Το συγγραφικό δίλημμα στην καταγραφή της τρέχουσας Ιστορίας

Το συγγραφικό δίλημμα στην καταγραφή της τρέχουσας Ιστορίας


Μαρία Δαλαμήτρου, Μνημοθόνη, εκδ. Παρέμβαση 2022

——————


Η περίπτωση της πανδημίας και η «Μνημοθόνη»

——————

Η Μνημοθόνη αποτελεί τη δεύτερη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Δαλαμήτρου μετά τη συλλογή Άνδρες παρά τέταρτο (εκδ. ΑΩ, 2011). Παράλληλα με το πεζογραφικό της έργο, η Μαρία Δαλαμήτρου έχει εκδώσει και δύο ποιητικές συλλογές, την Προτελευταία εποχή (εκδ. ΑΩ, 2010) και τα Αποθησαυρισμένα (εκδ. ΑΩ, 2021). Η Μνημοθόνη εντάσσεται στη νέα εκδοτική προσπάθεια της Παρέμβασης, του ιστορικού περιοδικού της Κοζάνης, που εδώ και σαράντα περίπου χρόνια υπηρετεί τα γράμματα και τον πολιτισμό της δυτικομακεδονικής –και όχι μόνο– ενδοχώρας.
Στη Μνημοθόνη περιλαμβάνονται έξι διηγήματα, τα περισσότερα σπονδυλωτά, γραμμένα όλα μέσα στην πανδημία του κορωνοϊού. Ο αναγνώστης μπορεί να τοποθετήσει τα κείμενα χρονικά και να καταλάβει το πλαίσιο συγγραφής τους, καθώς στο τέλος κάθε διηγήματος υπάρχει ένα σύντομο σημείωμα, που θυμίζει ιατρικό ανακοινωθέν, όπου περιγράφεται η εξέλιξη της πανδημίας. Ασφαλώς, πρόκειται για μια πρωτοφανή κατάσταση που βιώσαμε, με ισχυρό ιστορικό αποτύπωμα, στην οποία σίγουρα θα ανατρέξουν και από την οποία θα εμπνευστούν οι καλλιτέχνες και οι λογοτέχνες του μέλλοντος. Σε εκείνους, όμως, θα υπάρχει η χρονική απόσταση από τα γεγονότα, η οποία πάντα προσφέρει μια ευρύτερη και πιο ψύχραιμη ματιά.
Τι γίνεται, όμως, αν μια συγγραφέας, όπως η Δαλαμήτρου, καλείται να καταγράψει σύγχρονά της γεγονότα, τα οποία μάλιστα έχει η ίδια βιώσει, και όχι απλώς ακούσει ή διαβάσει; Σε αυτή την περίπτωση, βρίσκεται μπροστά σε ένα δίλημμα. Η πρώτη επιλογή της είναι μια πιο ρεαλιστική και περιγραφική αναφορά, μέσα από στρωτές αφηγήσεις και την επιλογή ενδεικτικών σκηνών και χαρακτήρων, που σχετίζονται με την όλη εμπειρία. Αν εξετάσουμε τα πεζογραφικά και ποιητικά βιβλία που εκδόθηκαν το τελευταίο διάστημα και αναφέρονται στην εμπειρία της πανδημίας, θα διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι λογοτέχνες επιλέγουν αυτή την πιο άμεση καταγραφή, καθώς προσλαμβάνεται πιο εύκολα από το αναγνωστικό κοινό και πετυχαίνει εντονότερα τη συναισθηματική του υποβολή. Το μειονέκτημα, βέβαια, αυτού του τρόπου γραφής είναι μια πιο επιφανειακή προσέγγιση των γεγονότων, καθώς οι συγγραφείς που έχουν βιωματική σχέση με αυτά δεν μπορούν εύκολα να αντιληφθούν τις βαθύτερες προεκτάσεις τους και συνήθως παραμένουν στο συναισθηματικό τους αποτύπωμα. Αυτή την προσέγγιση επιλέγει η Δαλαμήτρου στο πρώτο διήγημα της Μνημοθόνης, «Αγάπη από ατσάλι», γραμμένο στην αρχή της πανδημίας, το οποίο αφηγείται ένα ερωτικό παιχνίδι-αντίδοτο στη μοναξιά του εγκλεισμού. Προφανώς, αυτό το διήγημα αποτελεί την πρώτη, ενστικτώδη συγγραφική της αντίδραση, ακόμη ίσως αφιλτράριστη, απέναντι στις πρωτοφανείς και ξαφνικές καταστάσεις που βίωσε.
Η δεύτερη συγγραφική επιλογή είναι πιο σύνθετη. Η σύγχρονη εμπειρία καταγράφεται με έναν πιο έμμεσο, αφηρημένο, συμβολικό τρόπο. Τα γεγονότα αποκτούν έναν υπερβατικό, σουρεαλιστικό –συχνά δυστοπικό– χαρακτήρα, καθώς η φαντασία και το υπερφυσικό στοιχείο κυριαρχούν έναντι της βιωμένης πραγματικότητας. Σε αυτή την προσέγγιση μπορεί το αναγνωστικό κοινό να μην ταυτίζεται τόσο άμεσα με την περιγραφόμενη εμπειρία ούτε η συναισθηματική του εμπλοκή να είναι αυτονόητη, ωστόσο αναδύονται καλύτερα οι βαθύτερες φιλοσοφικές, κοινωνικές, ψυχολογικές και υπαρξιακές προεκτάσεις. Επομένως, η συγγραφική αποτύπωση του σύγχρονου γεγονότος αποκτά έναν πιο διαχρονικό και καθολικό χαρακτήρα.
Στα υπόλοιπα πέντε διηγήματα της Μνημοθόνης η Δαλαμήτρου, ωριμότερη πλέον να μεταβολίσει λογοτεχνικά τα γεγονότα της πανδημίας μετά το πρώτο ξάφνιασμα, επιλέγει μια πιο έμμεση και ευρηματική γραφή. Η επιστημονική φαντασία, η σουρεαλιστική γραφή, ο οραματισμός μιας μελλοντικής δυστοπίας και η νοσταλγική ανάμνηση του παρελθόντος κυριαρχούν. Η συγγραφέας, σαν να απελευθερώνεται από τα δεσμά της ρεαλιστικής αποτύπωσης, αναδεικνύει καλύτερα τις λογοτεχνικές της αρετές, όπως για παράδειγμα τη συνειρμική σύνδεση λογικά ασύνδετων εικόνων, την πλούσια και τολμηρή εικονοποιία, την επίκληση της επιστημονικής φαντασίας, τα λεκτικά παιχνίδια και τον ποιητικό ρυθμό. Στο δεύτερο διήγημα, «Αποθήκευση ως», σχολιάζει την αποκοπή του ανθρώπου από τα υλικά αντικείμενα και την επιταχυνόμενη ψηφιοποίηση της ζωής, μέσα από το εύρημα της Μνημοθόνης, μιας συσκευής που προβάλλει τις αναμνήσεις. Στο σπονδυλωτό διήγημα «Ποτέ μαζί, επειδή μαζί για πάντα», ένα εφιαλτικό, μοναχικό μέλλον αντιπαραβάλλεται προς ένα δύσκολο μεν παρελθόν, όπου όμως οι δυσκολίες αντιμετωπίζονταν συλλογικά. Στην «Οδύσσεια-reversed» παρουσιάζεται ο νέος τύπος ανθρώπου, που προτιμά τη μοναξιά, τη βεβαιότητα και την ασφάλεια του σπιτιού, δυσκολευόμενος να τολμήσει καινούρια ταξίδια και να επικοινωνήσει με τους άλλους. Τέλος, στο πεζόμορφο ποίημα, «Παιώνιες», που κλείνει τη συλλογή, ο ιδιωτικός χώρος μεταμορφώνεται σε ένα κρύο κελί, ενώ σχολιάζονται ο ατομισμός και η μόνωση που ενέτεινε ο εγκλεισμός, καθώς και η ευκολία προσαρμογής σε καταστάσεις που φάνταζαν πριν αδιανόητες. Είναι ενδεικτικό το παρακάτω απόσπασμα από τις «Παιώνιες»: «Είναι το χιόνι. / Είναι μεσημέρι, είναι σκοτεινά, και έχει χιόνι. / Πολική μέρα. / Θα κρατήσει πολύ. / Θα συνηθίσεις. / Κι αυτοί συνήθισαν. Όλοι συνηθίζουν / […] / Τα παγοπέδιλά σου, πού είναι τα παγοπέδιλά σου; / Θα γλιστρήσεις ώς το κέντρο της πόλης. / Που θα είναι άδεια, φυσικά. / Θα φτιάξεις χιονάνθρωπο με τρεις μεγάλες μπάλες που θα πλάσεις. / Έναν αλλόκοτο χιονάνθρωπο που γράφει στην κοιλιά του SMFA. / Save Me From Alaska» (σσ. 84, 87-88).
Η Δαλαμήτρου, υιοθετώντας τον αλληγορικό λόγο, εμποτισμένο με την επιστημονική φαντασία, στα περισσότερα διηγήματα της Μνημοθόνης, εξελίσσεται τεχνοτροπικά ως πεζογράφος, σε σχέση με την προηγούμενη συλλογή διηγημάτων. Η γραφή της αποκτά ποικιλία, εκπλήσσει τον αναγνώστη καθώς προχωρά η αφήγηση και τέρπει με τον εκφραστικό της πλούτο. Παράλληλα, μας καταθέτει μια λογοτεχνική ματιά της πανδημίας, η οποία δε στέκεται μόνο στο εφήμερο της βιωμένης εμπειρίας, αλλά αναδεικνύει τις υπαρξιακές προκλήσεις που έφερε στο προσκήνιο σχετικά με τους όρους και τους τόπους της ανθρώπινης επαφής και επικοινωνίας. Γι’ αυτό και η Μνημοθόνη μπορεί να διαβαστεί και μελλοντικά, σε άλλα πλαίσια και περιστάσεις, και όχι αποκλειστικά ως λογοτεχνικό τεκμήριο της τρέχουσας πανδημίας.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: