Απάνθισμα από ανέκδοτο, ημιτελές • ΛΕΞΙΚΟ •

Βιβλίο με προέκταση για ανάρτηση από τη ζώνη (Γερμανία 1454)
Βιβλίο με προέκταση για ανάρτηση από τη ζώνη (Γερμανία 1454)


Εγκράτεια
 = η αρμονική σχέση με το κράτος.
Εθνεγερσία = η πρωινή αφύπνιση ομοεθνών υπηκόων.
Εθνικοποίηση = το έργο των εθνικών ποιητών μιας χώρας.
Εισορμώ = εισέρχομαι σε όρμο, 2 εισέρχομαι σε σώμα ερωτικού συντρόφου γεμάτος ορμές.
Έκδοτος = ο παραδομένος στις διαθέσεις των εκδοτών.
Εκλιπαρώ = αφαιρώ το λίπος , αποφεύγω τις λιπαρές ουσίες.
Εκλογικός = ο απαλλαγμένος από τη λογική του.
Εκποίηση = η εκτός της ποιητικής σφαίρας πραγματικότητα, 2 ποίηση ερασιτεχνών.
Εκτόνωση = η απάλειψη των τόνων από τις λέξεις, [ατονικό σύστημα].
Έκφυλος = ο αποβληθείς από τη φυλή του, ο εκτός φυλής.
Ενεδρεύω = βρίσκομαι εντός έδρας. 2 κατέχω έδρα.
Ενσωμάτωση = ερωτική ένωση των σωμάτων.
Εξακρίβωση = υπερβολική άνοδος των τιμών, μεγάλη ακρίβεια.
Εξοικειώνομαι = εγκαταλείπω το σπίτι μου και τους οικείους μου.
Εξοστρακίζω = καθαρίζω όστρακα.
Εξωτερικεύομαι = πηγαίνω στο εξωτερικό.
Έξυπνος = ο πάσχων από αυπνία.
Επαγγέλλομαι = ονειρεύομαι την Γη της Επαγγελίας.
Επαναπαύομαι = παύομαι ξανά από την θέση μου.
Επέτειος = εσφαλμένη γραφή του επαίτειος.
Επικοινωνία = επιθυμία για θεία Μετάληψη
Επίμονος = ο φανατικός της μοναξιάς.
Επιτελάρχης = ο αναφωνών «επιτέλους!»
Επιτελείο = ομάδα ατόμων που αναζητούν την τελειότητα,.
Επιστέγασμα = είδος  άσματος που τραγουδιέται πάνω σε στέγη
Εργοληψία = νοσηρή κατάσταση κατά την οποία ο πάσχων κυριεύεται από μανία για εργασία.
Εργοστασιάρχης = αυτός που ηγείται στάσεων εργασίας.
Ερωταπόκριση  = απάντηση σε ερωτική πρόταση.
Ετοιμοπαράδοτος = αντίθετο του πατροπαράδοτος, 2 έτοιμος να ενδώσει στο χρήμα, στον παρά.
Ετοιμοπαράδοτος = ο επιρρεπής στα έτοιμα.
Ευημερία = η ικανότητα του να ημερεύει κανείς εύκολα.
Ευθυμογράφημα = ακτινογραφία ατόμου εν ευθυμία διατελούντος.
Ευλάβεια = συχνότητα βλαβών.
Ευκρασία = ευχάριστη οινοποσία.
Ευνοώ = καταλαβαίνω, σκέφτομαι, στοχάζομαι, καλά.
Ευπάθεια = αφθονία παθών, 2 έντονη  επιθυμία για απολαύσεις.