Η πρώτη φορά που είδε το νησί, ο Μαρίνι βρισκόταν σκυμμένος ευγενικά πάνω από ένα κάθισμα στην αριστερή πλευρά, κατεβάζοντας το πλαστικό τραπεζάκι για ν’ ακουμπήσει τον δίσκο με το πρωινό. Η επιβάτισσα τον είχε κιόλας κοιτάξει κάμποσες φορές καθώς πηγαινοερχόταν να φέρει περιοδικά ή ποτήρια με ουίσκι. Ο Μαρίνι καθυστέρησε στερεώνοντας το τραπεζάκι κι αναρωτιόταν βαριεστημένος αν άξιζε τον κόπο να ανταποκριθεί στο επίμονο βλέμμα της επιβάτισσας, μιας συνηθισμένης Αμερικάνας, τη στιγμή που από το γαλάζιο, οβάλ φινιστρίνι μπήκε η ακτή του νησιού, τα χρυσαφένια κρόσια της ακρογιαλιάς, οι λόφοι που σκαρφάλωναν ώς το έρημο οροπέδιο. «Ισιώνοντας το ποτήρι της μπίρας που έφερνε, ο Μαρίνι χαμογέλασε στην επιβάτισσα. «Τα ελληνικά νησιά», είπε. «Oh, yes, Greece», απάντησε η Αμερικάνα με προσποιητό ενδιαφέρον. Ένα κουδούνισμα ακούστηκε κι ο αεροσυνοδός γύρισε προς τα εκεί διατηρώντας τον επαγγελματικό χαμόγελο που περιφερόταν στα λεπτά του χείλη. Ασχοληθήκαμε μ’ ένα ζευγάρι απ’ τη Συρία, πού ήθελε χυμό ντομάτας αλλά, πίσω, στην ουρά του αεροπλάνου, πέρασε μερικά δευτερόλεπτα ακόμα κοιτάζοντας για άλλη μια φορά κάτω. Το νησί ήταν μικρό και απομονωμένο, και το Αιγαίο το έζωνε μ’ ένα έντονο γαλάζιο πού τόνιζε τις ακτές του καθώς άστραφταν από μια λευκότητα σχεδόν πετρωμένη πού, κάτω, ήταν αφρός που χτυπούσε τούς υφάλους και τους όρμους. Ο Μαρίνι είδε ότι οι έρημες αμμουδιές απλώνονταν απ’ το βορρά στο νότο κι ό,τι απόμενε ήταν βουνό πού έπεφτε κάθετα στη θάλασσα. Ένα έρημο ξερονήσι, εκτός και, αν εκείνη η μολυβένια κηλίδα στη βόρεια ακτή ήταν κανένα σπίτι, ή κάποιος πρωτόγονος οικισμός. Προσπάθησε ν’ ανοίξει την κονσέρβα με το χυμό κι όταν ξανακοίταξε, το νησί είχε σβηστεί απ’ το φινιστρίνι· έμεινε μόνο ή θάλασσα, ένας πράσινος, αχανής ορίζοντας. Κοίταξε το ρολόι του χωρίς να ξέρει γιατί: ήταν ακριβώς μεσημέρι.
Ο Μαρίνι ήταν χαρούμενος που ταξίδευε στη γραμμή Ρώμη-Τεχεράνη γιατί οι επιβάτες ήταν λιγότερο θλιβεροί απ’ ό,τι στις γραμμές του βορρά και οι κοπέλες είχαν πάντοτε μια έκφραση ευτυχίας γιατί θα πήγαιναν στην Ανατολή ή γιατί θα γνώριζαν την Ιταλία. Τέσσερις μέρες μετά, καθώς βοηθούσε ένα παιδί να ξαναβρεί το κουταλάκι του για να φάει το γλυκό του, είδε ξανά το ακρογιάλι του νησιού. Υπήρχε μια διαφορά οκτώ λεπτών στο δρομολόγιο, όταν όμως έσκυψε σ’ ένα φινιστρίνι στο βάθος, δεν είχε την παραμικρή αμφιβολία. Το νησί είχε ένα σχήμα μοναδικό, σα χελώνα που μισόβγαζε τα ποδαράκια της απ’ το νερό. Το κοίταξε μέχρι που τον φώναξαν, βέβαιος αυτή τη φορά πώς η μολυβένια κηλίδα ήταν σπίτια· μπορούσε ακόμα να διακρίνει κάτι χωράφια καλλιεργημένα που κατέβαιναν μέχρι την αμμουδιά. Όταν προσγειώθηκαν στη Βηρυτό κοίταξε τον άτλαντα της αεροσυνοδού και αναρωτιόταν αν το νησί ήταν η Ώρος. Ο ασυρματιστής, ένας αδιάφορος Γάλλος, παραξενεύτηκε με το ενδιαφέρον του. «Όλα τα νησιά ίδια είναι· δυο χρόνια κάνω αυτή τη γραμμή και ποτέ δεν έδωσα σημασία. Ναι, δείξε μου το την άλλη φορά». Δεν ήταν η Ώρος αλλά η Ξίρος, ένα από τα τόσα νησιά της άγονης γραμμής. «Μα δε θα μείνει για πολύ», τού είπε η αεροσυνοδός, καθώς έπιναν κάτι μαζί στη Ρώμη.
«Αν λογαριάζεις να πας, να κάνεις γρήγορα. Όπου να ’ναι θα ορμήσουν οι ορδές, ο Τσένγκις Κουκ παραμονεύει». Αλλά ο Μαρίνι συνέχισε να σκέφτεται το νησί, κοιτώντας το, αν βρισκόταν κοντά στο φινιστρίνι κι αν είχε καιρό, κι ύστερα σήκωνε τους ώμους. Όλα αυτά δεν είναι και πολλή σημασία· πετώντας τρία μεσημέρια τη βδομάδα πάνω απ’ την Ξίρο ήταν μια φαντασίωση, το ίδιο σα να ονειρευόταν τρεις φορές τη βδομάδα, ότι πετά μεσημέρι πάνω απ’ την Ξίρο. Όλα είχαν παραποιηθεί σ’ αυτό το ανώφελο ταχτικό όραμα· εκτός, ίσως, από την επιθυμία που ξαναρχόταν, το ρολόι που κοίταζε λίγο πριν το μεσημέρι, η σύντομη, έντονη επαφή με την αστραφτερή άσπρη δαντέλα γύρω στο σχεδόν μαύρο θαλασσί, και τα σπίτια με τους ψαράδες που θα πρέπει να σήκωναν το βλέμμα, ν’ ακολουθούσαν το πέρασμα αυτής εδώ της άλλης φαντασίωσης.
Οκτώ - εννιά βδομάδες αργότερα, όταν του πρότειναν την πτήση της Νέας Υόρκης με όλα τα πλεονεκτήματά της, ο Μαρίνι σκέφτηκε ότι ήταν η στιγμή να σταματήσει αυτή η αφελής και ανιαρή μανία. Είχε στην τσέπη του το διπλό ενός περιπλανώμενου γεωγράφου με λεβαντίνικο όνομα, που έδινε για την Ξίρο περισσότερες λεπτομέρειες απ’ ό,τι οι τουριστικοί οδηγοί. Έδωσε αρνητική απάντηση, ακούγοντας τη φωνή του σα να μιλούσε από μακριά, και, ξεφεύγοντας, από την σκανδαλισμένη έκπληξη κάποιου προϊστάμενου και δύο γραμματέων, πήγε να φάει στην καντίνα τής εταιρείας όπου του περίμενε η Κάρλα. Δεν έδωσε σημασία στην απογοητευμένη έκπληξή της· η νότια ακτή τής Ξίρου ήταν ακατοίκητη αλλά, στα δυτικά, έχουν σωθεί ίχνη κάποιας λυδικής ή ίσως κρητομυκηναϊκής αποικίας κι ο καθηγητής Γκόλντμαν είχε βρει δύο κολόνες σκαλισμένες με ιερογλυφικά που τις χρησιμοποιούσαν οι ψαράδες για πασσάλους στα λιμανάκι. Η Κάρλα είχε πονοκέφαλο και τον άφησε σύντομα. Οι ελάχιστοι κάτοικοι ζούσαν κυρίως από το ψάρεμα του χταποδιού και κάθε πέντε μέρες περνούσε ένα καράβι να πάρει τα χταπόδια και να τους αφήσει κάποιες προμήθειες και τα αναγκαία. Στο ταξιδιωτικό γραφείο του είπαν πως πρέπει να ναυλώσει πλοίο από τη Ρύνο, εκτός κι αν η βάρκα που έπαιρνε τα χταπόδια θα μπορούσε να τον πάρει, αλλά αυτό ο Μαρίνι θα το μάθαινε μόνο στη Ρύνο, όπου όμως το γραφείο δεν είχε εκπρόσωπο. Όπως και να 'ταν, η ιδέα να περάσει λίγες μέρες στο νησί δεν ήταν παρά ένα σχέδιο για τις διακοπές του Ιουνίου. Τις επόμενες εβδομάδες έπρεπε να αντικαταστήσει τον Ουάιτ στη γραμμή της Τύνιδας, ύστερα ξέσπασε μια απεργία κι η Κάρλα έφυγε στις αδελφές της στο Παλέρμο. Ο Μαρίνι αποφάσισε να μείνει σ' ένα ξενοδοχείο κοντά στην Πιάτσα Ναβόνα, που ήταν γεμάτη μαγαζάκια με παλιά βιβλία. Πέρασε τον καιρό του χωρίς να κάνει τίποτα ιδιαίτερο, ψάχνοντας βιβλία για την Ελλάδα, και κάποια στιγμή ξεφύλλισε ένα εγχειρίδιο με διαλόγους. Του άρεσε η λέξη καλημέρα και τη δοκίμασε με μια κοκκινόμαλλα σ' ένα καμπαρέ, πλάγιασε μαζί της, έμαθε για τον παππού της στην Όδο και για τους ανεξήγητους πονόλαιμούς της. Στη Ρώμη άρχισε να βρέχει, η Τάνια πάντα τον περίμενε στη Βηρυτό, είχε και άλλες ιστορίες, πάντα κάτι γονείςς ή κάποιες αρρώστιες· κάποια μέρα πήγε ξανά στη γραμμή της Τεχεράνης, στο νησί του μεσημεριού. Ο Μαρίνι έμεινε τόση ώρα κολλημένος στο φινιστρίνι, που η καινούργια αεροσυνοδός τον χαρακτήρισε κακό συνάδελφο κι έκατσε και του μέτρησε τους δίσκους που είχε εκείνη σερβίρει. Το βράδυ, ο Μαρίνι κάλεσε την αεροσυνοδό για δείπνο στο «Φιρούζ» και δεν δυσκολεύτηκε πολύ να την κάνει να του συγχωρέσει την πρωινή του αδιαφορία. Η Λουτσία τον συμβούλεψε να κόψει τα μαλλιά του σε αμερικάνικο στιλ: της μίλησε κάποια στιγμή για την Ξίρο, αλλά σύντομα κατάλαβε πως προτιμούσε τη βότκα με λεμόνο του Χίλτον. Ο καιρός περνούσε κάπως έτσι, με άπειρα σερβιρίσματα που το καθένα τους συνοδευόταν με το χαμόγελο που δικαιούνται οι επιβάτες. Στις πτήσεις της επιστροφής το αεροπλάνο περνούσε πάνω από την Ξίρο στις οκτώ το πρωί· ο ήλιος χτυπούσε πάνω στα αριστερά φινιστρίνια και η χρυσαφένια χελώνα μόλις που φαινόταν·ο Μαρίνι προτιμούσε να περιμένει τις μεσημεριανές πτήσεις, ξέροντας πως θα μπορούσε να μείνει ένα ολόκληρο λεπτό μπροστά στο φινιστρίνι την ώρα που η Λουτσία (και κατόπιν η Φελίζα) θα φρόντιζε μόνη, με κάποια ειρωνία, για τη δουλειά. Μια φορά φωτογράφισε την Ξίρο, αλλά νγήκε φλου· τώρα πια ήξερε μερικά πράγματα για το νησί, είχε υπογραμμίσει σε δυο τρία βιβλία κάτι ελάχιστες μνείες. Η Φελίζα τον πληροφόρησε πως οι πιλότοι τον έλεγαν «ο τρελός του νησιού», μα πολύ που τον ένοιαζε. Η Κάρλα του έγραψε πως είχε αποφασίσει να μην κρατήσει το παιδί, κι ο Μαρίνι τής έστειλε δυο μηνιάτικα και σκέφτηκε πως δεν του έμεναν πια χρήματα για τις διακοπές. Η Κάρλα κράτησε τα χρήματα και του μήνυσε μέσω μιας φίλης ότι ίσως παντρευόταν με τον οδοντογιατρό στο Τρεβίζο. Όλα αυτά είχαν πολύ λίγη σημασία όταν έφτανε το μεσημέρι, τις Δευτέρες, τις Πέμπτες και τα Σάββατα (και δυο φορές τον μήνα Κυριακή).
Με τον καιρό συνειδητοποίησε πως η μόνη που κάπως τον καταλάβαινε ήταν η Φελίζα· υπήρχε ανάμεσά τους μια σιωπηλή συμφωνία, το μεσημέρι να ασχολείται με τους επιβάτες αυτή, ενώ εκείνος στεκόταν κολλημένος στο πίσω φινιστρίνι. Το νησί φαινόταν για λίγα λεπτά αλλά ή ατμόσφαιρα ήταν πάντοτε τόσο καθαρή κι η θάλασσα το χάραζε τριγύρω με τόση ανελέητη σκληρότητα πού κάθε φορά καινούργιες μικρολεπτομέρειες έρχονταν να προστεθούν στις αναμνήσεις τής περασμένης πτήσης: η πράσινη κηλίδα τού νότιου ακροατηρίου, τα μολυβένια σπίτια, τα δίχτυα που στέγνωναν στην άμμο. Κάθε φορά πού δέν υπήρχαν δίχτυα, ο Μαρίνι ένιωθε σαν κάτι να έλειπε, σαν κάτι να είχε παραλειφτεί. Σκέφτηκε να κινηματογραφήσει το νησί καθώς περνούσαν για να το προβάλει ύστερα στο ξενοδοχείο, αλλά προτίμησε να μην ξοδέψει χρήματα για μηχανή τώρα που απέμεινε ένας μήνας ακόμα για τις διακοπές. Δε λογάριαζε τις μέρες· τη μια ήταν η Τάνια στη Βηρυτό, την άλλη η Φελίζα στην Τεχεράνη, σχεδόν πάντα ο αδελφός του ο μικρός στη Ρώμη, όλα λίγο θολά, εύκολα και φιλικά και κάπου σαν να αντικαθιστούσαν κάτι άλλο, γεμίζοντας τις ώρες πριν ή μετά την πτήση, αλλά και την ώρα της πτήσης όλα ήταν θολά, εύκολα και ανόητα ως τη στιγμή πού μπορούσε πια να σκύψει στο πίσω φινιστρίνι και να νιώσει το ψυχρό γυαλί, τζάμι ενυδρείου όπου προχωράει μια χρυσαφένια χελώνα αργά αργά μες στο πυκνό γαλάζιο.
Τη μέρα εκείνη, τα δίχτυα διαγράφονταν με κάθε λεπτομέρεια πάνω στην άμμο κι ό Μαρίνι θα 'παιρνε όρκο ότι η μαύρη κουκίδα αριστερά στην ακρογιαλιά ήταν κάποιος ψαράς που θα πρέπει να κοιτούσε το αεροπλάνο. «Καλημέρα», συλλογίστηκε χωρίς λόγο. Δεν μπορούσε να περιμένει άλλο, ο Μάριο Μερόλι θα του δάνειζε τα χρήματα που του υπολείπονταν για το ταξίδι και, μέσα σε τρεις μέρες το πολύ, θα βρισκόταν στην Ξίρο. Με τα χείλια κολλημένα στο φινιστρίνι, χαμογέλασε καθώς σκεφτόταν πως θα σκαρφαλώσει ως την πράσινη κηλίδα, ότι θα βουτήξει γυμνός στη θάλασσα, στους βορινούς όρμους, θα πιάνει χταπόδια με τους ντόπιους, προσπαθώντας να συνεννοηθεί με γέλια και χειρονομίες. Μια και το είχε αποφασίσει, τίποτα δεν ήταν δύσκολο· ένα νυχτερινό τρένο, ένα πρώτο πλοίο, ένα δεύτερο πλοίο, παλιό και βρόμικο, σκάλα στη Ρύνο, το ατέλειωτο παζάρι με τον καπετάνιο του καϊκιού, ή νύχτα στη γέφυρα τυλιγμένος στ' αστέρια, η γεύση του ούζου και του κατσικιού, το ξημέρωμα ανάμεσα στα νησιά. Αποβιβάστηκε χάραμα κι ο καπετάνιος τον παρουσίασε σ' ένα ηλικιωμένο που θα πρέπει να ήταν ο γεροντότερος. Ο Κλάιος του έπιασε το αριστερό χέρι και του μίλησε αργά αργά, κοιτώντας τον στά μάτια. Δυο νεαροί τον ακολουθούσαν και κατάλαβε πως ήταν γιοί του. Ο βαρκάρης εξάντλησε τα λίγα αγγλικά του: είκοσι κάτοικοι, χταπόδια, ψάρεμα, πέντε σπίτια, Ιταλός τουρίστας πληρώσει νοίκι στον Κλάιο.
Τα παιδιά γελούσαν καθώς ό Κλάιος παζάρευε για τις δραχμές. Ο Μαρίνι πάλι, φίλος ήδη με τους δυο νεαρούς και κοιτάζοντας τον ήλιο να ανεβαίνει από μια θάλασσα πολύ πιο φωτεινή απ’ ό,τι φαινόταν από ψηλά, ένα δωμάτιο απλό και καθαρό, μια στάμνα, μια μυρουδιά φασκόμηλου και πετσί αργασμένο.
Τον άφησαν μόνο, για να φορτώσουν το καΐκι και, αφού έβγαλε γρήγορα τα ρούχα που φορούσε στο ταξίδι κι έβαλε σορτσάκι και σανδάλια, ξεχύθηκε στο νησί. Ακόμα δεν είχε φανεί κανένας, ο ήλιος έπαιρνε αργά αργά τη ρότα του κι από τη χέρσα γη ερχόταν μια έντονη μυρουδιά, κάπως ξινή, ανακατεμένη με το ιώδιο του αέρα. Όταν ήταν ώρα δέκα ήταν έφτασε στο βορεινό ακρωτήρι κι αναγνώρισε τον πιο μεγάλο δρόμο. Ήθελε πολύ να κολυμπήσει κάτω στην αμμουδιά μα προτιμούσε να είναι μόνος. Το νησί τον πλημμύριζε και τον απορροφούσε με τέτοια οικειότητα που δεν ήταν σε θέση να σκεφτεί ή να διαλέξει. Ο ήλιος κι ο αέρας του 'χαν κιόλας κάψει το δέρμα όταν γδύθηκε για να βουτήξει ψηλά από ένα βράχο· το νερό ήταν κρύο και του 'κανε καλό, αφηνόταν να παρασυρθεί από ύπουλα ρεύματα μέχρι την άκρη μιας σπηλιάς, ανοίχτηκε ξανά στο πέλαγο, ξάπλωσε ανάσκελα και τα δεχόταν όλα αυτά απλώς και μόνο σαν εκδήλωση συμφιλίωσης που αποτελούσε επίσης κι ένα όνομα του μέλλοντος. Και δίχως να 'χει την παραμικρή αμφιβολία, ήξερε πως ποτέ του πια δεν πρόκειται ν' αφήσει το νησί και πως με κάποιον τρόπο θα 'μενε στο νησί για πάντα. Έφτασε να φαντάζεται τον αδελφό του, τη Φελίζα, την έκφρασή τους καθώς θα μάθουν πως θα 'μενε εκεί να ζήσει ψαρεύοντας σ' ένα ξεμοναχιασμένο ξερονήσι. Και τους είχε κιόλας ξεχάσει μόλις γύρισε κολυμπώντας προς την ακτή.
Ο ήλιος τον στέγνωσε αμέσως, κατέβηκε προς τα σπίτια, όπου δυο γυναίκες τον κοιτούσαν ξαφνιασμένες κι ύστερα έτρεξαν και κλειδώθηκαν. Είπε ένα γειά στο κενό και τράβηξε προς τα δίχτυα. Ένας απ' τους γιούς του Κλάιου τον περίμενε στην αμμουδιά κι ο Μαρίνι του 'δειξε τη θάλασσα, προσκαλώντας τον. Το αγόρι δίστασε δείχνοντάς του το παντελόνι του και το κόκκινο του πουκάμισου, ύστερα έτρεξε σ' ένα απ' τα σπίτια και ξανάρθε μισόγυμνο· βούτηξαν μαζί σε μια ζεστή πια θάλασσα, πού άστραφτε στον ήλιο, έντεκα ή ώρα. Καθώς στέγνωναν στον ήλιο, ο Ίωνας άρχισε να ονομάζει το καθετί. «Καλημέρα», είπε ο Μαρίνι και το αγόρι έσκασε στα γέλια. Ύστερα ο Μαρίνι επανέλαβε τις καινούργιες λέξεις, μαθαίνοντάς στον Ίωνα ιταλικά.
Καθώς το καϊκι έσβηνε στον ορίζοντα, ο Μαρίνι ένιωθε πως τώρα ήταν πραγματικά μονάχος στο νησί με τον Κλάιο και τους δικούς του. Θ' άφηνε να περάσουν λίγες μέρες, θα πλήρωνε το νοίκι του και θα μάθαινε να ψαρεύει. Αργότερα, όταν θα τον γνώριζαν καλύτερα, θα τούς έλεγε πως σκοπεύει να μείνει και να δουλέψει μαζί τους. Σηκώθηκε, άπλωσε το χέρι στον Ίωνα και τράβηξε αργά αργά κατά το λόφο. Το ανέβασμα ήταν απότομο και σκαρφάλωνε κάνοντας κάθε τόσο στάσεις, γυρνώντας πότε πότε να κοιτάξει τα δίχτυα στην αμμουδιά, τούς Ίσκιους των γυναικών που συζητούσαν ζωηρά με τον Ίωνα και τον Κλάιο και τον κοιτούσαν με την άκρη του ματιού γελώντας. Φτάνοντας στην πράσινη κηλίδα, πέρασε σ' έναν κόσμο όπου η μυρουδιά του θυμαριού και του φασκόμηλου είχε γίνει ένα με την φλόγα του ήλιου και το θαλασσινό αεράκι. Ο Μαρίνι κοίταξε το ρολόι του κι ύστερα, με μια ανυπόμονη κίνηση, το έβαλε απ' το χέρι και το 'ριξε στην τσέπη του.
Δεν θα 'ταν εύκολο να σκοτώσει τον παλιό του εαυτό, εδώ ψηλά όμως, αφημένος στον χώρο και στον ήλιο, ένιωθε πως μπορούσε να το πετύχει. Ήταν στην Ξίρο, ήταν στο μέρος όπου τόσες και τόσες φορές είχε αμφιβάλλει αν θα κατόρθωνε να πάει. Ξάπλωσε ανάσκελα πάνω στις ζεστές πέτρες, συνήθισε τις πυρωμένες κόψεις τους και κοίταζε κάθετα τον ουρανό· από μακριά ακούστηκε το βουητό ενός κινητήρα.
Κλείνοντας τα μάτια, είπε μέσα του πως δε θα κοιτάξει το αεροπλάνο, πώς δε θ’ αφήσει να μολυνθεί απ’ το χειρότερο μέρος του εαυτού του πού θα περνούσε και πάλι πάνω απ’ το νησί. Μέσα όμως από τα μισόκλειστα βλέφαρά του, φανταζόταν τη Φελίζα, να προσφέρει εκείνη ακριβώς τη στιγμή τούς δίσκους, και τον αντικαταστάτη του, ο Τζόρτζιο ίσως, ή κάποιος καινούργιος από άλλη γραμμή, πού θα 'φερνε χαμογελώντας κι αυτός τα μπουκάλια του κρασιού ή τους καφέδες. Ανίκανος να παλέψει μ’ όλο αυτό το παρελθόν, άνοιξε τα μάτια του κι ανασηκώθηκε, και την ίδια στιγμή είδε το δεξιό φτερό του αεροπλάνου, πάνω σχεδόν απ’ το κεφάλι του, να γέρνει ανεξήγητα, οι τουρμπίνες άλλαξαν ήχο κι έπεσε σχεδόν κάθετα στη θάλασσα. Κατέβηκε τρέχοντας σαν τρελός το λόφο, σκοντάφτοντας στα βράχια κι ανάμεσα στ’ αγκάθια που τον έγδερναν. Το νησί τού έκρυβε το σημείο της πτώσης, μα έστριψε πριν φτάσει στην ακτή και κόβοντας δρόμο πέρασε την πρώτη κορυφή του λόφου και βγήκε στη μικρή αμμουδιά. Ή ουρά τού αεροπλάνου είχε βυθιστεί καμιά εκατοστή μέτρα πιο εκεί, μέσα στην απόλυτη σιωπή. Ο Μαρίνι πήρε φόρα και ρίχτηκε στο νερό, με την ελπίδα πως το αεροπλάνο θα ξανάβγαινε στην επιφάνεια· μα δε φαινόταν παρά μόνο το κύμα πού κυλούσε απαλά, ένα χαρτοκιβώτιο πού στριφογύριζε παράλογα πάνω ακριβώς στο σημείο της πτώσης και, την τελευταία στιγμή, μια και δεν υπήρχε λόγος πια να πλησιάσει κολυμπώντας πιο κοντά, ένα χέρι έξω από το νερό, σχεδόν για μια στιγμή, την ώρα που ο Μαρίνι άλλαζε κατεύθυνση, βούτηξε ν’ αρπάξει απ’ τα μαλλιά τον άνθρωπο πού πάλευε να γαντζωθεί επάνω του καί ρουφούσε με ήχο βραχνό τον αέρα που τον άφηνε ο Μαρίνι ν’ αναπνέει κρατώντας τον σε απόσταση. Τον έσυρε αργά αργά ως τήν ακτή, σήκωσε στα χέρια το ασπροντυμένο σώμα και το ξάπλωσε πάνω στην άμμο, κοιτώντας το πρόσωπό του, γεμάτο αφρό, πού τό 'χε κιόλας κυριέψει ό θάνατος, αιμορραγώντας από μια τεράστια πληγή στο λαρύγγι. Δεν είχε νόημα η τεχνητή αναπνοή, γιατί σε κάθε σύσπαση η πληγή έμοιαζε να ανοίγει όλο και περισσότερο κι ήταν σαν στόμα φριχτό που φώναζε τον Μαρίνι και τον ρουφούσε από την ελάχιστη ευτυχία του, που τόσο λίγο κράτησε σ΄αυτό το νησί, και του ούρλιαζε μέσα σ' ένα ποτάμι από αίμα κάτι που δεν μπορούσε πια να καταλάβει.
Τα παιδιά του Κλάιου έφτασαν τρέχοντας και παραπίσω οι γυναίκες. Όταν έφτασε ο Κλάιος, οι νεαροί τριγύρισαν το σώμα πού ήταν ξαπλωμένο στην άμμο, χωρίς να μπορούν να καταλάβουν πού βρήκε τη δύναμη να κολυμπήσει ως την ακτή και να συρθεί αιμόφυρτος μέχρι εκεί. «Κλείστου τα μάτια», είπε κλαίγοντας μια γυναίκα. Ο Κλάιος κοίταξε τη θάλασσα, ψάχνοντας με το βλέμμα μήπως και σώθηκε κανείς. Αλλά όπως πάντα ήταν μονάχοι τους στο νησί, κι αυτό το πτώμα με τα ορθάνοιχτα μάτια ήταν ό μοναδικός νεοφερμένος ανάμεσα σ’ εκείνους και τη θάλασσα.
(Todos los fuegos el fuego, 1966. Πρώτη δημοσίευση στα ελληνικά Χάρτης#1 1982)