Μαζί του επιστρέφοντας

Σημειώσεις του θέρους


Το ζήσαμε
σχεδόν δραματικά. Η πόλη μας άρχισε να εξαφανίζεται ως τέτοια, τη χάναμε από το βλέμμα μας, ξεθώριαζε ως σημείο της ιδιωτικής μας γεωγραφίας. Αλλά κι αυτή μας έχανε σιγά σιγά καθώς αθρόα μετοικούσαμε στις παρυφές της. Ζαλισμένη, με θολή μνήμη, αδυνατώντας να νοηματοδοτήσει τις νέες εμπειρίες, κινδύνευε να μετατραπεί σε άδειο κέλυφος, ντεκόρ για τους τουρίστες, γκέτο για τους εκτοπισμένους, τόπο εκδραμάτισης ενός μεγάλου θυμού.
Σ` αυτόν τον χωροχρόνο φτάνει το μετρό. Διεμβολίζει τις δαιδαλώδεις, δυσκίνητες, μέχρι τότε, διαδρομές μας, γίνεται καθημερινός προορισμός και γιατί όχι; Μικρό εύφορο ταξίδι. Ζωογόνος ανάσα στη δυσφορία της. Σε πολλούς από εμάς αλλάζει τη ζωή.
Μαζί του επιστρέφουμε στο κέντρο της, αποκτώντας παράλληλα βαθύτερη συνείδηση του τόπου όπου ζούμε, των μεταβάσεων που μας απομακρύνουν απ` αυτόν και μας επαναφέρουν, αντιστρέφοντας την κίνηση που ωθεί την πόλη έξω από την ίδια την πόλη.

Είμαι στο μετρό μετά από πολλούς μήνες αποχής. Τελείωσε η καραντίνα, ο ιός, παρά τις συνεχείς μεταλλάξεις του, εξασθενεί, επανέρχεται αργά η ζωή. Κάθομαι στο αναπαυτικό μοναχικό κάθισμα που μου προσφέρει τον χώρο να ξεφυλλίσω τις Κυριακάτικες εφημερίδες. Όλοι είμαστε με τις μάσκες μας, αλλά τα σώματα, είναι φανερό, έχουν αποβάλει μέρος του φόβου τους. Είναι πιο χαλαρά, αφημένα κάπως στο αναπάντεχο. Tο άρθρο ξεμυτίζει σαν μπουμπούκι στο κλαδί. Με αρπάζει ο τίτλος: «Το ξαναρχίνισμα της ζωής».
Όλα εκεί συγκλίνουν. Στο καινούργιο ξεκίνημα. Ένας χαιρετισμός στο άνοιγμα των κινηματογράφων: «Με όλες τούτες τις πλατφόρμες που έχουν ξεφυτρώσει», γράφει ο Σταύρος Ζουμπουλάκης, «οι αίθουσες, δηλαδή το να βλέπεις μια ταινία μαζί με άλλους ανθρώπους, κινδυνεύουν. […] Γιατί τι σημαίνει τελικά να βλέπεις μια ταινία;». [«Το ξαναρχίνισμα της ζωής», Η Καθημερινή, 6/6/21.]
Γυρίζω τις σελίδες τους με τη σιγουριά που μου δίνει η παλιά μας γνωριμία. Ξέρω ακριβώς τη θέση τους. Οι εφημερίδες ενθέτουν ξανά εκεί την ειδική στήλη. Μήνες, τώρα, το κενό, η απουσία της, σηματοδοτεί τον εγκλεισμό, την αναστολή των πρακτικών που συγκροτούν την καθημερινότητά μας, που φτιάχνουν την πόλη και διαρκώς τη μετασχηματίζουν, της δίνουν παλμό, την καθιστούν ολοζώντανη και ελκυστική. Με τα δάκτυλα ψηλαφώ: Κινηματογράφοι.

Επιστροφή στα κομβικά σημεία. Τα γράμματα λάμπουν πάνω στο χαρτί: Αθηναία, Άνεσις, Βοξ, Δεξαμενή. Καλοκαίρι στην πόλη: Θησείον, Λαΐς. Το μετρό συνεπικουρεί: Θα μας πάει στο κατώφλι τους ή σχεδόν στο κατώφλι τους και θα μας γυρίσει. Ριβιέρα, Εκράν, Ελληνίς.
Θυμάμαι την τελευταία ταινία της Ανιές Βαρντά: «Η Ανιές μιλά για την Βαρντά», κινηματογράφος Άστυ: Λίγο πριν από το κλείσιμο των πυλών, προτού η πόλη μας, με έναν τρόπο σφραγιστεί. «Αν ανοίγανε τους ανθρώπους θα έβρισκαν μέσα τους τοπία. […] Οι άνθρωποι είναι στην καρδιά του έργου μου».
Και λίγο νωρίτερα, η «Ευτυχία» της, στον κινηματογράφο Δαναό: «Φαντάστηκα ένα καλοκαιρινό ροδάκινο με τα τέλεια χρώματά του και μέσα του να υπάρχει ένα σκουλήκι».
Μετά έφθασε ο Covid - 19. Ένα σκουλήκι μακρόβιο που διεισδύει παντού. Οι αίθουσες υποχωρούν. Απαρηγόρητοι αναζητούμε την χαμένη πόλη. Αντιστεκόμαστε όσο μπορούμε σε κάθε είδους υποκατάστατο.

Και να που ο καιρός γυρνά. Οι κινηματογράφοι ανοίγουν και μας καλούν. Αθηναία. Η πόλη γιορτάζει δειλά. Με μάσκες ακόμα και αντισηπτικά. Ας περπατήσουμε λίγο. Ας σταθούμε μπροστά στις στολισμένες βιτρίνες, στα ανθοπωλεία που ξεχειλίζουν. Ας διασχίσουμε τα γεμάτα πεζοδρόμια, τις υπερπλήρεις πλατείες, ας ανακατευτούμε με τον κόσμο που τιτιβίζει αδιάκοπα και χειρονομεί με εξωστρέφεια μέσα στην υπερένταση της επανεκκίνησης. «Ζεστή βουή / θέρους που αργά μεγαλώνει…» το τραγούδι του Μανώλη Γαλιάτσου μαζί μας [ «Του θέρους μας του μυστικού», από τον δίσκο, Η θερμότητα των πραγμάτων», 2014, DMS+]. Οι δρόμοι ξαναβρίσκουν τις τελετουργίες τους, την αρχική τους κλίση. Αυτήν που ενθαρρύνει τις βόλτες, την περιδιάβαση, τις απρόσμενες συναντήσεις, τα ραντεβού.
Περιμένουμε στην ουρά. Αποστάσεις και κουβέντες, η αιφνίδια αίσθηση που μας τυλίγει, κάτι σαν συνενοχή, φτιάχνει την ραχοκοκαλιά, το δίχτυ που μας αγκαλιάζει συνεκτικά. Τυρόπιττες καυτές, παγωμένη μπύρα, όλα όπως παλιά. Σχεδόν. The father / Φλοριάν Ζελέρ. Η μνήμη, η ταυτότητα, το γήρας. Η Ολίβια Κόλμαν, ο Άντονι Χόπκινς, η σπαρακτική του χορογραφία.

Νυκτερινή πεζοπορία. Υπάρχει μια ομορφιά που μόνο τη νύχτα, στην πόλη, μπορείς να συναντήσεις. Κάποιες πόλεις σου επιβάλλουν έναν ιδιαίτερο τρόπο για να τις απολαύσεις. Κατευθυνόμαστε προς το Μοναστηράκι. Παρά την ώρα, κόσμος παντού, μικρές γιορτές όπου κι αν κοιτάξεις. Συνεχής κίνηση και διασταυρώσεις. Οι δρόμοι γεμάτοι με αυτοκίνητα που τρέχουν, με πεζούς που συνωστίζονται στα φανάρια. Κλάξον ακούγονται από μακριά. Μπαίνουμε στη ροή, κινούμαστε στον ρυθμό της. Τα λεωφορεία σταματούν να πάρουν τους βραδινούς επιβάτες. Καταδυόμαστε μέσα της, γινόμαστε ένα με το ρεύμα της κρατώντας την αναπνοή μας. Βαδίζουμε γρήγορα με τους ανθρώπους της δίπλα μας να μας αγγίζουν, νυκτοπορούμε, ζούμε την πόλη.

Στην πλατεία οι κάδοι ξεχειλίζουν, σύριγγες, σκουπίδια, βρώμικα νερά, μικροπωλητές, παιδιά μόνα ή σε μικρές παρέες επαιτούν, άστεγοι κουρνιασμένοι στον δικό τους μικρόκοσμο, απομονωμένοι παρά τις εκατοντάδες των επισκεπτών που τραγουδούν, χορεύουν, φωνάζουν, τρώνε. Είναι και η άλλη εικόνα εδώ, η «σπασμένη», την ενσωματώνεις, την κουβαλάς. Είναι η πόλη. « […] το «σπασμένο» χώνεται πιο βαθιά στην μνήμη απ` ό,τι το «πλήρες». Το «σπασμένο» έχει μια κάπως πιο τραχιά επιφάνεια απ` όπου η μνήμη μπορεί να πιαστεί. Στη λεία επιφάνεια του πλήρους η μνήμη γλιστράει», λέει ο Wim Wenders στον αρχιτέκτονα Xans Kollhoff, κατά τη διάρκεια μιας συζήτησής τους για την πόλη, τον Φεβρουάριο του 1988, ένα χρόνο μετά τα Φτερά του Έρωτα κι ένα χρόνο πριν από την πτώση του «Τείχους». Η συνάντησή τους, μια περιπλάνηση στον τόπο «Αρχιτεκτονική, πόλη, κινηματογράφος», θέτει πλαγίως και διαρκώς το ερώτημα: Πώς πρέπει να ζούμε;

Η τεράστια τοιχογραφία λίγο παρακάτω, στην οδό Μελανθίου, έργο των νεαρών καλλιτεχνών Σοφίας Σουβατζόγλου και Soteur [Do You Φιλ Me?, Aθήνα 202Ι], γαντζωμένη στην αδρή επιφάνεια, εκθέτει πανοραμικά το μωσαϊκό των προσώπων, το μωσαϊκό της πόλης. Είναι μια εικόνα διέγερσης, μια εικόνα που επιθυμείς να συνεχίσεις στο άπειρο, ένα εικαστικό ποίημα στον τοίχο, μέσα στη ρωγμή. «Η διέγερση δημιουργείται μόνο στις ρωγμές, εκεί που ξαφνικά, όλα πάνε στραβά. Έτσι και στις ταινίες». Συνεχίζει ο Wenders: «Φαντάσου ένα «συνεχίζεται» γραμμένο με γιγαντιαία γράμματα στον ουρανό, πάνω απ` την πόλη. […] Το Βερολίνο είναι μια πόλη που προκαλεί τη συνέχιση». [Wim Wenders, Hans Kollhoff, Μια συζήτηση για την πόλη, μτφρ. Μαρία Σόλμαν, επιμ: Αχιλλέας Κυριακίδης, Ανεπίκαιρες εκδόσεις, Αθήνα 1993.]
Φαντάζομαι ένα υπερμέγεθες «συνεχίζεται» στον ουρανό της Αθήνας.

H εκρηκτική ατμόσφαιρα της πλατείας είναι τώρα στην πλατφόρμα. Η ένταση έχει σώμα εδώ. Νέοι, σε γελαστές παρέες, περιβεβλημένοι με την πληρότητα του βιώματος, την ευτυχία τους, ακόμα, παρούσα, επιστρέφουν στις μακρινές τους πατρίδες. Το μεταμεσονύκτιο μετρό θα τους οδηγήσει με ασφάλεια στο αεροδρόμιο. Για λίγη ώρα θα ζουν στον παράδεισο μιας εκστατικής αμεριμνησίας. Οι εκδρομείς του Σαββατοκύριακου ανακατεύονται με τους γηγενείς ομηλίκους τους σε μια Βαβυλωνία προσώπων και γλωσσών. Do You Φιλ Me? Η τοιχογραφία της οδού Μελανθίου έχει εισέλθει πια στο βαγόνι μας.
Ανοίγω την εφημερίδα. «Το ξαναρχίνισμα της ζωής. […] τι σημαίνει τελικά να βλέπεις μια ταινία;» Ο Λυκ Νταρντέν θαυμάσια μας το εξηγεί: «Να βγεις από την κινηματογραφική αίθουσα καταλαγιασμένος, γιατρεμένος…καθαρό συναίσθημα ότι είσαι άνθρωπος ανάμεσα σε ανθρώπους».

Μαζί του επιστρέφοντας. Σταθερά σημεία, απροσδόκητες γεφυρώσεις και ανταλλαγές, συναντήσεις του καθημερινού. Συνοδοιπορίες και ακραγγίγματα. Αργότερα η ανάμνηση αυτών των στιγμών, ως στιγμών μιας ανατέλλουσας χαράς.


 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: