Η ένεση

Η ένεση

Αυτό το «τσικ -τσικ» ακόμα κι ανεπαίσθητο να ήταν, αυτός το άκουγε. Η μάνα του κι η θεία του προσπαθούσαν να το παίξουν παραπλανητικά το έργο, εκείνος, όμως τους ξεσκέπαζε, τους φώναζε στα μούτρα «ένεση!» βουρκωμένος κι άρχιζε το τρέξιμο. Αμέσως μετά άρχιζε το κυνήγι. Το σπίτι ήταν μεγάλο κι έτσι οι δύο γυναίκες ήξεραν πως άρχιζαν τα βάσανά τους. Κι έσκαγε μύτη ο παππούς στο διάδρομο, λες και ήθελε να τις καθυστερήσει στο κυνηγητό τους, με το σημειωτόν περπάτημά του λόγω γήρατος με εκείνο το απροσδιόριστο χαμόγελο σαν να ήθελε να τις βασανίσει περαιτέρω γι' αυτό που επρόκειτο να κάνουν στον εγγονό του. Θύμιζε εκείνα τα τερατίδια στα παλιά ηλεκτρονικά παιχνίδια που από το πουθενά εμφανίζονταν και δυσκόλευαν τον παίκτη να κυνηγήσει τον εχθρό. Η κατσαρόλα εξακολουθούσε να αποστειρώνει κι όταν ξεπρόβαλλαν οι καπνοί, η ώρα είχε σημάνει.
«Δημητράκηηηη, Δημητράκηηη, έλα αγόρι μου, δεν είναι τίποτα», φώναζε με προσποιητά καθησυχαστική χροιά η θεία. Τη μάνα του την έπιαναν νευρικά γέλια, καθώς ο Δημητράκης ξεγλιστρούσε σαν ψάρι, πετούσε πάνω από τα χαλιά, κέρδιζε τη βαρύτητα πατώντας κάθετα στους τοίχους. Ύστερα χάνονταν σαν ποντίκι πίσω από τα έπιπλα. Ή μήπως ανέβηκε στη σοφίτα-αποθήκη;Είναι επικίνδυνα εκεί στα χωρίσματα, αν υποχωρήσουν οι τάβλες και σκιστεί το ξύλο και θα προσγειωθεί στο διάδρομο, ίσως επάνω στον παππού και θα τσακιστούν κι οι δυο. Κι εκείνος, ο παππούς, σαν μπλόκο κόβει το σπίτι στα δύο, μόνο ο Δημητράκης ξέρει το κόλπο μπουσουλώντας ανάμεσα στα πόδια του, να περάσει και να φυγαδευτεί. Στην εσωτερική αυλή οι κουρτίνες των απέναντι σπιτιών έχουν μισανοίξει και τα αδιάκριτα βλέμματα έχουν βλεφαρίσει σαν πεταλουδίτσες περιμένοντας τις κραυγές του παιδιού όταν εκείνο επιτέλους συλληφθεί. Γιατί πάντα το τσάκωναν το παιδί παρατώντας προς ώρας τις δουλειές τους. Ήταν εξπέρ πια οι δυο γυναίκες, δεν υπήρχαν πλέον κρυψώνες ικανές να τον απαλλάξουν από το φοβερό τσίμπημα, ήταν πεπερασμένος ο αριθμός τους, έπρεπε πια να παίρνει τους δρόμους. Δεν το επιχείρησε ποτέ, πάντως. Κι όταν τα πράγματα ζόριζαν επιστρατεύονταν το τηλέφωνο. Η θεία θα έπαιρνε το γιατρό, η μάνα το δάσκαλο να του βάλουν μυαλό. Πάντα τσιμπούσε ο Δημητράκης. Έτρεμε από ντροπή. Πίσω από το ακουστικό, ο θείος ο Χρήστος που αλλοίωνε τη φωνή του, πότε ως γιατρός και πότε ως δάσκαλος. Ο Δημητράκης τον είχε καταλάβει, αλλά δεν τολμούσε να το μολογήσει ούτε στον εαυτό του. Ακόμα κι αυτό το ψέμα ήταν ικανό να τον τρομοκρατήσει. Ο θείος αντιπροσώπευε τη φωνή της επιβολής.
Ο Δημητράκης. Από τότε. Όλοι του είχαν αδυναμία. Ήταν ο πιο αδύναμος. Ο προστατευόμενος γι' αυτό κι ο πιο ελεγχόμενος. Ο συνονόματός του ξάδελφος απολάμβανε το κυνηγητό όταν ήταν να κάνει ένεση. Καθόταν σταυροπόδι στον καναπέ και φώναζε κι εκείνος φοβιστικά: «Δημητράκηηη, έλα να σου κάνουν την ένεση!» «Σταμάτα βρε», τον μάλωνε η δική του μάνα, «ο Δημητράκης θα έρθει μόνος του». Κι όταν η ώρα έφτανε, τον ακινητοποιούσαν, συνήθως στο σαλόνι με τη δίφυλλη πόρτα κι εκεί, το στυγερό και ατάραχο χέρι της θείας, του έμπηγε τη βελόνα στον κώλο. Το τσούξιμο έστελνε την κραυγή του στο ταβάνι με τα γύψινα διακοσμητικά να δονούνται. Το πινακάκι με την «Ταφή τού κόμητος Οργκάθ» σαν να έτρεμε και να έπαιζε στον τοίχο απέναντι με κίνδυνο να σπάσει η αλυσίδα που το συγκρατούσε στο καρφί και να πέσει στο πάτωμα. Κι ο Δημητράκης ηρεμούσε και γαλήνευε, μέχρι την επόμενη φορά.
Η ένεση, θυμάται τώρα, καταπολεμούσε ή το «φύσημα στην καρδιά» ή το άσθμα. Το άσθμα, η λέξη-μυστήριο που δεν γνώριζε τι σημαίνει, του αρκούσε όμως να την ακούει να του τη λένε, με δέος. Που χρησιμοποιούσε συχνά στη ζωή του σαν άλλοθι και διαβατήριο για κάθε του ατόπημα. Για το ότι δεν μπορούσε να κάνει τούμπα στη γυμναστική, να τρέξει, να κουβαλήσει, να διεκδικήσει, να παλέψει, να κάτσει σκοπιά στο στρατό, να κάνει μπάνιο στη θάλασσα. Το άσθμα θα γοήτευε τις κοπέλες του, θα σαγήνευε και θα τραβούσε το ενδιαφέρον τους, θα πρόσδιδε έναν ρομαντισμό στη σκέψη του. Θα διαμόρφωνε τη στάση των συνομιλητών του, θα κέρδιζε τη συμπάθειά τους χωρίς κόπο. Μια μυστηριώδης ασθένεια με κύρος και προοπτικές αλλόκοτες. Κι όμως. Η δουλειά του στο σούπερ μάρκετ αποδείκνυε τα αντίθετα. Κουβαλούσε απρόσκοπτα τις κούτες, τοποθετούσε τα πάντα στα ράφια, απνευστί, σκούπιζε, πουλούσε, έκανε ταμείο. Διεκπεραίωνε, τακτοποιούσε, επιτύχαινε. Και εισέπνεε και τα απορρυπαντικά και τη χλωρίνη στην αποθήκη. Το άσθμα είχε νικηθεί, η ένεση είχε θριαμβεύσει. Η τρύπα στην καρδιά είχε επουλωθεί και ήταν έτοιμη πια να δοθεί στην αγάπη ακέραια. Ο πισινός του δεν είχε πια μνήμη τσιμπημάτων. Κι όλοι έχουν τώρα πεθάνει, η θεία με το χρυσό δόντι που από δεύτερη μάνα γινόταν εφιαλτική μάγισσα, η μάνα που από τρυφερή τροφός, ζάρωνε συμμέτοχη κι ένοχη στο δράμα του, ο ξάδελφος που χασκογελούσε άνετος είναι τώρα μια θολή ανάμνηση. Το Δημητράκης πάντως έμεινε. Ο λοχαγός, ο δάσκαλος, οι συνάδελφοι, ο προϊστάμενος, ο γιατρός, όλοι τον φώναζαν έτσι. Σαν να ήταν παρόντες, άχρονοι μπροστά στην τελετουργία της επιχείρησης «ένεση». Σαν να τον συμπονούσαν ακόμα, παρόλα τα πατημένα εξήντα. Και η γυναίκα του, «Δημητράκη», τον αποκάλεσε από το δεύτερο κιόλας ραντεβού τους. Κάτι είχε μέσα η σύριγγα. Κάτι που χάρισε στο Δημήτρη ένα αιώνιο υποκοριστικό, έναν υπαινιγμό αθανασίας.
Κι ο θείος ο Χρήστος; Αυτός υπήρξε το μοναδικό πρόσωπο που στο ακουστικό τον αποκαλούσε σοβαρός: «Δημήτρηηη».

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: