημάτιζαν εκείνα τα απίστευτα υπέρογκα ποσά. Για πάνω από δέκα χρόνια, η ρουλέτα υπήρξε το ψωμί και το θέαμα της ανέμελης κόλασής μας. Δεν ακούστηκε ούτε ψίθυρος γι’ αυτό εδώ και σαράντα χρόνια; Αναλογίσου πόσες χιλιετίες έχουν περάσει από τα ελληνικά μυστήρια. Γνωρίζει κανείς ο,τιδήποτε, σήμερα, για το τι ακριβώς συνέβαινε τότε σ’ εκείνα τα άντρα; Το αίμα ακολουθεί πάντα η νεκρική σιγή. Όλοι σιώπησαν, ή ίσως ο κάθε γνώστης άφησε πίσω του, μετά θάνατον, κάποιες ανώφελες σελίδες σαν κι αυτές εδώ, τις οποίες μόνον ο θάνατος θα διατρέξει με το σκελετωμένο δάκτυλό του. Ο ατομικός θάνατος τού καθενός, ο μαύρος, δίδυμος αδελφός που γεννήθηκε μαζί του.
Ο άντρας για τον οποίο γράφω εδώ είχε ένα κοινό όνομα, που όμως κανείς δεν θυμόταν, γιατί σύντομα τον είπαν «ο Ρουλετίστας». Λέγοντας λοιπόν «ο Ρουλετίστας» δεν μπορούσες να αναφερθείς παρά μόνο σ' αυτόν, αν και ρουλετίστες υπήρχαν αρκετοί. Τον θυμάμαι χωρίς καμιά δυσκολία, πάντα συνοφρυωμένο, μια τριγωνική φάτσα πάνω σε έναν κιτρινωπό, μακρύ και λεπτό λαιμό, το δέρμα του ξερό, τα μαλλιά και το τρίχωμά του σχεδόν άλικα. Μάτια θλιμμένου πιθήκου, ασύμμετρα, νομίζω διαφορετικού μεγέθους. Άφηνε μιαν εντύπωση ατιμελησίας, ελλιπούς υγιεινής. Το ίδιο με τα ρούχα της δουλειάς, όσο και με τα σμόκιν που του φόρεσαν μετέπειτα. Θεέ μου, τι πειρασμός να προσφύγω εδώ σε μία ελάχιστη δόση αγιογραφίας, να ρίξω στο πρόσωπό του ένα (ούτως ειπείν) «υπεραριθμήσιμο» φως και να βάλω λίγη φλόγα στα μάτια του! Αλλά σφίγγω τα δόντια και καταπίνω τα άθλια τούτα τικ. Ο Ρουλετίστας είχε τη σκοτεινή φιγούρα ενός χωριάτη, κάπως εύπορου, με δόντια μισά από σίδερο και μισά από άνθρακα. Από τότε που τον πρωτογνώρισα και μέχρι που πέθανε (από περίστροφο, όχι από σφαίρα) είχε την ίδια εμφάνιση. Υπήρξε ωστόσο ο μόνος θνητός στον οποίο δόθηκε το χάρισμα να αγναντέψει τον άπειρο μαθηματικό Θεό και να αναμετρηθεί μαζί του.
Δεν έκανα τίποτα ιδιαίτερο για να αξιωθώ να τον γνωρίσω και να είμαι τώρα σε θέση να γράφω γι' αυτόν. Θα μπορούσα, έχοντας τη μορφή του και μόνον μπροστά μου, να στήσω ένα πελώριο σκαρί, ένα περίπλοκο ικρίωμα για την ανέγερση ενός χάρτινου Πύργου της Βαβέλ, ενός Bildungsroman χιλίων σελίδων στο οποίο εγώ, δίκην ταπεινού Σερένους Τσάιτμπλομ, να καταγράψω πυρετωδώς την προοδευτική μεταμόρφωση του νέου αυτού Αδριανού σε δαίμονα.[3] Και λοιπόν; Ακόμη και αν κατάφερνα, πράγμα πολύ απίθανο, όσα δεν έχω καταφέρει σε εξήντα χρόνια κόπων, δηλαδή ένα αριστούργημα, και πάλι διερωτώμαι: προς τι;... Για τον τελικό μου σκοπό, το μεγάλο στοίχημα (μπροστά στο οποίο όλα τα αριστουργήματα του κόσμου δεν είναι παρά άμμος της κλεψύδρας και γύρη στον αέρα), τρεις αράδες φτάνουν και περισσεύουν, προκειμένου να περιγράψω τα στάδια της υποτυπώδους ζωής ενός ψυχοπαθούς: το βίαιο και μοχθηρό παιδί, να κομματιάζει έντομα και να σκοτώνει ωδικά πουλιά με πέτρες, πάθιασμένο με το παιχνίδι με τις μπίλιες ή το πέταλο, τον θυμάμαι να χάνει, να χάνει μονίμως λεφτά, μπίλιες, κουμπιά κι έπειτα να παίζει μανιασμένα ξύλο με τους υπόλοιπους παίκτες· τον έφηβο με κρίσεις επιληπτικής μανίας και παράφορες ερωτικές ορέξεις, τον κατάδικο για βιασμούς και ληστείες. Νομίζω πως το μόνο «κοντινό» πρόσωπο που είχε καθ’ όλη τη δαιδαλώδη αυτήν περίοδο της ζωής του υπήρξα εγώ, ίσως επειδή είχαμε μεγαλώσει μαζί, αφού οι γονείς μας ήταν γείτονες. Πάντως, ποτέ δεν με έδειρε και με έβλεπε λιγότερο καχύποπτα απ’ ό,τι τους άλλους, όποιοι και να ήταν αυτοί. Μερικές φορές, θυμάμαι, πήγα να τον δω στη φυλακή, όπου, στην πράσινη, παγωμένη αίθουσα επισκεπτηρίων, δεν σταματούσε να μου παραπονιέται, βρίζοντας χυδαία, για την γκαντεμιά του στο πόκερ – και μου ζητούσε λεφτά. Σχεδόν έκλαιγε από την ταπείνωση να μένει πάντα ταπί, να μην είναι ποτέ ικανός να κερδίσει έστω και μια παρτίδα και να πάρει κι αυτός, μια στις τόσες, τα λεφτά των άλλων. Καθόταν εκεί, στο πράσινο σανίδι, μια σταλιά ανθρωπάκι, με τα μάτια κόκκινα από επιπεφυκίτιδα.
Όχι, λοιπόν, αδυνατώ να μιλήσω γι' αυτόν σε ρεαλιστική γλώσσα. Πώς να παρουσιάσεις ρεαλιστικά μια ζωντανή αλληγορία; Κάθε τερτίπι, τέχνασμα ή υφολογικός αυτοματισμός, που θυμίζει έστω και ελάχιστα την τέχνη της πεζογραφίας, μου φέρνει κατάθλιψη και αηδία. Θα πω ακόμη ότι, αφού βγήκε από τη φυλακή, το 'ριξε στο πιοτό και, το πολύ μέσα σε ένα χρόνο, ξέπεσε φοβερά. Δεν είχε μόνιμη δουλειά, και τα μόνα μέρη όπου τον έβρισκες ανελλιπώς ήταν σε κάποια κουτούκια της κακιάς ώρας, όπου, νομίζω, και κοιμόταν. Τον έβλεπες να περιφέρεται από τραπέζι σε τραπέζι, ντυμένος σαν τυπικός μπεκρούλιακας (χωρίς πουκάμισο, με το στέρνο γυμνό κάτω από το σακάκι, τα παντελόνια του να κρέμονται χαμηλά) ζητιανεύοντας καμιά μπύρα. Παρακολούθησα επανειλημμένα τη σκληρή και διασκεδαστική συνάμα πλάκα που έσπαγαν εις βάρος του, κάθε τοσο, οι τακτικοί θαμώνες του καπηλειού: τον καλούσαν στο τραπέζι και του έλεγαν ότι θα 'παιρνε την μπύρα του εάν κατάφερνε να τραβήξει το μακρύ σπίρτο από τα δύο που έκρυβαν στο χέρι τους. Κι έσκαγαν στα γέλια όταν εκείνος έβγαζε πάντα το κοντό. Ποτέ, μα ποτέ, είμαι σίγουρος, δεν «κέρδισε» τη μπύρα μ’ αυτό τον τρόπο.
Εκείνη περίπου την εποχή δημοσιεύτηκαν σε περιοδικά τα πρώτα διηγήματά μου και, σε λίγο, εκδόθηκε ο πρώτος μου τόμος ιστοριών, που και σήμερα μου φαίνεται ό,τι καλύτερο έχω φτιάξει στη ζωή μου. Τότε λοιπόν, η κάθε γραμμή που έγραφα με έκανε ευτυχισμένο, ένιωθα να ανταγωνίζομαι όχι τους λογοτέχνες της δικιάς μου γενιάς αλλά τους μεγάλους συγγραφείς του κόσμου. Εισήλθα σιγά-σιγά στη συνείδηση του κοινού και των συναδέλφων λογοτεχνών, έχω γνωρίσει επαίνους και σφοδρές απορρίψεις σε ίσες αναλογίες. Έκανα τον πρώτο μου γάμο και, επιτέλους, ένιωσα πως ζούσα. Αυτό, άλλωστε, στάθηκε μοιραίο για μένα, γιατί το γράψιμο συνήθως δεν συμβιβάζεται με την ευμάρεια και την ευτυχία. Βεβαίως, είχα παντελώς ξεχάσει τον αλλοτινό μου φίλο, όταν σε ανύποπτο χρονο τον ξανασυνάντησα στο πιο απίθανο, προκειμένου γι' αυτόν, μέρος: ένα κεντρικό εστιατόριο, με χαμηλό, σχεδόν απόκοσμο φωτισμό, από πολυελαίους διακοσμημένους με μικρά κρυστάλλινα πρίσματα στα χρώματα του ουράνιου τόξου. Κουβεντιάζαμε ήσυχα με τη γυναίκα μου, χαζεύοντας πότε-πότε την αίθουσα. Ξαφνικά, την προσοχή μου τράβηξε μια παρέα από αβανταδόρους που καθόντουσαν σ' ένα τραπέζι επιδεικτικά γεμάτο εδέσματα. Εν μέσω αυτών και στο επίκεντρο της προσοχής τους βρισκόταν εκείνος, με το μακρύ, ισχνό πρόσωπό του, παρδαλά ντυμένος, αλλά με το ίδιο αλήτικο ύφος, και τα μάτια βαθουλωμένα και σβηστά. Στρογγυλοκαθισμένος στην καρέκλα του, παρακολουθούσε με ύφος βαριεστημένο το άξεστο κέφι και την ακατάσχετη πάρλα των άλλων. Ανέκαθεν με απωθούσαν τα γυαλιστερά μούτρα και η άσεμνη, πεθαμενατζίδικη περιβολή με την οποία τέτοιου είδους υποκείμενα προσπαθούν να μπουν στο μάτι των συνανθρώπων. Αλλά, εννοείται, με ξένιζε κυρίως η αναπάντεχη βελτίωση της οικονομικής κατάστασης του φίλου μου. Πλησίασα στο τραπέζι τους και του έτεινα το χέρι. Δεν ξέρω αν χάρηκε που με είδε, έμεινε ανέκφραστος, αλλά μας κάλεσε να έλθουμε στην παρέα τους και, καθώς κυλούσε η βραδιά και πέρναγε η ώρα, ανάμεσα στα πολλά κοινότοπα ως ηλίθια που λεγόντουσαν, άρχισαν να ακούγονται κάτι μισόλογα και αινιγματικές κουβέντες που οι συνδαιτήμονες πέταγαν ο ένας στον άλλον, πάνω από το παραφορτωμένο, μπαρόκ τραπέζι, και στις οποίες εγώ δεν ήξερα πώς να αντιδράσω. Για αρκετές εβδομάδες μετά, με κυρίευε η φρίκη στη σκέψη πως τότε είχα διακρίνει αμυδρά, υποσυνείδητα, μια προοπτική που άνοιγε προς έναν κόσμο διαφορετικόν από το, κατά βάθος αστικό –παρά την κάποια επίφαση Τέχνης που το χρωμάτιζε–, περιβάλλον στο οποία ζούσα. Επιπλέον, πολλές φορές, στο δρόμο ή και στο γραφείο μου, ένιωθα να με παρακολουθούν, να με εποπτεύει ένα απροσδιόριστο κλιμάκιο, που η λανθάνουσα παρουσία του έμοιαζε με καπνό του δειλινού. Σήμερα ξέρω με σιγουριά ότι πράγματι με υπέβαλλαν σε διεξοδικούς ελέγχους, επειδή είχα προταθεί για μύηση στην υπόχθόνια κoινωνία της ρουλέτας.

Aντρέα Μαντένια, «Ο Χριστός νεκρός», 1480 (Μιλάνο, Πινακοθήκη Μπρέρα)
Aντρέα Μαντένια, «Ο Χριστός νεκρός», 1480 (Μιλάνο, Πινακοθήκη Μπρέρα)

Είναι φορές που η ιδέα ότι, ίσως, δεν υπάρχει Θεός με γεμίζει ευτυχία. Εκείνο που πριν από μερικά χρόνια φάνταζε αιματηρός παράδεισος (και η τότε ζωή μου, σε πράσινη, συντομευμένη προοπτική, έμοιαζε στον Χριστό του Μαντένια), τώρα μου φαίνεται μια κόλαση που η λήθη έχει μεν εξευμενίσει, πλην όμως παραμένει εξίσου υπαρκτή, άρα φρικιαστική. Για να με ενθαρρύνουν στην παρθενική μου κάθοδο στα καταγώγια της ρουλέτας, μου έλεγαν ότι το δύσκολο είναι να αντέξεις το πρώτο παιχνίδι· κατόπιν τούτου, η «σωματική» πλευρά του θεάματος όχι μόνο δε σε απωθεί πια, αλλά της βρίσκεις κιόλας κάποια γοητεία, τη γνήσια, γλυκειά απόλαυση του παιχνιδιού. Σε όποιον εθιστεί σ’ αυτήν, μου ’λεγαν επίσης, γίνεται απαραίτητη σαν το κρασί και σαν τη γυναίκα. Το πρώτο βράδυ μου ’δεσαν τα μάτια και με περιέφεραν πρώτα με το αυτοκίνητο στους δρόμους της πόλης, μέχρι που δεν ήξερα πια ποιος ήμουν· πόσο μάλλον το πού βρισκόμουν. Κατόπιν με έσυραν από ατελείωτους, δαιδαλώδεις διαδρόμους, μετά κατέβηκα κάτι σκαλιά που έζεχναν βρεγμένη πέτρα και ψόφια γάτα. Από πάνω, κατά διαστήματα, ακούγονταν θόρυβοι από τραμ. Όταν μου έλυσαν τα μάτια, βρέθηκα σε ένα κελάρι αμυδρά φωτισμένο με κεριά, όπου, κάτω από τον τοξοειδή θόλο, υπήρχαν σαρδελοβάρελα αντί για τραπέζια και μικρότερα κιβώτια ή κούτσουρα από κομμένα δέντρα αντί για καρέκλες. Τα πάντα θυμίζαν ταβέρνα εξεζητημένα διακοσμημένη σε στυλ ρουστίκ. Την εντύπωση αυτήν ενίσχυαν και οι μπακιρένιες κανάτες και τα κύπελλα μπύρας απ' όπου έπιναν, κοιτώντας εμένα και κουβεντιάζοντας μεταξύ τους, κάπου δέκα με δεκαπέντε θαμώνες, καλοδιάθετοι και καλοντυμένοι. Το χωματένιο πάτωμα έβραζε από μεγάλες κατσαρίδες κουζίνας. Μερικές απ’ αυτές, μισολειωμένες από τις πατημασιές, κουνούσαν ακόμη κάποια πόδια και καμιά κεραία τους. Κάθισα στο τραπέζι όπου ήδη καθόταν ο κοκκινοτρίχης φίλος μου. Τα στοιχήματα είχαν ήδη γίνει και ήταν γραμμένα με κιμωλία σε έναν μικρό μαυροπίνακα· συμπέρανα λοιπόν πως αυτή τη φορά θα ήμουν απλά ένας θεατής. Τα ποσά ήταν μεγάλα, μεγαλύτερα από ό,τι είχα δει ποτέ να στοιχηματίζουν σε τυχερά παιχνίδια. Κάποτε άρχισε να πέφτει το κέφι των μετόχων –έτσι λέγονταν, όπως έμαθα αργότερα, όσοι στοιχημάτιζαν στο παιχνίδι– και το πιοτό ξεχάστηκε στα κύπελλα και στις κανάτες, γεμίζοντας σιγά-σιγά την ατμόσφαιρα με τη ξινή μυρωδιά του οινοπνεύματος και της ξεθυμασμένης μπύρας. Τα βλέμματα τον συνδαιτημόνων έτρεχαν κάθε τόσο προς τη στενή είσοδο της αίθουσας. Μετά από λίγο η πόρτα άνοιξε και στο κελάρι μπήκε ένα υποκείμενο που έμοιαζε παρά πολύ στον παιδικό μου φίλο, την περίοδο της χειρότερης παρακμής του. Φορούσε ένα σακκάκι με ξυλωμένες τις τσέπες και, αντί για ζώνη, τα παντελόνια του ήταν δεμένα με σπάγκο. Για την όψη του, όση φαινόταν μέσα από τα ανάκατα μαλλιά του, δεν μπορούσε να πει κανείς τίποτα άλλο παρά ότι ήταν χαρακτηριστική φάτσα μέθυσου. Τον έσπρωχνε από πίσω ο πάτρονάς του –έτσι ονόμαζαν αυτόν που προσλάμβανε τους ρουλετίστες– με ύφος μπάρμαν, ο οποίος κουβαλούσε παραμάσχαλα ένα ξύλινο, μικρό κιβώτιο. Ο μπεκρούλιακας ανέβηκε σ' ένα τραπέζι στο οποίο δεν είχα δώσει σημασία μέχρι εκείνη τη στιγμή, και έμεινε εκεί καμπουριασμένος, πιθηκίζοντας τραγελαφικά τη στάση ενός ολυμπιονίκη. Οι μέτοχοι τον κοίταγαν κουρδισμένοι κι έδειχναν ο ένας στον άλλον καποια λεπτομέρεια της εμφάνισής του. Έναν απ’ αυτούς είδα να κάνει διακριτικά το σταυρό του. Ένας άλλος δάγκωνε μετά μανίας τις παρονυχίδες του. Άλλος πάλι κάτι φώναζε στον πάτρονα. Αλλά ο θόρυβος κόπασε σαν κομμένος με μαχαίρι όταν ο πάτρονας άνοιξε το κιβώτιο. Όλοι άπλωσαν τους λαιμούς τους, υπνωτισμένοι, προς το μικρό μαύρο αντικείμενο που έλαμπε εκεί μέσα, θαρρείς κεντημένο με διαμάντια. Ήταν ένα εξάσφαιρο περίστροφο, καλά γρασαρισμένο. Ο πάτρονας το παρουσίασε στο κοινό με αργές, σχεδόν τελετουργικές κινήσεις, όπως ένας μάγος του τσίρκου επιδεικνύει τις άδειες παλάμες του με τις οποίες πρόκειται να κάνει θαύματα. Έπειτα, με την παλάμη του, έδωσε μια κυκλική ώθηση στον κύλινδρο του όπλου, που άρχισε να περιστέφεται γύρω από τον άξονά του, βγάζοντας έναν οξύ, θαρρείς οδοντωτόν ήχο, σαν γέλιο νάνου. Άφησε το περίστροφο και, από ένα χάρτινο κουτάκι, έβγαλε ένα φυσίγγιο με χάλκινο κάλυκα που γυάλιζε, το οποίο ενεχείρισε στον πλησιέστερο μέτοχο. Εκείνος το ήλεγξε προσεκτικά από όλες όλες τις πλευρές, κούνησε σύντομα το κεφάλι του, σαν δυσαρεστημένος που δεν είχε βρει καμία παρατυπία, και το πέρασε στον διπλανό του. Το βλήμα έκανε το γύρο του δωματίου, αφήνοντας ίχνη γράσου σε όλα τα δάχτυλα. Το άγγιξα κι εγώ για λίγο. Περίμενα, δεν ξέρω γιατί, να είναι παγωμένο ή να καίει, αλλά ήταν χλιαρό. Το φυσίγγιο επέστρεψε στον πάτρονα ο οποίος, με επιδεικτικό ύφος, το εισήγαγε σε μία από τις έξι θαλάμες του κυλίνδρου. Με την παλάμη του έβαλε και πάλι σε κίνηση τό μεταλλικό εξάρτημα, το οποίο περιστράφηκε για μερικά δευτερόλεπτα με τον ίδιο οξύ ήχο τριγμού. Τελικά, με μια παράξενη υπόκλιση, έβαλε το στιλπνό όπλο στο χέρι του άνδρα που στεκόταν επάνω στο ξύλινο τραπέζι. Γύρω, η σιγή έσπαγε κόκκαλα: δεν ακουγόταν, το θυμάμαι μέχρι σήμερα, παρά το θρόισμα των γιγαντιαίων κατσαρίδων και ο λεπτός ήχος από τις κεραίες τους να τρίβονται η μία με την άλλη· τότε λοιπόν ο τύπος έφερε το περίστροφο στον κρόταφό του. Λόγω της φοβερής έντασης και του αδύναμου φωτός, τα μάτια μου άρχισαν να κουράζονται, με αποτέλεσμα, ξαφνικά, η σιλουέτα του ζητιάνου με το περίστροφο στον κρόταφο να αποσυντεθεί σε μερικές φωσφορίζουσες κίτρινες και πρασινωπές κηλίδες. Πίσω του, το αστάρι του λευκού τοίχου φάνηκε ανάγλυφο με μεγάλη ακρίβεια: έβλεπα κάθε ράγισμα και κάθε κουκίδα ασβέστη να προβάλλουν παχιά, όπως η επιδερμίδα στο πρόσωπο ενός γέρου, αφήνοντας μπλε σημάδια στον τοίχο. Αίφνης, στο κελάρι άρχισε να μυρίζει έντονα μόσχο και ιδρώτα. Ο άντρας, όρθιος στο τραπέζι, με τα μάτια σφιχτά και τα χείλη σουφρωμένα σαν να ένιωθε μια απαίσια γεύση στο στόμα, πίεσε βίαια τη σκανδάλη.

Έπειτα έσκασε ένα αφελές, σαστισμένο χαμόγελο. Το μικρό κλικ της σκανδάλης ήταν ο μόνος ήχος που είχε ακουστεί. Κατέβηκε από το τραπέζι και κάθισε, κατάκοπος, σε ένα κιβώτιο. Ο πάτρονας έτρεξε να τον αγκαλιάσει και σχεδόν τον έριξε χάμω. Αντίθετα, οι θεατές, στην αίθουσα, άρχισαν να ουρλιάζουν έξαλλοι και να βρίζουν χυδαία. Ο πάτρονας και ο ρουλετίστας του βγήκαν από τη στενή πόρτα, συνοδεμένοι από άγρια γιουχαΐσματα, σαν κι αυτά που μπορεί κανείς ν’ ακούσει μόνο σε αγώνες πυγμαχίας.

Εντελώς τυχαία, ο πρώτος ρουλετίστας που είδα στη ζωή μου την είχε γλιτώσει. Από τότε και για πολλά χρόνια, παραβρέθηκα σε εκατοντάδες ρουλέτες και συχνά ατένισα μίαν εικόνα που δεν περιγράφεται: τον ανθρώπινο εγκέφαλο, τη μόνη πραγματικά θεϊκή ουσία, τον αλχημικό χρυσό όπου τα πάντα υπάρχουν, σμπαραλισμένο στους τοίχους και στο πάτωμα, ανάμικτο με θρίμματα κρανίου. Φέρε στο νου σου τις ταυρομαχίες ή τους μονομάχους της αρχαιότητας και θα καταλάβεις πώς το παιχνίδι αυτό σύντομα με μπόλιασε και άλλαξε τη ζωή μου. Κατ’ αρχήν, η ρουλέτα έχει βασικά τη γεωμετρική απλότητα και τη δύναμη του ιστού της αράχνης: ένας ρουλετίστας, ένας πάτρονας, μερικοί μέτοχοι είναι, όλα κι όλα, τα πρόσωπα του δράματος. Δευτερεύοντες ρόλους, κομπάρσων, παίζουν ο εκάστοτε ιδιοκτήτης του κελαριού, ο αστυνομικός που περιπολεί την περιοχή, οι αχθοφόροι που προσλαμβάνονται για να ξεφορτωθούν τα πτώματα. Τα αναλόγως μικρά ποσά που επένδυε σ' αυτούς η ρουλέτα φάνταζαν από τη δική τους σκοπιά σωστές περιουσίες. O ρουλετίστας είναι, φυσικά, το αστέρι και ο λόγος ύπαρξης της ρουλέτας. Κατά κανόνα, οι ρουλετίστες επιλέγονταν από τις πολυπληθείς τάξεις των απόκληρων που μονίμως αναζητούσαν ένα κομμάτι ψωμί, σαν τ’ αδέσποτα σκυλιά, των μέθυσων, των κατάδικων που μόλις είχαν εκτίσει την ποινή τους. Οποιοσδήποτε, αρκεί να ήταν ζωντανός και διατεθημένος να παίξει την ψυχή του κορώνα-γράμματα για πολλά, πολλά λεφτά (αλλά, υπό παρόμοιες συνθήκες, τι σήμαιναν πια τα λεφτά;) μπορούσε να γίνει ρουλετίστας. Ήταν επίσης προτιμότερο να μην έχει κανενός είδους κοινωνικούς δεσμούς: οικογένεια, εργασία, στενούς φίλους.

Κατά κανόνα, οι πιθανότητες να γλιτώσει ο παίκτης είναι πέντε στις έξι. Παίρνει συνήθως περίπου το 10% των εισπράξεων του πάτρονα. Ο τελευταίος πρέπει όμως να διαθέτει σεβαστά αποθέματα γιατί, αν ο ρουλετίστας του σκοτωθεί, οφείλει να πληρώσει τα στοιχήματα όλων των μετόχων που πόνταραν εναντίον του. Οι μέτοχοι, με τη σειρά τους, έχουν μία πιθανότητα στις έξι να κερδίσουν, πλην όμως, σε περίπτωση θανάτου τού ρουλετίστα, μπορούν να διεκδικήσουν το δεκαπλάσιο του στοιχήματος, ή ακόμη και το εικοσαπλάσιο, ανάλογα με την προσυνεννόηση του καθενός με τον κάθε πάτρονα. Αλλά ο ρουλετίστας δεν είχε τις πέντε στις έξι πιθανότητες να γλιτώσει παρά μόνο στο πρώτο παιχνίδι. Στατιστικά, αν έφερνε ακόμη μια φορά το πιστόλι στον κρόταφό του, οι πιθανότητές μειώνονταν. Στην έκτη δοκιμή ήταν μηδενικές. Βασικά, μέχρι που ο παλιός μου φίλος εισήλθε στον κύκλο της ρουλέτας και έγινε ο Ρουλετίστας με Ρω κεφαλαίο, δεν είχαν καταγραφεί περιπτώσεις που επιβίωσαν, ούτε καν μετά από τέσσερα παιχνίδια. Οι περισσότεροι ρουλετίστες ήταν, βεβαίως, περιστασιακοί, και επ’ ουδενί λόγω δεν επρόκειτο να επαναλάβουν την τρομερή αυτή εμπειρία. Μόνο μερικούς τους δελέαζε η προοπτική του μεγάλου κέρδους· συνήθως το έκαναν για να μπορέσουν κατόπιν να προσλάβουν οι ίδιοι κανέναν ρουλετίστα και να γίνουν πάτρονες, κάτι που γινόταν εφικτό ακόμη και μετά το δεύτερο παιχνίδι.

Ακριβώς το χειμώνα εκείνης της χρονιάς ανακοίνωσε μέσω του αλάνθαστου, ασφαλούς και ταχέως συστήματος πληροφόρησης της κοινωνίας της ρουλέτας ότι θα οργάνωνε μια ειδική εμφάνιση, τη βραδιά των Χριστουγέννων, όπου το περίστροφο θα είχε στον κύλινδρό του δύο σφαίρες αντί για μία.

Δεν έχει νόημα να συνεχίσω εδώ την περιγραφή του παιχνιδιού. Ήταν ανόητο και ελκυστικό όπως κάθε τυχερό παιχνίδι, αλλά, η αλήθεια να λέγεται, είχε την αίγλη του αίματος που κολακεύει την ποταπότητά μας. Επιστρέφω σ' αυτόν που κατάργησε το παιχνίδι, παίζοντάς το στην εντέλεια. Λέει ο θρύλος (που ακουγόταν τότε σε όλες τις ταβέρνες της πόλης), πως δεν τον είχε «ψωνίσει» κανένας πάτρονας, αλλά έμαθε ο ίδιος για την ύπαρξη της ρουλέτας και πήγε μόνος του να πουληθεί. Υποθέτω πως ο πάτρονας που τον προσέλαβε χάρηκε πολύ να βρει τόσο εύκολα έναν ρουλετίστα, διότι συνήθως κάτι τέτοιο απαιτούσε μακροχρόνιες και βαρετές διαπραγματεύσεις, ενοχλητικά παζαρέματα με εκείνους που έβγαζαν την ψυχή τους στο σφυρί. Στην αρχή ο κάθε αλήτης ζητούσε τον ουρανό με τ’ άστρα, και ήθελε μεγάλη δεξιότητα για να τον πείσεις ότι η ζωή και το αίμα του δεν άξιζαν ολάκερο το σύμπαν, αλλά μόνο έναν ορισμένο αριθμό χαρτονομισμάτων, συνάρτηση της ζήτησης στην αγορά. Ένας ρουλετίστας που δεν ήταν ανάγκη να του αποδείξεις πως, στην πραγματικότητα, ήταν ένα τίποτα και τον οποίο δεν έπρεπε να τον απειλήσεις με την αστυνομία ήταν ένα αναπάντεχο τυχερό, ειδικά όταν δεχόταν με την πρώτη και ασυζητητί, το ποσό που, με μισή φωνή και ρίχνοντας πλάγιες ματιές, του πρότεινε ο πάτρονας. Για τα πρώτα παιχνίδια στα οποία συμμετείχε ο φίλος μου δεν μπόρεσα να μάθω πολλά πράγματα. Την πρώτη και τη δεύτερη φορά που βγήκε σώος και αβλαβής, ίσως και την τρίτη, φαντάζομαι πως μόλις που τον πρόσεξαν οι μέτοχοι. Το πολύ-πολύ, θεωρήθηκε ένας τυχερός ρουλετίστας. Αλλά μετά την τέταρτη και την πέμπτη ρουλέτα ήδη είχε γίνει σπουδαία φυσιογνωμία του παιχνιδιού, βασικά ένας πραγματικός μύθος που θα μεγάλωνε αφάνταστα τα επόμενα χρόνια. Σε μία διετία, δηλαδή μέχρι τη συνάντησή μας στο εστιατόριο, ο Ρουλετίστας είχε σημαδέψει οκτώ φορές τον κρόταφό του, στα διάφορα άντρα που σχηματίζουν έναν βρώμικο λαβύρινθο κάτω από τα θεμέλια της πόλης μας. Κάθε φορά, μου διηγήθηκαν (και αργότερα μπόρεσα να το διαπιστώσω ιδίοις όμμασι), η βασανισμένη όψη του, σχεδόν χωρίς το μέτωπο, είχε μίαν έκφραση αφόρητου, ζωώδους φόβου, που ήταν αδύνατο να αντέξει κανείς ακόμη και τη θέα της. Φαίνεται πως ήταν αυτός ακριβώς ο φόβος που εξημέρωνε πάντα τη μοίρα του και τον βοηθούσε να γλυτώσει. Η συναισθηματική του ένταση έφτανε στο ζενίθ τη στιγμή που τραβούσε σπασμωδικά τη σκανδάλη, με τα μάτια κλειστά και μια γκριμάτσα ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του. Ακουγόταν το μικρό κλικ και, μετά, το σώμα του σωριαζόταν απαλά στο πάτωμα, λυπόθυμο αλλά αλώβητο. Για λίγες μέρες δεν σηκωνόταν από το κρεβάτι, τελείως εξαντλημένος, αλλά σύντομα συνερχόταν και συνέχιζε τη ζωή του, μεταξύ καμπαρέ και πορνείων. Όσο και να προσπαθούσε, αφού η φαντασία του ήταν περιορισμένη, δεν κατάφερνε να ξοδέψει όσα κέρδιζε, και έτσι γινόταν όλο και πλουσιότερος. Προ πολλού δεν είχε πια ανάγκη να κηδεμονεύεται από κάποιον πάτρονα, και έτσι έγινε κηδεμόνας του εαυτού του.
Γιατί όμως εξακολουθούσε να ρισκάρει τη ζωή του στη ρουλέτα; Μυστήριο. Η μόνη εξήγηση που χωρούσε εδώ, αλλά ένας Θεός ξέρει κατά πόσον αλήθευε, δεν μπορούσε να είναι παρά ότι το έκανε για κάποιου είδους δόξας, όπως ένας αθλητής προσπαθεί σε κάθε αγώνα να ξεπεράσει τις προηγούμενες επιδόσεις του. Αν έτσι είχαν τα πράγματα, αυτό σήμαινε κάτι εντελώς πρωτοφανές, αφού η ρουλέτα πάντα παιζόταν για τα χρήματα. Σε ποιανού το μυαλό θα γεννιόταν η ιδέα να γίνει ένα είδος παγκόσμιου πρωταθλητή επιβίωσης; Το γεγονός είναι ότι ο ρουλετίστας, για την ώρα, κατάφερνε να διατηρήσει τον τρελό αυτόν ρυθμό του δικού του αγώνα δρόμου, με έναν και μόνον ανταγωνιστή: το θάνατο. Και ακριβώς όταν η παράνομη αυτή κούρσα πλησίαζε, θαρρείς, το αδιέξοδο της μονοτονίας (όσοι έρχονταν να παρακολουθήσουν τις ρουλέτες του φίλου μου το έκαναν μόνο και μόνο για να τον δουν επιτέλους να τα τινάζει, όχι πια για στοιχήματα, επειδή είχαν την, όλο και πιο ριζωμένη αίσθηση πως έπαιζαν εναντίον του διαβόλου), ο Ρουλετίστας προέβη στην πρώτη προκλητική χειρονομία, η οποία ουσιαστικά κατήργησε τη ρουλέτα, αναιρώντας κάθε πιθανότητα ανταγωνισμού, εκτός της αναμέτρησής του με όλα όσα υπερβαίνουν την πενιχρή υπόστασή μας ως ανθρωπίνων όντων. Ακριβώς το χειμώνα εκείνης της χρονιάς ανακοίνωσε μέσω του αλάνθαστου, ασφαλούς και ταχέως συστήματος πληροφόρησης της κοινωνίας της ρουλέτας ότι θα οργάνωνε μια ειδική εμφάνιση, τη βραδιά των Χριστουγέννων, όπου το περίστροφο θα είχε στον κύλινδρό του δύο σφαίρες αντί για μία.
Οι πιθανότητες επιβίωσης ήταν τώρα μόνο τρεις προς μία, χωρίς να υπολογίσουμε την προοδευτική μείωσή τους με την κάθε επανανάληψη του παιχνιδιού. Πολλοί γνώστες, ακόμη και μετά το θάνατο του Ρουλετίστα, θεωρούσαν πως εκείνη η χριστουγεννιάτικη ρουλέτα υπήρξε, βασικά, η αριστοτεχνική κίνησή του, και ότι οι υπόλοιπες, εν συνεχεία, αν και θεαματικότερες, δεν ήταν παρά μόνο τα επακόλουθά της.
Ήμουν κι εγώ παρών στη ρουλέτα των Χριστουγέννων. Η υπόγεια αίθουσα ανήκε σε ένα εργοστάσιο μπράντυ και διατηρούσε τη χημική μυρωδιά του κακού ποτού. Αν και μεγαλύτερη από κάθε άλλη που είχα δει μέχρι τότε, εκείνη τη βραδιά ήταν ασφικτικά γεμάτη. Όπου και να κοιτούσες, έβλεπες όλο γνώριμα πρόσωπα, αξιωματικούς και ζωγράφους, μερικούς παπάδες με γένια, βιομηχάνους και κοσμικές κυρίες, όλοι τους υπερερεθισμένοι από την απροσδόκητη καινοτομία στο παιχνίδι της ρουλέτας. Ο πίνακας στον οποίο δύο νέοι με πουκάμισα έγραφαν τα ποσά των στοιχημάτων, καταλάμβανε ολόκληρο τον τοίχο πίσω από το κιβώτιο όπου επρόκειτο να σταθεί ο Ρουλετίστας. Εκείνος εμφανίστηκε μετά από λίγη ώρα, μετά βίας ορατός μέσα από τον μπλε καπνό που γέμιζε το άντρο. Ανέβηκε επάνω στο κιβώτιο και μετά από όλο το τελετουργικό επιθεωρήσεως του όπλου και των φυσιγγίων, το οποίο κράτησε περισσότερο από κάθε άλλη φορά, επειδή κανείς δεν ήθελε να στερηθεί την σχεδόν ηδονική απόλαυση να χαϊδέψει την κάννη του περιστρόφου, πήρε το όπλο, έριξε τα δύο φυσίγγια, στην τύχη, μέσα στις θαλάμες του κυλίνδρου, το οποίο έβαλε σε κυκλική κίνηση με την παλάμη του. Το οξύ οδοντωτό γελάκι ήχησε και πάλι στην νεκρική σιγή της αίθουσας, αλλά, όπως πάντα, καμιά έκρηξη δεν την τάραξε και κανένα αιμάτινο λουλούδι δεν απλώθηκε στους ασβεστωμένους τοίχους. Ο Ρουλετίστας σωριάστηκε από το κιβώτιό του στις αγκαλιές των θεατών της πρώτης σειράς, γκρεμίζοντας τα αυτοσχέδια τραπεζάκια γεμάτα ποτήρια και σωρούς από νομίσματα. Έκλαψα τότε σαν μικρό παιδί, με δάκρυα συγκίνησης και απόγνωσης, γιατί είχα στοιχηματίσει ένα υπέρογκο για μένα ποσό και το έχασα, όπως έχασαν όλοι όσοι πείσμωναν περισσότερο όσο πιο προφανής φαινόταν η τερατώδης τύχη του Ρουλετίστα. Βγήκαμε, όπως πάντα, σε μικρές ομάδες από το υπόγειο άντρο και, παρ’οτι ήταν νύχτα, παρ’ όλη την ηρεμία της απόμακρης εκείνης συνοικίας, νιώθαμε καθ' οδόν να μας παρακολουθεί αδιάκοπα ένα απροσδιόριστο βλέμμα, θαρρείς διαλυμένο στην περιρρέουσα ατμόσφαιρα, στον εκθαμφωτικό φθορισμό του χιονιού που είχε στρωθεί παντού, στις διακοσμημένες με μικρά έλατα και ασημένια χάρτινα αστεράκια, βιτρίνες των καταστημάτων, στους αραιούς περαστικούς φορτωμένους με πακέτα και στα παιδιά με τα χοντρά παλτουδάκια τους και τα μάλλινα κασκόλ να τους σκεπάζουν τη μύτη και το στόμα. Κάποια γυναίκα με ροδοκόκκινα μάγουλα από το υγρό κρύο, ριγώντας μέσα στο γούνινο παλτό της, έσερνε το συνοδό ή το σύζυγό της μπροστά στις προθήκες με μπότες και εσάρπες που έριχναν στα πρόσωπά τους σκιές τυρκουάζ, μπλε και μωβ. Ο δρόμος για το σπίτι μου περνούσε έξω από έναν παιδότοπο, όπου ένα πλήθος από πιτσιρικάδες, πιπιλίζοντας γλειφιτζούρια συνωστίζονταν μπροστά στα περίπτερα όπου πουλούσαν λεμονάδα και παντεσπάνι. Ένας μπαμπάς, χοντρά ντυμένος, που τραβούσε πίσω του το έλκηθρο με το κοριτσάκι του, μου έκλεισε το μάτι. Ήταν ένας πάτρονας που τον είχα γνωρίσει σε κάποια άλλη ρουλέτα. Ξαφνικά ένιωσα απαίσια.

Ο ρουλετίστας

Φυσικά, κάθε τόσο ορκιζόμουν να ξεκόψω από το παιχνίδι. Αλλά εκείνη την εποχή εξέδιδα δύο-τρία βιβλία το χρόνο, είχα το είδος επιτυχίας που προμηνύει μια μεγάλη σιωπή κι έπειτα τη λήθη. Με κάθε καινούριο βιβλίο μου ορθοποδούσα οικονομικά από τη χασούρα στην τελευταία ρουλέτα και τρύπωνα ξανά στο υπέδαφος, εκεί όπου φαίνεται να μας τραβάει ενόσω ζούμε μια προαίσθηση της σάρκας και του σκελετού μας. Αυτό που με ξενίζει σήμερα είναι το «ιδεώδες», «τρυφερό» περιεχόμενο των εν λόγω βιβλίων, η εμετική αλά Ντ' Ανούντσιο[4] ωραιοπάθεια που καλλιεργούσα εκείνη την εποχή. Ευγενικές σκέψεις, πριγκιπικές χειρονομίες, μεταξωτές δαντέλες, αφρώδη ευφυολογήματα και ένας σοφός, παντογνώστης αφηγητής, που με την ανούσια ουσία των ιστοριών του έκανε χίλια λεπτεπίλεπτα τερτίπια. Με την επάνοδό μου στη συνωμοσία της ρουλέτας, ήταν αδύνατο να αποφύγω οι ειδήσεις για τους νέους κανόνες του παιχνιδιού που είχε επιβάλλει σιωπηρώς με τη συντριπτική προσωπικότητά του, ο Ρουλετίστας, να με χτυπάνε, σαν κύμα ολοένα και πιο καυτό. Αφού επανέλαβε για άλλες δύο φορές τη ρουλέτα με τις δύο σφαίρες, είχε γίνει τόσο πλούσιος και με τόση παρουσία σε δεκάδες βιομηχανίες της χώρας όπου είχε μετοχές, ώστε η ιδέα της ρουλέτας ως κοινής επιχείρησης, ως τρόπου βιοπορισμού ή και ως πηγής πλούτου να φαντάζει πια παράλογη. Έμοιαζε πια κακόγουστο να διοργανώσει κανείς ρουλέτες όπου ένας φτωχοδιάβολος, ένας αλήτης να σημαδεύει με το περίστροφο τον κρόταφό του. Πάτρονες και μέτοχοι δεν υπήρχαν πια και ο Ρουλετίστας είχε μείνει ο μόνος που κατά καιρούς συγκαλούσε ακόμη κανένα παιχνίδι. Αλλά όλα είχαν γίνει πια υπερθέαμα, όπου αντί για στοιχήματα έκοβαν εισιτήρια στην είσοδο, και που είχαν έναν και μόνον πρωταγωνιστή ο οποίος, δίκην μονομάχου στον στίβο, αναμετριόταν κατά διαστήματα με το πεπρωμένο. Οι αίθουσες που νοίκιαζαν επί τούτω ήταν όλο και πιο ευρύχωρες. Η παράδοση της ποντικότρυπας, της μυρωδιάς από αίμα και κόπρανα, του ημίφωτος αλά Ρέμπραντ είχε περιέλθει σε λήθη. Στα υπόγεια υπήρχαν τώρα βαριά μετάξια με ανταύγειες, κρυστάλλινες κούπες σε τραπέζια με τραπεζομάντηλα από ολλανδική δαντέλα, έπιπλα σκαλιστά με φυτικά μοτίβα και πολυελαίους με εκατοντάδες πρισματάκια από χαλαζία. Αντί για την αλλοτινή φτηνή μπύρα, τώρα σέρβιραν ακριβά ποτά σε φιάλες με περίεργα σχήματα. Γυναίκες με βραδινές τουαλέτες έφταναν συνοδευόμενες στα τραπέζια κι έριχναν περίεργες ματιές προς την εξέδρα, όπου για την ώρα έπαιζε μια ορχήστρα, με επίχρυσα χωνιά τρομπέτας, καμπυλωτούς λαιμούς σαξοφώνων και χαριτωμένες, αεικίνητες ράβδους από τρομπόνια να εξέχουν προς κάθε κατεύθυνση. Νομίζω πως έτσι έδειχνε και η αίθουσα όπου ο Ρουλετίστας έπαιξε για πρώτη φορά με τρεις σφαίρες στο περίστροφο. Τώρα είχε ακριβώς τις ίδιες πιθανότητες να επιβιώσει όσες και το παρανοϊκό αυτό παιχνίδι να είναι το τελευταίο του. Επειδή ο καινούριος διάκοσμος με την επιδεικτική χλιδή του δεν ήταν παρά η χρυσαλίδα που περιέβαλλε το φοβερό έντομο της ρουλέτας, και αυτό δεν μπορούσε παρά να αυξήσει ακόμη περισσότερο τον ερεθισμο του κοινού στην οσμή του θανάτου. Όλα εξακολουθούσαν να είναι αληθέστατα. Ναι μεν ο Ρουλετίστας έβαζε τώρα μπριγιαντίνη στα μαλλιά του και φορούσε σμόκιν και τα φαρδιά παντελόνια της μόδας, αλλά το περίστροφο ήταν πραγματικό και πραγματικές οι σφαίρες, ενώ η πιθανότητα του διακαώς ανεμενομένου «ατυχήματος», υψηλότερη από ποτέ. Το όπλο περάσε και πάλι απ' όλα τα χέρια, αφήνοντας στα δάχτυλα μια ελαφρά μυρωδιά γράσου. Στην αίθουσα, ούτε η πιο ευαίσθητη κυρία δεν έκρυβε τα μάτια της, και στη βιολετιά λάμψη τους διάβαζε κανείς την διεστραμμένη επιθυμία για θέαση αυτού που μερικές μόνον εξ ακοής γνώριζαν σχετικά με το παιχνίδι της ρουλέτας: να δουν, δηλαδή, το κρανίο να σκάει σαν τσόφλι αυγού και το, απροσδιορίστου φύσεως, εγκεφαλικό υγρό να πετιέται λεκιάζοντας τους ποδόγυρους των φορεμάτων τους. Άλλωστε πάντα με συνεκλόνιζε ο πόθος των γυναικών να αγγίξουν το θάνατο, η ακαταμάχητη γοητεία που ασκούν επάνω τους οι, σχεδόν μεταφυσικά μπαρουτοκαπνισμένοι άνδρες. Aπό κει πρέπει να πήγαζε η απίστευτη πέραση που είχε στις γυναίκες ο ηλίθιος και ζαρωμένος εκείνος χιμπατζής, που μερικές φορές έπαιζε τη ζωή του στα ζάρια. Πιστεύω πως ποτέ άλλοτε οι γυναίκες εκείνες δε θα έκαναν πιο άγριο σεξ παρά τότε που, έχοντας παραστεί στο θάνατό του, θα γυρνούσαν σπίτια τους με τους εκάστοτε εραστές και θα πέταγαν από πάνω τους τα ματωμένα ρούχα, σαν επίδεσμους που έσταζαν φαιά ουσία και οφθαλμικό υγρό.

Η ρουλέτα με τα τρία φυσίγγια στον κύκινδρο του περιστρόφου μπερδεύεται στο μυαλό μου με εκείνες που ακολούθησαν.

Αλλά ο Ρουλετίστας ανέβηκε επάνω στο επενδεδυμένο με κόκκινο μπροκάρ κιβώτιο, έβαλε το πιστόλι στον κρόταφο και, με την ίδιαν έκφραση παροξυστικού τρόμου ζωγραφισμένη στην όψη του, τράβηξε απότομα τη σκανδάλη. Για λίγα δευτερόλεπτα, τα πάντα έμειναν μετέωρα μέσα στη βαθιά σιγή, κι έπειτα ακούστηκε μονάχα ο γδούπος του σώματός του να πέφτει καταγής. Δυσκολεύομαι να ξεχάσω το βασανισμένο πρόσωπό του καθώς κείτονταν στο χαλί Μπουχάρας, πλάι στο κιβώτιο. Παλιά, οι ρουλετίστες που τη γλίτωναν εισέπρατταν γιουχαΐσματα, μερικές φορές και ξύλο από τους απελπισμένους μετόχους· τώρα ο φίλος μου καταχειροκροτήθηκε σαν αστέρας του σινεμά και το λιπόθυμο κορμί του έγινε αντικείμενο δέους και λατρείας. Νεαρά κορίτσια συνωστίζονταν γύρω του κλαίγοντας υστερικά, ενώ ανείπωτη ευτυχία τα πλημμύριζε όταν κατάφερναν έστω να τον ακουμπήσουν.

Η ρουλέτα με τα τρία φυσίγγια στον κύκινδρο του περιστρόφου μπερδεύεται στο μυαλό μου με εκείνες που ακολούθησαν. Λες και η διαβολική αλαζονεία του Ρουλεστίστα τον ωθούσε να προκαλεί όλο και πιο επικίνδυνα τις θεότητες της τύχης. Σύντομα, ανάγγειλε μια ρουλέτα με τέσσερις σφαίρες στις έξι θαλάμες του κυλίνδρου και έπειτα με πέντε. Μία και μόνο κενή θαλάμη από τις έξι, με πιθανότητα επιβίωσης μία προς έξι! Το παιχνίδι έπαυε να είναι παιχνίδι, και ακόμη και οι πιο επιπόλαιοι από τους παρισταμένους, που κάθονταν τώρα σε βελούδινες πολυθρόνες, ένιωσαν, όχι με το μυαλό ούτε με την καρδιά, αλλά με τα οστά, με τους χόνδρους και τα νεύρα τους, το θεολογικό μεγαλείο που είχε αποκτήσει η ρουλέτα. Αφού ο Ρουλετίστας γέμισε το όπλο και περιέστρεψε τον κύλινδρο, προκαλώντας και πάλι το διακεκομμένο μικρό γελάκι του μαύρου, καλά γρασαρισμένου μετάλλου, το γεμάτο φυσίγγια εξάρτημα σταμάτησε με τη μοναδική άδεια θαλάμη ευθυγραμμισμένη με την κάννη. Το κλικ του εκπυρσοκροτητή που χτύπησε κενό και ο θόρυβος του λιπόθυμου Ρουλετίστα να σωριάζεται στο πάτωμα ακούστηκαν μέσα σε ιερή σιωπή.

Όσο έγραφα αυτές εδώ τις αράδες, η κάμαρή μου, ο τάφος μου, ταξίδευε μέσα στη μαύρη ομίχλη με τόση ταχύτητα που ζαλίστηκα.

Κάθομαι μπροστά στο γραφείο μου κουκουλωμένος με μια κουβέρτα, κι όμως τουρτουρίζω από το κρύο. Όσο έγραφα αυτές εδώ τις αράδες, η κάμαρή μου, ο τάφος μου, ταξίδευε μέσα στη μαύρη ομίχλη με τόση ταχύτητα που ζαλίστηκα. Οληνύχτα στριφογύριζα στο κρεβάτι, ένα ανήμπορο τσουβάλι κόκκαλα μούσκεμα στον ιδρώτα. Έξω δεν υπάρχει πια τίποτα, ποτέ δεν υπήρξε. Ασχέτως πόσο θα προχωρήσει κανείς προς οποιανδήποτε κατεύθυνση, έως το άπειρο, το μόνο που θα συναντήσει είναι αυτή η μαύρη και παχιά ομίχλη, στέρεη σαν την πίσσα. Στον Ρουλετίστα ποντάρω, και αυτός θα ’πρεπε να γίνει το προζύμι γύρω από το οποίο, ίσως, να φουσκώσει και πάλι το αφράτο ψωμί του κόσμου. Διαφορετικά, το παν, αν υφίσταται κάποιο παν, θα έμενε επίπεδο σαν πίτα. Αλλά αν εκείνος υπήρξε, και όντως υπήρξε –ιδού το στοίχημα μου– τότε και ο κόσμος υπάρχει και εγώ δεν θα αναγκάστώ πια να κλείσω τα μάτια μου και, με το πετσί να κρέμεται στα κόκκαλά μου, με τη σάρκα απ' έξω ίδια γούνα αίματος, να βαδίζω και να βαδίζω έτσι, όσο κρατάει η αιωνιότητα. Απ' αυτήν εδώ την ιστορία θα φτιάξω ένα ενυδρείο, το πιο παρακατιανό ενυδρείο, γιατί ένα διακοσμητικό ποσώς με ενδιαφέρει, όπου κι αυτός κι εγώ, εγγυώμενοι ο καθένας την πραγματικότητα του άλλου, να προσπαθήσουμε να επιβιώσουμε σαν δύο ημιδιαφανή ψαράκια, με ορατή και την καρδιά, τους παλμούς της, σέρνοντας πίσω μας μια λεπτή ουρίτσα από περιττώμάτα. Με τρομοκρατεί η ιδέα πως το ενυδρείο μπορεί να μείνει τρύπιο. Για όνομα του Θεού ας κάνω μια προσπάθεια ακόμη, αν και δεν νιώθω πια τη σπονδυλική μου στήλη...

Για χρόνια, ο Ρουλετίστας κρατούσε σφιχτά τον άγγελο από τον χιτώνα του και αγωνιζόταν να τον ρίξει χάμω, τραβολογώντας τον δεξιά κι αριστερά. Έφτασε όμως κι η στιγμή που κατάφερε να τον αρπάξει από το σβέρκο και, βάζοντας όλη τη δύναμή του, τον κοίταξε ολόισια, βαθιά στα μάτια. Και ο Κύριος, κατά τα χαράματα, τον σακάτεψε και άλλαξε το όνομά του. Τη βραδιά της τελευταίας ρουλέτας, όλη ουσιαστικά η αφρόκρεμα της πόλης είχε συγκεντρωθεί στον πελώριο θάλαμο κατάψυξης, στο υπόγειο του Δημοτικού Σφαγείου. Η διακόσμηση της αίθουσας φάνταζε, ενδεχομένως, ολωσδιόλου παράξενη σε όσους είχαν συνηθίσει την επιδεικτική, νεοπλουτίστικη πολυτέλεια των προηγούμενων αιθουσών. Άραγε η διαίσθηση συγκεκριμένου ατόμου ή κάποιες μνήμες από το À rebours[5]  ήταν αυτές που οδήγησαν στο νοσταλγικό εκείνο υβρίδιο, το κάπως διαστροφικό αμάλγαμα από χυδαιότητα και εκλεπτισμό, με αντίκτυπο πολύ πιο χτυπητό απ' αυτό που είχε η, μέχρι πρότινος επικρατούσα χλιδή; Δεν το γνωρίζω. Πάντως, εξαιρουμένου του μεγέθους της αίθουσας, η πρώτη εντύπωση ήταν πως είχες να κάνεις με ένα από τα παλιά εκείνα καταγώγια των «προϊστορικών» χρόνων της ρουλέτας. Στους τοίχους έβλεπες άσεμνες ζωγραφιές και παρόμοιες φράσεις, χονδροειδώς σκαλισμένες ή γραμμένες με κάρβουνο, αλλά ένα μάτι στοιχειωδώς καλλιεργημένο δεν μπορούσε να μην παρατηρήσει ευθύς εξ αρχής την αισθητική αρτιότητα, την ενοποιό ευαισθησία και το εξασκημένο χέρι ενός μεγάλου καλλιτέχνη, που, για προφανείς λόγους, προτιμώ να μην αναφέρω εδώ το όνομά του. Τα τραπεζάκια ήταν αντιγραφές, σε πολύτιμο ξύλο και επίχρυσο γυψομάρμαρο, των σαρδελοβάρελων γύρω από τα οποία καθόντουσαν οι μέτοχοι παρωχημένων εποχών. Τα ποτήρια μπύρας, από ακριβό κρύσταλλο, πιθήκιζαν την άξεστη φόρμα και το φθηνό γυαλί των αλλοτινών σκευών, συμπεριλαμβανομένων της πρασινωπής απόχρωσης του υλικού αλλά και των, τεχνητών βεβαίως, ραγισμάτων. Μουντά φίλτρα σκορπούσαν ένα νοσηρό φως κέρινης λαμπάδας, αναμεμειγμένο με μια γαλαζωπή άχνα που θύμιζε τον καπνό από τα πούρα των παλαιών· τώρα όμως με άρωμα μόσχου που ξύπναγε λεπτά, νοσταλγικά συναισθήματα. Στην εξέδρα, που καταλάμβανε την μπροστινή πλευρά της αίθουσας, υπήρχε ένα αυθεντικό καφάσι πορτοκαλιών, που είχαν φέρει από το λιμάνι, με το λογότυπο κάποιας αραβικής εταιρίας. Στην αίθουσα, αναγνώριζες διάφορους μεγιστάνες του πετρελαίου με λευκές κελεμπίες, αστέρες του κινηματογράφου και τραγουδιστές της μόδας, βιομήχανους με κολλαριστά πλαστρόν και γαρύφαλλα στο πέτο· όλους ανεξαιρέτως τους είχε προσελκύσει το φανταστικό στοίχημα που θα παιζόταν εκείνη τη βραδιά. Ο καθένας είχε δεχτεί, στην είσοδο, να του δέσουν τα μάτια με ένα μεταξωτό μαντήλι, το οποίο θα αφαιρούσαν όταν θα έφταναν στην αίθουσα. Εγώ ο ίδιος είχα μετατραπεί (το λέω με τόση αποστροφή ώστε κανείς δεν μπορεί να μου προσάψει το παραμικρό ίχνος έπαρσης) σε ένα είδος βεντέτας, που τραβούσε τα βλέμματα και των πιο αδιάφορων, αλλά ακόμη κι εκείνων που βρίσκονταν αυτή τη φορά δίπλα μου. Ποτέ άλλοτε τα βιβλία μου δεν είχαν μεγαλύτερη δημοσιότητα, ποτέ δεν ήταν τόσο ογκώδη και τόσο δημοφιλή για τα γούστα τους. Ευγενικά, ναι, πρωτίστως ευγενικά. Μεγαλόκαρδα, ναι, πρωτίστως μεγαλόκαρδα. Έτσι αιτιολόγησε η κριτική επιτροπή το Εθνικό Βραβείο Γραμμάτων που μου απένειμε: «Για την ευγενική και μεγαλόκαρδη ανθρωπιά των έργων του, για τον αριστοτεχνικό χειρισμό μιας εκφραστικής γλώσσας».

Γιατί πριν από μερικές εβδομάδες ο Ρουλετίστας είχε αναγγείλει ότι, στην προσεχή ρουλέτα, θα γέμιζε το περίστροφο με έξι σφαίρες!

Όταν ο Ρουλετίστας εμφανίστηκε στην αίθουσα, με περιβολή που αποτελούσε εξεζητημένη απομίμηση των κουρελιών που φορούσε παλιά, και όταν ο αρχισερβιτόρος, παριστάνοντας τον πάτρονα, άνοιξε το κουτί που κρατούσε παραμέσχαλα και παρουσίασε στο κοινό ένα εξαίσιο Winchester (σήμερα σε ιδιωτική συλλογή) με λαβή από ελεφαντόδοντο και λαμπερή κάννη, μας κόπηκε η ανάσα. Δεν μπορούσαμε να πιστέψουμε ότι στ’ αλήθεια θα συνέβαινε αυτό που έμελλε να συμβεί. Γιατί πριν από μερικές εβδομάδες ο Ρουλετίστας είχε αναγγείλει ότι, στην προσεχή ρουλέτα, θα γέμιζε το περίστροφο με έξι σφαίρες! Μεταξύ της προόδου από τη μια σφαίρα στις πέντε, όσο απίθανη και να ήταν ακόμη κι εκείνη, και του παρόντος παραλόγου υπήρχε το χάσμα ανάμεσα στην μία πιθανότητα επιβίωσης και σε καμία. Το ελάχιστο ανθρώπινο στοιχείο, που διατηρούσε ακόμη ο Ρουλετίστας σε προηγούμενα παιχνίδια του, εξατμιζόταν τώρα στη φλόγα των εκατομμυρίων ηλίων της βεβαιότητας. Ο έλεγχος των φυσιγγίων και του περιστρόφου πήρε ολόκληρες ώρες. Όταν ξανάφτασαν σ’ αυτόν, ο Ρουλετίστας, ανεβασμένος στο κιβώτιό του, τα έπαιξε μια στιγμή στο χέρι σαν να ήταν ζάρια, κι έπειτα τα εισήγαγε ένα-ένα στις έξι θαλάμες του κυλίνδρου. Με μια βίαιη κίνηση της παλάμης τον έβαλε σε κίνηση. «Περιττό», θυμάμαι να ψιθύρισε κάποιος πλάι μου. Στην ανατριχιαστική σιωπή, ακούστηκε ολοκάθαρα το οδοντωτό γελάκι του κυλίνδρου που γυρνούσε γύρω από τον άξονά του. Τρέμοντας, παραμορφωμένο το πρόσωπό του, στα μάτια του με έναν φόβο που μόνο σε όσους χαροπαλεύουν μπορείς να δεις, έφερε το όπλο στον κρόταφό του. Ο κόσμος σηκώθηκε όρθιος από τις καρέκλες.

Τον παρακολουθούσα με τόσην ένταση που ένιωσα τις φλέβες των κροτάφων μου να πρήζονται. Είδα τον κόκορα του περιστρόφου να ανεβαίνει αργά, λες και ήταν δονούμενος. Και ξαφνικά, λες και εκείνη η δόνηση είχε διαδοθεί στον περιβάλλοντα χώρο, ένιωσα το έδαφος να φεύγει κάτω απ' τα πόδια μου. Είδα τον Ρουλετίστα να πέφτει από το κιβώτιο και το περίστροφο να εκπυρσοκροτεί με έναν θόρυβο συντέλειας του κόσμου. Αλλά η ατμόσφαιρα είχε ήδη γεμίσει από μίαν υπόκωφη βοή, διακεκομμένη από τις στριγγλιές των γυναικών και τον θόρυβο από τα γυαλικά που έπεφταν κι έσπαγαν. Πανικόβλητοι, με το άγχος του κλειστού χώρου, ορμήσαμε ποδοπατώντας ο ένας τον άλλον να βγούμε το συντομότερο δυνατό από το υπόγειο. Το ταρακούνημα κράτησε για αρκετά ακόμη λεπτά, μετατρέποντας ολόκληρα οικοδομικά τετράγωνα σε σωρούς από χαλάσματα και στραβά σίδερα. Δίπλα ακριβώς στην έξοδο του κτηρίου, ένα εκτροχιασμένο τράμ είχε καρφωθεί σε κάποιο κατάστημα επίπλων, κάνοντας θρύψαλα την τζαμαρία του. Μετά από μια ώρα, ο σεισμός επαναλήφθηκε, αλλά με μικρότερη ένταση από την πρώτη φορά. Ποιος θα τολμούσε να μπει στο σπίτι του εκείνη τη νύχτα; Περπατήσαμε στους δρόμους μέχρις ότου το πρωινό πούσι άσπρισε στον ορίζοντα και η σκόνη από τα γκρεμισμένα κτήρια κατακάθησε λίγο στο καλντερίμι. Μόλις τότε πέρασε από το νου μου η σκέψη ότι, κατά πάσα πιθανότητα, ο Ρουλετίστας είχε εγκαταλειφθεί εκεί, στην υπόγεια αίθουσα, και γύρισα να δω αν ζουσε. Τον βρήκα ξαπλωμένο στο πάτωμα, να τον φροντίζουν λίγα άτομα. Είχε εξαρθρώσει το ισχίο του ενός ποδιού του και βαριανάσαινε από τον πόνο. Δίπλα του υπήρχε ακόμη το περίστροφο που μύριζε μπαρούτι κι είχε μόνον πέντε σφαίρες στον κύλινδρο. Η έκτη είχε ανοίξει μια μαύρη τρύπα σε έναν από τους τοίχους, κοντά στο ταβάνι. Σταμάτησα στο δρόμο ένα αμάξι και πήγα τον παιδικό μου φίλο στο νοσοκομείο. Ανάρρωσε γρήγορα, αλλά σε όλη την υπόλοιπη ζωή του κούτσαινε. Εκείνο το βράδυ έθαψε τη ρουλέτα, κι αυτή έσβησε από τα μυαλά όλων, γιατί συνήθως ξεχνάμε όσα έχουμε φέρει στην τελειότητα. Οι νεότερες, μεταπολεμικές γενιές, δεν κατάφεραν να εξιχνιάσουν τούτα τα μυστήρια. Μόνον εγώ καταθέτω τη μαρτυρία μου – αλλά για σένα, Ούτι, για σένα, Μηδέν.

Από το βράδυ του σεισμού ο Ρουλετίστας χάθηκε στις κακόφημες γειτονιές του, αφήνοντας πίσω του μακρά λιτανεία από σκάνδαλα που μετά βίας κουκουλώθηκαν. Φαίνεται πως κι εκείνος ξέχασε για πάντα τη ρουλέτα.

Δεν είμαι πια ικανός να γράφω ούτε μία σελίδα την ημέρα. Πονάω αδιάκοπα στα πόδια και στους σπονδύλους. Με πονούν τα δάκτυλα, τα αυτιά, το δέρμα του προσώπου μου. Τι θα ακολουθήσει μετά το θάνατο; Θέλω να πιστεύω –ω, πόσο το θέλω!– ότι, από το σημείο εκείνο θα ανοίξει μια νέα ζωή, ότι επί του παρόντος είμαστε σαν τη νύμφη της πεταλούδας, σε αναμονή. Ότι ο εαυτός μας, εφόσον υπάρχει, πρέπει να βρήκε κάποιο μέσο για να διασφαλίσει την διαιώνισή του. Ότι θα μεταμορφωθώ σε κάτι άλλο, απείρως πιο περίπλοκο. Διαφορετικά, είναι παράλογο και δεν βλέπω να χωράει το παράλογο στο σχέδιο της Δημιουργίας. Οι μυριάδες γαλαξίες, τα ακατάληπτα πεδία, εν τέλει όλος αυτός ο κόσμος που περιβάλλει σαν αύρα το κρανίο μου θα ήταν αδύνατο να υπάρχει αν δεν υπήρχα εγώ για να να το γνωρίσω εξ ολοκλήρου, να το κατέχω, να είμαι ο ίδιος ο κόσμος. Χθες, αργά τη νύχτα, κουλουριασμένος κάτω απ' το πάπλωμα, είχα κάτι σαν οπτασία. Μόλις είχα γεννηθεί από έναν κόλπο μακρύ, απερίγραπτα άσεμνο, που έσταζε αίμα και που, βγαίνοντας από μέσα του, μου ’δωσε μια περίεργη, κυκλική ώθηση. Με άπειρη ταχύτητα, αφήνοντας πίσω μου ίχνη από δάκρυα, λέμφο και αίματα, τρυπάνιζα το σκοτάδι. Και ξαφνικά, στην άκρη της νύχτας, βρέθηκα μπροστά σε έναν γιγαντιαίο Θεό, όλο φως, τόσο μεγάλο που δεν τον χωρούσαν οι αισθήσεις ούτε ο λογισμός μου. Προχωρούσα ιλιγγιωδώς προς το θεόρατο στέρνο του και τα αυστηρά χαρακτηριστικά του προσώπου του έφευγαν προς τα πάνω και συρρικνώνονταν στην περιφέρεια του οπτικού μου πεδίου. Σύντομα δεν έβλεπα πια παρά τη μεγάλη κίτρινη λάμψη του στήθους του, το οποίο και τρύπησα σβουριστά και, μετά από μιαν ατελείωτη πλεύση μέσα στην πύρινη σάρκα, βγήκα έξω, από την πλάτη του. Κοιτάζοντας πίσω, καθώς απομακρυνόμουν, είδα τον κολοσσιαίο Ιεχωβά να πέφτει μπρούμητα προς τα αριστερά. Σταδιακά μίκρυνε και χάθηκε και ήμουν ξανά μόνος μέσα στην απέραντη νύχτα. Μετά από ένα χρονικό διάστημα που δεν ήταν δυνατόν να εκτιμηθεί (αλλά που θα το έλεγα αιωνιότητα), στην άκρη της ματιάς μου υψώθηκε ένας άλλος, τεράστιος Θεός, πανομοιότυπος με τον πρώτο. Τον διαπέρασα κι αυτόν και εκτοξεύτηκα προς τα εμπρός, στο κενό. Έπειτα από άλλη μίαν αιωνιότητα, εμφανίστηκε ένας ακόμη. Η φάλαγγα των Θεών πίσω μου ολοένα μεγάλωνε. Ήταν εκατοντάδες κι ύστερα χιλιάδες, πεσμένοι μπρούμητα, πότε προς τα δεξιά, πότε προς τα αριστερά, σαν τα δόντια ενός γιγαντιαίου φερμουάρ από φλόγες. Και ανοίγοντας το φερμουάρ καθώς πετούσα, αποκάλυψα το στήθος του αληθινού Θεού, σε ένα ρακουρσί μεγαλειώδες όσο τίποτα άλλο στον κόσμο. Περιστρεφόμενος, απανθρακωμένος από το φως του, ανέβηκα τόσο ψηλά που αξιώθηκα να τον δω ολόκληρο. Ω, τι ωραίος που ήταν! Στο τριχωτό, σαν ταύρου, στέρνο του είχε γυναικείους μαστούς. Η όψη του ήταν νεανική, στεφανωμένη από τη φλόγα της κόμης του, η οποία ήταν πλεγμένη σε χιλιάδες πλοκάμους· με φαρδιά λεκάνη και, στη μέση, το σθεναρό ανδρικό μόριο. Ολόκληρος, απ' την κορφή ως τα νύχια, ήταν σκέτο φως. Είχε τα μάτια του μισάνοιχτα, με ένα εκστατικό μειδίαμα και, στο ύψος της καρδιάς, κάτω από την αριστερή θηλή, μια φοβερή πληγή. Ανάμεσα στα δάκτυλα του δεξιού χεριού του, σε χαριτωμένη στάση, κρατούσε ένα κόκκινο ρόδο. Έτσι λοιπόν έπλεε, μέσα στον χώρο που πάσχιζε να τον χωρέσει, αλλά που εκείνος, θαρρείς, τον απορροφούσε και τον περιλάμβανε μέσα του... Ξύπνησα ανάμεσα στα κρύα έπιπλα της κάμαράς μου, σκούζοντας χωρίς δάκρυα, γεροντίστικα. Θέλησα να πετάξω στα σκουπίδια όλο αυτό το μάτσο τα χαρτιά που έχουν μαζευτεί εδώ, χωρίς νόημα. Αλλά τι μπορεί να κάνει κάποιος που όλη τη ζωή του έγραφε λογοτεχνία; Πώς θα μπορούσε να αποδράσει από τα στεγανά τού ύφους; Πώς, με ποια μέσα, είναι δυνατόν να καταγράψει κανείς μια μαρτυρία άδολη και άμοιρη καλλιτεχνικών συμβάσεων και καταναγκασμών; Ας συγκεντρωθώ και ας βρω το θάρρος να το παραδεχτώ: δεν υπάρχει τρόπος. Το γνώριζα αυτό εξ αρχής, αλλά με πονηριά στριμωγμένου αγριμιού έκρυψα το παιχνίδι, τη μίζα, το στοίχημά μου από τα μάτια σου. Διότι, στο τέλος-τέλος, πόνταρα και πάλι στη φιλολογία. Χρησιμοποίησα στον μαζοχιστικό, αλά Πασκαλ, συλλογισμό μου,[6] ακριβώς εκείνο που φαινόταν να μου εναντιώνεται. Ιδού το σκεπτικό μου, το μόνο που με κάνει να φέρω σε πέρας (μόνο εγώ ξέρω με τι κόπο!) την ανά χείρας «ιστορία»: έχω συναντήσει τον Ρουλετίστα. Είναι κάτι για το οποίο δεν μπορώ να αμφιβάλλω: παρ' ότι ήταν αδύνατο να υπάρξει, εντούτοις υπήρξε. Σ’ αυτόν εδώ τον κόσμο υφίσταται λοιπόν μια περιοχή όπου το αδύνατον γίνεται δυνατόν, συγκεκριμένα στο χώρο της μυθοπλασίας, δηλαδή της λογοτενίας. Εκεί οι νόμοι της στατιστικής παραβιάζονται, εκεί μπορεί να εμφανιστεί ένα ανθρώπινο ον ισχυρότερο από το τυχαίο. Ένας Ρουλετίστας δεν ήταν δυνατό να ζούσε στον κόσμο, που θα πει ότι ο κόσμος στον οποίον όντως έζησε είναι επινενοημένος, είναι λογοτεχνία. Επί του προκειμένου, και πάλι δεν έχω καμίαν αμφιβολία: ο Ρουλετίστας είναι φανταστικός χαρακτήρας. Τοτε όμως κι εγώ είμαι φανταστικός χαρακτήρας, κάτι που με κάνει πανευτυχή. Γιατί οι χαρακτήρες ποτέ δεν πεθαίνουν, ζουν όσο ο κόσμος τους καθίσταται και παραμένει «αναγνώσιμος». Αν μεν ο ποιμένας που απεικονίζεται στην ελληνική υδρία δεν πρόκειται να φιλήσει ποτέ την καλή του, ξέρει τουλάχιστον ότι θα την βλέπει αιώνια. Ιδού το στοίχημα, ιδού και η ελπίδα μου. Και έχω επίσης ένα ισχυρό επιχείρημα, τον Ρουλετίστα, υπέρ του ότι ανήκω σε μίαν αφήγηση, με την ιδιότητα του χαρακτήρα, και ότι, παρ’ όλο που είμαι ογδόντα ετών, δεν θα πεθάνω ποτέ γιατί, κατά βάθος, ποτέ δεν έχω ζήσει. Μπορεί να μη βιώνω σε κάποιο αξιόλογο αφήγημα, μπορεί να είμαι ένας απλός κομπάρσος, αλλά για κάποιον που έχει φθάσει στο τέρμα του βίου του, οποιαδήποτε εναλλακτική προοπτική είναι προτιμότερη απέναντι στον οριστικό αφανισμό.

Όσον αφορά τις φανταστικές πιθανότητες του Ρουλετίστα, έχουν γίνει εκατοντάδες υποθέσεις. Αυτό που μπορώ να κάνω είναι να προσθέσω μίαν ακόμη, αν όχι πιο αληθινή, τουλάχιστον πιο συνεκτική από τις περισσότερες υπόλοιπες. Γνωρίζοντας τον Ρουλετίστα από παιδί, ξέρω ότι, στην ουσία, αυτό που ανέκαθεν τον χαρακτήριζε δεν ήταν η τύχη, αλλ' απεναντίας, μια μεταφυσική ατυχία. Ουδέποτε είχε τη χαρά να κερδίσει έστω και το πιο παιδαριώδες παιχνίδι όπου το τυχαίο έπαιξε κάποιον ρόλο. Από το παιχνίδι με τις μπίλιες μέχρι τις ιπποδρομίες, από το πέταγμα του πέταλου στη βάση ενός πασάλου ως το πόκερ, λες και η μοίρα τον είχε κάνει παλιάτσο της, λες και μονίμως τον έβλεπε με ειρωνικό μάτι. Η ρουλέτα αποδείχθηκε η μεγάλη του ευκαιρία και είναι απορίας άξιον πώς αυτό το άτομο, με τόσο πρωτόγονη νοημοσύνη, φάνηκε αρκετά οξυδερκές ώστε να εντοπίσει το μοναδικό εκείνο σημείο όπου ήταν εφικτό να τρυπήσει, σαν σκορπιός, την ασπίδα του πεπρωμένου και να μεταβάλλει τον αιώνιο εμπαιγμό σε αιώνιο θρίαμβο. Με ποιον άραγε τρόπο; Τώρα το βλέπω απλό, στοιχειώδες και συγχρόνως λαμπρό: ο Ρουλετίστας στοιχημάτιζε ενάντια στον εαυτό του. Καθώς έφερνε το όπλο στον κρόταφό, ο ίδιος διχαζόταν. Η βούληση στρεφόταν εναντίον του και τον καταδίκαζε σε θάνατο. Κάθε φορά ήταν βαθιά πεπεισμένος ότι θα πέθαινε. Εξού, νομίζω, και η έκφραση απέραντου τρόμου στο πρόσωπό του. Αλλά η καθολική του γκίνια άλλο δεν έκανε παρά να ματαιώνει μονίμως την πρόθεσή του να αυτοκτονήσει. Μπορεί αυτή η εξήγηση να μην είναι παρά μια ανοησία, αλλά, όπως έλεγα, δεν βλέπω άλλη που να στέκεται. Άλλωστε, τώρα πια, όλα αυτά δεν έχουν καμία σημασία.

Είμαι κατάκοπος. Κάνω την προσπάθεια της ζωής μου προκειμένου να γράψω μία ακόμη σελίδα. Θα είναι η τελευταία, αφού οι κύβοι ερίφθησαν και η κατασκευή του ενυδρείου έχει τελειώσει. Ας σφραγίσω και την τελευταία ρωγμή απ' όπου χάνεται το νερό – και τότε θα παραμείνω κι εγώ σιωπηλός και ακίνητος πλάι του. Μόνον οι ουρές και τα πέπλα των πτερυγίων μας θα κυματίζουν από καιρού εις καιρόν. Περιμένω εκείνη τη στιγμή με τόση αδημονία, που σχεδόν δεν μου μένει υπομονή για να ολοκληρώσω την ιστορία του Ρουλετίστα. Το τέλος του επήλθε σύντομα, μετά τη ρουλέτα των έξι φυσίγγίων, από την οποίαν είχε επιβιώσει τερατωδώς.

Λιγότερο από ένα χρόνο μετά, βγαίνοντας από το χαμαιτυπείο, χαράματα, με φως που άσπριζε σαν το γάλα, κι ενώ σερνόταν προς το σπίτι του σ' ένα κακόφημο δρομάκι, τον τράβηξαν ξαφνικά στο στενό διάδρομο της εισόδου κάποιου κτηρίου. Ένας έφηβος, ούτε δεκαεπτά χρονών, έβαλε ένα περίστροφο στον κρόταφό του και ζήτησε τα λεφτά του. Βρέθηκε λίγες ώρες αργότερα, νεκρός, και δίπλα του πεσμένο το περίστροφο από το οποίο ο νεαρός ούτε καν φρόντισε να σβήσει τα δακτυλικά του αποτυπώματα. Το πτώμα δεν έφερε ίχνη τραυματισμού και η ιατροδικαστική εξέταση διεπίστωσε θάνατο από καρδιακή προσβολή. Άλλωστε στο περίστροφο, με το οποίο δεν τον είχαν πυροβολήσει, δεν βρέθηκε ούτε ένα φυσίγγιο. Ο μικρός εντοπίστηκε την ίδια μέρα, κρυμμένος στο σπίτι φίλων του και τα πάντα ξεκαθαρίστηκαν. Πρόθεσή του ήταν απλά η ληστεία. Το όπλο ήταν άδειο και το χρησιμοποίησε μόνο για εκφοβισμό. Αλλά ο μέθυσος τον οποίον είχε απειλήσει τρομοκρατήθηκε τόσο πολύ που σωριάστηκε στο έδαφος, και ο νεαρός τα χασε κι εκείνος, πέταξε το περίστροφο και το 'βαλε στα πόδια. Επειδή δεν είχε συγγενείς και κανείς δεν φαίνεται να τον γνώριζε (εγώ ο ίδιος κρύφτηκα για λίγες μέρες, έως ότου καταλάγιασαν τα πράγματα), ο Ρουλετίστας θάφτηκε βιαστικά, με ένα απλό, ξύλινο σταυρό στο μνήμα του.

Έτσι λοιπόν ολοκληρώνω και εγώ το σταυρό και το σάβανό μου από λέξεις, αναμένοντας εκεί να ξαναζωντανέψω σαν τον Λάζαρο, μόλις ακούσω τη δυνατή και καθαρή φωνή σου, αναγνώστη. Και, προκειμένου η ταφόπλακα να έχει κι έναν επιτάφιο και ο κύκλος να κλείσει όπως πρέπει, θα τελειώσω με τους στίχους του Έλιοτ, που τόσο πολύ αγάπησα:

Χάρισε, Κύριε, την παρηγοριά του Ισραήλ
Σ’ αυτόν που είναι ογδόντα χρόνων και αύριο πια δεν έχει.


ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ Βίκτωρα Ιβάνοβιτς ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: