Περιπλανιέται τελευταία στη γειτονιά μου
ο μάντης Τειρεσίας. O τυφλός.
Όπου σταθώ κι όπου βρεθώ
συνέχεια μπροστά μου: στο περίπτερο, στο πεζοδρόμιο
τη στιγμή που βρίσκω επιτέλους να παρκάρω,
στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Πού ακούστηκε να δρασκελίζει μύθο και χρόνο
και τι ζητάει τώρα από μας, ρωτάω τη γειτόνισσα
που κατεβαίνει βιαστικά να παραλάβει το delivery.
Τον αποφεύγει όλη η γειτονιά
είναι για λύπηση, μου λέει εκείνη
και γυρνά στο κινητό της ― βλέπει ένα βιντεάκι στο tik tok.
Ο μάντης Τειρεσίας εκεί,
στην είσοδο της πολυκατοικίας.
Του βάζω ένα πεντάευρο στο χέρι
και μπαίνω στο ασανσέρ ν’ ανέβω σπίτι μου.
Τρίζουν τα συρματόσκοινα,
όπως εκείνη η όμορφη παρήχηση του ταυ
τυφλὸς τά τ᾽ ὦτα τόν τε νοῦν τά τ᾽ ὄμματ᾽ εἶ
που είχε πει ο μάντης στον Οιδίποδα.
Bγαίνω απ’ το ασανσέρ. Μπροστά στην πόρτα μου
βρίσκω ακουμπισμένο ένα ραβδί
και πάνω στο χαλάκι ένα πεντάευρο.