Ποιήματα

Μετάφραση: Πέτρος Ζερβός


______________

Ο Τζέιμς Ράιτ (James Arlington Wright, 1927-1980) γεννήθηκε στο Μάρτινς Φέρι του Οχάιο. Αποφοίτησε από το Κολέγιο Κένιον και σπούδασε ποίηση στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, ως μαθητής του Θίοντορ Ρόουθκι. Δίδαξε στο Πανεπιστήμιο της Μινεσότα και στο Κολέγιο Χάντερ της Νέας Υόρκης. Η ποίησή του κατά κύριο λόγο επικεντρώνεται στο απέραντο αλλά και ζοφερά ερειπωμένο τοπίο των μεταβιομηχανικών Μεσοδυτικών πολιτειών της Αμερικής και στην ώριμη φάση της φαίνεται να εγκαταλείπει τον Φορμαλισμό και να συνδυάζει τον Εικονισμό του Έζρα Πάουντ με τον Ισπανόφωνο Σουρεαλισμό. Ο Ράιτ τιμήθηκε με τις υποτροφίες Φούλμπραϊτ και Γκούγκενχαϊμ. Το 1972 του απονεμήθηκε το βραβείο Πούλιτζερ.



Ποιήματα

Ξαπλωμένος σε μια αιώρα στη φάρμα του Ουίλιαμ Ντάφι στο Πευκονήσι της Μινεσότα


Πάνω απ’ το κεφάλι μου, βλέπω την μπρούντζινη πεταλούδα,

Αποκοιμισμένη στον μαύρο κορμό,

Να ανεμίζει σαν ένα φύλλο σε πράσινη σκιά.
Κάτω στο φαράγγι πίσω απ’ το άδειο σπίτι,
Τα κουδούνια των αγελάδων ακολουθούν το ένα το άλλο
Στις μακρινές αποστάσεις του απογεύματος.
Στα δεξιά μου,
Σε έναν αγρό από ηλιόφως ανάμεσα σε δύο πεύκα
Τα περιττώματα των περσινών αλόγων
Αναφλέγονται* σε χρυσαφένιες πέτρες.
Γέρνω πίσω, καθώς σκοτεινιάζει και το βράδυ έρχεται.
Ένα γεράκι πετάει από πάνω, ψάχνοντας σπίτι.
Έχω σπαταλήσει τη ζωή μου.


Το φθινόπωρο αρχίζει στο Μάρτινς Φέρι του Οχάιο

Στο γήπεδο αμερικάνικου ποδοσφαίρου του Λυκείου Σριβ,
Σκέφτομαι Πολωνούς εργάτες να αργοπίνουν μεγάλες μπύρες στο Τίλτονσβιλ
Και γκρίζα πρόσωπα Νέγρων στην υψικάμινο στο Μπένγουντ
Και τον νυχτοφύλακα με την κήλη του Ουίλινγκ Στιλ
Να ονειρεύονται ήρωες.

Όλοι οι περήφανοι πατεράδες ντρέπονται να πάνε σπίτι,
Οι γυναίκες τους κακαρίζουν σαν πεινασμένες πουλάδες,
Πεθαίνοντας για αγάπη.

Επομένως,
Οι γιοι τους γίνονται αυτοκτονικά όμορφοι
Στις αρχές του Οκτώβρη,
Και καλπάζουν τρομερά ο ένας προς το σώμα του άλλου.


Ξεκίνημα

Το φεγγάρι ρίχνει ένα ή δυο φτερά στο χωράφι.
Το σκοτεινό σιτάρι ακούει.
Μείνε ακίνητος.
Τώρα.
Να τα εκεί είναι, τα νεογνά του φεγγαριού, δοκιμάζουν
Τα φτερά τους.
Ανάμεσα στα δέντρα, μια λεπτή γυναίκα ανασηκώνει την όμορφη σκιά
Του προσώπου της και τώρα περπατάει προς τον αέρα, τώρα έχει χαθεί
Εντελώς, μες στον αέρα.
Στέκομαι μόνος δίπλα σε ένα γέρικο δέντρο, δεν τολμώ να ανασάνω
Ή να κουνηθώ.
Ακούω.
Το σιτάρι γέρνει πίσω προς το δικό του σκοτάδι
Κι εγώ γέρνω προς το δικό μου.


Μια ευλογία

Λίγο πιο δίπλα από τον αυτοκινητόδρομο προς το Ρότσεστερ της Μινεσότα,
Το λυκόφως αναπηδάει απαλά στο γρασίδι.
Και τα μάτια αυτών των δυο ινδιάνικων πόνι
Σκουραίνουν από καλοσύνη.
Έχουν βγει με χαρά μέσα από τις ιτιές
Για να καλωσορίσουν τον φίλο μου κι εμένα.
Περνάμε πάνω απ’ το συρματόπλεγμα μες στο λιβάδι
Όπου βοσκούσαν όλη μέρα, μόνα τους.
Τρεμουλιάζουν και τινάζονται, μετά βίας συγκρατούν την ευτυχία τους
Που έχουμε έρθει.
Υποκλίνονται ντροπαλά σαν βρεγμένοι κύκνοι. Αγαπιούνται.
Δεν υπάρχει μοναξιά σαν την δική τους.
Στο φυσικό τους περιβάλλον ξανά,
Αρχίζουν να μασουλάν τις φρέσκιες φούντες της άνοιξης στο σκοτάδι.
Θα ήθελα να κρατήσω το πιο λεπτό στην αγκαλιά μου
Γιατί ήρθε κοντά μου
Και χάιδεψε με την μύτη της το αριστερό μου χέρι.
Είναι μαύρη κι άσπρη,
Η χαίτη της πέφτει άγρια στο μέτωπό της
Και η ελαφριά αύρα με παρακινεί να χαϊδέψω το μακρύ αυτί της
Που είναι απαλό σαν το δέρμα πάνω απ’ τον καρπό ενός κοριτσιού.
Ξαφνικά συνειδητοποιώ
Ότι αν έβγαινα απ’ το σώμα μου θα άνοιγα
Ως άνθος.



Εις απάντησιν σε μια φήμη ότι το παλαιότερο πορνείο στο Ουίλινγκ της Δυτικής Βιρτζίνια έχει καταδικαστεί

Θα θρηνήσω μόνος,
Όπως περπάτησα μόνος, χρόνια πριν, κατά μήκος
Της ακτής του Οχάιο.
Κρύφτηκα στα άστεγα αγριόχορτα
Πιο πάνω από εκεί που τρέχουν οι κεντρικές αποχετεύσεις,
Και κοιτούσα, σκεπτικός.

Είδα, πιο κάτω στο ποτάμι,
Στη γωνία Εικοστής Τρίτης και Ουότερ,
Κοντά στο εργοστάσιο ξιδιού,
Τις πόρτες να ανοίγουν νωρίς το βράδυ.
Κουνώντας τα τσαντάκια τους, οι γυναίκες
Ξεχύθηκαν κατά μήκος του δρόμου προς το ποτάμι
Και μες στο ποτάμι.

Δεν ξέρω πώς
Μπορούσαν να πνίγονται κάθε βράδυ.
Τί ώρα κατά την αυγή σκαρφάλωσαν στην αντίπερα όχθη,
Στεγνώνοντας τα φτερά τους;

Γιατί το ποτάμι στο Ουίλινγκ της Δυτικής Βιρτζίνια
Έχει μόνο δύο όχθες:
Την μια στην κόλαση, την άλλη
Στο Μπρίτζπορτ του Οχάιο.

Και κανείς δεν θα αυτοκτονούσε, μόνο και μόνο
Για να βρει πέρα από τον θάνατο
Το Μπρίτζπορτ του Οχάιο.


Ένα χειμωνιάτικο χάραμα πάνω από το Βανς

Τα ρεύματα της νύχτας
Συσσωρεύονται από κάτω μου και πίσω από την πλάτη μου,
Γλιστρούν κάτω στο λόφο, ξανασηκώνονται και χτίζουν
Παράξενους μικρούς αμμόλοφους στη στέγη του σπιτιού.
Στην κοιλάδα από κάτω μου,
Επί μίλια ανάμεσα σε μένα και την πόλη του Σεντ-Ζανέ,
Τα φώτα του δρόμου λάμπουν.
Είναι τόσο κρύα που θα μπορούσαν κάλλιστα να είναι σβηστά.
Φορτηγά κι αμάξια
Βήχουν και βουίζουν εκεί κάτω ανάμεσα στα χρυσαφένια
Φέρετρα των θερμοκηπίων, το ξαφνιασμένο κακάρισμα
Ενός κόκορα διασχίζει με νύχια βαριά
Έναν αγρό και πνίγεται.
Το κολλώδες γρύλλισμα κάποιου γκρινιάρη σκύλου ακούγεται
Κι ένας άντρας αλλάζει με πικρία τις σπασμένες του ταχύτητες.
Η αληθινή νύχτα παραμένει,
Η ομίχλη άτακτα φορτωμένη με έναν θόρυβο δικό της.

Τώρα στην βουνοπλαγιά,
Λίγο πιο κάτω ανάμεσα σε βράχους που στρίβουν,
Ένα τετράγωνο σχηματίζεται στην πλευρά ενός θολού τοίχου.
Ακούω έναν κουβά να κροταλίζει, ή κάτι τέτοιο, τενεκεδένιο,
Κανένα άλλο σάλεμα πίσω απ’ το θολό πρόσωπο
Του σπιτιού του γιδοβοσκού. Φαντάζομαι
Τις κατσίκες του ακόμα να κοιμούνται, να ονειρεύονται
Τα φρέσκα τριαντάφυλλα
Πέρα από τους τοίχους του θερμοκηπίου από κάτω τους
Και φύλλα μαρουλιών να ανοίγουν στην Τυνησία.

Γυρίζω και κατά κάποιον τρόπο
Αδύνατο ιπτάμενη πάνω απ’ όλα,
Η Μεσόγειος, πιο κοντά στο φεγγάρι
Απ’ ότι αυτό το βουνό,
Λάμπει. Μια φωνή ξεκάθαρα
Μου λέει να συνέλθω. Ο Γκάλγουεϊ
Μουρμουρίζει έξω απ’ το σπίτι κι ανεβαίνει τα πέτρινα σκαλιά
Για να βάλει μπροστά τη μηχανή. Το φεγγάρι και τα αστέρια
Ξαφνικά σβήνουν κι ολόκληρο το βουνό
Εμφανίζεται, χλομό σαν κοχύλι.

Κοίτα, η θάλασσα δεν έχει πέσει και δεν μας έχει σπάσει
Τα κεφάλια. Πώς γίνεται να νιώθω τόσο ζεστά
Εδώ, ακριβώς** στα μέσα του Γενάρη; Δύσκολα
Μπορώ να το πιστέψω, κι όμως πρέπει, αυτή είναι
Η μόνη ζωή που έχω. Σηκώνομαι απ’ την πέτρα.
Το σώμα μου μουρμουρίζει κάτι απρεπές
Και με ακολουθεί. Τώρα καθόμαστε όλοι εδώ παραδόξως
Πάνω στο φως του ήλιου.



______________
* Εννοείται «αναφλέγονται και μεταμορφώνονται».
** Η έκφραση “dead center”, που σημαίνει «ακριβώς στο κέντρο», φέρνει άμεσα στο μυαλό την έννοια του «νεκρός». Ο ομιλητής, δηλαδή, εμμέσως περιγράφει το κέντρο, την «καρδιά» του Γενάρη ως νεκρή.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: