Οι πολλαπλοί συμβολισμοί της Ανδρωμάχης

Οι πολλαπλοί συμβολισμοί της Ανδρωμάχης

Κώστας Ακρίβος, «Ανδρωμάχη», Μεταίχμιο 2022



Γνώρισα τον Κώστα Ακρίβο μέσα από τα μυθιστορήματά του, όπου η Ιστορία αποτελεί το κυρίαρχο φόντο της αφήγησης. Σε βιβλία όπως: Πότε διάβολος πότε άγγελος (εκδ. Μεταίχμιο, 2021), Γάλα μαγνησίας (εκδ. Μεταίχμιο, 2018), Κίτρινο ρώσικο κερί (εκδ. Μεταίχμιο, 2014), Αλλάζει πουκάμισο το φίδι (εκδ. Μεταίχμιο, 2013), Ποιος θυμάται τον Αλφόνς (εκδ. Μεταίχμιο, 2011), αναπλάθει με παραστατικότητα και σπάνια διεισδυτικότητα το σκηνικό μιας ολόκληρης εποχής, χωρίς το ιστορικό πλαίσιο να βαραίνει και να επικαλύπτει την καθεαυτή αφήγηση και δράση. Οι ήρωες των βιβλίων του παρουσιάζονται ως αυθεντικοί χαρακτήρες, γειωμένοι στις ανθρώπινες αδυναμίες και τις αρετές τους. Μέσα από τις αφηγήσεις του, λοιπόν, αφενός ανατέμνει τον ψυχικό κόσμο των ηρώων του, αφετέρου οδηγεί τον αναγνώστη στον προβληματισμό και σε μια διαφορετική –από τη συνήθη– οπτική της ιστορικής εποχής και των ζητημάτων που θίγει.
Ωστόσο, στο τελευταίο του βιβλίο, Ανδρωμάχη, εγκαταλείπει την Ιστορία και αναμετράται με τον μύθο. Η αξιοποίηση των μύθων στη λογοτεχνία είναι συνεχής, ήδη από την αρχαιότητα, πόσω μάλλον στη νεότερη εποχή. Ο μύθος, βέβαια, θέτει άλλες προκλήσεις και προσφέρει διαφορετικές λογοτεχνικές δυνατότητες σε σχέση με την Ιστορία. Πρώτα από όλα, επειδή ο μύθος συμπυκνώνει τη συλλογική μνήμη, αποτυπώνει έναν κόσμο αντιφατικό, περίπλοκο, διφορούμενο και με πολλαπλές εκδοχές[1]. Γι’ αυτό και οι συγγραφείς διαχειρίζονται τους μύθους με μεγαλύτερη ελευθερία ή και «αυθαιρεσία» σε σχέση με ένα ιστορικό γεγονός, όπου πρέπει να κινηθούν σε αυστηρά χρονολογικά πλαίσια και οι αναφορές σε ορισμένα πρόσωπα και γεγονότα θα πρέπει να είναι απόλυτα ακριβείς. Αυτή η ελευθερία και η πλαστικότητα καθιστούν τον μύθο ιδανικό να λειτουργήσει ως λογοτεχνικό μέσο αποτύπωσης, ερμηνείας και κριτικής της εκάστοτε κοινωνικής πραγματικότητας, διαχρονικών καταστάσεων, αλλά και του δαιδαλώδους ανθρώπινου ψυχισμού[2]. Για παράδειγμα, στις αρχαίες τραγωδίες ο μύθος ήταν το μέσο, για να παρασταθούν επί σκηνής οι πιο ακραίες ψυχικές αντιδράσεις. Επίσης, η γενιά του ’30 στην ποίηση (Σεφέρης, Ρίτσος) αξιοποίησε τα μυθολογικά σύμβολα, ώστε να εκφράσει τις σύνθετες πολιτικές και κοινωνικές συνθήκες της ταραγμένης εποχής της.

Στη λογοτεχνική διαχείριση του μύθου υπάρχουν τρεις επιλογές. Μπορείς να ακολουθήσεις τους βασικούς άξονες της μυθικής αφήγησης, αξιοποιώντας διάφορες πηγές και εκδοχές, εστιάζοντας περισσότερο στις σκέψεις και την προσωπική οπτική των ηρώων, ή αναδεικνύοντας αποσιωπημένες πλευρές της μυθικής παράδοσης. Μπορείς, βέβαια, και να παραλλάξεις, να «πειράξεις» τον μύθο, αποδομώντας τα γεγονότα και τους χαρακτήρες, όπως επιχειρεί με την αφήγηση του Μενέλαου ο Χρήστος Χωμενίδης στο βιβλίο του, Ο βασιλιάς της (εκδ. Πατάκη, 2020). Τέλος, πολλοί συγγραφείς, όπως ο Τζόυς στον Οδυσσέα του ή ο Κώστας Ακρίβος στη συλλογή «ομηρικών» διηγημάτων, Τελευταία νέα από την Ιθάκη (εκδ. Μεταίχμιο, 2016), επιλέγουν να μεταφυτεύσουν τον μύθο στο παρόν ή σε μια άλλη ιστορική εποχή, για να απεικονίσουν και να ερμηνεύσουν τη δράση των ηρώων τους μέσα από το μυθικό φίλτρο, αναζητώντας κρυφούς συσχετισμούς ανάμεσα στην Ιστορία και τον μύθο.

Η αλήθεια είναι ότι στην τρέχουσα ελληνική πεζογραφία ο αρχαιοελληνικός μύθος δεν αξιοποιείται παρά μόνο από ελάχιστους συγγραφείς. Οι περισσότεροι στρέφονται σε παλαιότερες ή πρόσφατες ιστορικές εποχές, παρά στο μυθολογικό απόθεμα της αρχαίας Ελλάδας. Από αυτή την άποψη, η Ανδρωμάχη του Ακρίβου έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στη θεματολογία της ελληνικής πεζογραφίας, καθώς μάς συστήνει διεξοδικότερα την Ανδρομάχη, κόρη του Ηετίωνα και τραγική πριγκίπισσα της Τροίας, η οποία έζησε τον θάνατο και τη διαπόμπευση του άντρα της, Έκτορα, από τον Αχιλλέα, τον φόνο του γιου της, Αστυάνακτα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια της, την εξορία, τον βιασμό και την εγκυμοσύνη από τον φονιά του γιου της, Νεοπτόλεμο, αλλά και τη μετέπειτα εξορία από τη Φθία, μέχρι την τελική της περιπλάνηση πίσω στη Μικρά Ασία. Είναι εξαιρετικά ενδιαφέρουσα η επιλογή του Ακρίβου, καθώς μας καλεί να παρακολουθήσουμε τα γεγονότα και τα πρόσωπα του Τρωικού πολέμου και όσων ακολούθησαν, από τη διαφορετική οπτική γωνία μιας ηρωίδας, που στο ομηρικό έπος εμφανίζεται ελάχιστα και έχει μάλλον συμπληρωματικό ρόλο. Βέβαια, ο συγγραφέας δεν αυθαιρετεί απέναντι στον μύθο, συνδυάζοντας στοιχεία κυρίως από την ομηρική Ιλιάδα, καθώς και από τις δύο τραγωδίες του Ευριπίδη, Τρωάδες και Ανδρομάχη, όπου υπάρχουν σχετικές αναφορές στην ηρωίδα.

Επομένως, σε ένα πρώτο επίπεδο η Ανδρωμάχη μπορεί να διαβαστεί ως μιαν αλλιώτικη μυθική αφήγηση, όπου οι περιπέτειες και ο ψυχικός κόσμος της τραγικής ηρωίδας ζωντανεύουν μέσα από τον μονόλογο και την πρωτοπρόσωπη εξομολόγησή της. Η περίτεχνη αφήγηση, ακολουθώντας το ταραγμένο μυαλό της Ανδρομάχης, πηγαίνει «μια μπρος μια πίσω», με τις διαρκείς εναλλαγές των χρονικών βαθμίδων και τις συνεχείς αναδρομές. Αυτό διατηρεί αμείωτο το ενδιαφέρον του αναγνώστη μέχρι και το τέλος, κάτι διόλου αυτονόητο, αν σκεφτεί κανείς ότι ο Ακρίβος αφηγείται έναν ήδη γνωστό μύθο, όπου το στοιχείο της έκπληξης στην εξέλιξη της πλοκής εκλείπει. Την ίδια πρόκληση αντιμετώπιζαν και οι αρχαίοι τραγικοί ενώπιον του Αθηναϊκού κοινού, καθώς η βασική πλοκή των τραγωδιών τους ήταν ήδη γνωστή. Στην περίπτωση της Αντρωμάχης, ο Ακρίβος δεν προσθέτει στην ήδη τραγική ιστορία επιτηδευμένους συναισθηματισμούς και δραματικές υπερβολές, αλλά διατηρεί σε όλη την περιδιάβαση των σελίδων του βιβλίου ένα διακριτικό λυρικό υπόβαθρο και μια μετρημένη συγκινησιακή φόρτιση. Με αυτόν τον τρόπο, ο μύθος αποκτά επιπλέον διαστάσεις και από επίπεδη αφήγηση γίνεται μια βαθιά ανθρώπινη ιστορία. Αυτό είναι μια σημαντική κατάκτηση για το βιβλίο, το οποίο μπορεί να εισάγει στη μυθολογία με ζωντανό και ενδιαφέροντα τρόπο λιγότερο εξοικειωμένους αναγνώστες, όπως για παράδειγμα μαθητές.

Η Ανδρωμάχη, όμως, δεν είναι μόνο μια γλαφυρή μυθική αφήγηση. Σε ένα δεύτερο επίπεδο, ο συγγραφέας επικαιροποιεί τον θρήνο της και καταγγέλλει τη βία που υφίστανται οι γυναίκες ως μια διαρκή απειλή, από την οποία ακόμη και σήμερα δεν έχουν απαλλαγεί. Η Ανδρομάχη εντάσσει το προσωπικό της δράμα στα κοινά βάσανα όλων των γυναικών σε ταραγμένες συνθήκες, όπως είναι ο πόλεμος, η αιχμαλωσία και η προσφυγιά: «Μάλλον δεν ήμουν η μόνη που έπαθε ό,τι εγώ πάνω στο κάρο της ντροπής, και ίσως αυτό να ήταν μονάχα η αρχή». Υπερβαίνοντας την προσωπική της δυστυχία, εκφράζει «πόνο και συγκατάβαση» ακόμη και για το μίσος των αντίπαλων γυναικών προς το πρόσωπό της, καθώς θρηνούν για τις απώλειες των δικών τους ανθρώπων από το σπαθί του Έκτορα. Στο βιβλίο του Ακρίβου η δυστυχία δεν έχει νικήτριες και ηττημένες· γι’ αυτό και η ιστορία της Ανδρομάχης αποκτά συμβολικές διαστάσεις, ως καταγγελία και υπενθύμιση της γυναικείας κακοποίησης ανά τους αιώνες. Άλλωστε, δεν είναι τυχαία και η ανορθογραφία του τίτλου (Ανδρωμάχη = αυτή που πάλεψε με πολλούς άνδρες), μέσα από την οποία καταδεικνύει τον αγώνα της ηρωίδας –και κατ’ επέκταση διαχρονικά των γυναικών– στις ανδροκρατούμενες κοινωνίες. Ο συγκεκριμένος προβληματισμός του συγγραφέα εντάσσεται σε μια ευρύτερη συζήτηση που έχει προκύψει τα τελευταία χρόνια για την έμφυλη βία, όχι μόνο σε αυταρχικές κοινωνίες (βλ. Αφγανιστάν) αλλά και στον δυτικό κόσμο.

Σ’ ένα τρίτο επίπεδο, η Ανδρωμάχη λειτουργεί ως ένα ευρύτερο σύμβολο ενός οποιουδήποτε ανθρώπου ανεξαρτήτως φύλου, ακόμη και ενός λαού ή μιας κοινωνίας, που βρίσκονται ενώπιον αδιέξοδων καταστάσεων. Η ηρωίδα, μέσα από τον τρόπο που αντιμετωπίζει τα απανωτά χτυπήματα της απρόβλεπτης μοίρας, μάς διδάσκει με το παράδειγμά της. Διασχίζοντας την τραγική ζωή της μέσα από την αρχική άρνηση της υπεροπτικής ανεμελιάς, τη μετέπειτα αξεθύμαστη οργή («Όφειλα να τον μισώ»), η Ανδρομάχη καταλήγει στην απογοήτευση και το πένθος («Μια γυναίκα ζωντανό πένθος ήμουν, τίποτ’ άλλο»), προετοιμάζοντας μέσω του θανάτου της την τελική έξοδο. Κι εκεί, τίθεται το συνειδησιακό δίλημμα, για το αν η ζωή μπορεί να συνεχιστεί ακόμη και πέρα από τον πόνο, έστω κι αν αυτός δεν ξεχαστεί ποτέ. Αυτό το υπαρξιακό δίλημμα μοιάζει με «μια φωνή μεσ’ από τα βάθη της νύχτας…», καθώς η ηρωίδα ταλαντεύεται ανάμεσα στο «παρελθόν και το τώρα, το πένθος και τη ζωή». Το ποια απάντηση δίνει σε αυτό το δίλημμα καθορίζει και τον τρόπο που νοηματοδοτεί το παρελθόν και το μέλλον της. Αυτή την απάντηση καλείται και ο αναγνώστης να ανακαλύψει στο βιβλίο.



 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: