Φτάνεις κι είναι το σπίτι φωτισμένο απ’ άκρη σ’ άκρη. Βαρύς και κουρασμένος. Γυρίζεις το κλειδί στην κλειδαριά· ησυχία. Μονάχα το παλιό εκκρεμές, που κρέμεται στον τοίχο, μετράει στιγμές και αντηχεί μελαγχολία.
Η μυρωδιά της απλώνεται παντού. Σε ηρεμεί η μυρωδιά της. Η σκέψη όμως σε ταράζει.
Εκείνη αφημένη σε ύπνο βαθύ, γαληνεμένο. Σκύβεις και γονατίζεις πλάι της, ξανθά μαλλιά, χνούδι χρυσό στα μάγουλά της. Χαϊδεύεις με το βλέμμα τον λαιμό, το στήθος, το κορμί της. Μένεις εκεί ώρα πολλή, ανασαίνεις την ανάσα της κι ελπίζεις.
«Ήρθες, αγάπη μου; Κουράστηκες πολύ; Έλα στην αγκαλιά μου».
Αφήνεσαι στα χάδια της, παίρνεις με δίψα τα φιλιά. Και βλέπεις το μικρό κλειδί σε μια χρυσή αλυσίδα κρεμασμένο απ’ τον λαιμό της. Το αγγίζεις με τις ρόγες των δαχτύλων σου, έχει τη ζέστα του κορμιού της. Βλέπεις πάνω στο μέταλλο θαμπό το πρόσωπό σου. Στεγνά τα χέρια σου και το κλειδί ζεστό όπως κι εκείνη. Κι είναι η χαρά σου απέραντη κι η αγκαλιά της σε λυτρώνει. Από ιστορία παλιά, πικρή και χιλιοειπωμένη.
*
Παντρεύτηκες πολλές φορές, δεν θέλεις να είσαι μόνος. Φτωχιά η κοπέλα, μα όμορφη, χαίρεσαι να την βλέπεις. Είναι μαζί σου κιόλας ένα μήνα. Περνάς καλά, μα η σκέψη δεν σ’ αφήνει να ησυχάσεις.
Φεύγεις και της αφήνεις τα κλειδιά, όλες οι κάμαρες δικές της. Να μπει, να βγει, να σεργιανήσει, να φέρει φίλους να χαρούν μαζί τα πλούτη σου. Δίνεις και το μικρό κλειδί της καμαρούλας της κρυφής, που χρόνια την φυλάγεις κλειδωμένη.
«Μονάχα εκεί δεν επιτρέπεται να μπεις και μη θαρρείς πως θα με ξεγελάσεις. Το ίδιο το κλειδί θα σε προδώσει».
Σε λίγες μέρες έρχεσαι, εκείνη ταραγμένη. Το νιώθεις, το μικρό κλειδί έκανε τη δουλειά του. Η καμαρούλα ορθάνοιχτη, νέα κορίτσια ―σύζυγοι άλλοτε― κρέμονται πάνω από λίμνες αίμα.
Όπως κι εκείνες, έμαθε. Κι είναι μοίρα δική της να πεθάνει.
*
«Δώσε μου το μικρό κλειδί», της λες και περιμένεις· μετράει το παλιό εκκρεμές ατέλειωτες στιγμές.
Γέρνει πάνω στο στήθος σου, γελά· χύνονται τα ξανθά μαλλιά. Βγάζει την αλυσίδα απ’ τον λαιμό και το κλειδί μπροστά στα μάτια σου μια ήρεμη αιώρηση που θέλει να σ’ αποκοιμίσει.
Και φτάνει μια σταλαγματιά αίμα για ν’ αγρυπνήσεις. Στο μάγουλό σου έσταξε, Κυανοπώγων εκκρεμής, αυτή είναι η μοίρα η δική σου.