Μήπως είδατε τον σκύλο μου;

Μήπως είδατε τον σκύλο μου;


Ήμουν σίγουρος ότι είχα αργήσει να ξυπνήσω. Οι γυναίκες με τα άσπρα μαντίλια στο κεφάλι είχαν ήδη απομακρυνθεί από τον καταυλισμό. Ξεκινούσαν πολύ νωρίς το πρωί, προχωρούσαν με μικρά βήματα, κοντά η μία στην άλλη και χωρίς να κάνουν θόρυβο μάζευαν χόρτα, μανιτάρια, βελανίδια κι ό,τι άλλο μπορούσε να χορτάσει την πείνα τη δική μας και των ζώων. Όταν γύριζαν, αργά το απόγευμα, οι άλλες γυναίκες με τα καφέ μαντίλια στο κεφάλι, άδειαζαν τα σακιά και κοπανούσαν τη συγκομιδή στα γουδιά. Την έκαναν σκόνη και την ανακάτευαν πότε με λάδι, πότε με αλεύρι και αλάτι, με όσπρια, με ό,τι έβρισκαν στις πάνινες σακούλες που κουβαλούσαν κάθε εβδομάδα από την πολιτεία, οι άντρες με τα μαύρα κουστούμια.

Έπλαθαν μεγάλες πίτες για τα ζώα και μικρές πίτες για εμάς τους υπόλοιπους που τις έψηναν στις φωτιές που άναβαν στο κέντρο των πέτρινων κύκλων. Όλη την ημέρα δεν υπήρχε κάτι να φάμε· γι’ αυτό, τα βράδια, οι περισσότεροι μαζεύονταν γύρω από τις φωτιές τρίβοντας τα χέρια και καταπίνοντας αδιάκοπα.

Εγώ καμιά φορά, το μεσημέρι, έβραζα κάποιο χορτάρι απ΄ αυτά που κρέμονταν από την οροφή του μαγειρείου, για να ξεραθούν. Το μαύρο ζουμί με ζέσταινε και μου άφηνε μια γλυκιά γεύση σαν παλιά ανάμνηση. Έπρεπε βέβαια να μένω αδύνατος για να χωράω στα λαγούμια επικοινωνίας. Αυτή ήταν η δουλειά μου.

Σε όλο τον καταυλισμό υπήρχαν μόνο δύο μαύρα κουστούμια που έμεναν προσεκτικά κρεμασμένα και τυλιγμένα με παλιά σεντόνια στην ντουλάπα, μέχρι να έρθει η ώρα να φορεθούν. Οι δυο άντρες πλένονταν καλά, μάζευαν τα μαλλιά τους πίσω και φορούσαν τα κουστούμια. Κουμπώνονταν μέχρι επάνω και γύριζαν τα μανίκια. Τα έκαναν να μοιάζουν με τα ρούχα της πόλης. Το καλοκαίρι άπλωναν στο πρόσωπό τους μία άσπρη κρέμα που κολλούσε πάνω στο δέρμα κι έκρυβε το μαύρισμά τους και τους έκανε να μοιάζουν χλομοί κι ανέκφραστοι.

Πήγαιναν στις ανοιχτές αγορές της πόλης κι ανακατεύονταν με τα άλλα κουμπωμένα μέχρι πάνω κουστούμια. Δεν κοίταζαν τα άλλα χλομά κι ανέκφραστα πρόσωπα. Γύριζαν στους πάγκους και προσπαθούσαν να γεμίσουν τις πάνινες σακούλες που κουβαλούσαν μαζί τους. Στις κλειστές αγορές, που είχαν και τα περισσότερα πράγματα, δεν μπορούσαν να μπουν. Τους έλειπε η πράσινη κάρτα των Κυνηγών. Γύριζαν αργά το απόγευμα κουρασμένοι και αμίλητοι, αφαιρούσαν την κρέμα από τα πρόσωπά τους και ξάπλωναν. Η χλομάδα τούς ακολουθούσε για μερικές μέρες.

Όσο κρατούσε η χλομάδα, προσπαθούσα να ξεμοναχιάσω τον έναν από τους δύο, συνήθως τον πιο νέο. Τον ρωτούσα για τον σκύλο. Τον άσπρο, μεγαλόσωμο σκύλο, με τον καφέ λεκέ στην πλάτη και το κουτσό, αριστερό πόδι. Όταν με κάλεσαν να καταταγώ στην αγέλη των Νέων Κυνηγών, έφυγα. Με το κουστούμι, τον σάκο και τον σκύλο. Στα λαγούμια ο σκύλος και ο σάκος δεν τα κατάφεραν. Έμειναν πίσω.

Τα σπίτια του καταυλισμού είναι τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο σχηματίζοντας έναν μεγάλο κύκλο, όπως πολύ παλιά έστηναν οι ταξιδιώτες τις άμαξες για να αντιμετωπίσουν τις επιθέσεις των Ινδιάνων. Οι εξωτερικοί τοίχοι είναι καλυμμένοι με καθρέφτες. Μικρά κομμάτια με ακανόνιστα σχήματα που τα κολλούν το ένα δίπλα στο άλλο και σχηματίζουν μια λεία και γυαλιστερή επιφάνεια. Έτσι τα σπίτια συγκεντρώνουν πάνω τους τις λιγοστές ακτίνες που καταφέρνουν να διαπεράσουν τα πράσινα φυλλώματα, ζεσταίνονται και φωτίζονται επιτρέποντας σ’ εμάς και τα ζώα να συνεχίζουμε τη ζωή μας.

Στην αρχή με ενοχλούσαν οι καθρέφτες. Ακόμα αποφεύγω να κοιτάζομαι στους καθρέφτες. Δεν μ’ ενοχλεί να αντικρίζω το πρόσωπό μου, αλλά μου προκαλεί δυσφορία η αντανάκλαση των φύλλων και των κλαδιών που σχηματίζουν περίεργες πράσινες μορφές και σιλουέτες γύρω μου.

Μια φορά μας έσωσαν οι καθρέφτες. Κάποιος από τους φύλακες παρατήρησε τη μακρινή λάμψη των όπλων που όλο και πλησίαζε κι όταν η λάμψη αιχμαλωτίστηκε από τα μικρά κάτοπτρα, πολλαπλασιάστηκε και μας ξεκούφανε. Κρυφτήκαμε βαθιά στο δάσος και γλιτώσαμε. Δεν προλάβαμε να ελευθερώσουμε τα ζώα από τον κύκλο και τα περισσότερα κατέληξαν στα πιάτα και τα σαγόνια των Κυνηγών. Με το κεφάλι τους στόλισαν τις πόρτες των σπιτιών τους.

Από τότε απομακρύναμε τα ζώα που είχαν απομείνει και τα περιορίσαμε με ψηλό συρματόπλεγμα. Ακόμα και τα πουλιά κλείστηκαν σε μεγάλα κλουβιά, πολλά μαζί χωρίς να ξεχωρίσουμε τα είδη. Κι αφού έφαγαν ό,τι πράσινο βρισκόταν κοντά τους τώρα περιμένουν κι αυτά τις πίτες το βράδυ, τριγυρίζοντας και καταπίνοντας ασταμάτητα.
Υπάρχει κι ένας ακόμα καταυλισμός. Στη θάλασσα. Πάνω σε σχεδίες έχουν στήσει τα ξύλινα σπίτια τους. Έχουν δέσει τις σχεδίες σε κύκλο και έχουν κολλήσει κι αυτοί καθρέφτες στους εξωτερικούς τοίχους για να προκαλέσουν τις ακτίνες του ήλιου που δεν μπορούν να διαπεράσουν τα πυκνά, λιπαρά σύννεφα που σκεπάζουν τον ουρανό.
Κι εκεί γυναίκες με γαλάζια μαντίλια βγαίνουν πολύ νωρίς το πρωί στην ακρογιαλιά και μαζεύουν φύκια, ξεραμένα κόκκαλα ψαριών κι αρμυρίκια. Όταν η συγκομιδή είναι φτωχή, μαζεύουν ασπρισμένα από το κύμα ξύλα και τα τρίβουν στο γουδί. Φτιάχνουν τις δικές τους πίτες, μεγάλες για τα περιορισμένα από το συρματόπλεγμα ψάρια και μικρές για τους ίδιους. Δεν βάζουν όλη την ημέρα στο στόμα τους κάτι, εκτός από τα παιδιά που πιπιλάνε μικρά, άσπρα κοχύλια και μια γλύκα κάθεται στο βάθος του λαιμού τους.

Τον χειμώνα, που πολλές φορές ο αέρας απαγορεύει στις γυναίκες να βγουν στη στεριά, εκείνες βγάζουν τα μαντίλια και βουτούν μέχρι να φτάσουν στο βυθό κι εκεί ξύνουν από τα βράχια πράσινα βρύα και κατακίτρινους λειχήνες. Η τροφή αυτή κάνει το ασπράδι των ματιών τους να θολώσει και σε μερικούς τα μάτια μετακινούνται στο πλάι του κεφαλιού. Χάνουν τα βλέφαρα και βυθίζουν συνέχεια το κεφάλι στο θαλασσινό νερό. Τότε, όλους μαζί, τους κλείνουν σε μια καλύβα και περιμένουν. Τα λέπια. Μερικές φορές και τα βράγχια. Στο τέλος καταλήγουν στο συρματόπλεγμα με τα ψάρια.

Έχουν κι εκείνοι δυο μαύρα κουστούμια. Μόνο που τα δικά τους έχουν ποτίσει από την υγρασία του νερού και βγάζουν μια μυρωδιά ξένου τόπου. Αναγκάζονται, πριν τα φορέσουν, να τα βγάζουν στη στεριά, να τα κρεμούν στα κλαδιά των δέντρων, να παραχώνουν στις τσέπες τους ενθύμια από την πολιτεία, να τα αφήνουν όλο το βράδυ κρεμασμένα και να τα φορούν το πρωί οι δυο άντρες, με σαπουνισμένο το κορμί και μαζεμένα τα μαλλιά. Αυτοί δεν έχουν άσπρη κρέμα. Απλά περπατούν με σκυμμένο το κεφάλι.

Επικοινωνούμε με τον καταυλισμό της θάλασσας κάθε φορά που καταφέρνουμε να γεμίσουμε μια ή δυο σακούλες με κοπανισμένη σκόνη. Χώνομαι στα λαγούμια κάθε τόσο, σέρνοντας τις πάνινες σακούλες με τη σκόνη του δάσους και το κόκκινο λουρί του σκύλου. Αυτή είναι η δουλειά μου. Μικρόσωμος κι ευλύγιστος όπως είμαι, τα καταφέρνω να συρθώ μέχρι τη θάλασσα.

Κάποια λαγούμια υπήρχαν από παλιά. Κάποια υποχρεωθήκαμε να τα σκάψουμε εμείς. Μερικές φορές βρίσκω κλειστά τα ανοίγματα από πεσμένα χώματα και κλαδιά. Αναγκάζομαι τότε να γυρίσω πίσω σπρώχνοντας ή τραβώντας μέχρι να φτάσω στην είσοδο και να τα σπρώξω έξω. Αν τα εμπόδια βρεθούν σε λαγούμι που είναι κοντά στην επιφάνεια, ανοίγω μια τρύπα στην οροφή και τα πετάω έξω. Σημαδεύω το σημείο εκείνο και γυρίζω την επόμενη μέρα για να την κλείσω.
Στην ακρογιαλιά με περιμένει πάντα ο άντρας με τα άσπρα μαλλιά και το παντελόνι που κάποτε ήταν άσπρο. Δεν ξέρω πώς το καταλαβαίνει ότι έρχομαι αλλά είναι πάντα εκεί. Με τις δικές του πάνινες σακούλες γεμάτες με τη θαλασσινή τους σκόνη.
Σήμερα ο άνεμος που φυσούσε όλες τις άλλες μέρες, έχει πέσει. Βαδίζω στην παραλία. Ο άντρας πλησιάζει τις σχεδίες κι ύστερα ακούω το ακανόνιστο βήμα του πίσω μου.

Προχωράω μπροστά σέρνοντας το κόκκινο λουρί. Βλέπω τις αστραπές μακριά στον ορίζοντα. Σταματάω κι ανοίγω με το πόδι μου μια τρύπα στην άμμο. Γυρίζω προς τα πίσω το κεφάλι.

— Μήπως είδατε το σκύλο μου;

Μου κάνει νόημα να πλησιάσουμε στο νερό.

— Μου αρέσει να βρέχω τα πόδια μου, μού λέει.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: