Η φασαρία του πάνω ορόφου

Η φασαρία του πάνω ορόφου

Ούρλιαζε, φώναζε ο μικρός. Η φωνούλα του στη διαπασών, κάθε μεσημέρι. Δεν ήξερα τι να κάνω. Έμενε το ζεύγος μαζί με τον μικρούλη τους, αυτόν τον διάβολο, στο πάνω σπίτι, που τους το νοίκιαζε ο αδερφός μου. Πόσες φορές επικαλέστηκα στην βραδινή μου προσευχή να ζούσε στις μέρες μας ο Ηρώδης... Όχι για να σφάξει όλα τα νήπια της γειτονιάς. Αυτή τη φορά θα ήταν προτιμότερο να καθαρίσει όλους τους γονείς που έχουν αναθρέψει τέτοια βλαστάρια. Εικόνισμα θα του έκανα. Θα το χάριζα στην ενορία της γειτονιάς μου. Για μισή ώρα άκουγα κάθε μεσημέρι τα ουρλιαχτά του. Ύστερα την αγριοφωνάρα του πατέρα του. Ησύχαζαν για λίγο τα πράγματα και μετά πάλι από την αρχή. Δεύτερος γύρος αλαλαγμών μέχρι τις πέντε το απόγευμα. Πραγματικά δεν ήξερα τι να κάνω. Μια μέρα μόνο, ύστερα από καιρό, οι φωνές και οι οδυρμοί είχαν σταματήσει ξαφνικά. Μου έκανε εντύπωση. Δεν ακουγόταν τίποτα στο σπίτι. Μου ήρθε να τους χτυπήσω την πόρτα και να τους ρωτήσω τι γίνεται. Αν είναι καλά και γιατί τόση ησυχία. Αλλιώς σας είχα συνηθίσει τόσο καιρό, θα τους έλεγα. Όμως η νεκρική σιγή έβλεπα ότι συνεχιζόταν και τις υπόλοιπες μέρες. Μπα, σκέφτηκα, κάτι κακό θα τους συνέβη, άρχισα να ανησυχώ. Το επόμενο πρωί είχα αποφασίσει ότι θα τους χτυπούσα την πόρτα. Θα τους ενοχλούσα και καλά για ασήμαντη αφορμή π.χ για να τους ζητήσω λίγη ζάχαρη. Ξάπλωσα και με πήρε ο ύπνος αμέσως. Είχαν ηρεμήσει τα νεύρα μου και μένα από την πολλή ησυχία. Ξύπνησα νωρίς το πρωί και αφού ετοιμάστηκα, βγήκα έξω για να ανέβω τις σκάλες για τον πάνω όροφο. Νεκρική σιγή παντού. Η γειτονιά, γενικά ήταν πολλή ήσυχη, στα βόρεια προάστια των Αθηνών, με λίγα σπίτια και πολύ πράσινο. Η μόνη παραφωνία σε αυτό το ειδυλλιακό σκηνικό ήταν οι νοικάρηδες του αδερφού μου. Παρατήρησα ότι το αυτοκίνητό τους έλειπε από το σημείο του πεζοδρομίου όπου ήταν συνήθως παρκαρισμένο. Πήγα να χτυπήσω το κουδούνι αλλά έκπληκτος είδα το κλειδί στην πόρτα. Άνοιξα και μια μπόχα ξεπήδησε από τον εσωτερικό χώρο που μου προκάλεσε αναγούλα. Άνοιξα τα φώτα και μια εικόνα χάους ξεπρόβαλε στα μάτια μου. Σάπια φαγητά πάνω στο τραπέζι της κουζίνας. Λεκέδες στα υφάσματα των καναπέδων. Κάτω, ριγμένα βιβλία και χαρτιά, άλλα σκισμένα και άλλα πεταμένα άτσαλα δίπλα στον κάδο των σκουπιδιών. Πήγα προς το μπάνιο και μυρωδιά σκατού μού τρύπησε τα ρουθούνια. Στον καθρέφτη του μπάνιου κάτι ήταν γραμμένο με κραγιόν. Το κοίταξα αλλά δεν έβγαζα νόημα. Ένα ουράνιο τόξο με μια καρδιά στο πλάι και από κάτω η λέξη ελευθερία. Πήρα τον αδερφό μου τηλέφωνο και τον ενημέρωσα για τα καθέκαστα. Τον άκουγα υπερβολικά ήρεμο για την περίσταση. Τον ρώτησα τι θα κάνει κι αν το είχε ασφαλίσει το σπίτι. Μου απάντησε αρνητικά. Του το έκλεισα απότομα, μια και δεν καταλάβαινα τι στο καλό γινόταν με δαύτον και τους νοικάρηδές του. Πήγα ξανά στο σπίτι και ξάπλωσα για λίγο στον καναπέ για να ξεκουραστώ. Μετά από μισή ώρα με ξύπνησε ο επίμονος χτύπος του τηλεφώνου. Ήταν ο αδερφός μου. Με ενημέρωσε ότι αυτός ο νοικάρης ήταν ο προϊστάμενος στην εταιρεία όπου δούλευε. Πριν έξι περίπου μέρες του είχε δώσει προαγωγή και μου είπε ότι ο μισθός του θα ήταν πλέον παχυλός. Δεν τον ενδιέφεραν οι ζημιές που είχαν κάνει στο σπίτι του. Έτσι κι αλλιώς θα ήταν εύκολο να τις επιδιορθώσει αμέσως, με τα λεφτά που θα έπαιρνε από το νέο του μισθό. Το ουράνιο τόξο πάνω στον καθρέφτη το είχε ζωγραφίσει ο μικρός, μου είπε. Μου εξήγησε ότι το βλαστάρι του αφεντικού του δεν άντεχε άλλο να ζει σε τόσο ήρεμη γειτονιά. Πάλι καλά, σκέφτηκα. Τελικά ο Ηρώδης θα ήταν πλέον αχρείαστος για την περίσταση.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: