Η γειτονιά ήσυχη και υγρή από το ψιλόβροχο που είχε πέσει το πρωί. Κάπου-κάπου, άνθρωποι καλοντυμένοι έβγαιναν από τις πολυκατοικίες, κρατώντας κουτιά ζαχαροπλαστείου ή σακούλες με δώρα. Ύστερα έμπαιναν στα αυτοκίνητά τους και χάνονταν μέσα στη γιορτινή σιωπή.
Στεκόταν στο μπαλκόνι του πατρικού του σπιτιού και κάπνιζε, χαζεύοντας. Γύρισε στο σαλόνι. Το τραπέζι ήταν στρωμένο με το καλό πορσελάνινο σερβίτσιο. Στη μέση ένα βάζο με γκι και στην κονσόλα, ένα χριστουγεννιάτικο καραβάκι και μια φωτογραφία με τον αδελφό του κι εκείνον να κοιτούν, γελώντας, ευθεία την κάμερα. Όταν ήταν μικροί, έμοιαζαν σαν δυο σταγόνες νερό.
Ο πατέρας του διάβαζε εφημερίδα, σκυφτός, με μάτια θαμπά — κυνηγημένος από τον χρόνο πια. «Τι διαβάζεις; Πολιτικά;» τον ρώτησε. «Οι δικοί σου πρέπει να πάνε όλοι φυλακή…». Για μια στιγμή, ο πατέρας απέκτησε το ζωντανό βλέμμα που είχε κάποτε. Έμοιαζε έτοιμος να αρπαχτεί. Πήγε να πει κάτι στον γιο του αλλά το μετάνιωσε. «Δεν θα μαλώσω μαζί σου, μικρέ, Χριστουγεννιάτικα. Έχουμε διαφορετικές πολιτικές πεποιθήσεις. Μόνο ο αδελφός σου…» Σταμάτησε. Άναψε τσιγάρο και κοίταξε από την άλλη μεριά.
Δεν του είπε τίποτα. Τον άφησε και πήγε στην κουζίνα. Η μητέρα του στεκόταν στον νεροχύτη και έκοβε τη γαλοπούλα. Φαινόταν νόστιμη, ζουμερή. Κυρίως νεκρή. Έβγαλε από την τσέπη του τα χάπια του για το έλκος του και κατάπιε ένα πίσω από την πλάτη της μάνας του.
Εκείνη ένιωσε την παρουσία του. Γύρισε, του χαμογέλασε τυπικά και ύστερα γύρισε ξανά και συνέχισε μηχανικά την ετοιμασία. Της αγκάλιασε την πλάτη, αλλά εκείνη δεν κινήθηκε καθόλου.
Έστρωσαν το τραπέζι. Ο πατέρας άνοιξε ένα μπουκάλι λευκό κρασί και σερβίρισε στα ποτήρια τους. Άρχισαν να τρώνε. Τρία πιάτα γεμάτα και ένα άδειο. Το κοίταξε, ύστερα κοίταξε τη μητέρα του: «Για πόσο ακόμα θα συνεχίζεις να το βάζεις στο τραπέζι;»
Ο πατέρας σήκωσε βιαστικά το ποτήρι του: «Ελάτε τώρα… χρόνια πολλά.»
Μετά το φαγητό ήρθε ο καφές. Άρχισαν να μιλούν για τα παλιά. Βασικά για το Χρήστο, τον αδελφό του. Ευθύμησαν, μίλαγαν ο ένας πάνω στον άλλο. Άνοιξαν και δεύτερο μπουκάλι κρασί. Δεν κράτησε. Μια ξαφνική σιωπή. Είχε πιει παραπάνω. Κοίταξε τη μάνα του. Είχε σκύψει το κεφάλι της και έκλαιγε βουβά. Σηκώθηκε, άρχισε να βηματίζει πάνω-κάτω στο σαλόνι, και τελικά έδωσε μια δυνατή κλωτσιά στην πόρτα.
Σηκώθηκε ο πατέρας του: «Ηρέμησε, πήγαινε να κοιμηθείς λίγο, να ξεκουραστείς. Φεύγεις το απόγευμα», του είπε.
Μπήκε στο εφηβικό τους δωμάτιο. Ίδιο και απαράλλακτο. Άναψε ένα τσιγάρο και πήρε έναν δίσκο βινυλίου και τον έβαλε στο πικάπ. Η βελόνα ακούμπησε και η βαθιά φωνή του Τζιμ ακούστηκε στον αέρα: «Love Me Two Times…». Στον απέναντι τοίχο, η ασπρόμαυρη προσωπογραφία του Μόρισον τον κοιτούσε κατάματα. Ήταν ο αγαπημένος του αδελφού του — ύστερα έγινε και δικός του.
Ζωντάνεψαν οι νύχτες τους. Τότε που έκλειναν την πόρτα και άναβαν κρυφά τα πρώτα τους Kent τσιγάρα, με το φως από τον διάδρομο να μπαίνει σαν λεπτή ρωγμή κάτω από την πόρτα. Κάπνιζαν, κάνοντας κυκλάκια με τον καπνό που διαλύονταν στον αέρα. Γέλαγαν πνιχτά για να μην τους πάρουν χαμπάρι, μιλούσαν για τα όνειρα, τους ανύπαρκτους έρωτές τους, τους φόβους τους. Παρηγορούσε ο ένας τον άλλον ή βυθίζονταν στη μελαγχολία που μόνο τα δεκαεπτά ξέρουν να κουβαλούν. Ο Μόρισον —πάντα εκεί, παρών— έβαζε τη δική του φωνή στις κουβέντες τους, τις κρατούσε μυστικές, αλληλέγγυες, τις σφράγιζε.
Τώρα τραγουδούσε: «Αγάπησέ με δυο φορές, μωρό μου, γιατί πηγαίνω μακριά…».
Όντως είχαν πάει πολύ μακριά. Ο Τζιμ και ο Χρήστος είχαν περάσει στην απέναντι όχθη.
Κι όμως, στα κύτταρά του είχε γραφτεί η σκοτεινή αίσθηση της απώλειας πολύ πιο νωρίς. Όταν είχε χάσει τον αδελφό του για πρώτη φορά. Τότε που ο γιατρός στη γέννα τράβηξε πρώτο τον Χρήστο και έμεινε μόνος του για έξι μαρτυρικά λεπτά μέχρι να τον τραβήξουν και εκείνον από την κοιλιά της μάνας τους.
Κι όμως, μέσα σ’ αυτά τα έξι πρώτα λεπτά, η μητέρα πρόλαβε να αγαπήσει το Χρήστο όπως δεν είχε αγαπήσει ποτέ τον ίδιο. Μαζί με το Χρήστο είχε χάσει οριστικά και εκείνη.