Στη μνήμη του πατέρα μου
Ήταν σχεδόν ειλημμένη η απόφασή τους. Το ήξερα, αλλά καμωνόμουν ότι μπορούσα μέχρι τέλους να έχω λόγο στον ξεριζωμό μας από το χωριό στην συμπρωτεύουσα. Η μεγαλύτερη αδερφή μου δεν ήθελε ν’ αποχωριστεί τις φίλες της, την Μπέλιτσα, την υιοθετημένη γιαγιά-Γεωργία, τα σουαρέ στο εξοχικό κέντρο τού Μπουτίδη και το περίπτερο του Γκόρα που είχε όλες τις αγαπημένες σοκολάτες της. Ήμασταν πολύ μικρές γι’ αναζητήσεις. Τουλάχιστον εκείνη.
Ο πατέρας ήθελε, τουλάχιστον εμένα, σύμμαχό του. Η μαμά ήταν ενίοτε αμφίθυμη και η αδερφή ανένδοτη. Όλα ήταν έτοιμα για την μετοίκησή μας, αλλά ο πατέρας δεν ήθελε να φύγουμε με τo πικρό αίσθημα του κυνηγημένου. Μας πήρε, λοιπόν, ένα σαββατοκύριακο και κατεβήκαμε με το λευκό Renault 5, μέσα από τους φιδωτούς δρόμους του Βερτίσκου στην αχανή, στα μάτια και στο μικρό μας μπόι, Θεσσαλονίκη.
Προσπάθησε να μας εκμαυλίσει με τις βόλτες στην παραλία, τα τεράστια τοστ στο αναψυκτήριο του Λουκά στην πλατεία της ΧΑΝΘ και την απέραντη θέα από τ’ «Αστέρια» στο Πανόραμα. Εκεί για πρώτη φορά μ’ άφησε να φάω μόνη μου όλη την πιατέλα με τους μεζέδες που συνόδευε το ουζάκι του. Και από τότε, έγινε παράδοση μεταξύ μας να μου προσφέρει τα πιο εκλεκτά εδέσματα κι εκείνος να πίνει το ούζο του σχεδόν ξεροσφύρι. Ήταν ένα είδος εξαγοράς, ακόμα και χρόνια αφότου έπαψα να λέω όλο ενθουσιασμό: «Να πάμε στη Σαλονίκη να πίνουμε τα ουζάκια μας στ’ Αστέρια».
Η πρώτη επαφή με τις ομορφιές της πόλης, άφησε την αδερφή μου πεισματικά ασυγκίνητη και τη μαμά ακόμα πιο αμφίθυμη. Οι αλλαγές πάντοτε την φόβιζαν και ειδικά σε τόσο μεγάλη κλίμακα.
Μπήκε τότε σε εφαρμογή το δεύτερο πλάνο του πατέρα, η επίσκεψη στη Διεθνή Έκθεση που είχε γίνει θρύλος ανάμεσα στους συγχωριανούς. Κάποιοι μάλιστα μιλούσαν όλο δέος για τους εκθέτες και τις λιχουδιές από διάφορα μέρη του πλανήτη. Ακόμα και η αδερφή μου, μυαλό φιλέρευνο και λάτρης των εγκυκλοπαιδειών, έδειξε έναν απρόσμενο ενθουσιασμό για την ιδέα.
Η πρώτη παιδική εμπειρία χαράσσεται πάντα στο μυαλό με έναν τρόπο που καθόλου δεν συμβαδίζει με την πραγματικότητα. Θυμάμαι να γίνεται ένα θαύμα στην καρδιά της πόλης. Ουρές ατέλειωτες, περίπτερα από χώρες που είχαμε μόνο διαβάσει στο κυριακάτικο Βήμα του πατέρα, θαύματα της επιστήμης που έφταναν μέχρι τον απλό καταναλωτή. Μαζέψαμε σα θησαυρό τα φυλλάδια που μοίραζαν σε κάθε περίπτερο. Χαζέψαμε τα πλήθη που στέκονταν μπροστά στις κάνουλες για ένα πλαστικό ποτήρι μπύρας. Και φάγαμε σαν πεινασμένα λυκάκια τα λευκά σιμιτάκια με τα βραστά λουκάνικα Φρανκφούρτης.
Το ιδρωμένο χέρι του πατέρα με κρατούσε με αγωνία, μήπως με χάσει μέσα στο πλήθος που πηγαινοερχόταν κατά κύματα. Κι εγώ μαγεμένη κοίταζα το φωτισμένο λούνα παρκ, την μπαλαρίνα που στριφογύριζε στη δαντελωτή φούστα της τα έκθαμβα παιδιά, τον τροχό που άλλαζε χρώματα και φαινόταν δίπλα στον πύργο του ΟΤΕ σαν βάση εξωγήινων.
Εκείνο το βράδυ κάναμε με την αδερφή μου συμφωνία να φύγουμε από το χωριό, με την προϋπόθεση κάθε Σεπτέμβριο να επισκεπτόμαστε τη Διεθνή Έκθεση. Ο πατέρας τήρησε το λόγο του για αρκετά χρόνια, μέχρι σχεδόν την ενηλικίωσή μας.
Με τέτοια μάγια μάς κράτησε η αφιλόξενη πόλη.