Φούγκα του Θανάτου

Φούγκα του Θανάτου



Το γνωρίζεις, όχι, το γνώριζες, άρα πρέπει τώρα να σου το υπενθυμίσω, ότι η Φούγκα του Θανάτου είναι για μένα και κάτι άλλο: μια ταφική επιγραφή, ένας τάφος. Και η μητέρα μου μόνο αυτόν τον τάφο έχει.
Επιστολή του Πάουλ Τσέλαν προς την Ίνγκεμποργκ Μπάχμαν (12 Νοεμβρίου 1959)


Η Φούγκα του Θανάτου, ένα από τα διασημότερα, ίσως και το διασημότερο ποίημα του 20ού αιώνα, γράφτηκε το 1944-45 και πρωτοδημοσιεύτηκε στο πρώτο βιβλίο του Τσέλαν Η άμμος από τις τεφροδόχους.
Όπως όλοι οι συγγραφείς που είναι φορείς, συνειδητοί και υποσυνείδητοι, μιας μακραίωνης και πολυποίκιλης πνευματικής παράδοσης, έτσι και ο Τσέλαν δεν γράφει εδώ μόνο ένα ποίημα για το στρατόπεδο εργασίας του Τρίτου Ράιχ όπου έζησε και όπου όντως ενώ άλλοι Εβραίοι έσκαβαν τάφους, άλλοι υποχρεώνονταν να παίζουν μουσική. Δεν γράφει μόνο αυτό, αν και ήδη κάτι τέτοιο θα αρκούσε για να ονομαστεί το ποίημα συγκλονιστικό. Ο Τσέλαν, μιλώντας σε πρώτο πληθυντικό πρόσωπο, με την τόλμη που του δίνει το μαρτύριό του, βουτά συγχρόνως το χέρι του στον βαθύ σάκο των πνευματικών, συλλογικών συνειρμών του γερμανόφωνου κόσμου. Από ‘κει μέσα ανασύρει ένα υλικό, με την τυφλή και μαζί οξυδερκή χειρονομία ενός προφήτη, που δεν ερμηνεύει πια το μέλλον, αλλά το παρελθόν. Και αφήνει τους κριτικούς, θεωρητικούς και αναλυτές κάθε είδους να οργιάζουν εκ των υστέρων ως προς το πλήθος των συμβόλων του.
Σε λίγα απ’ αυτά θα αναφερθώ εδώ, μη θέλοντας να κουράσω τους αναγνώστες του Χάρτη που σίγουρα γνωρίζουν ήδη αρκετά γι’ αυτό το ποίημα και άλλα τόσα μπορούν να βρουν παντού στο διαδίκτυο. Θα αρκεστώ σε λίγα σχόλια που θα δείξουν ελπίζω, δυο πράγματα: γιατί συνεχίζουμε να χύνουμε αγέραστα δάκρυα πάνω απ’ αυτό το ποίημα και το πώς απαντά ο Τσέλαν στον αφορισμό του Αντόρνο πως τάχα είναι βάρβαρο το να γράφεις ποίηση μετά το Άουσβιτς. Ο Τσέλαν υπέστη συχνά τη μομφή ότι η μελωδία αυτών των στίχων εξωραΐζει τη Σοά. Και ο άλλος μεγάλος επιζήσας από τα ναζιστικά στρατόπεδα εργασίας, ο Ούγγρος νομπελίστας Ίμρε Κέρτες κατηγορήθηκε συχνά πως το μυθιστόρημά του Δίχως Πεπρωμένο δεν αναπαριστούσε τη ζωή στην αιχμαλωσία με τα αρμόζοντα εφιαλτικά χρώματα και δεν θύμιζε αρκετά την Κόλαση.
Δεν θα πω εδώ ότι η δομή του Τσέλαν αναφέρεται ευθέως στη μορφή της φούγκας, μια που ο ίδιος το έχει αρνηθεί, λέγοντας πως έδωσε τον τίτλο πολύ αργότερα. Είναι φανερό ότι, με τρόπο ενστικτώδη, το ποίημα επικαλείται την έννοια της αντίστιξης, δηλαδή των αλλεπάλληλων, συνυφασμένων μελωδικών γραμμών. Και χτίζει την κορύφωσή του με ένα στρέτο, επιταχύνοντας τον παλμό του με κομμένα σπαράγματα από τα επιμέρους «μουσικά» του θέματα.
Ο προπάππος ή ένας απ’ τους προπάππους της Φούγκας του Θανάτου, είναι σίγουρα το Άσμα Ασμάτων της Παλαιάς Διαθήκης. Η Φούγκα αρχίζει με το «μαύρο γάλα». Τον στρεβλό αντίποδα των νεανίσκων του Άσματος που είναι «αγνοί σαν χιόνι και λευκοί σαν γάλα» αλλά και των ολόλευκων σαν γάλα μαστών της πανωραίας μνηστής του βασιλιά-ποιητή Σολομώντα, της Σουλαμίθ. Και η βιβλική καλλονή εδώ, αντί για την κόμη την ισάξια με βασιλική πορφύρα, έχει τα σταχτιά μαλλιά που της κληροδότησε το Ολοκαύτωμα. Και, περίπου όπως έστεκε το άγαλμα της «Τυφλής Συναγωγής» απέναντι σ’ εκείνο της «Θριαμβεύουσας Εκκλησίας» στους γοτθικούς ναούς, στέκει απέναντι στην χρυσομαλλούσα Μαργαρίτα: το αρχέτυπο της ιδανικής κόρης του Ρομαντισμού: την Μαργαρίτα, την Γκρέτχεν, ερωμένη του Φάουστ. Και έχει τα χρυσά μαλλιά της νεράιδας του Χάινε, της Λορελάι. Αλλά και ο Φάουστ κάνει εδώ ένα υπόγειο πέρασμα. Μακριά απ’ την ιδανική χρυσομαλλούσα του, της γράφει ερωτική επιστολή μες στη νύχτα. Και δεν είναι πια ο Μάιστερ, ο Δάσκαλος ή Τεχνίτης ή σοφός του Μεσαίωνα. Είναι ο επιστάτης του Άουσβιτς, ο πρώτος τυχών συνεργός του Τρίτου Ράιχ, ο πρώτος τυχών φορέας της «κοινοτοπίας του κακού», ο μάιστερ, ο δεξιοτέχνης της τέλειας μηχανής θανάτου των στρατοπέδων. Είναι η ίδια η Γερμανία, ένα άυλο πολιτιστικό πεδίο, όπου φυτρώνει ο ιδεαλισμός κι ο νιχιλισμός ταυτόχρονα. Κι ενώ ο θάνατος που είναι τεχνίτης Γερμανός κλείνει το ένα μάτι για να στοχεύσει τα θύματά του με ακρίβεια, το άλλο μάτι που βλέπουμε εμείς είναι γαλάζιο. Έχει το χρώμα του ανεύρετου, ουτοπικού λουλουδιού του Ρομαντισμού.

Τη μετάφραση αυτή, την έκανα για την παράσταση «Μείνε άνθρωπος σε πείσμα των ανθρώπων», στα πλαίσια του «Όλη η Ελλάδα ένας Πολιτισμός» 2026. Την απαγγείλαμε στην παράσταση αμέσως μετά από την άρια του Γιόχαν Ζεμπάστιαν Μπαχ «Können Tränen meiner Wangen» που έχει τρίσημο ρυθμό. Στόχος μου, μεταφράζοντας τον επίσης εν πολλοίς τρίσημο ρυθμό του Τσέλαν, ήταν να τον διασώσω, ώστε να διατηρηθεί για τον ακροατή η ρυθμική αίσθηση άρραφη, μεταξύ του Μπαχ και των στίχων. Πιστεύω πως τούτο το ποίημα όπου ο επιστάτης θάνατος και μάιστερ βάζει τους μελλοθάνατους να χορέψουν, δεν είναι τυχαία στα τρία: Όλος ο μουσικός 19ος αιώνας είναι σπαρμένος με τρίσημους Dances macabres, στον ρυθμό μιας ατέρμονης ταραντέλας, όπου ο θάνατος ως επιστάτης χοροδιδάσκαλος αναγκάζει τους νεκρούς του να χορεύουν αέναους κυκλικούς χορούς. Έτσι και η Φούγκα του Τσέλαν δεν πρέπει νομίζω να στερηθεί στην ξένη γλώσσα τον τρίσημο ρυθμό του μακάβριου κυκλικού της χορού. Και οι λίγες ελευθερίες στο νόημα που θα παρατηρήσετε όσοι έχετε πρόσβαση στο γερμανικό πρωτότυπο, είναι ό,τι χρειάστηκε να θυσιάσω για να περισώσω τον ρυθμό και τη μία και μοναδική ρίμα του ποιήματος πάνω στις λέξεις blau και genau.


Ο Πάουλ Τσέλαν
Ο Πάουλ Τσέλαν




Μαύρο γάλα της αυγής το πίνουμε βράδυ
το πίνουμε μέρα πρωί το πίνουμε νύχτα
πίνουμε πίνουμε
στον αέρα σκάβουμε τάφο εκεί δε θα ‘ναι στενά
Ένας άνδρας μένει στο σπίτι παίζει με φίδια και γράφει
γράφει στη Γερμανία μες στο σκοτάδι

τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα


το γράφει και βγαίνει απ’ το σπίτι και τ’ άστρα σπιθίζουν

σφυρίζει να ‘ρθούν τα σκυλιά του
σφυρίζει να βγουν οι Εβραίοι του, να σκάψουνε τάφο στη γη
προστάζει εμπρός παίξτε ν’ αρχίσει ο χορός

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μέρα πρωί σε πίνουμε βράδυ
πίνουμε πίνουμε
Ένας άνδρας μένει στο σπίτι παίζει με φίδια και γράφει
γράφει στη Γερμανία μες στο σκοτάδι

τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
Τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ

στον αέρα σκάβουμε τάφο εκεί δε θα ‘ναι στενά


Φωνάζει εσείς σκάψτε τη γη πιο βαθιά κι οι άλλοι τραγουδήστε και παίξτε
αρπάζει απ’ τη ζώνη κραδαίνει το σίδερο γαλάζιο το μάτι του
βαθύτερα μπήξτε το φτυάρι εσείς και εσείς παίξτε να τραβήξει ο χορός

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μέρα πρωί σε πίνουμε βράδυ
πίνουμε πίνουμε
ένας άνδρας μένει στο σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ παίζει με φίδια

Φωνάζει γλυκύτερα παίξτε τον θάνατο ο θάνατος είναι τεχνίτης Γερμανός
φωνάζει πιο σκοτεινά τραβήξτε τα δοξάρια τότε θα γίνετε καπνός μες στον αέρα
τότε θα ‘χετε τάφο στα σύννεφα εκεί δε θα ‘ναι στενά

Μαύρο γάλα της αυγής σε πίνουμε νύχτα
σε πίνουμε μέρα ο θάνατος είναι τεχνίτης Γερμανός
σε πίνουμε βράδυ πρωί σε πίνουμε πίνουμε
γαλάζιο το μάτι του ο θάνατος είναι τεχνίτης Γερμανός
σε βρίσκει με μολύβδινη σφαίρα σε βρίσκει ακριβώς
ένας άνδρας μένει στο σπίτι τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σκυλιά του απάνω μας ρίχνει μας δωρίζει έναν τάφο στον αέρα
παίζει με φίδια κι ονειρεύεται ο θάνατος είναι τεχνίτης Γερμανός

τα χρυσά σου μαλλιά Μαργαρίτα
τα σταχτιά σου μαλλιά Σουλαμίθ

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: