Τα χέρια του Καλίμ
Ο Καλίμ ξερίζωσε τα χέρια του και τα πέταξε σ’ έναν γκρεμό. Όταν έφτασε σπίτι, η γυναίκα του τον ρώτησε έκπληκτη: «Τι τα ’κανες τα χέρια σου;»
«Τα βαρέθηκα και τα ξερίζωσα», απάντησε ο Καλίμ.
«Πρέπει να πας να τα βρεις, θα τα χρειαστείς για το μεσημεριανό. Πού είναι;»
«Σ’ έναν γκρεμό, πολύ μακριά από δω».
«Και πώς κατάφερες να τα ξεριζώσεις;»
«Ξεκόλλησα το δεξί με το αριστερό και το αριστερό με το δεξί».
«Δεν είναι δυνατόν», απάντησε η γυναίκα του, «αφού χρειαζόσουν το αριστερό για να ξεριζώσεις το δεξί, αλλά το είχες ήδη ξεριζώσει».
«Το ξέρω, ρε γυναίκα. Είναι περίεργο πράμα τα χέρια μου. Ας το ξεχάσουμε αυτό τώρα κι ας πάμε για ύπνο», είπε ο Καλίμ, αγκαλιάζοντας τη γυναίκα του.
Κάτι παπούτσια
Είναι η ιστορία ενός ζευγαριού σκούρων καφέ γυαλιστερών δερμάτινων παπουτσιών νούμερο 40. Ο Μάριο συχνά πάει για ύπνο στις 11:30 και τ’ αφήνει κάτω από το κρεβάτι.
Το δεξί παπούτσι περιμένει να κοιμηθεί ο Μάριο και μετά προσπαθεί να ξυπνήσει το αριστερό παπούτσι, το οποίο παραμένει πάντα ακίνητο. Μετά, περιφέρεται μόνο του σε όλο το δωμάτιο και, αν είναι ανοιχτή η πόρτα, βγαίνει έξω για να περπατήσει ανάμεσα στα δέντρα, να πάρει λίγο αέρα ή να κοιτάξει τα αστέρια. Πολύ σύντομα, βαριέται να περιφέρεται μόνο του και σκέφτεται το αριστερό παπούτσι, τον τέλειο σύντροφο για τις νυχτερινές του περιπλανήσεις. Οι μέρες περνούν και το δεξί παπούτσι επιμένει να ξυπνάει το αριστερό παπούτσι και μια μέρα, επιτέλους, τα καταφέρνει. Έτσι εξηγείται γιατί ο Μάριο ξύπνησε ένα πρωί και δεν βρήκε ποτέ ξανά τα παπούτσια του.
Τεκμήριο θανάτου
Θυμάμαι πολύ καλά τη μέρα του θανάτου μου. Όλοι ήταν λυπημένοι για το τραγικό δυστύχημα: δεν έπιασαν τα φρένα του αυτοκινήτου μου και στούκαρα σ’ ένα φορτηγό.
Πήγα να με δω στην τεφροδόχο. Είναι πραγματικά φρικτό να βλέπεις τον εαυτό σου εκεί μέσα, χωρίς να μπορείς να κάνεις τίποτα για να ξεφύγεις. Πιστέψτε με, μ’ έπιασε ναυτία και το στομάχι μου έγινε κόμπος. Από τότε, δεν μπορώ να κοιμηθώ και κάθε μέρα νιώθω χειρότερα.
Υπόσχομαι ρητά ότι την επόμενη φορά που θα πεθάνω, δεν θα πάω να με δω, γιατί τελικά δεν μαθαίνεις τίποτα για τον θάνατο∙ κι αν είσαι νεκρός, έχεις τουλάχιστον το δικαίωμα να το ξέρεις.
Αναποφασιστικότητα
Η Μαργαρίτα μού έλεγε ότι δεν θα πεθάνει ποτέ. Από μικρή, μου επαναλάμβανε πάντα το ίδιο, κι εγώ, με μεγάλο σεβασμό στις υπέροχες ιδιοτροπίες της, δεν τολμούσα να την αντικρούσω. Γι’ αυτό, όταν πέθανε, δεν μπορούσα να το πιστέψω. Ποτέ δεν ξέρεις μ’ αυτά τα πράγματα.
Η θλιβερή ιστορία της Φίνια, μιας ερωτευμένης κότας
Μια κότα παράξενη, από εκείνες που απομακρύνονται από τις υπόλοιπες μόλις φάνε και πάνε και κολλάνε στο συρματόπλεγμα του κοτετσιού για να χωνέψουν και να συλλογιστούν τη θλιβερή τους μοίρα, ε δεν τη συναντάς και πολύ συχνά. Όποιος τη δει εκεί, με το ράμφος της ανάμεσα στα σύρματα, να ψιθυρίζει ένα ερωτικό τραγούδι που μετά βίας ακούγεται, πρέπει, αν έχει ψυχή, να συγκινηθεί. Ας της βρούμε ένα όνομα για να ταυτιστούμε μαζί της: Φίνια, για παράδειγμα. Λοιπόν, η Φίνια, εκτός από πολύ όμορφη και πολύ θλιμμένη, είναι επίσης πολύ ερωτευμένη μ’ έναν κόκορα που τον ακούει να τραγουδάει κάθε πρωί, και συμπεραίνει από το τραγούδι του ότι πρέπει να είναι ο πιο ερωτικός και συμπονετικός κόκορας στη γη. Το τραγούδι του κόκορα διαπερνά την ψυχή της, κι εκείνη, κλεισμένη στο θλιβερό και υγρό κοτέτσι της, κλαίει χωρίς δάκρυα, ξέρουμε εξάλλου πως στις κότες δεν τρέχουν δάκρυα από τα μάτια τους, ούτε καν όταν τους στρίβουν το λαρύγγι.
Η Φίνια, τελικά, παίρνοντας δύναμη από τον έρωτά της, καταφέρνει, αδιανόητο πώς, να περάσει μέσα από μια τρύπα πολύ στενή για το σώμα της, τσακίζοντας τα φτερά της, ένα μέρος του κεφαλιού της και σακατεύοντας εντελώς το ένα της πόδι. Ύστερα, με το φτέρωμά της μέσα στα αίματα, προσμένει να ξημερώσει για να ακούσει το τραγούδι του κόκορά της∙ έπειτα, ακολουθώντας την καρδιά της και οδηγούμενη από το πιο μελωδικό τραγούδι στη γη, φτάνει ως το σπιτικό του μεγάλου κόκορά της, του κατόχου των άπειρων προσδοκιών της. Και να τον, με τα φτερά του ορθάνοιχτα στον άνεμο και τον κόσμο, με φτέρωμα που θα το ζήλευαν και τα παγώνια, με το ράμφος του στραμμένο στον ουρανό. Και να την, να κλαίει, επειδή η Φίνια είναι η μοναδική κότα που έχει κλάψει ποτέ, και τώρα στέκεται εκεί, στο τέλος της ζωής της, επειδή εκείνη τη στιγμή κάποιος την αρπάζει από τον λαιμό και της τον στρίβει.
Αργότερα, ο κύρης του σπιτιού θα σχολιάσει: «Τι νόστιμη κότα!» χωρίς να ξέρει, ούτε τώρα ούτε ποτέ, ότι ήταν γεμάτη έρωτα ως το μεδούλι.
Υπόθεση για έναν λαό δήμιων
Ένας αθώος άντρας καταδικάζεται σε θάνατο από έναν λαό. Το δικαστήριο αποφασίζει να διατάξει τον αποκεφαλισμό του, σε δημόσια θέα.
Τη στιγμή της εκτέλεσης, ο δήμιος αισθάνεται ένοχος και το λέει στον λαό. Ο λαός, ανήσυχος και σε σύγχυση, προτείνει τον αποκεφαλισμό του δήμιου.
Με τον ίδιο τρόπο, ο νέος δήμιος, τη στιγμή που αποκεφαλίζει τον παλιό δήμιο, αισθάνεται ένοχος και το λέει στον λαό.
Έτσι, φαίνεται ότι δεν απομένει κανείς πια από τον λαό που να τολμά να γίνει δήμιος αθώων δήμιων.
Εν τέλει, ένας άντρας προσφέρεται εθελοντικά να γίνει δήμιος και τη στιγμή της εκτέλεσης, στρέφει το τσεκούρι προς το κεφάλι του κυβερνήτη και τον αποκεφαλίζει, εν ονόματι του λαού.
Ο θαρραλέος άντρας αργότερα αποδεικνύεται ότι είναι ο αδελφός του πρώτου αθώου άντρα, ο οποίος με τη σειρά του είναι ο μόνος ένοχος δήμιος.
Τα δόντια της Ρακέλ
Η Ρακέλ δάγκωσε ένα μήλο και όλα της τα δόντια έμειναν μέσα του. Πήγε σπίτι με στόμα που αιμορραγούσε για να το πει στη μαμά της. Η μαμά έτρεξε έντρομη να αναζητήσει τα δόντια της Ρακέλ, μα όταν έφτασε, τα δόντια είχαν φάει το μήλο.
Η μαμά επιχείρησε να τα μαζέψει, αλλά τα δόντια σηκώθηκαν κι έφαγαν τη Ρακέλ και τη μαμά της.
Έπειτα, τα δόντια επέστρεψαν στο στόμα της Ρακέλ, κι αυτή, πολύ πεινασμένη, έτρεξε να ζητήσει από τη μαμά της να της αγοράσει ένα μήλο.