Το γέλιο τής ζωής

«Κύριε, τι σημαίνει προοπτική;»
«Κύριε, τι σημαίνει προοπτική;»

Μνήμη Λουκά Βακάλη (2004-2024)



Δευτέρα, πρώτη ώρα στο Γυμνασιολύκειο. Οκτώβρης στις αρχές του. Έχω μπροστά μου το βιβλίο ύλης, το απουσιολόγιο και μια φωτοτυπία που θέλω να τους κάνω για το ΣΕΠ. Διανομή έντυπου υλικού, όπως μας λένε επίσημα στ’ ατελείωτα σεμινάρια. Διαπερνώ με το βλέμμα μου τα παιδιά ένα ένα. Η ώρα είναι οχτώ και είκοσι και οι περισσότεροι έχουν σηκωθεί από το κρεβατάκι τους πριν δέκα λεπτά. Το πολύ. Θα ξυπνήσουν βέβαια λίγο αργότερα. Εγώ έχω δύο ώρες ξύπνιος γιατί έπρεπε να βρεθούμε αξημέρωτα με το γκρουπάκι των συναδέλφων και είμαι ήδη σε θέση ισχύος. Όλοι αναπληρωτές στο νησί. Οι μόνοι που έχουν ξυπνήσει νωρίτερα από μένα είναι ο Πετρής και ο Γαβρήλος. Αρμέγουν τα πρόβατά τους σε γειτονικές στάνες εδώ παραπάνω στο βουνό. Κατεβαίνουν μαζί μετά το άρμεγμα κατευθείαν στο σχολείο.
Τ’ αφήνω να χρονοτριβήσουν άφοβα, τελετουργία τοποθέτησης παγουρακίων κτλ. Είναι η πρώτη ώρα της πρώτης μέρας της εβδομάδας. Η χειρότερή τους. Είμαι ακόμη στη φάση του εξοικειωμένου στρατιωτικού με τα παιδιά. Δεν τους έχω δώσει και πολύ θάρρος γιατί φαίνονται ζωηρούλικα στα διαλείμματα. Όχι όμως και τελείως ψυχρός. Πώς άλλωστε! Εκείνα σαλεύουν μηχανικά στις θέσεις τους να κουτσοβολέψουν τα κασετινοειδή τους.
Ξεδιπλώνω ράθυμα αλλά σοβαρά τη φωτοτυπία. Ούτε που θυμάμαι τι ξεκίνησα να τους λέω. Για τα δώδεκα επαγγέλματα του μέλλοντος, κάτι τέτοιο. Πετάγεται τότε ο Πετρής και με διακόπτει στο άσχετο, καθώς μιλάω. Με ρωτάει: «Κύριε, τι σημαίνει προοπτική;». Μια λέξη που δεν έχω χρησιμοποιήσει σε αυτό το πρώτο λεπτό που πήγα να μιλήσω. Δεν του κάνω παρατήρηση, έχει τόση ησυχία εκεί μέσα που δεν αξίζει τον κόπο. Αντίθετα, διακόπτω εκείνο που έλεγα για τα υποσχόμενα επαγγέλματα και επεξεργάζομαι τον ορισμό που θα του δώσω. Η πρώτη ερμηνεία, και για κάποιο λόγο η μόνη, που περνά από το μυαλό μου είναι εκείνη της προοπτικής στην αρχιτεκτονική και τη ζωγραφική, η προοπτική ως φυσικό μέγεθος.
Από πού να πιαστώ; Κοιτάζω δεξιά μου έξω από το παράθυρο αναζητώντας κάποιο σπίτι ή κάνα τυροκομείο. Η τάξη όμως βλέπει στον απέναντι ολόγυμνο λόφο που χρυσίζει ακόμα από τα ξηραμένα αγριόχορτα και το χαμομήλι.
Λέω: «Παιδιά, ας υποθέσουμε ότι εκεί απέναντι στον λόφο υπάρχει μια καλύβα. Σ’ εμάς η εικόνα της καλύβας φθάνει μικροσκοπική… Να, πώς να το πω, είναι όπως αυτά τα κόλπα που κάνετε στο Ίνσταγκραμ ότι κάποιος τρώει το φεγγάρι ή το βάζει στο πορτ-μπαγκάζ και τέτοιες χαζομαρίτσες».
Μιλάω και τα παιδιά, όλα τα παιδιά, δεν έχουν γυρίσει ακόμη το βλέμμα τους από την αόρατη καλύβα. Προσκολλούνται σχεδόν υπνωτισμένα σε αυτή. «…Αυτό ακριβώς είναι η προοπτική, μια έννοια που ορίζει την αντίληψη του χώρου», το συνεχίζω. Βλέμματα ακόμα στην αόρατη καλύβα. Παίζει να μην με ακούει κανείς. Ο Πετρής σίγουρα. Ξέρει όλον τον λόφο σπιθαμή προς σπιθαμή. Τον ανεβαίνει και τον κατεβαίνει με τ’ άλογό του όταν εξασκείται με τους άλλους αλογατάδες του χωριού, «ασέλωτα και αντρίκια». Το βλέμμα του είναι τόσο ζωηρά ρεμβαστικό που είμαι βέβαιος πως δεν σκέφτεται καν την αόρατη καλύβα όπως οι άλλοι, αλλά τα δικά του αόρατα ασέλωτα άλογα που τριποδίζουν κατά ‘κει.
Λέω: «Παιδιά, συγγνώμη, αλλά εκεί που κοιτάτε τόση ώρα δεν υπάρχει καμία καλύβα. Μια υπόθεση κάναμε». Τα παιδιά αρχίζουν να γελούν. Επαναφέρουν απρόθυμα τα βλέμματά τους σε μένα.
Ύστερα ξαναγυρνάμε στη φωτοτυπία. Συνεχίζω από το τέταρτο επάγγελμα του μέλλοντος: διαχειριστές επιδημιών, εφαρμοστές καραντίνας, επιδημιολόγοι, καραντινολόγοι κτλ. Σύμφωνα με έρευνα του Βρετανικού Υπουργείου Επιχειρήσεων, Καινοτομίας και Δεξιοτήτων, στο άμεσο μέλλον είναι πολύ πιθανό η ανθρωπότητα να κινδυνεύσει από κάποια θανατηφόρα επιδημία. Αν ένας θανατηφόρος ιός εξαπλωθεί ανεξέλεγκτα και ραγδαία, τα κράτη θα αναγκαστούν να εφαρμόσουν μαζικές καραντίνες καθώς τα νοσοκομεία πλέον δεν θα επαρκούν και η θνησιμότητα θα χτυπήσει κόκκινο. Οι πόλεις θα κλείνουν… Μάλιστα. Τα παιδιά καταβυθίζονται και πάλι στον υπνωτισμό τους, αδιαφορώντας για τα επαγγέλματα του μέλλοντος. Αδιαφορώντας για το ίδιο το μέλλον, ως κάτι το εξωπραγματικό, το αόρατο, σαν τον θανατηφόρο ιό που επαπειλεί την ανθρωπότητα ή την αόρατη καλύβα. Και βαρετό, ίσως. Γι’ αυτά, δεν είναι παρά η πρώτη βαρετή ώρα της πρώτης βαρετής μέρας της εβδομάδας. Μεταξύ μας, αυτό το επάγγελμα του καραντινολόγου δεν έπεισε ούτε μένα. Άσε που τα περισσότερα αγόρια θέλουν να γίνουν τυροκόμοι και φανοποιοί.
Και φτάνουμε στο τελευταίο πεντάλεπτο. Κάποια μαθήτρια της πρώτης σειράς σηκώνει χέρι και με ρωτά κάτι για το πρόγραμμα της αυριανής ημέρας. Νομίζω, το Ελενάκι. Κοιτάζω στ’ αριστερά μου τον πίνακα των ανακοινώσεων όπου θα έπρεπε να υπάρχει αναρτημένο το πρόγραμμα. Αλλά πρόγραμμα πουθενά. Ο πίνακας είναι τελείως άδειος. Δεν απομένει επάνω του παρά μόνο η ματαιότητα της ξύλινης κορνίζας που περικλείει το νοβοπάν.
Λέω: «Αν έχουμε υπόψη το πρόγραμμα…», και στρέφομαι για λίγο, ασυναίσθητα, προς τον ολόαδειο πίνακα. Μιλάω για τα του αυριανού προγράμματος και τα παιδιά, όλα τα παιδιά, συμπεριλαμβανομένης και της μαθήτριας που με ρώτησε, δεν έχουν γυρίσει ακόμη το βλέμμα τους από το άλλο αόρατο πρόγραμμα που δεν είναι αναρτημένο πουθενά. Σταματώ να εξηγώ και τα κοιτάζω. Μετά κοιτάζω κι εγώ τον άδειο πίνακα ανακοινώσεων που εξακολουθούν να έχουν πάνω του τα βλέμματά τους, σοβαρά και υπνωτισμένα. Σαν να είμαι εγώ που τα υπνωτίζω και πηγαίνω πέρα δώθε τη ματιά τους και την αναπαύουν εκεί. Ήδη πολύ κουρασμένα. Λέω: «Παιδιά, συγγνώμη, αλλά εκεί που ξανακοιτάτε τόση ώρα δεν υπάρχει κανένα απολύτως πρόγραμμα».
Και τότε ξυπνούν, διαλύονται, ξεσπούν σ’ ένα γέλιο υστερικό με κραυγές και χειρονομίες, με ουρλιαχτά, με ασπαίρουσες συσπάσεις των όμορφων προσώπων τους. Γελάω κι εγώ μαζί τους με αναφιλητά. Είναι κάτι που μας παρασέρνει ανεξέλεγκτα σε έναν περσεφόνειο εγερσιακό εκστασιασμό. Είναι μια κανονική άσκηση γέλιου. Μια τρεμώδης ηχωσυρμή. Χτυπά το κουδούνι και ίσα που ακούγεται. Και το ίδιο το χτύπημα του κουδουνιού αναφλέγει το γέλιο σαν οινόπνευμα. Αναίτια τελείως. Όλα έχουν μετατραπεί σε γελωτικό παροξυσμό. Έξω από την τάξη έχουν μαζευτεί τ’ άλλα τμήματα και αναρωτιούνται τι έγινε. Κάποιοι έχουν σκαρφαλώσει στην τζαμαρία και μας κοιτάζουν με βλέμμα έκπληκτο και απορημένο ταβλιασμένους στο χαυνωτικό μας γέλιο.
Αρχίζουμε σιγά σιγά να συνεφέρνουμε ο ένας τον άλλο. Πόσο παράξενο μετά από ένα τέτοιο γέλιο να έχουν μείνει μόνο τα δάκρυα και τα συσπασμένα πρόσωπα που ξεμυξιάζονται σαν άτακτα σώματα στρατού που δέχτηκαν ξαφνική επίθεση στη μέση του πουθενά και προσπαθούν να συνέρθουν. «Κύριε», λέει η Θεοδώρα, «τι ήταν κι αυτό, ρίξαμε το γέλιο της ζωής μας».
Ήθελα τότε να τους πω για την αρρώστια του γέλιου που καταλαμβάνει τους κατοίκους του Μακόντο για καμιά τρία τέσσερα χρόνια και γελούν όλοι νυχθημερόν στα Εκατό χρόνια μοναξιά του Μάρκες. Πάντα το λέω σε περιπτώσεις που κάποιοι μέσα στην τάξη γελούν μόνοι τους χωρίς λόγο. Αλλά δεν το λέω. Δεν θέλω να το χαλάσω. Αυτό δεν ήταν ένα συνηθισμένο γέλιο, εξάλλου.

«Κι εσένα, ρε Πετρή, τι σου ‘ρθε πρωί πρωί να με ρωτήσεις για την προοπτική;».
«Να, μου λέει τις προάλλες η κυρία της Φυσικής που ήμουν αδιάβαστος: Εσύ παιδί μου, έτσι που το πας, δεν θα 'χεις καμία προοπτική στη ζωή σου. Δεν κατάλαβα τι σημαίνει…»

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: