Οι βρύσες
Έχω ένα σιντριβάνι με βρυσούλες από τις οποίες πέφτουν μικρές σταγόνες πάνω σε μια επιφάνεια νερού που έχει το μέγεθος μιας όστιας. Τις ακούω κάθε βράδυ, την ώρα του φαγητού και το ξημέρωμα, όταν δεν μπορώ να κοιμηθώ. Μ’ ένα κλειδάκι, μπορεί να ρυθμίσει κανείς το ύψος της βρύσης και την ταχύτητα των σταγόνων. Αυτό είναι πολύ χρήσιμο γιατί, καθώς πρόκειται για ένα είδος μουσικής, θα ήταν μονότονο αν διατηρούσαν πάντα τον ίδιο ρυθμό. Χάρη σ’ έναν μηχανισμό που βρίσκεται κολλημένος στη βάση του σιντριβανιού, αν κάποιος δεν ξεχνά να το γεμίζει νερό όταν αυτό εξατμίζεται, οι βρύσες στάζουν αδιάκοπα.
Μερικές φορές, στη διάρκεια των γευμάτων, όταν κάποια από τις πόρτες είναι κλειστή ή έχουν βάλει μουσική σε άλλο δωμάτιο του σπιτιού, ο Μπόρχες ρωτάει:
― Τι έγινε; Δεν ακούγεται…
Κοιταζόμαστε σιωπηλοί προσπαθώντας ν’ αφουγκραστούμε καλύτερα, πέρα από την κλειστή πόρτα ή την μουσική, και ξέρουμε, δίχως να χρειάζεται να αναφερθούμε σ’ αυτές, ότι περιμένουμε ν’ ακουστούν οι σταγόνες. Κάποιος είπε μια φορά:
― Γιατί δεν φωνάζετε έναν υδραυλικό;
Η ερώτηση ήταν ακατάλληλη. Στ’ αλήθεια πίστευε πως έλειπε κανένα λαστιχάκι; Κοιτάξαμε την συνδαιτημόνα μας με μίσος. Αν είχε ακούσει τις βρύσες να στάζουν, θα έπρεπε να το είχε τουλάχιστον εκτιμήσει! Περιφρονούσε το σιντριβάνι, τις σταγόνες νερού που έπεφταν… αυτή που έπαιζε στο πιάνο τόσες μελωδίες που μιμούνταν τον ήχο του νερού! Σοπέν, Λιστ, Ραβέλ, Ντεμπισί.
Είναι αλήθεια πως μερικές φορές το μουρμουρητό των σταγόνων μετά βίας ακούγεται κι ο απροετοίμαστος επισκέπτης θα αποθέσει την προσοχή του σε άλλα πράγματα λιγότερο σημαντικά, όπως στον διάλογο, τον μονόλογο, τη μουσική από κάποιο δίσκο ή τη χαρά που πηγάζει από ένα γεύμα με τη συντροφιά φίλων. Υπάρχουν ελάχιστες πιθανότητες να τις ακούσεις κανείς, κι ας έχουν αφήσει γι’ αυτό το λόγο τις πόρτες ανοιχτές η Μάρτα και ο Ροδόλφος. Παρόλα αυτά, μια μέρα που είχε έρθει στο σπίτι μας η Νόρα, είμαι σίγουρη πως τις άκουσε. Δεν είπε τίποτα, ξαφνικά όμως σιώπησε σαν να είχε μπει μες στην τραπεζαρία μια κίτρινη πεταλούδα αναζητώντας το φως. Είναι σίγουρο ότι ο Μπόρχες θα της είχε πει:
― Άκουσέ τες, αλλά μην πεις τίποτα.
Αν δεν υπήρχε αυτό το σιντριβάνι, πώς θα μπορούσε να ξέρει κανείς ότι εγώ ταξίδεψα, ότι έφτασα μέχρι τα πέρατα του Θιβέτ, σε περιοχές που είναι άγνωστες; Ούτε εγώ η ίδια δεν θα το πίστευα, γιατί τα ταξίδια είναι σαν όνειρα.
Αυτό το σιντριβάνι είναι η πιο απτή ανάμνηση που διατηρώ από ένα μέρος της Ανατολής στο οποίο δεν μπόρεσα να φτάσω ποτέ, στο οποίο ίσως να μην μπόρεσε να φτάσει κανείς, η μουσική του οποίου όμως ήρθε ως τ’ αφτιά μου, οξυμένη καθώς είχα, από περιέργεια και κούραση, την αίσθηση της ακοής. Φαντάστηκα κήπους τους οποίους διέτρεχαν λαβύρινθοι. Τα μυστικά εκείνου του τόπου μου αποκαλύφθηκαν αργά μέσα σ’ ένα κουβάρι από αμφιβολίες, ημερομηνίες και στοιχεία αόριστα που δεν συνέπιπταν απόλυτα μεταξύ τους ποτέ, από τα λόγια κατοίκων της περιοχής, που δεν έχουν καν ονόματα και ζουν στην περιφέρεια εκείνου του τόπου στον οποίο βρίσκουν καταφύγιο τα πουλιά και οι σκύλοι που προσπαθούν να ξεφύγουν από εκείνον τον διεισδυτικό ήχο, όμοια με καταρράκτη, αυτών των σταγόνων που πέφτουν δίχως σταματημό από τις βρύσες, ο αριθμός και το σχήμα των οποίων δεν έχουν ακόμα αποκαλυφθεί. Το πιο αξιοπερίεργο απ’ όλα είναι ότι τα ίδια αυτά πουλιά τραγουδούν τη μουσική από τις βρύσες και τα σκυλιά, όχι λιγότερο αξιοθαύμαστα, αλυχτούν στο ρυθμό της τις νύχτες με φεγγάρι. Ακόμα κι οι πέτρες και ορισμένοι βράχοι φέρουν στην επιφάνεια τους χαραγμένο με ακρίβεια το σχήμα μιας σταγόνας, το οποίο δεν συγχέεται ποτέ μ’ αυτό από ένα δάκρυ.
Μου μίλησαν ακόμη για ένα δέντρο με τριχωτά φύλλα που ονομάζεται «γκριφοφόρμε» το οποίο ιδρώνει κάνοντας να πέφτουν αδιάκοπα σταγόνες από τις τρίχες των φύλλων.
Αγόρασα καρτ-ποστάλ, χάρτες, σχεδιαγράμματα της περιοχής, πουθενά όμως δεν εμφανιζόταν το μέρος αυτό. Θυμήθηκα τους υγρούς και ζεστούς κήπους του Τίβολι όπου μια μέρα έχασα τις αισθήσεις μου στο Viale delle Cento Fontane. Τι μικροσκοπικοί που μου φαίνονταν! Να είναι άραγε το μέρος αυτό όπως εκείνο, προορισμένο για την απόλαυση; Ο νους μου πήγε στον Οράτιο, τον Προπέρτιο, τον Κάτουλλο. Όχι, δεν θα μπορούσε να συγκριθεί το ένα μέρος με το άλλο. Κι ακόμη, επρόκειτο πράγματι για κήπο;
Πού να βρίσκεται ο Ναός με τις Βρύσες; Δεν έχω κάποιο λόγο που το αποκαλώ ναό, παρά μόνο εξαιτίας του θρησκευτικού σεβασμού που ξυπνά μέσα μου το τελετουργικό με τις βρύσες, το οποίο ούτε καν ξέρω αν μπορεί κανείς να το αποκαλέσει τελετουργικό.
Αυτός ο ναός που εγείρεται τώρα στη φαντασία μου, θα μπορούσε να ήταν ένας πύργος, η σκηνή ενός θεάτρου, μια τεράστια αχυραποθήκη, ένα τσίρκο, ένα είδος περιστεριώνα, ή ακόμη, μια σπηλιά, τεχνητή ή φυσική, σκαλισμένη στο βράχο, στα πόδια κάποιου καταρράχτη το πιθανότερο, μια πέργκολα πλεγμένη από διαλεχτά φύλλα δέντρων. Οποιαδήποτε από αυτές τις κατασκευές, τεχνητή ή φυσική, πού να βρίσκεται; Να σχηματίζει, άραγε, μια πόλη; Να βρίσκεται στο εσωτερικό κάποιου δάσους; Ή σε μια όαση περιτριγυρισμένη από φοίνικες; Ή μήπως στην κορυφή ενός βουνού ή μέσα σε μια χαράδρα, μακριά απ’ τον ήλιο, μέσα από την οποία μετά βίας διαφαίνονται τ’ άστρα; Ή σ’ έναν απλό κήπο;
Το μόνο βέβαιο, ή τουλάχιστον αυτό που πλησιάζει περισσότερο στην βεβαιότητα, είναι ότι το μέρος αυτό βρίσκεται στην Κίνα, στα σύνορα με την Μογγολία, κι ότι οι αιώνες που έχουν περάσει από τα τείχη του, αν υποθέσουμε ότι υπάρχουν τείχη, είναι άπειροι. Κανείς δεν γνωρίζει πώς χτίστηκε, αν υποθέσουμε ότι έχει χτιστεί, ένα κτίσμα τόσο τέλειας ακουστικής, ούτε πώς σχηματίστηκε, αν υποθέσουμε πως είναι φυσικής προέλευσης, αυτό το σύμπλεγμα από βρύσες από το οποίο οι σταγόνες πέφτουν αιώνια, ούτε ποια ήταν τα πρώτα τελετουργικά, ούτε ποια είναι η προέλευσή τους.
Στις ερωτήσεις μου απάντησαν με δυσκολία και καχυποψία, με τον δείκτη πάνω στα χείλη ύστερα από κάθε λέξη που πρόφεραν. Κάποιος είπε ότι το νερό προερχόταν από το λιώσιμο των πάγων. Κάποιος άλλος, ότι ήταν το νερό της αυγής. Άλλος, ότι ήταν ιδρώτας των εργατών. Άλλος, ότι ήταν ιδρώτας των στοχαστών. Κι ένας άλλος μου είπε ότι ήταν δάκρυα.
Άκουσα τόσες αναληθείς λεπτομέρειες σχετικά με το μυστήριο του νερού που τροφοδοτούσε τις βρύσες ώστε απογοητεύτηκα και δεν προσπάθησα άλλο να διεισδύσω στον πυρήνα της ουσίας του, η οποία γινόταν όλο και πιο θολή μέσα από τις μυστικές, αντιθετικές και σχοινοτενείς εξηγήσεις. Περιορίστηκα ν’ ακούω μόνο όσα μου έλεγαν. Μου είπαν ότι με το πέρασμα του χρόνου μέσα από κάθε ήχο ανέβλυζε μια λέξη κι ότι ο αριθμός των λέξεων που είχαν βγει από τις βρύσες ήταν ανυπολόγιστος, δεδομένου ότι ο ρυθμός τροποποιούσε τις λέξεις. Μου είπαν ακόμη ότι πάνω σε κάθε σταγόνα υπήρχε ένα πρόσωπο με το στόμα ανοιχτό, ανθρώπου ή ζώου, που προέβλεπε τα μελλούμενα (αυτό φάνηκε πολύ παράξενο στον Μπόρχες γιατί του θύμιζε τρομακτικά κινούμενα σχέδια).
Είναι φορές που δεν τολμώ καν να τα σκεφτώ αυτά γιατί φοβάμαι κι αν δεν ήταν επειδή βλέπω μπροστά μου το σιντριβάνι, θα πίστευα ότι τα είδα σε όνειρο. Διακρίνω μέσα στη μνήμη μου, φορώντας ένα ψάθινο καπελάκι, ένα πλάσμα να φτάνει μ’ ένα καλάθι που μοιάζει γεμάτο με φρούτα προς πώληση. Αυτό το πλάσμα έρχεται προς το μέρος μου και μέσα από τα μισάνοιχτα χείλη που φανερώνουν κάτι δόντια αψεγάδιαστα, αναπαράγει χτυπώντας τη γλώσσα του στον ουρανίσκο, γεμίζοντας το στόμα του με μικρές φουσκάλες σάλιου, εκείνους τους ήχους, φερμένους λες απ’ τον άνεμο, του τόπου που βρίσκονται οι βρύσες. Αν τα πουλιά τραγουδούσαν τη μελωδία τους και τα σκυλιά την αλυχτούσαν, γιατί να μην μπορεί να κάνει το ίδιο κι ένα ανθρώπινο πλάσμα; Τον ρώτησα, περισσότερο με τα μάτια, μετά βίας με λέξεις –δεν μιλώ τη γλώσσα!‒ το νόημα αυτών των ήχων. Αλλάζει τότε ρυθμό και μελωδία, πέφτει στο χώμα μπρούμυτα, σαν να μπορούσα να καταλάβω και μου αφήνει στο χέρι το σιντριβανάκι. Φοβούμενος μήπως μου πέσει, παίρνει το αριστερό μου χέρι και το τοποθετεί κάτω από το σιντριβάνι έτσι ώστε να το κρατήσω και με τα δυο μου χέρια.
Για μερικά δευτερόλεπτα ακούω το θρόισμα από το χρυσό ψαθάκι του καπέλου του, καθώς απομακρύνεται.
( Από τη συλλογή διηγημάτων Los días de la noche, 1970 )