Στις 28 Ιανουαρίου 1983, στις πέντε τα ξημερώματα, η Alix Cléo Roubaud (née Blanchette), πεθαίνει από πνευμονική εμβολή, σε ηλικία 31 ετών, τρία χρόνια μετά το γάμο της με τον κατά 20 χρόνια μεγαλύτερό της Jacques Roubaud. Καναδή, κόρη ενός διπλωμάτη και μιας ζωγράφου, γεννημένη στις 19 Ιανουαρίου 1952 στο Μεξικό, πάσχει εκ γενετής από βαριά μορφή άσθματος. Λόγω της επαγγελματικής δραστηριότητας του πατέρα της, θα ζήσει λίγο στον Καναδά, και περισσότερο νομαδικά, περνώντας μεγάλο μέρος της παιδικής και εφηβικής της ηλικίας στη Νότια Αφρική, την Αίγυπτο, την Πορτογαλία και την Ελλάδα. Ο ήλιος, γράφει αργότερα ο Roubaud, της θύμιζε τις μέρες που έζησε στην Αθήνα, όπου οι κρίσεις άσθματος ήταν ελάχιστες: γι’ αυτήν, ήλιος σήμαινε ν’ ανασαίνεις ελεύθερα. Μετά το λύκειο, θα σπουδάσει αρχιτεκτονική και ψυχολογία στην Oτάβα, και φιλοσοφία στην Aix-en-Provence και το Παρίσι. Το 1978 θα «ανακαλύψει» τη φωτογραφία, και θα αρχίσει να ασχολείται με αυτήν παθιασμένα. Την θεωρεί μια από τις δύο σημαντικές της δραστηριότητες. Η άλλη είναι το ημερολόγιο της, το οποίο κρατάει συστηματικά, γράφοντας πότε στα γαλλικά και πότε τα αγγλικά, από την ηλικία των 18 ετών. Η τελευταία της καταχώρηση είναι την ημέρα των τριακοστών πρώτων γενεθλίων της, εννέα ημέρες πριν πεθάνει.
Ο Roubaud, που γεννήθηκε στα περίχωρα της Λιόν (Caluire-et-Cuire, 5 Δεκεμβρίου 1932), μεγάλωσε στην πόλη των τρουβαδούρων, την Καρκασόν (περιοχή Languedoc-Roussillon, Νότια Γαλλία) και αργότερα έζησε στο Παρίσι. Καθηγητής μαθηματικών στο Δυτικό Πανεπιστήμιο του Παρισιού, στη Nanterre (Paris X), ποιητής, μυθιστοριογράφος, δοκιμιογράφος, μεταφραστής, και μέλος της ομάδας Oulipo (Ouvroir de Littérature Potentielle) από το 1966, πήρε την απόφαση να ασχοληθεί σοβαρά με την ποίηση μετά την αυτοκτονία του αδελφού του Jean-René, το 1960. Στον δεύτερο σημαντικό θάνατο της ζωής του, εκείνον της Alix, ο Roubaud καταρρέει. Σταματάει να γράφει ποίηση για σχεδόν 30 μήνες. Όταν ξαναρχίζει, προσπαθεί να συλλάβει και να αποτυπώσει την εσωτερική περιπέτεια που έζησε όλους αυτούς τους μήνες του πένθους. Μετά από ένα χρόνο, στις 13 Μαΐου 1986, δημοσιεύονται τα ποιήματα αυτά με τον γενικό τίτλο Quelque chose noir (Κάτι Μαύρο). Ο τίτλος είναι παρμένος από μια σειρά 17 φωτογραφιών της Alix, που εκείνη είχε ονομάσει Si quelque chose noir (1980), αν και ο αρχικός τίτλος που είχε σκεφτεί η Alix ήταν Rakki tai, ένα είδος ιαπωνικής μεσαιωνικής ποίησης, «για τον εξευμενισμό των δαιμόνων». Την ίδια χρονιά (1986), η συλλογή ποιημάτων του Roubaud βραβεύεται με το Prix France Culture.
Δομικά, η συλλογή Κάτι Μαύρο είναι βασισμένη σε μια παραλλαγή της sextine, μιας ποιητικής φόρμας στην οποία το ποίημα συντίθεται από έξι εξάστιχα, οι τελευταίες λέξεις των οποίων παραμένουν ίδιες, όμως η σειρά τους κάθε φορά αλλάζει, ενώ τελικά το ποίημα κλείνει με μια τρίστιχη κατακλείδα. Η πρώτη sextine ήταν έργο του τρουβαδούρου Arnaut Daniel, τον 12ο αιώνα, ενώ αργότερα η φόρμα χρησιμοποιήθηκε πολύ από τον Δάντη και τον Πετράρχη, αλλά και από μεταγενέστερους ποιητές (Camões, Pound, Zukofsky), καθώς και από σημαντικό αριθμό μελών του Oulipo, όπως οι Raymond Queneau, Oskar Pastior, Ian Monk και Hervé Le Tellier. Εδώ λοιπόν, ο Roubaud εισάγει έναν ήπιο ουλιπιανό περιορισμό, χρησιμοποιώντας την neuvine: το έργο αποτελείται από εννέα μέρη (και ένα δέκατο, που περιλαμβάνει μόνο ένα ποίημα, ως κατακλείδα), κάθε μέρος από εννέα ποιήματα, και κάθε ποίημα από 9 στίχους. Το μήκος των στίχων είναι ελεύθερο από περιορισμούς, που ενώ κάποιες φορές θυμίζουν πρόζα, παρ’ όλα αυτά έχουν έντονη ποιητική διάθεση.
Στο σύνολο της η συλλογή αυτή του Roubaud αποτελεί ένα σύγχρονο θρήνο για την απώλεια του αγαπημένου προσώπου και μια περιγραφή της εσωτερικής προσπάθειας να αντιμετωπιστεί η πανταχού παρούσα απουσία του με τη μορφή του στοχασμού. Ο Roubaud προσεγγίζει το συναίσθημα με αναλυτικό και εγκεφαλικό τρόπο. Τα ποιήματα συντίθενται από μονολόγους, θεωρητικές διερευνήσεις, ρητορικές ερωτήσεις προς την Alix, θραύσματα, ασύντακτες λέξεις, νοηματικά άλματα: τίποτα το περίεργο για κάποιον που κυριαρχείται από το έντονο συναισθηματικό στρες του πένθους. Όμως, παρ’ όλο που οι σκέψεις και τα συναισθήματα φαίνονται να οδηγούν αυθόρμητα το λόγο, τα ποιήματα προχωρούν με λογική σειρά, διαδοχικά, από το γεγονός προς τις συνέπειες. Και το πιο σημαντικό: παρ’ όλη την ένταση, ο Roubaud καταφέρνει να κρατηθεί αξιοπρεπής στη δοκιμασία αποτύπωσης των συναισθημάτων του πένθους, χωρίς να γίνει μελοδραματικός. Πάντως, ο λόγος του είναι ειλικρινής και βαθύς, και το συναίσθημά του βγαίνει ευθύ και αβίαστο. H ποικιλία των θεμάτων του είναι εντυπωσιακά μεγάλη. Πιθανόν σε αυτό να βοηθάει το γεγονός ότι πολλά από τα θέματα προκύπτουν από το ημερολόγιο και τις φωτογραφίες της Alix. Μάλιστα, ορισμένοι στίχοι σε κάποια ποιήματα αποτελούν απαντήσεις ή σχόλια σε καταχωρήσεις στο ημερολόγιό της: είναι σαφές ότι υπάρχει μια έντονη συνομιλία ανάμεσα στα δύο έργα, το Κάτι Μαύρο και το Ημερολόγιο της Alix.
Σε μια συνέντευξή του στον Manuel da Costa Pinto στη βραζιλιάνικη εφημερίδα Folha de Sao Paulo της 16ης Απριλίου 2005, ο Roubaud λέει: «Τα ποιήματα αυτού του βιβλίου περιέχουν τα υπολείμματα μιας προσπάθειας να εξουδετερωθεί η σιωπή την οποία επιβάλλει ο θάνατος. Ο ρυθμικός λόγος, που εγγράφεται μέσα στην ποίηση και μέσα στο στίχο, ήταν για μένα ένα σημάδι ζωής. Μπροστά στο θάνατο, όμως, με χτύπησε μια ανικανότητα να μιλήσω μέσω της ποίησης, μια αφασία». Σε πολλά ποιήματα υπάρχουν ακριβείς ή παραλλαγμένες επαναλήψεις. Ανάλογα με τη χρήση τους, δημιουργούν μια έντονη αίσθηση ρυθμού, ή αντίθετα, την εντύπωση της χαλαρότητας ενός παραληρήματος. Σε κάποια ποιήματα ανοίγεται μια συζήτηση σχετικά με την αντίληψη της πραγματικότητας. Είναι κάτι όχι αφύσικο στην στοχαστική ποίηση που χαρακτηρίζει το Κάτι Μαύρο. Εδώ ο Roubaud αναπτύσσει διάφορες σκέψεις στηριζόμενος σε ένα είδος αναλυτικής μεταφυσικής, όπου η αναλυτική φιλοσοφία και η λογική χρησιμοποιούνται για μια επεξεργασία μεταφυσικού τύπου.
Σε μια κεντρική θέση της ποιητικής του, ο Roubaud υποστηρίζει πως η λογοτεχνία είναι μνήμη και κώδικας, όχι μόνο μιας συγκεκριμένης γλώσσας, αλλά της γλώσσας γενικά, σε ό,τι αφορά στην λειτουργία και τους νόμους της. Στο πλαίσιο αυτό, μνήμη ονομάζει την διατήρηση (διάρκεια) ως σημασιολογικό προσδιορισμό, ενώ κώδικα θεωρεί την διατήρηση ως καθορισμό των φορμαλιστικών νόμων της γλώσσας σε διάφορα επίπεδα (ήχου, φράσης, ρυθμού, λόγου, κλπ) (Quelques thèses sur la poétique, Change no 6, Παρίσι, Seuil 1970). Παρ’ όλα αυτά, η μνήμη μπορεί να ξετυλίγεται σε πολλά επίπεδα, ενώ αντλεί το υλικό της ταυτόχρονα από την ιστορία και τη γλώσσα. Εδώ, η μνήμη λειτουργεί σε πολλά επίπεδα. Βρισκόμαστε μπροστά σε έναν τάφο. Ένα αντίγραφό του βρίσκεται στον τοίχο. Ένα αντίγραφο αυτού του αντιγράφου βρίσκεται εγγεγραμμένο στο οπτικό κέντρο του Roubaud. Τέλος, μέσα από τον κώδικα της γλώσσας του Roubaud, μια ποικιλία αντιγράφων σχηματίζεται στο οπτικό κέντρο κάθε αναγνώστη του ποιήματος, ορίζοντας την πολλαπλότητα ενός πραγματικού, αλλά και αισθητικού γεγονότος. Έτσι, ο Roubaud, μέσα από τον φορμαλισμό της γλώσσας, κάνει πολλαπλές παράλληλες εγγραφές της απώλειας, της οριστικής μοναξιάς, του κενού που είναι ο θάνατος, στη συλλογική μνήμη. Με την κοινωνική έννοια, η γλώσσα αποτελεί τη βάση των γεγονότων της ζωής μας. Τα δημιουργεί και τα επαληθεύει. Είναι το υλικό με το οποίο τελικά υφαίνεται η ιστορία των συναισθημάτων μας.
Ο Jacques Roubaud πέθανε στο Παρίσι στις 5 Δεκεμβρίου 2024, ακριβώς την ημέρα των ενενηκοστών δεύτερων γενεθλίων του. Αυτή η μετάφραση έγινε από την γαλλική έκδοση του Quelque chose noir, Jacques Roubaud, Παρίσι, Gallimard 1986, ενώ παράλληλα διασταυρώθηκε με την αγγλική μετάφραση του βιβλίου: some thing black, Jacques Roubaud, Normal Illinois, Dalkey Archive Press, 1990, μτφρ. Rosemarie Waldrop. ≈ Γ. Β.
Η μνήμη και ο κώδικας: Κάτι Μαύρο
Π Ε Ρ Ι Ε Χ Ο Μ Ε Ν Α
Στοχασμός της 12/5/85 ≈ Στοχασμός της βεβαιότητας ≈ Στοχασμός της 21/7/85 ≈ Α.Ρυ.Συ.Πε.Ποι.: Αφηρημένη ρυθμική σύνθεση για περιστέρια και ποιητή ≈ Λούντβιχ Βιτγκενστάιν ≈ Μοναδικός θάνατος ≈ Στοχασμός της πολλαπλότητας ≈ Θεολογία της ανυπαρξίας ≈ Αυτή τη φωτογραφία, την τελευταία σου ≈ Τέχνη της όρασης ≈ Πορνογραφία ≈ Σύμπαν ≈ Αφασία ≈ Αυτός ο χρόνος που είχαμε στον κόσμο ≈ Τίποτα
Στοχασμός της 12/5/85
Βρέθηκα μπροστά σ' αυτή τη σιωπή / την άναρθρη / άκαμπτος σαν ξύλο / κάποιοι / σε τέτοιες στιγμές / θα ‘λεγαν πως μπορούν / ν’ αποκρυπτογραφήσουν ένα υπόλειμμα του / πνεύματος θα ‘ταν μια παρηγοριά / ή τρόμος διπλός γι’ αυτούς / όχι για μένα όμως.
Υπήρχε αίμα βαρύ κάτω απ’ το δέρμα σου / στο πεσμένο χέρι σου στην άκρη των δαχτύλων / στα μάτια μου δεν φαινόταν ν’ ανήκει σε άνθρωπο.
Η εικόνα αυτή εμφανίζεται για χιλιοστή φορά / πάντα καινούργια / με την ίδια βιαιότητα / επαναλαμβάνεται ατέρμονα / μια καινούργια γενιά κυττάρων μου / αν υπάρξει χρόνος / θα βρει αυτή την επανάληψη δυσβάσταχτη / σαν μια σειρά ανεξίτηλων εσωτερικών φωτογραφιών / δεν έχω επιλογή τώρα πια.
Τίποτα δε μ’ αγγίζει μες στο σκοτάδι.
Δεν προσπαθώ να συγκρίνω / δεν διατυπώνω καμιά υπόθεση / γαντζώνομαι με τα νύχια και χώνομαι μέσα του.
Είμαι / από καιρό / μύωπας / μη μου λέτε / κοίτα το χορτάρι / εκεί πέρα / σε δέκα χρόνια / πήγαινε προς τα κει.
Το ανθρώπινο βλέμμα έχει τη δύναμη να δίνει αξία στα ζωντανά πλάσματα / τα κάνει πολύτιμα.
Μη μου λέτε / μίλα μόνο μην περιμένεις και πολλά απ’ τις λέξεις / δεν θα γεννήσουν σκέψεις.
Να το τέλος το τέλος / που δεν περιέχει καμία αλήθεια παρά μόνο φύλλα που στροβιλίζονται στον χώρο / αυτά και την αταξία τους.
Στοχασμός της βεβαιότητας
Η πόρτα έδιωχνε το φως.
Ήξερα πως εκεί υπήρχε ένα χέρι. ποιος θα μου παραχωρούσε από δω κι εμπρός τα υπόλοιπα;
Όταν το είδα, όταν αναγνώρισα τον θάνατο, που όχι μόνο φαινόταν, αλλά ήταν με βεβαιότητα αυτός, δεν υπήρχε λόγος να τον αμφισβητήσω.
Όταν το είδα, όταν αναγνώρισα τον θάνατο.
Κάποιος θα μου έλεγε: «δεν ξέρω αν αυτό εδώ είναι ένα χέρι». δεν θα μπορούσα ν’ απαντήσω. «κοίταξε καλύτερα». κανένα παιχνίδι της γλώσσας δεν θα μπορούσε ν’ αλλάξει αυτό το βέβαιο γεγονός. το χέρι σου κρεμόταν στην άκρη του κρεβατιού.
Χλιαρό. σχεδόν χλιαρό. χλιαρό ακόμα.
Αίμα είχε πήξει στις άκρες των δαχτύλων. σαν το κατακάθι μιας guinness* σε ποτήρι.
Στα μάτια μου δεν φαινόταν ν’ ανήκει σε άνθρωπο. «έχει αίμα κάθε ανθρώπινο χέρι». καταλάβαινα πολύ καθαρά το νόημα αυτής της πρότασης. γιατί το έβλεπα να επιβεβαιώνεται από την άρνησή του.
Δεν ήταν ανάγκη να πω στον εαυτό μου: «τρέχει αίμα μέσα σε κάθε ζωντανό χέρι». κάτι που κανείς ποτέ δεν έχει δει. εδώ το αίμα ολοφάνερα δεν έρρεε. δεν μπορούσα να το αμφισβητήσω. μου έλειπαν οι λόγοι ν’ αμφιβάλλω.
* H γνωστή ιρλανδέζικη μπίρα
Στοχασμός της 21/7/85
Κοίταξα αυτό το πρόσωπο. που ήταν κάποτε δικό μου. με τον πιο ακραίο τρόπο.
Κάποιοι. σε τέτοιες στιγμές. σκέφτηκαν να επικαλεστούν την ανάπαυση. ή τη θάλασσα της γαλήνης. ίσως αυτό να τους παρηγόρησε κάπως. εμένα όχι.
Το δεξί σου πόδι είχε ανασηκωθεί. και είχε απομακρυνθεί ελαφρά. όπως στη φωτογραφία σου με τίτλο το τελευταίο δωμάτιο.
Αυτή τη φορά όμως η κοιλιά σου δεν ήταν στη σκιά. δεν ήταν μια ζωντανή περιοχή κάπως σκοτεινή. δεν επρόκειτο για ένα ομοίωμα. αλλά για μια νεκρή.
Η εικόνα αυτή επιστρέφει για χιλιοστή φορά. με την ίδια επιμονή. επαναλαμβάνεται ατέρμονα. με την ίδια απληστία για λεπτομέρειες. δεν τις βλέπω να ξεθωριάζουν.
Ο κόσμος θα με πνίξει πριν σβήσει αυτή η εικόνα.
Δεν εξασκούμαι σε καμία ανάμνηση. δεν επιτρέπω στον εαυτό μου καμία επίκληση. δεν υπάρχει χώρος που να της ξεφεύγει.
Μη μου λέτε: «ο θάνατός της είναι ταυτόχρονα η στιγμή που προηγείται κι εκείνη που διαδέχεται το βλέμμα σου. δε θα τον δεις ποτέ».
Μη μου λέτε: «σώπασε».
Α.ΡΥ.ΣΥ.ΠΕ.ΠΟΙ.
Αφηρημένη ρυθμική σύνθεση για περιστέρια και ποιητή
Καθόμουν στον ήλιο, πάνω στο βρεγμένο παγκάκι.
Τα σύννεφα έτρεχαν, ακολουθώντας τη σκιά τους, πάνω στο χορτάρι, προς τις επτά αγγλικές λεύκες.
Σε έβλεπα, στο παράθυρο, όρθια, γυμνή, λουσμένη στο φως.
Σε κοιτούσα. το σκοτεινό. το μαύρο. το μαύρο ξαπλωμένο στο ζωντανό σημείο. της κοιλιάς σου.
Χτυπούσα το πόδι στο χορτάρι. Τα δώδεκα περιστέρια σηκώνονταν ένα μέτρο ψηλά και προσγειώνονταν ξανά.
Χτυπούσα το πόδι στο χορτάρι. Τα δώδεκα περιστέρια σηκώνονταν ένα μέτρο ψηλά και προσγειώνονταν ξανά.
Χτυπούσα το πόδι στο χορτάρι. Τα δώδεκα περιστέρια σηκώνονταν ένα μέτρο ψηλά και προσγειώνονταν ξανά.
Σε κοιτούσα. το σκοτεινό. το μαύρο. το μαύρο απλωμένο έντονα πάνω στο σημείο, το ζωντανό. της κοιλιάς σου. καθόμουν στον ήλιο, πάνω στο βρεγμένο παγκάκι. τα σύννεφα έτρεχαν, ακολουθώντας τη σκιά τους, πάνω στο χορτάρι. προς τις επτά αγγλικές λεύκες.
Χτυπούσα το πόδι στο χορτάρι. Τα δώδεκα περιστέρια σηκώνονταν ένα μέτρο. ύστερα προσγειώνονταν ήρεμα.
Λούντβιχ Βιτγκενστάιν
Την ημέρα πριν τον γάμο μας, στις 10 Ιουνίου, πήγαμε στο κοιμητήριο του Κέιμπριτζ όπου είναι θαμμένος ο Βιτγκενστάιν.
Ένας τάφος από μία και μόνη πέτρα, μακριά, επίπεδη, άχρωμη, μες στο χορτάρι, χωρίς στολίδια. μια απειλητική λιτότητα.
Το χορτάρι σκαρφαλώνει επάνω του. αγρωστώδη. ακριβώς πάνω στο χώμα.
Διαβάζουμε:
L U D W I G
W I T Τ G E N S T E I N
1 8 8 9-1 9 5 1
Στο ύψος της καρδιάς, χαραγμένο στην πέτρα. η πέτρα δεν είναι λεία. είναι φθαρμένη.
Έβαλες τη φωτογραφία της πέτρας στον τοίχο, πάνω στην καφέ, σκοτεινή, γιαπωνέζικη ταπετσαρία: στη φωτογραφία φαίνεται ένα μέρος του τάφου, μόνο το όνομα και οι ημερομηνίες, λίγο χορτάρι δεξιά, αριστερά, απέναντι φυτρώνουν αγρωστώδη.
Τα περιθώρια του αρνητικού φαίνονται, είναι μέρος της εικόνας, μια γραμμή μαύρη, στρογγυλεμένη.
Ο τάφος της φωτογραφίας, αποσπασμένος από τον τάφο.
Τον κοιτάζω.
Μοναδικός θάνατος
Και γιατί χρειάζεται μια εικόνα;
Γιατί μια εικόνα αναίσθητη στην κατάφαση αλλά και στην άρνηση, εγκόσμια, επίμονη, διαρκής, άφθαρτη, καθαρή επανάληψη, ακόμα και του τίποτα;
Γιατί χρειάζεται αυτή η εικόνα;
Ο κόσμος είναι γεμάτος με αντικείμενα άχρωμα, χωρίς πατρίδα, σκληρούς πυρήνες στους οποίους η άρνηση δεν έχει επίδραση παρά μόνο σε δεύτερο χρόνο, αφού χαθεί το χρώμα, οι κινήσεις, κ.λ.π…
Όμως όντας-έτσι, υπήρχε ακόμα για σένα κάτι που να σε ορίζει;
Όχι οριστικός ορισμός, όχι ένα τέλος συμβατό με τον ορισμό σου, όχι μια ονομασία κομμένη και ραμμένη για σένα, ένας χαρακτηρισμός κομμένος και ραμμένος για σένα. Όχι.
Περικυκλωμένος από δικές σου εικόνες, διαλεγμένες απ’ το βλέμμα σου. διαλεγμένες και φωτισμένες απ’ τη σκέψη σου. μια σκέψη μαύρου ασημιού. σκορπισμένη σε δικές σου εικόνες.
Δεν είναι ότι οι εικόνες σου αργοσβήνουν. δεν είναι ότι είναι πολλές, και λένε ψέματα χωρίς λόγο. είναι ότι εγώ δεν θα μπορέσω ποτέ να μάθω περισσότερα.
Έλεγες: «Το μοναδικό είναι βλακώδες.»
Στοχασμός της Πολλαπλότητας
Ο θάνατος είναι υποχρεωτική πολλαπλότητα.
Η διασπορά, η ποικιλία, για την ποίηση του στοχασμού ήταν σημάδια θανάτου (Sponde*)
Της πτώσης, της απώλειας
Εδώ δένονταν η μελαγχολία κι ο καθρέφτης
«Τι είμαι λοιπόν; ένας οργισμένος Νάρκισσος.»
Έτσι απλωμένη, μικρή, ακίνητη, η εικόνα, αριθμημένη εκτός από ελάχιστες φορές, μοιάζει τότε να λυγίζει απ’ το βάθος
Για τον ίδιο τον καθρέφτη, και τα μάτια της, το βλέμμα θα συνέχιζε επ’ άπειρον, κι εκεί, η απώλεια θα ήταν βέβαιη
Με οποιονδήποτε κόκκο, οποιοδήποτε είδος αργύρου, οποιαδήποτε καμπύλωση, μες στον πραγματικό καθρέφτη, μες στα αληθινά μάτια, όλο αυτό πάντα καταλήγει σ’ ένα μίγμα σκοτεινό. αλλά και το μίγμα είναι επίσης ο θάνατος.
«Ζωή βρόμικη, ζωή βρόμικη ανακατεμένη με τον θάνατο.»
____________
* Jean de Sponde (1557-1595): Γεννημένος στη Χώρα των Βάσκων από πατέρα καλβινιστή, μετέφρασε σε νεαρή ηλικία τον Όμηρο στα λατινικά και συνέθεσε ερωτικά σονέτα που δεν θα δημοσιευτούν παρά μόνο μετά τον θάνατό του. Στη συνέχεια στράφηκε αποφασιστικά στην πίστη, συνθέτοντας το έργο «Στοχασμοί για τους ψαλμούς», που συνοδεύονται από το «Δοκίμιο για ορισμένα χριστιανικά ποιήματα». Οι Στοχασμοί, μια συλλογή με σονέτα θρησκευτικής έμπνευσης, όπου ο Sponde αναλογίζεται και επικαλείται τον θάνατο, εκδόθηκαν το 1588 και ξεχάστηκαν για δυόμισι αιώνες, για να επανεκδοθούν το 1949.
Θεολογία της Ανυπαρξίας
Απέναντι στην εκμηδένισή σου, αυτό εδώ, η λεηλατημένη σου ανάμνηση.
Αν όμως βυθιστώ σ’ αυτή τη via negativa, η μορφή που θα βρω δεν είναι υψηλή, κι ούτε περιμένω καμιά αποκάλυψη
Δεν επικαλούμαι για την επιβίωσή σου την ύπαρξή σου ως μη νεκρής
Δεν έχω καμία διαίσθηση ότι θα σε αναγνωρίσω περιμένοντας σε κάποιο κόσμο ενδιάμεσο
Έχω τ’ όνομά σου. μπορώ να το προφέρω. μπορώ να εξαφανίσω τη γραμμή που το διαγράφει, με γράμματα που δίνουν βάρος στον τόπο
Μου άφησες μια εικόνα εμποτισμένη από σένα, μέσα στο ίδιο το πλαίσιο πραγματικότητας που αντιπροσωπεύει, κι εσύ εμφανίζεσαι εκεί στον μοναδικό τόπο όπου είσαι απούσα. έτσι
Από εκείνο που τελείωσε πλάθω μια αλήθεια
Να μην αποδεχτώ πως δεν υπάρχεις, την σιωπή
Αγνοώντας όμως, αγνοώντας τι θα μπορούσε να είναι το αντίθετο του τίποτα που είσαι
______________
* via negativa: αρνητική οδός
Αυτή τη φωτογραφία, την τελευταία σου
Αυτή τη φωτογραφία, την τελευταία σου, την άφησα στον τοίχο, εκεί που την είχες βάλει, ανάμεσα στα δύο παράθυρα,
Και το βράδυ, όταν πέφτει πάνω της το φως, κάθομαι σ’ αυτή την καρέκλα, την ίδια πάντα, και την κοιτάζω, εκεί που την είχες τοποθετήσει, ανάμεσα στα δύο παράθυρα,
Κι αυτό που βλέπει εκεί κανείς, όταν πέφτει επάνω της το φως που σβήνει, μέσα στον κόλπο από τις στέγες, αριστερά απ’ την εκκλησία, αυτό που βλέπει, τα βράδια, καθισμένος σ’ αυτή την καρέκλα, είναι, ακριβώς,
Αυτό που δείχνει η εικόνα που βρίσκεται στον τοίχο, στην καστανόχρωμη ταπετσαρία, ανάμεσα στα δύο παράθυρα, το φως
Κινείται σε δύο γλώσσες λοξές, που συγκλίνουν μέσα στην εικόνα, στο σημείο ακριβώς όπου το βλέμμα που τη συνέλαβε, το δικό σου βλέμμα, συνέλαβε το φως να ρέει απεριόριστο προς εκείνον που την κοιτάζει, δηλαδή εμένα, Τοποθετημένη στο μέσον αυτού που παριστάνει,
γιατί σε αυτό το μέσο, το μέσον αυτού που παριστάνει, αυτού που βλέπω, υπάρχει επίσης η ίδια η εικόνα, που περιέχεται εκεί μέσα, και το φως μπαίνει, ανέκαθεν, από τον κόλπο των στεγών στ’ αριστερά της εκκλησίας, μα κυρίως βρίσκεται εκεί αυτό που τώρα λείπει
Εσύ. γιατί τα μάτια σου μες στην εικόνα, που με κοιτούν, στο σημείο αυτό, απ’ αυτή την καρέκλα, όπου κάθομαι για να σε δω, τα μάτια σου,
Ήδη βλέπουν τη στιγμή που θα λείπεις, την προβλέπουν, και γι’ αυτό δεν μπόρεσα ποτέ να μετακινηθώ απ’ το σημείο αυτό, ν’ αλλάξω θέση.
Τέχνη της όρασης
Η καθαρότητα, η ακραία αποφασιστικότητα της οπτικής πρόθεσης Αυτή η απουσία δισταγμού σχετίζεται χωρίς αμφιβολία με την φωτογραφική πανταχού παρουσία, που τεμαχίζει κάθε κίνηση σε μια ακολουθία παγωμένων πλάνων.
Από το ψύχος όμως της ακινησίας που αποκτήθηκε μέσα στο άλας, η θερμότητα του ηλιοκαμένου σώματος εξατμίζεται όπως ο ομιχλώδης ιδρώτας πάνω απ’ τ’ άλογα στη χειμερινή Νέα Υόρκη του Stieglitz*
Απ’ τη μία το κυριολεκτικό, η απολυταρχία της μανιέρας, οι ακτίνες του φωτός σαν να οδηγούνται, να εξαναγκάζονται να γράψουν
Απ’ την άλλη πάνω σε (συγκεκριμμένο) γεωμετρικό, μινιμαλιστικό φόντο, η κίνηση του να κρατάς τη μηχανή στο στήθος (πάνω στην καρδιά, στα στήθη), η ατέρμονη νυχτερινή πόζα, μόνο για τ’ άστρα,
«δεκαπέντε λεπτά τη νύχτα, σε ρυθμό αναπνοής»
Μια εικόνα που την έχει καταπιεί η ανάσα
Δεν υπάρχει το παραμικρό ίχνος φόβου σ’ αυτά τα βλέμματα
Δεν γίνεσαι δύο ξεχωριστά πράγματα όταν χρησιμοποιείς τον εαυτό σου ως μοντέλο, γιατί είσαι απλώς ιδωμένη ως μετά θάνατον.
Opus posthumus,** πάντoτε, από άκρη σε άκρη
_____________
* Alfred Stieglitz (1864-1946): Αμερικανός φωτογράφος που, στην 50χρονη καριέρα του, έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην ανάδειξη της φωτογραφίας σε αποδεκτή μορφή τέχνης. Υπήρξε επίσης έμπορος τέχνης και εκδότης, θερμός υποστηρικτής της μοντέρνας τέχνης.
** Opus posthumus: μεταθανάτιο έργο
Πορνογραφία
Μπορεί μια ανάμνηση να είναι πορνογραφική;
Θα έπρεπε τότε η πορνογραφία να περιλαμβάνει ό,τι δεν είναι δημόσιο, να υπάρχει χωρίς τρίτο πρόσωπο, αφού μια ανάμνηση δεν γράφεται, δεν δείχνεται, δεν λέγεται. να υπάρχει χωρίς κανέναν ηδονοβλεψία.
Δεν είμαι νεκρόφιλος, δεν επιθυμώ το πτώμα σου. δεν έχω γνώση της υπόστασής του. αν υπάρχει. σε είδα νεκρή. δεν σε είδα ως πτώμα.
Κι όμως νιώθω επιθυμία.
Οι αναμνήσεις αυτές είναι οι πιο σκοτεινές απ’ όλες.
Εξασκούν τη μεγαλύτερη βία στην θεμελιώδη αρχή της πραγματικότητας.
Βυθίζομαι, καταμεσήμερο, μέσα σ’ αυτές τις φλόγες.
Κινείσαι, ανασαίνεις.
Αλλά εκεί μέσα η σιωπή είναι απόλυτη.
Σύμπαν
«Είναι ζωντανή». Φαντάζομαι πως αυτή η πρόταση, που είναι ψευδής στο δικό μου σύμπαν, είναι αληθινή σε κάποιο άλλο, στο (φανταστικό) σύμπαν της δικής της αλήθειας.
Για να συμβαίνει αυτό, δεν πρέπει να υπάρχει μόνο ένα σύμπαν. γιατί, αν υπήρχε μόνο ένα, δεν θα υπήρχε ψευδής πρόταση. αφού κάθε πρόταση είναι ή αληθής ή ψευδής, και κάθε αληθής πρόταση ισχύει μέσα στο σύμπαν της αλήθειας της, αν ένα σύμπαν ήταν μοναδικό, αυτή η πρόταση δεν θα μπορούσε να είναι ψευδής. Θα υπήρχε όμως τότε έστω και μια αληθινή πρόταση;
Θα υπήρχαν τότε καν προτάσεις;
Δηλαδή χρειάζομαι (αυτή τη στιγμή που σας μιλάω) τουλάχιστον μία πρόταση, που να λέει «είναι ζωντανή», για να ταΐσω τους μηρυκασμούς μου. Είμαι ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με τα παντζούρια κλειστά (έξω είναι πρωί, ο ήλιος λάμπει), κοιτάζω εικόνες, στις οποίες απεικονίζεται εκείνη, γυμνά πορτρέτα που έχει φιλοτεχνήσει η ίδια, εικόνες ιδιαίτερα ζωντανές, μιας γυμνότητας ιδιαίτερα οικείας. η σύνθεσή τους έχει γίνει για τα δικά μου μάτια, σε στιγμές ελαφρότητας και πείνας,
Το σύμπαν μένει αδιάφορο στην πρόταση που του προσφέρω.
Στο σύμπαν αυτού του λόγου, δεν υπάρχει «θα ήταν ζωντανή», ούτε «θα μπορούσε να ήταν ζωντανή». μόνο η απόλυτη βεβαιότητα μπορεί, σαν ρετσίνι, να με κάνει να ξανανιώσω για μια στιγμή
το άρωμα της γυμνότητας.
Η πρόταση «είσαι νεκρή», δεν χρειάζεται κανένα σύμπαν λόγου.
Δεν αποκαθιστά καμία αίσθηση: ούτε την όραση, ούτε τις άλλες.
Αυτό το πρωί, είναι αδιανόητο να βγω έξω, στον ήλιο.
Αφασία
Ο Jakobson λέει πως η αφασία καταβροχθίζει τη γλώσσα προχωρώντας αντίστροφα απ’ την πορεία οικοδόμησής της. Οι πιο πρόσφατες διατυπώσεις φεύγουν πρώτες.
Ένα στόμα που κατεδαφίζεται ξεκινάει από τα χείλη.
Σκέφτηκα το ίδιο για το στίχο. οι κανόνες του στίχου εξαφανίζονται ένας-ένας όταν αυτός καταστρέφεται, σύμφωνα με μια επίσης αφασική σειρά. Σαν να κατεδαφίζουν οι ποιητές το κτίσμα τους, όροφο-όροφο. Χωρίς να το ανατινάζουν μονομιάς.
Μπροστά στον θάνατό σου έμεινα απολύτως σιωπηλός.
Δεν μπόρεσα να μιλήσω εδώ και τριάντα περίπου μήνες.
Δεν μπορούσα πια να μιλήσω με τον δικό μου τρόπο, την ποίηση.
Είχα αρχίσει να μιλώ, με ποίηση, είκοσι δύο χρόνια πριν.
Ήταν μετά από έναν άλλον θάνατο.
Πριν από εκείνον τον άλλο θάνατο δεν ήξερα πώς να μιλάω. ήταν σαν να ήμουν σιωπηλός. Παγιδευμένος έτσι ανάμεσα σε δύο «άκρα» θανάτου.
Αυτός ο χρόνος που είχαμε στον κόσμο
Αυτός ο χρόνος που είχαμε στον κόσμο
Τεμαχισμένος σε φωτογραφίες, για μελλοντική αποκατάσταση. σύντομη στο βλέμμα. όπως τελικά υπήρξε εκείνος, εξαιρετικά σύντομος.
Αν και ήταν γεμάτος, δεν γνώρισε περιορισμούς.
Φως που έρχεται απ’ το παράθυρο συμπυκνώνεται στο φιλμ συμπιέζεται απ’ την πόρτα διαθλάται στον καθρέφτη διοχετεύεται στο παράθυρο και ούτω καθεξής.
Βρόχοι φωτός και μουσικής
Glenn Gould Brian Eno Anthony Braxton
Τρεμάμενη μνήμη συλλαβών που πέφτουν από μια άλλη γλώσσα Προς εμάς
Κάτι σαν «δεν μας δόθηκε ο χρόνος»
Τίποτα
Αυτό το κομμάτι ουρανού
στο εξής
σου ανήκει
εκεί όπου η τυφλή πρόσοψη
της εκκλησίας
καμπυλώνει
όντας μπερδεμένη
με μια καστανιά,
ο ήλιος, εδώ
διστάζει,
αφήνει
λίγο κόκκινο
ακόμα,
πριν η γη
εκπέμψει
τόση απουσία
ώστε τα μάτια σου
να πλησιάσουν
το τίποτα.