Το πράσινο τραμ της Αλεξάνδρειας

Μετάφραση: Ιφιγένεια Ντούμη
Ο Ροδόλφο Χάσλερ
Ο Ροδόλφο Χάσλερ


Ο ποιητής Ροδόλφο Χάσλερ γεννιέται το 1958 από Ελβετο-Γερμανό πατέρα και Κουβανή μητέρα στο Σαντιάγο ντε Κούβα, όπου μένουν μέχρι να γίνει δύο ετών. Στη συνέχεια η οικογένεια μετακομίζει στην Αβάνα, ενώ το 1968 μεταβαίνουν και εγκαθίστανται οριστικά στην Ισπανία, αρχικά στην παραθαλάσσια πόλη Μοχάκαρ της Ανδαλουσίας, πόλο έλξης εκείνη την εποχή καλλιτεχνών και ανθρώπων του πνεύματος (ο πατέρας του ήταν ζωγράφος και μουσικός), και στη συνέχεια στη Βαρκελώνη, όπου ο μικρός Ροδόλφο φοιτά στο Schweizer Schule (ελβετικό σχολείο Βαρκελώνης), για να σπουδάσει αργότερα στη φιλοσοφική σχολή του πανεπιστημίου της Λωζάνης. Από το 1982 μέχρι σήμερα, ο Χάσλερ έχει γράψει και εκδώσει πάνω από δέκα βιβλία. Είναι επίσης μεταφραστής – έχει μεταφράσει άπαντα τα ποιητικά του Νοβάλις (DVD Ediciones, Βαρκελώνη ​​2001), τα διηγήματα του Κάφκα (Editorial Thule, Βαρκελώνη 2006) κ.ά. Ζει στη Βαρκελώνη. Ορισμένα από τα ποιητικά του βιβλία:Poemas de arena [Ποιήματα από άμμο], E.R. Βαρκελώνη 1982· Tratado de licantropía [Συνθήκη λυκανθρωπίας], Ayuso, Μαδρίτη 1988· Diario de la urraca [Ημερολόγιο της καρακάξας], Huerga & Fierro, Μαδρίτη, Mangos de Hacha, Μεξικό, Kálathos, Βενεζουέλα 2013· Lengua de lobo [Γλώσσα λύκου], διεθνές βραβείο ποίησης Claudio Rodríguez, Hiperión, Μαδρίτη 2019· Hospital de cigüeñas [Νοσοκομείο πελαργών], Olé Libros, Ισπανία 2021.




Το βιβλίο Το πράσινο τραμ της Αλεξάνδρειας το έγραψε το 2021. Πρόκειται για μια ποιητική σύνθεση που αποτυπώνει την περιήγηση και τις σκέψεις του ποιητή στην πόλη της Αλεξάνδρειας, καθώς την παρατηρεί ως επιβάτης του παραδοσιακού μέσου μεταφοράς. 
Ποια είναι όμως η ιστορία αυτού του τραμ; Όταν ο Μεχμέτ Σαΐντ Πασάς, διορισμένος από τον Οθωμανό Σουλτάνο αλλά κατ’ ουσίαν ανεξάρτητος ηγεμόνας, αναλαμβάνει τη διοίκηση της Αιγύπτου το 1860, στο πλαίσιο του εκσυγχρονισμού των υποδομών της Αιγύπτου και του Σουδάν (το οποίο είχε ενσωματωθεί στο αιγυπτιακό κράτος), αποφασίζει να δημιουργήσει το πρώτο και το μεγαλύτερο μέσο μαζικής μεταφοράς της Αφρικής. Αναθέτει λοιπόν στον Βρετανό μηχανικό Sir Edward St. John Fairman να φέρει σε πέρας την κατασκευή της γραμμής Αλεξανδρείας - Ραμλίου του ιστορικού και «σικάτου» τραμ, που λειτουργεί μέχρι και σήμερα, αποτελώντας παράλληλα ένα από τα αξιοθέατα της πόλης. (Παρεμπιπτόντως, στην εταιρεία Strada Ferrata tra Alessandria e Ramleh / The Alexandria and Ramleh Railway Company Limited που ιδρύθηκε το 1862 μέτοχοι ήταν, μεταξύ άλλων, μέλη σημαντικών αλεξανδρινών οικογενειών ελληνικής και αρμενικής καταγωγής.) Έτσι λοιπόν, οι πρώτες ράγες τοποθετήθηκαν το 1862 και έναν χρόνο αργότερα μπήκε σε λειτουργία το πρώτο τραμ, το οποίο έσερναν τέσσερα άλογα και αποτελούνταν από τέσσερα βαγόνια. Λίγους μήνες αργότερα, τα άλογα αντικαταστάθηκαν από την ατμομηχανή, ενώ το 1904 χρησιμοποιήθηκε ηλεκτρικό ρεύμα για την τροφοδότησή του. Η γραμμή συνέδεε την πόλη με το ανατολικό, παραθαλάσσιο προάστιο Ράμλι (Ράμλιον το αποκαλεί ο Καβάφης στο ποίημα «Σαμ ελ Νεσίμ»), στο οποίο παραθέριζαν πλούσιοι Αλεξανδρινοί, ενώ ταυτόχρονα εξυπηρετούσε και τους φοιτητές του Victoria College. Μέχρι και στις μέρες μας, πάντως, το άλλοτε μοντέρνο τραμ εξυπηρετεί εκατοντάδες χιλιάδες Αλεξανδρινούς και τουρίστες καθημερινά, παρότι δεν είναι αποκλειστικά πράσινο πια...

Πηγή: Egyptian Geographic



φωτογραφία: Jena Emad. Faris Al-Jowaily
φωτογραφία: Jena Emad. Faris Al-Jowaily
Το πράσινο τραμ της Αλεξάνδρειας

Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α Τ Α

Κάνει στάση διαρκείας
σε μια κακόφημη γωνιά,
προχωρά στον ρυθμό
των επιζώντων,
χρόνος αργoκίνητος, χωλός,
σαν τον κουτσό που πουλά ψωμί
δίπλα στη στάση,
μου μιλά αλλά δεν καταφέρνουμε να επικοινωνήσουμε,
μια λεμονάδα επικαλύπτει την επάνοδο
ενός παρελθόντος
που η ιλύς του όρμου
δεν καταφέρνει να κρύψει.

            *

Ξεκινάει απότομα
και πέφτει μια βίδα πάνω στο μεγάλο δάχτυλο
του δεξιού μου ποδιού. Τη μαζεύω
και ο γοφός μου τρίζει καθώς σκύβω,
τη βάζω στην τσέπη του παντελονιού,
μια δύσοσμη γλίτσα
κολλάει στο μαλακό εσωτερικό
του αντίχειρα.

                        *

Μια γυναίκα ανεβαίνει με ένα κλουβί
στην επόμενη στάση,
μέσα εκεί κρώζει, αφού δεν τραγουδά,
ένα παράξενο μαύρο πουλί
που με περιεργάζεται
και με κάνει να νιώθω ένοχος,
ύποπτος.

                        *

Μετρώ τις λιγοστές πέτρες στη βάση
του ξακουστού Σεραπείου,
ο λόφος είναι ένας ισοπεδωμένος τόπος,
ο ήλιος κόβεται σε λουρίδες
πάνω στην υπόλευκη γη,
μια ξερή σκόνη γδέρνει τον λαιμό.
Εκεί όπου λατρεύτηκε η γονιμότητα
σήμερα δεν υπάρχει τίποτα,
υψώνεται απομονωμένη μια στήλη
από κόκκινο γρανίτη του Ασουάν,
φαλλική.
Στην επιστροφή, απ’ τη θέση μου στον διάδρομο,
φέρνω στο νου μου ένα απόσπασμα του Ηροδότου
που μιλάει για την ισχύ της πόλης.
Ένας οξύς μεταλλικός τριγμός
με βγάζει απ’ την ονειροπόληση.

                        *

Η διαδρομή είναι εκρηκτική,
προμηνύει ποιος ξέρει πόση έκπληξη,
αφήνει μια εμφανή ουλή —
με ένα ταξί, την ώρα που πεθαίνει το μεσημέρι,
διασχίζω ένα γνώριμο τοπίο,
κλαδεμένα λιόδεντρα,
ρούχα απλωμένα στις ταράτσες,
κουταλάκια που κουδουνίζουν στα καφενεία,
ρόδες που τρίζουν, κίτρινα φώτα,
ελευθερώνει τη λέξη άνεμος,
οι πέτρες είναι λευκές.

                        *

Δύο τριαντάρηδες
κάθονται διαγωνίως απέναντί μου,
μιλάνε ζωηρά,
κρατιούνται απ’ το μικρό τους δαχτυλάκι,
πράγμα που σε τούτη την πόλη
δεν δείχνει παρά
μια ξεχωριστή φιλία.

                        *

Παίρνω το πρώτο τραμ που φτάνει στη στάση
χωρίς να ξέρω το δρομολόγιο που ακολουθεί,
με πρόθεση να αφεθώ να με πάει όπου θέλει και να παρατηρώ.
Ανάμεσα στις επόμενες δύο στάσεις
γεμίζει επιβάτες,
ο συνωστισμός στον διάδρομο
δεν επιτρέπει να δεις έξω.
Η διαδρομή είναι μια εμπειρία
από αγκωνιές, φωνές και τσακωμούς,
θα ’λεγες ότι ούτε χιλιοστό δεν παραχωρεί
κανείς απ’ τον χώρο που έχει καταλάβει.
Πόση κάψα,
πόση ξαφνική δίψα.
Ξέχασα να γεμίσω το θερμός με μαύρο τσάι,
αν και ίσως το κόκκινο καρκαντέ
να ήταν καταλληλότερο.

                        *

Ξεφυλλίζοντας μια παρατημένη εφημερίδα
που βρήκα σ’ ένα απ’ τα καθίσματα
καταλαβαίνω μέσες άκρες ότι χτες τράκαραν
δυο τραμ κοντά στην Κορνίς.

                        *

Πάω προς τα εκεί με το πράσινο τραμ,
πράσινο της μπανάνας, κιτρινοπράσινο,
το Σίντι Μπισρ δεν είναι μακριά,
με κάλεσαν να επισκεφτώ τη συνοικία 
όπου παραθέριζε η μεσαία τάξη της Αιγύπτου
τη δεκαετία του πενήντα.
Υπάρχουν τετράγωνα αρχοντικά
με κολόνες και πολύχρωμα κιονόκρανα
σε σχήμα άνθους λωτού, άνθους παπύρου,
αλλά στο εσωτερικό τους δεν υπάρχει λάμψη,
μαζί με τη σιωπή
μεγαλώνει κι η παρακμή.

                        *

Η στάση στην οποία βρίσκομαι
δεν έχει στέγαστρο,
το τραμ καθυστερεί, 

πράγμα ασυνήθιστο γιατί είθισται
να περνάνε με αρκετή συνέπεια.
Η απαλή λιακάδα,
συσσωρεύεται,
γίνεται ανυπόφορη
και φοβάμαι ότι θα διαλυθεί
το γλυκό με τη μαρέγκα
που διάλεξα για επιδόρπιο.
Δεν θα με πείραζε και να μην το ’χα,
το χρώμα του είναι λίγο γελοίο,
αλλά δεν μπόρεσα στο κέντρο να βρω
καλύτερη πατισερί.

                        *

Έρχεται το πράσινο τραμ,
από μακριά διακρίνω το περίγραμμά του, 
τρέχω στην πόρτα και καθώς ανεβαίνω με σπρώχνουν
από παντού. Η γαλαζωπή μαρέγκα
μόλις κόλλησε στα τοιχώματα του κουτιού.

                        *

Το πράσινο του αμαξώματος
έχει μπαλώματα από πλαστικό χρώμα
αποτέλεσμα της αφροντισιάς, από τη σύγκρουση
ή το γρατζούνισμα από άλλα οχήματα.
Είναι παράξενο που η απόχρωση είναι η ίδια,
το αρχικό σμάλτο και οι επιδιορθώσεις
ξεχωρίζουν μονάχα χάρη στα ξαναβαμμένα σύννεφα, 
στη μεγαλύτερη πυκνότητα του πρόσθετου υλικού,
αλλεπάλληλες στρώσεις που συνοδεύουν
την ιστορία της πόλης,
θραύσμα ξανά κερδισμένο στην αφθονία
η οποία επιτρέπει την κατανόηση.

                        *

Δεν ξέρω προς τα πού πάω,
από την μπροστινή πόρτα
τρυπώνει μια έντονη μυρωδιά θάλασσας,
αχινού, ξεραμένου καβουριού,
ευτυχώς η πόρτα δεν σφραγίζει καλά
και από το πάτωμα ανεβαίνει ένας ελαφρύς ατμός
που μυρίζει καμένο, αγνώστου προελεύσεως.
Ένας άντρας μού λέει σε άπταιστα αγγλικά
ότι τα μάτια μου είναι πρασινωπά
όπως πολλών Αιγύπτιων από το Δέλτα.
Ανακαλύπτω ότι είναι κόπτης
από τον ισοσκελή σταυρό
που έχει σε τατουάζ στον καρπό.
Με ανησυχεί καθώς πλησιάζει,
επιμένει, με δείχνει με το δάχτυλο.
Σχεδόν καρατομούμαι στο τζάμι
το κεφάλι μου χάνεται πάνω σε αστραφτερές ράγες
που ξεδιπλώνονται στο βλέμμα, 
εγώ συνεχίζω το ταξίδι μου με προσμονή
προς την άλλη άκρη της πόλης.

                        *

Βγαίνοντας
ένα διαπεραστικό άρωμα με κατακλύζει,
το θυμάμαι, μου είναι οικείο,
αλλά δεν καταφέρνω να το ονομάσω
μέχρι που βλέπω ένα καροτσάκι φορτωμένο
με γκουάβες.
Η μυρωδιά των φρούτων
δυναμώνει καθώς πάνω στον φλοιό γλιστρούν
χοντρές στάλες βροχής
που πέφτουν ξαφνικά. 
Όλα τακτοποιούνται αλλιώς,
ο δρόμος ανάβει
ενώ αφαιρώ 
ένα σκούρο κεντρί απ’ το στήθος,
αδιάψευστη απόδειξη αποδοχής μιας προφητείας,
φευγαλέο πνεύμα της μνήμης,
δεν υπάρχει κλειδαριά ικανή
να συγκρατήσει τα θαύματα.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: