_______________
Απόσπασμα από την «Ανακτορία» & άλλα ποιήματα
Ο Algernon Charles Swinburne (1837-1909) ήταν Άγγλος ποιητής, πεζογράφος, θεατρικός συγγραφέας και κριτικός. Υπήρξε μέλος του ζωγραφικού και ποιητικού κινήματος των Προ-Ραφαηλιτών που υποστήριζε την επιστροφή στις αρχές της ιταλικής τέχνης του δέκατου πέμπτου αιώνα και απέρριπτε αυτή που θεωρούσε μηχανιστική προσέγγιση των μανιεριστών καλλιτεχνών οι οποίοι ακολούθησαν τον Ραφαήλ και τον Μιχαήλ Άγγελο. Έμεινε κυρίως γνωστός ως ποιητής με επιρροές από την Κλασσική Αρχαιότητα, τον Μεσαίωνα και την Αναγέννηση και με συχνά προκλητική και αμφιλεγόμενη θεματολογία για την εποχή του. Παράλληλα ξεχώρισε για την έντονα ρυθμική, λυρική και συχνά περίπλοκη τεχνοτροπία του. Ο Charles Baudelaire (1821-1867) και ο Francois Villon (1431-1463;) υπήρξαν βασικές του επιρροές. Σημαντικότερα έργα του είναι η ποιητική συλλογή Poems and Ballads (1866) και η έμμετρη τραγωδία Atalanta in Calydon (1865) που επηρέασαν μεταγενέστερους ποιητές του αισθητισμού και της παρακμής, όπως ο Oscar Wilde (1854-1900) και ο Ernest Dowson (1867-1900).
[ Απόσπασμα από την ] Ανακτορία
Η ΖΩΗ ΜΟΥ είναι πικρή απ’ την αγάπη σου· οι οφθαλμοί σου
Με τυφλώνουν, οι πλεξούδες σου με καίνε, οι κοφτοί στεναγμοί σου
Χωρίζουν τη σάρκα και το πνεύμα μου με μια απαλή μελωδία,
Και δυναμώνει το αίμα μου, πλημμυρίζουν τα αιμοφόρα μου αγγεία.
Σε ικετεύω μην αναστενάζεις, μη μιλάς, μην παίρνεις ανάσα·
Ασ’ τη ζωή να καίγεται και ονειρέψου πως δεν είναι ύπνος μες στη κάσα.
Μακάρι να μας έκρυβε η θάλασσα, της φλόγας η αντάρα
(Θα φοβηθείς αυτό κι όχι τη δική μου τη λαχτάρα;)
Κόψε τα άσπρα κόκαλα, τις σάρκες τις σκισμένες
Κι ας πέσουνε σαν φύλλα οι στάχτες μας κοσκινισμένες.
Το αίμα σου νιώθω πάνω στο αίμα μου: του πόνου μου το μαράζι
Σε πονά, τα χείλη μελανιάζουνε τα χείλη κι η φλέβα τη φλέβα χαράζει.
Ασ’ τον καρπό να σπάσει πάνω σε καρπό, το ένα λουλούδι πάνω στ’ άλλο να ανθίσει,
Το στήθος να καεί για μία ώρα και ένα άλλο στήθος να φλογίσει.
Νεκρή αγάπη
Νεκρή αγάπη, προδοσίας θύμα, ακίνητη αράζει,
Λευκή σαν το νεκρό, αγρίως χτυπημένο περιστέρι:
Όποιος περνάει από σιμά του δεν κοιτάζει
Του έρωτα το πεθαμένο ταίρι.
Η καρδιά του, που είχε αγωνιστεί, ποθήσει και μοχθήσει
Σαν τον κορυδαλλό μοχθεί να φτάσει στην αυγή,
Κρύα σαν όλη τη χαρά που είχε αποκτήσει.
Κάθε νεκρός μπορεί ν’ ακούσει σαν απ’ τη σκόνη βγει
Όταν από ψηλά η τρομπέτα ηχήσει:
Δεν θα αναστήσει απ’ του σκοταδιού τη γη
Του έρωτα τη νεκρωμένη φύση.
Η Αφιέρωση
Γλυκιά μου, από μένα μην ζητάς τόσο και άλλο τόσο·
Σου δίνω όλα όσα θα μπορούσα να σου δώσω.
Καρδιά της καρδιάς μου, αν είχα πιο πολλά,
Κι άλλα θα είχα μπρος στα πόδια σου ν’ απλώσω—
Αγάπη τη ζωή σου να βοηθήσω για να σώσω,
Τραγούδι να σε ωθούσε για να σηκωθείς ψηλά.
Δεν θα μου ήταν τίποτα τα πάντα να σου δώσω,
Για σένα μια φορά να νιώσω πιο πολλά,
Να σε αγγίξω και να σε γευτώ, γλυκιά μου τόσο,
Να σε σκεφτώ, να σ’ οσφρανθώ, τον βίο μου να σώσω,
Απ’ τα φτερά σου σκεπασμένος καθώς πετούν ψηλά,
Για πάτημα στα πόδια σου τη μοίρα μου ν’ απλώσω.
Εγώ που έχω αγάπη μόνο κι όχι πιο πολλά
Γλυκιά μου, σου δίνω αγάπη μόνο τόση.
Όποιος έχει περισσότερα, ας δώσει·
Όποιος έχει φτερά, ας πετάξει ψηλά·
Τη δική μου καρδιά έχω στα πόδια σου απλώσει
Εδώ, που πρέπει να σε αγαπώ τον βίο μου για να σώσω.
Έρωτας και Ύπνος
Aνάμεσα στης νύχτας τους εφιάλτες κοιμισμένοςΕίδα τον έρωτά μου πάνω απ’ τη θλιβερή μου κλίνη,
Χλομή σαν φύλλο ή καρπό που έχουν οι πιο μαύροι κρίνοι,
Λείο δέρμα και μελαχρινό, γυμνός λαιμός για να δαγκωθεί φτιαγμένος,
Πιότερο ωχρός απ’ ό,τι ερυθρός και πιο θερμός απ’ ό,τι ασπρισμένος,
Μα δίχως χρώμα ερυθρό ή λευκό τέλεια είχε γίνει.
Και είπανε τα χείλη της, ανοίγοντας μ’ ερωτική σαγήνη –
Μια λέξη μόνο που δεν ήξερα κι έμεινα ηδονισμένος
Κι όλη η όψη της σαν μέλι ήταν στο στόμα μου γλυκιά,
Κι όλο το σώμα της ήτανε μπρος στα μάτια μου λιβάδι·
Μπράτσα μεγάλα, λυγερά και χέρια πιο θερμά από πυρκαγιά,
Πλευρά τρεμάμενα, μαλλιά που μύριζαν νοτιά,
Τα πόδια λαμπερά, μηροί υπέροχοι και μαλακοί σαν χάδι
Και βλέφαρα αστραφτερά του πόθου που ‘χω στην καρδιά.