O αδελφός Χουάν ή Ο κόσμος είναι Θέατρο

J. Solana: Ο Μιγκέλ Ντε Ουναμούνο (Μαδρίτη 1936)
J. Solana: Ο Μιγκέλ Ντε Ουναμούνο (Μαδρίτη 1936)



_____
Δ Ρ Α Μ Α    Σ Ε   Τ Ρ Ε Ι Σ   Π Ρ Α Ξ Ε Ι Σ
_____

«Αγαπητέ μου αναγνώστη! Διάβασε, αν είναι δυνατόν, υψηλόφωνα! Και αν το κάνεις, σε ευχαριστώ γι’ αυτό! Και αν εσύ δεν το κάνεις, να παρακινείς άλλους να το κάνουν, και ευχαριστώ τον κάθε έναν από αυτούς και ξανά εσένα. Με το να διαβάζεις δυνατά θα αποκομίσεις την εντονότερη εντύπωση, εκείνη που θα σε κάνει να αντιμετωπίσεις τον ίδιο σου τον εαυτό και όχι εμένα, που στερούμαι αρμοδιότητας, ούτε τους άλλους, που θα σου αποσπούσαν την προσοχή.»

SOEREN KIERKEGAARD:
(της 1ης Αυγούστου 1851) στο Για έλεγχο της συνείδησης, αφιερωμένο στους σύγχρονούς του.


Πρόλογος

Ετούτος ο πρόλογος είναι, στην πραγματικότητα, ένας επίλογος. Όπως σχεδόν κάθε πρόλογος. Αν και… ναι; Γεννιούνται οι άνθρωποι –υπολογίζοντας μεταξύ τους και τις λεγόμενες φανταστικές οντότητες, τα πρόσωπα ενός δράματος, ενός μυθιστορήματος ή μιας ιστορικής αφήγησης– γεννιούνται από τις ιδέες οι άνθρωποι ή από αυτούς εκείνες; Είναι ο άνθρωπος μια ενσαρκωμένη ιδέα –σε φανταστική σάρκα– ή είναι η ιδέα ένας άνθρωπος που έχει εξιστορηθεί και διαιωνιστεί με αυτόν τον τρόπο; Θα σου διηγηθώ, αναγνώστη, πώς γεννήθηκε αυτός ο «Αδερφός Χουάν» μου.
Ένας συνάδελφός μου, ο Χούλιο Ντε Όγιος, που είχε διασκευάσει για τη σκηνή το έργο μου «Τίποτα λιγότερο από έναν ολόκληρο άνθρωπο» (μυθιστόρημα), κόβοντάς μου το σε «Ένας ολόκληρος άνθρωπος» (δράμα), μου πρότεινε να ανεβάσει στη σκηνή την «Ομίχλη» μου –γιατί την ονόμασα nivola;[1]–. Τελικά το θεώρησα ανοησία. Ο Αουγούστο Πέρεθ μου, ο ήρωας –ήρωας, ναι– της «Ομίχλης» μου, αντιμέτωπος και αντιτιθέμενός μου ισχυρίζεται ότι είναι ο συγγραφέας του βιβλίου –του βιβλίου, όχι του Αουγούστο Πέρεθ– υποστηρίζοντας ότι αυτός, και όχι εγώ, είναι η αληθινή ιστορική πραγματικότητα, αυτός είναι που πραγματικά υπάρχει και ζει –μόνο ζώντας υπάρχεις– και εγώ είμαι απλώς ένα πρόσχημα, ώστε να υπάρξει και να ζήσει αυτός για τους αναγνώστες της ιστορίας του. Και το θεώρησα ανοησία, γιατί στο σανίδι δεν χωράει ένα πρόσωπο από αυτά που ονομάζουμε φανταστικά, αναπαριστάμενο εκεί από έναν ηθοποιό με σάρκα και οστά, που να ισχυρίζεται ότι ετούτος, ο αναπαριστάμενος, είναι ο πραγματικός και όχι αυτός που τον αναπαριστά, και ακόμα λιγότερο ο συγγραφέας του έργου, που μπορεί ακόμη και να είναι από υλικής άποψης νεκρός. Και όταν αργότερα υπέθεσα ότι μπορεί να μου πρότεινε να με προβάλει εμένα, τον συγγραφέα, κινηματογραφικά, και ότι μπορεί να με βάλει να μιλάω μέσα από φωνόγραφο; Καλύτερα να πέθαινα! Μόνο μέσα από τον ζωντανό λόγο μπορεί κάποιος να ζήσει, ειπωμένο ή γραμμένο, και όχι μέσα από μηχανή. Και τότε συνειδητοποίησα ότι η πραγματική σκηνική προσαρμογή, η ιστορική πραγμάτωση, του φανταστικού προσώπου έγκειται στο ότι ο ηθοποιός, αυτός που αναπαριστά το πρόσωπο, ισχυρίζεται ότι αυτός και μαζί μ’ αυτόν ολόκληρο το θέατρο είναι φαντασία και ότι τα πάντα είναι φαντασία, κάθε τι θεατρικό, και τέτοιοι είναι και οι ίδιοι οι θεατές. Που είναι το ίδιο με το άλλο, με αυτό που μοιάζει να είναι το αντίστροφο. Πρόκειται για δυο όρους που μοιάζουν αντίθετοι, αλλά όμως ταυτίζονται. Τι σημασία έχει λοιπόν να ισχυριστούμε ότι τα πάντα είναι φαντασία ή ότι τα πάντα είναι πραγματικότητα; Και τότε θυμήθηκα τον Δον Χουάν Τενόριο και τον θρύλο του.
Γιατί όλο το ιδανικό μεγαλείο, όλη η παγκόσμια και διηνεκής, δηλαδή, ιστορική πραγματικότητα του Δον Χουάν Τενόριο, έγκειται στο ότι είναι το πιο εξέχον θεατρικά πρόσωπο, αντιπροσωπευτικό, ιστορικό, που πάντα αναπαριστάνεται, που σημαίνει, αυτοπαρουσιάζεται. Πάντα αγαπά τον εαυτό του. Αγαπά τον ίδιο τον εαυτό του και όχι τις αγαπημένες του. Παράλληλα το υλικό και το βιολογικό στοιχείο εξαφανίζονται. Η βιολογία εξαφανίζεται μαζί με τη βιογραφία, η ύλη πλάι στο πνεύμα.
Εάν ο Δον Κιχώτης λέει: «Εγώ ξέρω ποιος είμαι!», ο Δον Χουάν μάς λέει το ίδιο, αλλά με άλλο τρόπο: «Εγώ ξέρω αυτό που αναπαριστώ! Εγώ ξέρω τι αντιπροσωπεύω!». Έτσι όπως κι ο Σιγισμούνδος ξέρει ότι ονειρεύεται, που επίσης είναι ένας τρόπος για να αναπαριστάνει τον εαυτό του. Και οι τρεις ονειρεύονται και ξέρουν ότι ονειρεύονται. Ο Δον Χουάν πάντα νιώθει ότι βρίσκεται στη σκηνή, πάντα ονειρεύεται τον εαυτό του και πάντα κάνει να τον ονειρεύονται, και πάντα τον ονειρεύονται οι αγαπημένες του. Και μέσα από αυτές ονειρεύεται τον εαυτό του. Και η λαγνεία;, η libido –μια και αυτόν τον λατινικό όρο καθιέρωσαν ως δόκιμο οι ειδικοί βιολόγοι–;, η… –δεν θα την ονομάσουμε έρωτα– η ακολασία; Μπα! Δεν πρόκειται για βιολογία, αλλά για βιογραφία· δεν πρόκειται για ύλη, αλλά για πνεύμα· όχι για φυσική, αλλά για μεταφυσική. Δηλαδή για ιστορία. Γιατί η μεταφυσική είναι ιστορία και η ιστορία μεταφυσική. Και η φιλοσοφία τι είναι αν όχι η ιστορία της εξέλιξης της παγκόσμιας ανθρώπινης σκέψης;
Υπάρχουν δύο βασικές συλλήψεις της ιστορίας που ονομάζονται υλιστικές, δύο ιστορικοί υλισμοί: αυτός του Καρλ Μαρξ και αυτός του Σίγκμουντ Φρόιντ. Και με αυτές αντιπαραβάλλεται, και σε μεγάλο βαθμό είναι ενάντια σε αυτές, μία που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε ιστορική σύλληψη –ίσως καλύτερα: αίσθηση– της ύλης. Υπάρχει η υλιστική σύλληψη της πείνας, εκείνη της διατήρησης του υλικού ατόμου, του ανθρώπινου ζώου, και υπάρχει αυτή της αναπαραγωγής, που επίσης είναι διατήρηση, διατήρηση του υλικού ανθρώπινου γένους, του είδους. Και οι δύο κατά βάθος αλληλοσυμπληρώνονται, μέχρι που συγχωνεύονται. Μήπως το ανθρώπινο ζώο –όπως και τα υπόλοιπα ζώα– διατηρείται για να αναπαραχθεί ή αναπαράγεται για να διατηρηθεί; Στους βιολόγους για αυτό το πρόβλημα. Και αυτοί θα σας ζαλίσουν με τον μεταβολισμό, τον αναβολισμό και τον καταβολισμό. Και με το στομάχι και τα σεξουαλικά όργανα.
Αλλά σε αντιπαράθεση με αυτή τη διπλή υλιστική σύλληψη της ιστορίας –καθοδηγούμενη από την πείνα και από τη libido– υπάρχει η ιστορική σύλληψη της ύλης, αυτή της προσωπικότητας. Κάποιος φιλόσοφος την ονομάζει ματαιότητα. Και μαζί με αυτή, αν θέλετε, η ζήλια. Έτσι ο βιβλικός θρύλος ανοίγει την πραγματική ανθρώπινη ιστορία, αυτή του πολέμου, του αγώνα για τη ζωή –struggle for life– με τη δολοφονία του Άβελ από τον αδερφό του Κάιν, που στην προκειμένη περίπτωση αυτό δεν διαπράττεται ούτε από πείνα ούτε από ζήλια ούτε διεκδικώντας το ψωμί του ή κάποιο θηλυκό. Αλλά ο Κάιν, ο καλλιεργητής, σκοτώνει τον Άβελ, τον αμνοβοσκό, γιατί ο Ιεχωβάς, ο Κύριος, προτιμάει τις προσφορές του Άβελ και όχι του Κάιν. Δηλαδή προτιμάει τον έναν και όχι τον άλλο. Και ο Κάιν σκοτώνει τον Άβελ από ζήλια. Κατά βάθος, αγώνας προσωπικότητας, αναπαράστασης. Εδώ δεν έχουμε αυτό που γυρεύει η φυσική, η υλική ανάγκη, για διατήρηση ή για αναπαραγωγή, αλλά η ψυχική, η πνευματική ανάγκη, για αναπαράσταση και έτσι για διαιώνιση, για τη ζωή στο θέατρο που είναι η ιστορία της ανθρωπότητας. Ή σε αυτή τη βιβλική περίπτωση, η ανάγκη να γίνει αποδεκτός από τον νου, τη μνήμη του Δημιουργού ουρανού και γης, να τον κοιτάξει αυτός ο Κύριος. «Εκείνη την ημέρα με κοίταξε ο Θεός» ή «ήρθε να με δει ο Θεός» λένε οι χωριάτες, αγρότες ή βοσκοί, όταν αναφέρονται στη μέρα που τους γέμισε με καλοτυχία. Σε αυτή την ιστορική σύλληψη θα επιστρέψω σύντομα.
Έχοντας σφετεριστεί την ιστορική φιγούρα του Δον Χουάν, που μέχρι και οι βιολόγοι, οι φυσιολόγοι, οι γιατροί –ακόμα μάλιστα και οι ψυχίατροι μεταξύ των άλλων– προσπάθησαν να την οριοθετήσουν, και έχοντας δεδομένο ότι διερευνήθηκε εάν είναι –όχι εάν ήταν– ένας αυνανιστής, ένα ευνουχοειδές, ένας στείρος –και όχι ανίκανος–, ένας ομοφυλόφιλος, ένας σχιζοφρενής –τι είναι αυτό;–, ίσως ένας που έκανε αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, ένας πρώην μελλοντικός αυτόχειρας. Μια και, γενικά, μάλλον δεν ψάχνει τίποτε άλλο από την απόλαυση της στιγμής. Ούτε καν να συντηρηθεί, ακόμη λιγότερο να αναπαραχθεί, παρά μόνο να απολαμβάνει. Καταβολική διαδικασία, όπως θα έλεγε ένας βιολόγος.
Ένας αυνανιστής; Κάποιοι αυτό πιστεύουν. Και αυτοί είναι οι πιο χυδαίοι που θα μπορούσαν να υπάρξουν. Ένας αυνανιστής… στο θηλυκό. Ένας τέλειος εγωιστής, που είναι ακόμα και στην πιο ζεστή συντροφιά, και στην πιο σφιχτή αγκαλιά, πάντα μονήρης. Και ούτε καν σκέφτεται να εισχωρήσει στο «θηλυκό», στο θήραμά του, να συγχωνευτεί με αυτό, αλλά το πολύ να αφομοιωθεί, και όχι να αλλοτριωθεί, από αυτό. Και ούτε λόγος για να τη γνωρίσει. Να τη γνωρίσει με την όμορφη, βιβλική έννοια, όπως λέγεται για έναν άντρα που γνώρισε τη γυναίκα του. Που είναι γι’ αυτόν γυναίκα και όχι «θηλυκό», πρόσωπο και όχι ζώο. Για κάποιο λόγο οι πιστοί χριστιανοί έχουν ταυτίσει τον πειρασμό της γνώσης, το να δοκιμάσουν τον καρπό από το δέντρο της γνώσης του καλού και του κακού, με τον πειρασμό της σαρκικής φιληδονίας.
Αυτός ο Δον Χουάν, ερμηνευμένος έτσι, σαν ένας μοναχικός ηδονιστής, αν και με συντροφιά, είναι το πολύ όπως ο βάτραχος –το αρσενικό βατράχι– που, αν και γονιμοποιεί τα αβγά του θηλυκού, το κάνει έξω απ’ αυτό, μολονότι το κρατάει, το αγγίζει, το βλέπει και το μυρίζει. Άλλα ζώα ούτε καν αυτό δεν κάνουν. Ούτε που γνωρίζουν υλικά το θηλυκό ούτε το βλέπουν ούτε το αγγίζουν ούτε το μυρίζουν. Όσο για την αλληλοδιείσδυση, για τη συγχώνευση, είναι θέμα του αρσενικού σπερματοζωαρίου και του θηλυκού ωαρίου, που δεν ξέρουμε αν έχουν ψυχή. Και αυτά σαφώς και συγχωνεύονται αμοιβαία, αλληλοσπαράζονται, τήκονται μαζί, ταιριάζουν. Οι άλλοι περιορίζονται στο να απολαμβάνουν τους ίδιους τους τούς εαυτούς για ένα λεπτό.
Και εδώ μπερδεύονται οι βιολόγοι μας με θεωρίες για την ομοφυλοφιλία, και για το πώς η ηδονή, που είναι το μέσο, ακυρώνει τον σκοπό, που είναι η αναπαραγωγή. Υποθέτοντας, φυσικά, ότι η φύση έχει σκοπούς, ότι είναι τελεολογική. Αλλά μήπως αυτό για την ομοφυλοφιλία είναι καρπός ενός σκοτεινού μαλθουσιανιστικού ενστίκτου; Το να απολαμβάνεις την ευχαρίστηση της κάθε στιγμής, να απολαμβάνεις ευθύς αμέσως το άμεσο, χωρίς την αίσθηση του τέλους, που είναι η αναπαραγωγή, η συνέχιση και η συνέχεια του είδους. Το κακόμοιρο το ζώο δεν γνωρίζει εξωτερικά τον εαυτό του. Αλλά ούτε έχει την αίσθηση του εαυτού, καμία αυτεπίγνωση. Το πολύ-πολύ το θηλυκό να έχει μια πάνω-κάτω ράθυμη συναίσθηση της μελλοντικής μητρότητας.
Να αναπαράγεσαι; Να απολαμβάνεις τον εαυτό σου έξω από αυτόν, σε άλλους; Να έχεις επίγνωση και συναίσθηση και ευχαρίστηση του υπερβατικού σκοπού της σεξουαλικής πράξης; Το πολύ ο Δον Χουάν να απολαμβάνει τον εαυτό του –υπάρχουν κάποιοι που το πιστεύουν– έξω από αυτόν τον ίδιο, στην αντανάκλασή του πάνω στους άλλους. «Ε, τι να του πεις τώρα!», όπως λέγαμε, σαν ήμασταν παιδιά, όταν κάποιος έκανε κάτι για να το λέει και να καυχιέται. Και εδώ πια, υπεισέρχεται η ματαιότητα. Και μαζί με αυτήν η ιστορία, ο θρύλος.
Ο γνήσιος, ο αυθεντικός, ο αληθινός Δον Χουάν φαίνεται ότι δεν αφιερώνεται στο κυνήγι των θηλυκών για κανέναν άλλο λόγο παρά για να το διηγείται και να καυχησιολογεί. Θυμηθείτε τη λίστα των θυμάτων του, τη λίστα των θηραμάτων που διαθέτει ο Δον Χουάν στο δράμα του Θορίλια. Και θυμηθείτε τις αντιζηλίες του. Από ζήλια; Όχι, ο Γλεντοκόπος δεν αισθάνεται ζήλια. Είναι σαν να μην την αισθάνεται. Αυτό για το οποίο μοχθεί είναι να καταπλήξει, να αφήσει φήμη και όνομα. Φτάνει στο σημείο να θυσιάζει την αποτελεσματικότητα για τη θεαματικότητα. Ο Μποντλέρ, που ήταν ένας αποτυχημένος δανδής και ουσιαστικά ένας μοναχικός τύπος, μας έχει δώσει την πιο βαθιά ερμηνεία –θεατρική, φυσικά!– του Δον Χουάν. Μας τον περιγράφει να εισέρχεται στην Κόλαση με τη βάρκα του Χάροντα περνώντας μέσα από το ποίμνιο των θυμάτων του που σφαδάζουν και βογκούν –ανάμεσά τους και η αγνή και κοκαλιάρα Ελβίρα που έμοιαζε να προσπαθεί να του αποσπάσει ένα μνημειώδες χαμόγελο, ακτινοβόλο από τη γλύκα του πρώτου τους όρκου– ενώ αυτός, ο Δον Χουάν, ήρεμος, λυγισμένος πάνω στο σπαθί του κοίταζε στα απόνερα και δεν αξιωνόταν να δει τίποτα…

mais le calme héros, courbé sur sa rapière,
regardait le sillage et ne daignait rien voir.

(«Don Juan aux enfers», Les fleurs du mal, XV.)

Αλλά καταδεχόταν να τον κοιτούν –και να τον θαυμάζουν– να δίνεται στα βλέμματα τον άλλων. Αυτός είναι ο Δον Χουάν.
Να τον κοιτούν, να τον θαυμάζουν, και να αφήσει όνομα. Να αφήσει όνομα!
Το όνομα είναι αυτό που κάνει τον άνθρωπο άνθρωπο και όχι σκέτο ζώο, ούτε αρσενικό ούτε θηλυκό. Και εδώ ταιριάζει να θυμηθεί ο αναγνώστης ότι στα λατινικά homo (στην αιτιατική hominem, το ισπανικό «hombre») είναι το όνομα του είδους, που περιλαμβάνει και τα δύο φύλα: vir, άνδρας και mulier, γυναίκα –για να μην πούμε «αρσενικό» και «θηλυκό»– και θα μπορούσαμε να το μεταφράσουμε ως πρόσωπο. Το ίδιο «άνθρωπος», πρόσωπο, είναι και η γυναίκα όπως και ο άνδρας, όταν παύουν να είναι αρσενικό και θηλυκό. Και στα γερμανικά Mensch περιλαμβάνει και τα δύο, το Man ή άνδρας και το Weibe ή γυναίκα. Είναι η κοινή κατηγορία της ανθρωπότητας. Και θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο αληθινός άνδρας, ο τέλειος άνδρας, ο πλήρης άνθρωπος είναι το ζευγάρι, συντιθέμενο από πατέρα και μητέρα. Είναι o προσωπικός ανθρώπινος πυρήνας. Και αυτόν τον τέλειο άνθρωπο τον κάνει το όνομα. Αλλά όχι ακριβώς εκείνο που έμοιαζε να ψάχνει ο καημένος ο εργένης Δον Χουάν, που είναι μοναχικός. Με τον τέλειο άνθρωπο, με το ανθρώπινο ζευγάρι εμφανίζεται η ενσυνείδητη πατρότητα και μητρότητα, και μαζί με αυτό γλυκοχαράζει το όνομα, δηλαδή η ιστορία. Και με την ιστορία, με την ιστορική παράδοση, η θρησκεία. Τα ζώα δεν γνωρίζουν ούτε παππούδες ούτε ονόματα· στερούνται προπατόρων και γλώσσας. Και η παράδοση είναι, πάνω απ’ όλα, όπως και η γλώσσα, μητρική. Λέμε μητρική γλώσσα όχι μόνο γιατί το ουσιαστικό «γλώσσα» είναι θηλυκό, αλλά δεν λέγεται πατρική γλώσσα. Ούτε η αντρική φιλία είναι το ίδιο με τη φλύαρη γυναικεία φιλία. Το μητρικό συναίσθημα είναι παραδοσιακό και συντηρητικό· αναβολικό, όπως θα έλεγε ένας φυσιολόγος στη φρασεολογία του. Το γάλα του πολιτισμού αναβλύζει από μητρικά στήθη, ενώ τα υπόλοιπα είναι σκέτη λογοτεχνία.
Η έννοια της μητρότητας –και μαζί με αυτήν και της πατρότητας–, που είναι η αφετηρία της ιστορίας, της παράδοσης, του ονόματος, γεννά τη θρησκευτικότητα. Η θρησκεία, που πρέπει να σώσει την ψυχή, το όνομα στην ιστορία, φτάνει στο αποκορύφωμα, αφού γνωρίσει έναν ουράνιο πατέρα, ας είναι ο Zeus pater –Ju-piter– ή άλλος. «Πάτερ ημών ο εν τοις ουρανοίς», έτσι μάθαμε να προσευχόμαστε από παιδιά.
Αφήνοντας όμως τώρα για την ώρα το αν ο Δον Χουάν είναι πατέρας –και λέω είναι και όχι ήταν, γιατί τώρα δεν αναφέρομαι σε κανέναν από τους γνήσια λογοτεχνικούς Δον Χουάν, των οποίων τη μελέτη αφήνω στους λόγιους– ας έρθουμε στο πώς, όταν εμφανίζεται στην ιστορία μας χάρη στο έργο των ποιητών που τον ανασύρουν από τα βάθη της εθνικής και λαϊκής συνείδησης, εμφανίζεται εμφορούμενος από θρησκευτικότητα, θεοφοβούμενος αν όχι ερωτικός προς τον ουράνιο πατέρα, αυτόν που σώζει το όνομά μας, αλλά… Ο Γλεντοκόπος της Σεβίλλης, ο Δον Χουάν του Τίρσο Ντε Μολίνα, θέλει να απολαμβάνει το κάθε λεπτό που περνά, να ευφραίνεται με κάθε εφήμερη ηδονή, πάνω απ’ όλα με αυτή της απάτης· μα όταν η θρησκευτική του συνείδηση ξυπνάει και τον ενοχλεί, βασανίζεται από τον απόηχο των τύψεών του, και την ελέγχει με το «εάν τόσο πολύ με εμπιστεύεστε»… και ο Θορίλια, παραδοσιακά ισπανός όπως ο Τίρσο, είδε στη ζωή του Τενόριο ένα θρησκευτικό μυστήριο που επικαλύπτει το απόλυτα ερωτικό. Ο Δον Χουάν θέλει να εξασφαλίσει την αθανασία της ψυχής του. Και από αγάπη του την εξασφαλίζει εκείνη, η Ινές που είχε αποπλανήσει. Η αγαπημένη, τώρα μητρική, σε μία γεμάτη αγάπη αγκαλιά –αγκαλιά αγάπης και θανάτου– τον οδηγεί στον ουρανό. Και αυτό το δράμα, τόσο βαθιά βιωμένο από τον Θορίλια σαν ένα θρησκευτικό μυστήριο, είναι ακόμη και σήμερα στην Ισπανία μια πράξη καθολικής εθνικής λατρείας, είτε λαϊκής είτε κοσμικής. Κάθε χρόνο τις ημέρες της μνημόνευσης των νεκρών, των ευλογημένων ψυχών του Καθαρτηρίου ο λαός παρίσταται, όπως σε μια λειτουργία, σε μια λιτανεία, σε μια κηδεία, για να δει και να ακούσει και να θαυμάσει, να φοβηθεί και να συμπονέσει τον Δον Χουάν, και για να δει και να ακούσει και να συμπονέσει και ακόμα να λατρέψει τη Δόνα Ινές –«Δόνα Ινές της ψυχής μου»–, μητρική και παρθενική ταυτόχρονα. Μια και κάθε πραγματική μητέρα είναι παρθένα και κάθε πραγματική παρθένα είναι μητέρα. Γυναίκα και όχι θηλυκό, γυναίκα με όνομα και ιστορία.
Γιατί ερωτεύονται τον Δον Χουάν τα θύματά του; Είναι γιατί, όπως υποστηρίζουν κάποιοι συγγραφείς, αισθάνονται την υποτιθέμενη θηλυκότητά του; Μήπως από κάποιο είδος υπολανθάνουσας γυναικείας ομοφυλοφιλίας; Ουδαμώς! Είναι γιατί τον συμπονούν. Τον ευγνωμονούν, πρώτα απ’ όλα, γιατί τις προσέχει, αναγνωρίζει την προσωπικότητά τους, και ας είναι σωματική, ας είναι η εξωτερική εμφάνιση. Και γιατί θέλει –ακόμα και χωρίς αυτός ο ίδιος να το θέλει πραγματικά– να τις κάνει μητέρες. Υπάρχει ματαιότητα σ’ αυτό, χαιρεκακία, όταν κάποια νιώθει εξέχουσα, εκλεκτή και όταν εξέχει με αυτόν τον τρόπο. Αλλά υπάρχει, επιπλέον, και ίσως πάνω απ’ όλα, μητρική συμπόνια. «Ας μην υποφέρει ο καημένος για μένα!» Κάποτε το θύμα παίρνει τον Δον Χουάν, τον ακουμπάει στο στήθος του, τον αφήνει να στηριχτεί στον κόρφο του, ίσως ακόμα και να του βάζει το στήθος στο στόμα. Κακόμοιρε Δον Χουάν!
Η τελική απολύτρωση του Δον Χουάν στο ισπανικό μυστήριο –απόκρυφο και συμβολικό– του Θορίλια τελείται με τη μεσολάβηση μιας μεσάζουσας, μιας μεσολαβήτριας: αυτή είναι η Δόνα Ινές, η θρήσκα. Αυτήν συγχωρεί πρώτα ο Κύριος, και τη συγχωρεί όπως ο Ιησούς Χρηστός την αμαρτωλή του ευαγγελίου που μπήκε στο σπίτι ενός φαρισαίου όπου βρισκόταν ο Λυτρωτής και του έχρισε με μύρο τα πόδια του και έκλαψε πάνω από αυτά και τα έπλυνε με δάκρυα και του τα στέγνωσε με τα μαλλιά της και του τα φίλησε. Και στην κακογλωσσιά του φαρισαίου Αυτός απάντησε με μία παραβολή και με μομφές, και ύστερα συγχώρησε την αμαρτωλή για τις αμαρτίες της δείχνοντάς του ότι εκείνη συγχωρείται, επειδή είχε αγαπήσει πολύ και ότι όποιος συγχωρείται λίγο, είναι επειδή αγάπησε λίγο. Και μετά της είπε: «η πίστη σου σε έσωσε· πήγαινε εν ειρήνη!» (Λουκάς, VII.)
Έτσι λοιπόν και η δύστυχη Ινές, η θρήσκα από το ισπανικό μας μυστήριο, αυτό του Θορίλια, η θρησκευτικά ερωτευμένη με τον Γλεντοκόπο, συγχωρείται γιατί αγάπησε πολύ, γιατί συμπόνεσε τον Δον Χουάν, τον καημενούλη!, και έτσι μπόρεσε να του μεταδώσει τη συγγνώμη της και να τον συγχωρήσει στο όνομα του Ιησού Χριστού, αφού έφτανε στο τέλος της η εγγύηση για το «εάν τόσο πολύ με εμπιστεύεστε»…, έφτανε η μετάνοια. Και εδώ η Δόνα Ινές δεν εκτελεί χρέη ούτε αγαπητικιάς ούτε αρραβωνιαστικιάς ούτε συζύγου, αλλά της αδελφής του ελέους. Αδελφή και μάλιστα του ελέους. Αδελφή που σημαίνει να είσαι μητέρα. Και τι είναι τα θύματα του Γλεντοκόπου αν όχι αδελφές του ελέους γι’ αυτόν; Ευσπλαχνία και όχι με τη σωματική έννοια της αγάπης, agape και όχι eros, ευσπλαχνία, συμπόνια, αδερφική αγάπη που ταυτόχρονα είναι και μητρική. Ή πατρική σε άλλη περίπτωση. Κι έτσι εξηγείται γιατί σε αυτή την ερμηνεία μου για το μυστήριο του Δον Χουάν οι γυναίκες του εμφανίζονται ως αδελφές και αυτός, ο Δον Χουάν, ως Αδελφός Χουάν. Και παράλληλα διαμεσολαβητής, μεσάζων. Και εκείνες μητρικές και αδελφικές, λυτρωτικές.
Είναι πασίγνωστο ότι το πραγματικό μαρτύριο της γυναίκας –της γυναίκας, όχι του θηλυκού– είναι εκείνο της άγονης μητρότητας· έτσι και οι καημένες οι καλογριούλες στο κελί τους απονέμουν λατρεία στο Νήπιο Ιησού περισσότερο από ό,τι στον Νυμφίο. Είναι πασίγνωστο –και το έχω αναπτύξει στο βιβλίο μου για την Αγωνία του Χριστιανισμού– όλο το παιχνίδι που παίζει στη θρησκεία μας το μυστήριο της αγαμίας. Ο Άγιος Αυγουστίνος που έγινε πατέρας κατά σάρκα, που απέκτησε έναν γιο από σάρκα γράφει εγκωμιάζοντας την αγαμία –και τη χηρεία– ότι με αυτή θα γέμιζε πολύ νωρίτερα η Πολιτεία του Θεού –με ψυχές φυσικά!– και θα ερχόταν πολύ πιο γρήγορα το πλήρωμα του αιώνα.
Ναι, το ξέρω· υπάρχει η καρμελιανή μυστικότητα, η τερεζιανή, αυτή της εγγενούς μοναχικής περισυλλογής, αυτή των μεταρσιώσεων και των ξεσπασμάτων και οι λιποθυμίες στην απομόνωση –ο Εραστής και η Ερωμένη– και η θρησκευτική έκσταση, η πνευματική μνηστεία και τέλεση γάμων. Θρησκεία μοναχικών, εργένηδων. Ο φραγκισκανός Μ.Α.Π. αδελφός Χουάν ντε λος Άνχελες στο κεφάλαιο ΧΙ του συγγράμματός του Πνευματική και αγαπητική πάλη ανάμεσα στον Θεό και την ψυχή δίνει το στίγμα του, όταν γράφει για τη «μοναδική στοργή του Νυμφίου» αυτή τη φρικτή φράση: «Εγώ για τον Θεό και ο Θεός για μένα και κανένας άλλος.» Το αποκορύφωμα της μοναστικής ζωής, της μοναχικότητας, της άρνησης της μητρότητας και της πατρότητας, της ιστορίας, της ζωής της ανθρωπότητας, της παγκόσμιας και κοινής για τους ανθρώπους ψυχής! Και εκείνος που τα έγραφε αυτά δεχόταν να ονομάζεται Α.Π. Αιδεσιμότατος Πατήρ! Πατέρας;
Σε αυτά αντιτάχθηκε ένας άλλος καλόγερος, ο αδερφός Μαρτίνος Λούθηρος, αυγουστινιανός αυτός, που θέλησε να γίνει πατέρας κατά σάρκα όπως είχε γίνει ο άγιος Αυγουστίνος, και γι’ αυτό πήρε για γυναίκα του μία καλόγρια, για να την κάνει μητέρα. Και δεν εναντιώθηκε σε εκείνη την ασκητική και μυστική μοναχικότητα από λαγνεία, εξ αιτίας σαρκικών ορέξεων, αλλά εξ αιτίας του συναισθήματος που νιώθει ένας πατέρας, που ταυτόχρονα είναι και το συναίσθημα που νιώθει ένας γιος. Και ένιωσε τη σχέση του με τον Θεό του, όχι όπως αυτή που υπάρχει ανάμεσα στον σύζυγο και τη σύζυγο –ή στη σύζυγο και τον σύζυγο– αλλά όπως αυτή ανάμεσα στον γιο και τον πατέρα. Και το συναίσθημα της πίστης του ήταν σαν το συναίσθημα που νιώθει ένας γιος, συναίσθημα εγκατάλειψης στα χέρια του Πατέρα. «Στα χέρια σου, Κύριε, εναποθέτω το πνεύμα μου.» Και άρχισε να προσπαθεί να αγιάσει την αστική ζωή όπου υπάρχουν γονείς και παιδιά κατά τη σάρκα του πνεύματος και κατά το πνεύμα της σάρκας. Μια και δεν αρκεί να γεμίσει με ψυχές η Πολιτεία του Θεού.
Αυτή η καθαρά μυστικιστική αγάπη, αυτή της εγγενούς περισυλλογής, του Άσματος Ασμάτων ερμηνευμένου σύμφωνα με μία θεϊκή βάση, αυτή του «εγώ για τον Θεό και ο Θεός για μένα και κανείς άλλος», μοιάζει πολύ με μια άλλη αγάπη κάποιου άλλου μοναχικού, τη διανοητική αγάπη του Βενεδίκτο –Μπαρούχ ή Μπέντο– Σπινόζα, ενός άλλου φοβερού εραστή πνιγμένου στην αιωνιότητα. Και πόσα θέματα υπάρχουν σ’ αυτές τις μυστικιστικές αγορεύσεις και μονολόγους! Στις κοινές ψυχές –που αποτελούν την πλειοψηφία– αποπροσανατολισμένες από τέτοιους μονολόγους, η αγάπη περιορίζεται σε ρομάντζο και η συνομιλία με τον Αγαπημένο σε τίποτα περισσότερο από κακολογίες και κακεντρεχή σχόλια.
Αλλά η αγάπη του καρπού και της συνέχειας και της διατήρησης και της παράδοσης μας δίνει την άγια συνήθεια. Αναπαραγωγή σημαίνει να διατηρείς την πνευματική ταυτότητα του είδους, την ιστορική προσωπικότητα. Και δεν σημαίνει ότι κάποιος αναπαράγεται για να μην πεθάνει, αλλά πεθαίνει επειδή έχει αναπαραχθεί, επειδή έχει δοθεί. Η απόλαυση της αναπαραγωγής –σαρκικής ή πνευματικής, με γόνους ή με έργα– είναι μια έκσταση, ένα ξέσπασμα, μια αποξένωση και μια απόλαυση θανάτου. Θανάτου και ανάστασης. Είναι να εκμηδενίζεσαι σαν άτομο ξέχωρο και διαφορετικό. Και ο Δον Χουάν, αν και χωρίς να το ξέρει, έψαχνε τον εαυτό του στα θύματά του. Δεν ήθελε να πεθάνει έτσι απλά.
Εκείνο το υπέροχο άσμα του Λεοπάρντι για τον έρωτα και τον θάνατο –Amore e Morte– μας λέει πώς όταν φτάνει η αγάπη στην καρδιά υποτιμάται η ζωή και ο καθένας νιώθει έτοιμος να κινδυνεύσει γι’ αυτήν και γεννιέται το κουράγιο, και τα ανθρώπινα τέκνα γίνονται σοφά με έργα, και όχι με μάταιες σκέψεις όπως συνηθίζεται:

e sapiente in opre
non in pensiero in van, siccome suole,
divien l’ umana prole.


Σοφά με έργα! Με έργα ζωής! Και με το να γεννιέται στα βάθη της καρδιάς μια αγαπητική στοργή:

languido e stanco insiem con esso in petto
un desiderio de morir si sente.
[στίχ. 24-26 και 30-31]


Η αγάπη και ο θάνατος! Αλλά ένας θάνατος που είναι αναπαραγωγή, δηλαδή ανάσταση. Όταν στο δραματικό μυστήριο του Ερνέστ Ρενάν «Η ηγουμένη της Ζουάρ» βρίσκεται αυτή, η ηγουμένη, στα κάτεργα του επαναστατικού Τρόμου με τον παλιό της αρραβωνιαστικό, καταδικασμένοι και οι δύο σε θάνατο, πριν ξεκινήσουν για να πεθάνουν, ενώνονται σε μια αγωνιώδη σύνδεση αγάπης και θανάτου, και καθώς έπειτα απαλλάσσονται από τον θάνατο, προκύπτει ένας σαρκικός καρπός εκείνης της θνητής αγάπης.
Από την άλλη, ας πάρουμε την περίπτωση ενός φρικτού ντοκουμέντου της χαρακτηριστικά δονζουανικής αγάπης, του μοναστικού αισθησιασμού που είναι μοναχικός. Είναι η αγάπη που βρίσκουμε στις τόσο γνωστές και ένδοξες «Επιστολές μιας θρησκευόμενης πορτογαλίδας». Η θρησκευόμενη –θρησκευόμενη;– ήταν η αδελφή Μαριάννα Αλκοφοράδο από την Μπέζα του Αλεντέζου της Πορτογαλίας. Την έκλεισαν από μικρή σε ένα μοναστήρι φραγκισκανών στην ίδια την Μπέζα και εκεί μεγάλωσε, σε εκείνο το μοναστήρι της υψηλής κοινωνίας της Πορτογαλίας του XVII αιώνα –η Μαριάννα γεννήθηκε το 1640–, μαραμένο λουλούδι σε γλάστρα μοναστηριού, εκεί όπου έρχεται η ωρίμανση τόσο νωρίς, «η ευχαρίστηση» όπως λένε εδώ γύρω οι χωριάτες. Στα εικοσιπέντε της χρόνια τρύπωσε στο κελί της, στην κάμαρά της, ο κώμης της Σαμιλύ, ένας γάλλος στρατιωτικός που βρισκόταν σε εκστρατεία. Ένας Δον Χουάν; Όχι· η Δον Χουάν –για να μην πούμε η Δόνα Χουάνα– φαίνεται πως ήταν εκείνη, εκείνη ήταν η ξελογιάστρα. Ο κακόμοιρος ο ιππότης την εγκατέλειψε και εκείνη παρέμεινε στο μοναστήρι στην κατηγορία τορναδόρου. Το 1669 δημοσιεύτηκαν, μεταφρασμένες στα γαλλικά, οι επιστολές της αδελφής Μαριάννας. Τι επιστολές! Και εκείνη έβρισκε ικανοποίηση θυσιάζοντας τη ζωή της για τον αγαπημένο της. Βίωσε την έκσταση –της κοσμικής και σαρκικής αγάπης– νιώθοντας κάποτε για περισσότερο από τρεις ώρες ότι την έχουν εγκαταλείψει όλες της οι αισθήσεις. Πέθαινε από αγάπη. Και από απουσία, βέβαια! Ζητούσε στον κακόμοιρο τον κώμη της Σαμιλύ, που απουσίαζε, να την κάνει να υποφέρει ακόμη περισσότερα δεινά. «Γνωρίζω –του έλεγε– πολύ καλά πως όλες οι συγκινήσεις που καταλάμβαναν το μυαλό μου και την καρδιά μου δεν αντικατοπτρίζονταν σε σένα για τίποτα παραπάνω παρά για μερικές ηδονές που τις ολοκλήρωναν.» Έλεγε όμως ότι προτιμούσε να υποφέρει ακόμα περισσότερο παρά να τον ξεχάσει. «Αξίζει περισσότερο να υποφέρω όσα υποφέρω από ό,τι η απόλαυση των νωθρών ηδονών που σου προσφέρουν οι αγαπημένες σου στη Γαλλία.» Και προσθέτει το εξής, ειλικρινά διαβολικό και μοχθηρό: «Επαίρομαι που σε έχω φέρει σε τέτοια θέση, ώστε χωρίς εμένα να μην έχεις τίποτε παραπάνω από ατελείς ηδονές… θέλω όλος ο κόσμος να το ξέρει και δεν το κρατάω μυστικό· είμαι συνεπαρμένη που έχω κάνει ό,τι έκανα για σένα ενάντια σε κάθε είδος ευπρέπειας.» Και λιποθυμάει η καημένη φραγκισκανή αμέσως μόλις τελειώνει το γράμμα ή έτσι λέει τουλάχιστον. «Πώς είναι δυνατόν με τόση αγάπη να μην έχω μπορέσει να σε κάνω εντελώς ευτυχή;», του λέει, και προσθέτει: «Λυπάμαι για την αγάπη σου μόνο τις ατέλειωτες ηδονές που έχασες· έπρεπε να μην έχεις θελήσει να τις απολαύσεις; Αχ, αν τις είχες γνωρίσει, θα είχες πεισθεί χωρίς αμφιβολία ότι ήταν πιο αισθαντικές από το να με εξαπατήσεις· θα είχες νιώσει ότι είναι μεγαλύτερο ευτύχημα και ότι γίνεται κάπως πιο αισθητό –touchant, λέει το γαλλικό κείμενο– το να αγαπάς βίαια από το να αγαπιέσαι… Ζηλεύω εξοργιστικά όλα όσα σου προσφέρουν απόλαυση και συγκινούν την καρδιά σου και σε ικανοποιούν στη Γαλλία…» Και μετά τον κατηγορεί ότι δεν έχει αναζητήσει παρά χονδροειδείς απολαύσεις. Είναι απίστευτο! «Ένιωσα ότι μου ήσουν λιγότερο αγαπητός από ό,τι το πάθος μου.» Και μετά μιλάει για τη συνήθη υπερηφάνεια του φύλου της και ξεσπάει ως εξής: «Γιατί δεν αφήνεις ήσυχο το πάθος μου; Είμαι πεπεισμένη ότι θα βρω μάλλον σ’ αυτή τη χώρα –στην Πορτογαλία– έναν εραστή πιο πιστό, όμως, αχ!, ποιος θα μπορέσει να μου δώσει αγάπη…; Μια τρυφερή καρδιά δεν ξεχνάει ποτέ αυτό που την έκανε να νιώσει παραφορά που δεν γνώριζε, αλλά για την οποία ήταν ικανή… Χρειάζεται τέχνασμα για να γίνεις ποθητός· πρέπει να ψάξεις με δεξιοτεχνία τρόπους για να ερεθίσεις· η αγάπη από μόνη της δεν δίνει αγάπη…»
Αγάπη, αγάπη! Τι καταλάβαινε ή καλύτερα τι αισθανόταν ως αγάπη στα είκοσι εφτά της χρόνια εκείνη η φλογερή αδελφή τορναδόρα του μοναστηριού φραγκισκανών της Μπέζα στο Αλεντέζου; Και να μην μπορούμε να διαβάσουμε εκείνες της επιστολές από το πρωτότυπο στα πορτογαλικά που βέβαια ήταν γραμμένες! Σε εκείνες πάλλεται αυτή η φοβερή όπως ονομάζεται μοναστηριακή αγάπη, ενός μυστικιστικού ερωτισμού ή ενός ερωτικού μυστικισμού, αυτή η αγάπη των μοναχικών. Μοναχικοί κελιού ή κάμαρας. Κάτι που δεν χαρακτηρίζει την αδελφή Μαριάννα Αλκοφοράδο, γεμάτη από τη συνήθη υπερηφάνεια του φύλου της –το λέει εκείνη η ίδια–, είναι η γυναίκα στη βαθύτερη έννοια, είναι η μητέρα και η παρθένα. Η δική της περίπτωση είναι ίσως η πιο τυπική ενός θηλυκού δονζουανισμού.
Και ενάντια σ’ αυτό η συνήθεια, η αγία συνήθεια, ο αγωγός της πιο ιδιωτικής και πλήρους ζωής, η ανθρώπινη αγάπη, αυτή που καθιερώνει και θεμελιώνει την παράδοση, την ιστορία, την ανθρωπότητα. Από τα φτωχά θύματα του Δον Χουάν ξεριζώθηκε η συνήθεια, η δική μας καθημερινή αγάπη –ο Πατέρας μας που βρίσκεται στους ουρανούς ας μας τη δίνει σήμερα–, αυτή που κάνει τη γυναίκα και τον άντρα της άνθρωπο. Οι δυο τους ένας μόνο άνθρωπος, ένα πρόσωπο, δύο πνεύματα σε μία σάρκα. Που είναι το ίδιο με τις δύο σάρκες σε ένα πνεύμα. Ομολογώ ότι αυτές οι φτωχές γυναίκες που περνούν από το σανίδι του έργου μου «Ο αδελφός Χουάν» μόλις που είναι σκιαγραφημένες. Όμως οι γυναίκες των φανταστικών μου έργων, τα δημιουργήματά μου –και ταυτόχρονα δημιουργοί– δεν είναι ακριβώς θηλυκές, κατά γράμμα. Περνούν από τα έργα μου σχεδόν πάντα σιωπηλά, το πολύ ψιθυρίζοντας, κάνοντας προσευχές, σιωπώντας για την ακοή –για την ακοή της καρδιάς– των ανδρών τους, χρίζοντάς τους με τις δροσοσταλίδες της σύμφυτής τους ανθρωπιάς.

Η Χοσέφα Ιγνάθια του Πέδρο Αντώνιο του έργου μου «Ειρήνη στον πόλεμο» «όλα τα πρωινά με την αυγή πήγαινε στη λειτουργία της ενορίας της, και όταν στο παλιό προσευχητάρι με τα λιγδιασμένα περιθώρια και τα μεγάλα γράμματα, βιβλίο που, αφού της μιλούσε στα βασκικά, ήταν το μοναδικό που ήξερε να καταλαβαίνει, έφτανε στο κενό για την προσευχή όπου έλεγε ότι κάποιος μπορούσε να ζητήσει από τον Θεό μια ιδιαίτερη χάρη που θα επιθυμούσε να του εκπληρώσει, χωρίς να κουνάει τα χείλη, από ντροπή, νοερά, για πολλά χρόνια, τη μια μέρα μετά την άλλη, ζητούσε από τον Θεό ένα παιδί. Που τελικά της το έστειλε για να πεθάνει στον πόλεμο. Και έτσι πια νεκρό, νεκρή και η Χοσέφα Ιγνάθια, αφού έκλεισε «τα γλυκά της μάτια σφραγισμένα με γαλήνη, μάτια στα οποία αποτυπωνόταν η βαθιά συνήθεια μιας μακράς συμβίωσης μαζί του», με τον Πέδρο Αντώνιό της, ετούτος ένιωσε ξανά να δυναμώνει η θέλησή του για ζωή, «για να ζήσει με την ευχαρίστηση του να περιμένει την ώρα που θα έπρεπε να ενωθεί με τον γιο του και τη γυναίκα του».
Η καημένη Μαρίνα, η Ματέρια, η γυναίκα του Δον Αβίτο Καρασκάλ του έργου μου «Αγάπη και Παιδαγωγία» περνά σαν μια οδυνηρή και λυτρωτική σκιά, θεραπευτική, σαν μια παρθενική μητέρα μέσα από τη διδακτική τρέλα του συζύγου της, που τελικά πέφτει ανήμπορος στην αγκαλιά της, στη θέα της αυτοκτονίας του γιου, κλαψουρίζοντας: «Μητέρα!»
Η Χούλια του έργου μου «Τίποτα λιγότερο από έναν ολόκληρο άνθρωπο», αυτή του καημένου του Αλεχάνδρο Γκόμεθ, τυράννου λόγω συστολής, περήφανου λόγω ταπεινοφροσύνης, αυτή που υποφέρει επειδή δεν ξέρει αν είναι ποθητή ή όχι, πεθαίνει ευτυχισμένη –θάνατος που είναι αγάπη, όπως η αγάπη είναι θάνατος– μόλις ακούει ότι στην αγωνιώδη ερώτησή της, της Χούλια: «Ποιος είσαι, Αλεχάνδρο;», εκείνος απαντάει κλαίγοντας με αναφιλητά: «Εγώ; Τίποτα παραπάνω από άντρας σου…, αυτός που εσύ έφτιαξες!»
Τι πρέπει να πω για το «Η θεία Τούλα»; Αυτή η υποδειγματική γυναίκα, πρότυπο μητρικής παρθενικότητας, παρθενικής μητρότητας, πεθαίνει μετανοημένη, επειδή δεν παραδόθηκε στη σάρκα του Ραμίρο.
Μέχρι και η Άνχελα Καρμπαλίνο του έργου μου «Άγιος Μανουέλ Μπουένο, μάρτυρας» ζει στην αγωνία του αν ο δάσκαλός της, ο πατέρας και πνευματικός αδελφός της, σχεδόν το είδωλό της, πίστευε ή δεν πίστευε ή πίστευε χωρίς να πιστεύει ότι πίστευε.
Μα γιατί να συνεχίσουμε να ανατρέχουμε στις υπόλοιπες; Μερικές είναι αρρενωπές, υπάρχει και κάποια σχεδόν δονζουανική, όμως όλες είναι στο βάθος γυναίκες. Και μάλιστα, όταν γνωρίσει κανείς καλά μια γυναίκα, τις γνωρίζει όλες, όταν μιλάμε για γυναίκες, εννοείται. Και δεν είναι ανάγκη να καταφεύγει κανείς σε ψυχιατρικές κλινικές.
Και πάντα επανέρχεται ξανά το πρόβλημα –ας το ονομάσουμε έτσι, γιατί δεν τα βρίσκουμε με τους βιολόγους– της σχέσης του Δον Χουάν, του αρσενικού, με τα θύματά του. Ή ίσως το αντίστροφο. Έχω ήδη πει για το ζευγάρι, τον αληθινό άνθρωπο. Ο Τζώρτζ Μέρεντιθ, ο βαθιά ποιητικός, ο συγγραφέας του ο «Εγωιστής» (The Egoist), ένας από τους πιο επίμονους ερευνητές στα έγκατα του δονζουανισμού, διατύπωσε στο ποίημά του «Η δοκιμασία της αρρενωπότητας» (The test of manhood) –γραμμένο στα εβδομήντα τρία του χρόνια! – ότι η Γη βρίσκει τελικά για τη γυναίκα έναν άντρα, για να ωθήσει το ζευγάρι στον στόχο των στόχων της.

Then Earth her man for woman finds at last,
To speed the pair into her goal of goals.

Μήπως ο Δον Χουάν είναι η καθαρή αρρενωπότητα –όχι ακριβώς ανδροπρέπεια ή αρρενοπρέπεια – ο καθαρός καταβολισμός που θα έλεγε κάποιος σχολαστικός βιολόγος, χωρίς τα κοινά χαρακτηριστικά όλων των ανθρώπων, ανδρών ή γυναικών, χωρίς ανδρισμό και χωρίς την παραμικρή αίσθηση της πατρικότητας; Γιατί η πατρικότητα είναι ανθρωπιά, είναι αρρενοπρέπεια και γι’ αυτό είναι επίσης «μητρικότητα». Ο άνδρας που αισθάνεται πραγματικά άνδρας, αισθάνεται ταυτόχρονα πατέρας και γιος και αδελφός και επίσης αισθάνεται μητέρα. Οι άνδρες που είναι πραγματικά πατέρες αισθάνονται μητέρες· αισθάνονται τη φαγούρα και μέχρι και το τσούξιμο του μικρού ατροφικού στήθους τους. Είναι έτσι ο Δον Χουάν; Ή μήπως είναι καλύτερα όπως ο κηφήνας της κυψέλης, που αισθάνεται μόνο τη φαγούρα –μέχρι και το τσούξιμο– του να πηγαίνει να γονιμοποιεί τη βασίλισσα, τη γεννήτρα, αν και όχι μόνο γι’ αυτό μητέρα; Γιατί δεν είναι αυτή που ανατρέφει τα αναθρέμματα, τις μέλισσες –και ανατρέφω είναι δημιουργώ, το λέει η ίδια η λέξη–. Και για κάθε βασίλισσα –για κάθε εκλεκτή– υπάρχουν διάφοροι κηφήνες, οι περισσότεροι από αυτούς υπεράριθμοι ή εφεδρικοί. Ίσως εφήμεροι. Όπως οι περισσότεροι από τους Δον Χουάν, υπεράριθμοι εφεδρικοί και εφήμεροι επίσης. Αφού η δημόσια ζωή της κυψέλης, της ανθρωπότητας στην περίπτωσή μας, της Πολιτείας του Ανθρώπου, εξαρτάται από τη φροντίδα της αγάπης, της αγίας συνήθειας, των εργατριών, των μελισσών που είναι πραγματικά μητέρες και πατέρες –πατρικές μητέρες, μητρικοί πατέρες– κι ας λένε ό,τι θέλουν οι εντομολόγοι και οι μελισσοκόμοι, αυτές ανατρέφουν την οικογένεια και συντηρούν το σμήνος.
Ή μήπως δεν θα αντιπροσωπεύσει ο Δον Χουάν αυτό… –«αυτό», γένους ουδετέρου– αυτό που προηγείται της διαφοροποίησης των φύλων; Που δεν είναι ακριβώς η παιδική ηλικία, μια και ο Δον Χουάν έχει λίγο ή σχεδόν δεν έχει τίποτα παιδικό. Μάλλον κάτι πρόωρα γερασμένο. Όχι διφορούμενο, ούτε το ίδιο και για τα δύο γένη ή κοινό και των δύο, αλλά κάτι ουδέτερο. Και τελικά ίσως είναι ένας μεσολαβητής, ένας τρίτος, ένας προξενητής ή ας το πούμε με το σωστό του όνομα: ένας προαγωγός, ως συνήθως ασυνείδητος. Ένας προαγωγός όπως αυτοί οι μπάμπουρες –κηφήνες με τον τρόπο τους– που μεταφέρουν από λουλούδι σε λουλούδι τη γονιμοποιό γύρη. Γι’ αυτούς, για τους προαγωγούς, είπε ο δικός μας κύριος ο Δον Κιχώτης ότι η δουλειά τους ήταν «αξίωμα φρονίμων και απόλυτα αναγκαίο στη δημοκρατία» –δεν είπε στο βασίλειο– «την καλά οργανωμένη, και ότι δεν θα έπρεπε να το εξασκούν παρά άνθρωποι πολύ καλογεννημένοι», μεταξύ όλων των άλλων που μπορούμε να διαβάσουμε στο βιβλίο σχετικά με αυτό το θέμα. Και σ’ αυτό το βιβλιαράκι μου με το «Ο αδερφός Χουάν ή Ο κόσμος είναι θέατρο» σκιαγραφημένη αυτή τη διδαχή θα μπορέσει να δει ο αναγνώστης –ή να ακούσει ο ακροατής και θεατής, εάν καταφέρει τελικά να παρασταθεί στο σανίδι–. Αρκετά όμως με τα κριτικά σχόλια από σκηνής, ας μην παριστάνω άλλο τον Μαστρο-Πέδρο[2] που κηρύττει από το παρασκήνιο.
Γιατί αυτοί οι μεταφορικοί συλλογισμοί, αυτές οι πραγματείες στη σκηνή για τον Μαστρο-Πέδρο προηγήθηκαν ή ακολούθησαν το έργο; Το δημιούργησαν ή δημιουργήθηκαν από αυτό; Ο Θεός το ξέρει. Αν και ναι, το γνωρίζουμε. Το αίμα από τη σάρκα φτιάχνει το οστό, φτιάχνει τον μυελό του, και το οστό, ο μυελός, φτιάχνει τη σάρκα και το αίμα. Η ιδέα γεννιέται από τον λόγο και ο λόγος από την ιδέα, που είναι το ίδιο πράγμα. Και για την ακρίβεια η εμβρυολογία –πρέπει να είμαστε σχολαστικοί πότε-πότε, δηλαδή: λόγιοι· δεν αρκεί να παραμείνει κανείς ερασιτέχνης, ποιητής– η εμβρυολογία μάς δείχνει ότι ο σκελετός δημιουργείται από το δέρμα· το επονομαζόμενο βάθος αυτού που ονομάζουμε σχήμα, το από μέσα από το απ’ έξω, αυτό που μένει από αυτό που περνά. Αν και τελικά η αλήθεια είναι ότι όλα παραμένουν και όλα περνούν, το προσωρινό είναι μόνιμο και η μονιμότητα είναι προσωρινή. Και όσον αφορά στο έργο μου, είμαι σταθερά πεπεισμένος ότι, εάν πρέπει να παραμείνει κάτι απ’ αυτό, θα είναι εκείνο που επιφανειακά ονομάζουμε επιφανειακό, το καλλιτεχνικό ή, για να το πούμε καλύτερα, το ποιητικό, το περιτύλιγμα, η φόρμα, το σώμα με τη χρωματιστή του όψη –ρόδινη, στο χρώμα της σάρκας– με τα νεύρα του από γαλάζιες φλέβες, μέχρι και τα κότσια που αφήνει να ξεπροβάλλουν ο επενδυμένος σκελετός. Και όσο γι’ αυτόν, για έναν ακριβώς τέτοιο σκελετό, όσο για τη ραχοκοκαλιά, αφήνω τη μελέτη της στους ανατόμους ή στους ταριχευτές που αφιερώνονται στην ανάλυση της συσχέτισης των ιδεών –κάποιοι τους ονομάζουν κριτικούς, και κάποιοι άλλοι ιστοριοδίφες του πολιτισμού… του πολιτισμού!–. Και τι πρέπει να κάνουν, αν δεν ξέρουν ή δεν μπορούν – και δεν λέω ότι δεν θέλουν, γιατί όποιος δεν θέλει είναι επειδή δεν ξέρει ή δεν μπορεί– να γεννήσουν, ως τέλειοι άνθρωποι, παιδιά από σάρκα και αίμα και οστά μέσα τους;

Μα φτάνει. Ο Μαστρο-Πέδρο αποσύρεται από τη σκηνή.

Σαλαμάνκα, Ιούλιος του 1934.


_______________
Σ  Υ  Ν  Ε  Χ  Ι  Ζ  Ε  Τ  Α  Ι        Σ  Τ   Ο     Ε  Π  Ο  Μ  Ε  Ν  Ο     Τ  Ε  Υ  Χ  Ο  Σ
________________