Τρία «ιταλικά» ποιήματα

O Μανουέλ Βίλας (Manuel Vilas) γεννήθηκε το 1962 στο Μπαρμπάστρο της Ισπανίας. Είναι ποιητής και πεζογράφος. Αρθρογραφεί τακτικά στην εφημερίδα El País. Tα 3 «ιταλικά» ποιήματα είναι από την πρόσφατη ποιητική του συλλογή Ciudades en venta [Πόλεις προς πώληση] (Visor, 2025).

Η μετάφραση έγινε την Άνοιξη του 2026 στο πλαίσιο του Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης Ισπανικά > Ελληνικά που συντονίζει ο καθηγητής και μεταφραστής Κωνσταντίνος Παλαιολόγος στο Τμήμα Ιταλικής Γλώσσας και Φιλολογίας του ΑΠΘ. Συμμετείχαν οι: Όλγα Αναστασιάδου, Αικατερίνη Γιασιράνη, Χριστίνα Δημητρίου, Βάλια Εμμανουηλίδου, Παντελής Κουτσιανάς, Χριστίνα Μπατσίλα, Σοφία Πανταζίδου, Χρύσα Παπανικολάου, Ζαχαρίας Χιονίδης.

Ο Μανουέλ Βίλας
Ο Μανουέλ Βίλας




Βενετία

Για τον Αδριάν Χ. Σάεθ

Ο κουρασμένος εξηντάρης δεν θα ’πρεπε να επιστρέψει στη Βενετία.

Πόσες φορές ήρθα εδώ νέος ακόμη;
Προσπαθώ να θυμηθώ και σκαλώνω.

Θυμάμαι μια φορά, ήταν πριν από είκοσι πέντε χρόνια.

Ήθελα να συναντήσω τον Έζρα Πάουντ.

Ήταν καλοκαίρι, πήρα το vaporetto
και πήγα στο νησί-νεκροταφείο
του Σαν Μικέλε, το αεράκι στο πρόσωπό μου,
σαν μαντίλι για τον ήλιο.
Νεκροί Βενετσιάνοι,
οι ημερομηνίες, οι τάφοι,
η ανάμνηση, τα λουλούδια,
οι φωτογραφίες στη μέση ενός χαμόγελου,
άνθρωποι νεκροί στο τίποτα ακινητοποιημένοι
και στο τίποτα αιωρούμενοι, κι εγώ έκλαψα·
ένα ηλιακό θέαμα, αυτό είναι το Σαν Μικέλε,
ήλιος πάνω από τον θάνατο,
ήλιος από λάσπη πάνω από τη λάσπη όπου ζει ο θάνατος.

Κι εκεί αναζήτησα τον τάφο του Έζρα Πάουντ.

Μεγάλοι περίπατοι σ’ εκείνο το νεκροταφείο
ένα φλογισμένο πρωινό.

Και δυσκολεύτηκα να βρω τον τάφο του.

Τον τάφο ενός άντρα ένα πρωινό
που ένας άλλος άντρας,
χωρίς καμία υποχρέωση,
τον αναζητά για να του πει κάτι.

Με τη συνδρομή
των εργαζομένων του νεκροταφείου
και μετά από μια μακρά και αόριστη περιπλάνηση
βρήκα μια ταφόπλακα στο έδαφος
πολύ φειδωλή σε εξηγήσεις.
Υπήρχε μόνο το όνομα και τίποτα άλλο:
Ezra Pound.
Πλησίασα τα χείλη μου στον τάφο και του είπα:
Έζρα, βοήθησέ με, σε ικετεύω.
Δέξου με σαν έναν χαμένο γιο, δεν έχω κανέναν.
Γίνε εσύ ο δάσκαλός μου, στη ζωή και στην ποίηση.
Εσύ, που είδες τον θεό των υδάτων και της ομορφιάς.
Έζρα, ήρθα στ’ αλήθεια να σε προειδοποιήσω
ότι και η Βενετία είναι προς πώληση.

Πήρα το vaporetto κι επέστρεψα στη Fondamenta Nove
και στα τραπεζάκια έξω στο Campo Santi Giovanni e Paolo,
περιτριγυρισμένος από τουρίστες άπληστους για το φως της Αδριατικής,
έφαγα σπαγγέτι με γαρίδες,
καλαμάρι, χταπόδι και αχιβάδες,
με άφθονο κρύο λευκό κρασί,
βυθισμένο σε μια μεγάλη σαμπανιέρα με παγάκια,
ενώ το πρόσωπό μου χρύσιζε κάτω από τον ώριμο ήλιο του ουρανού.



Ρώμη

Για την Άνχελες Αλμπέρτ δε Λεόν

Εγώ σ’ αγάπησα, αλλά εσύ εμένα όχι και τόσο.

Ήταν το ’19, όταν ζούσαμε μαζί,
νιόπαντροι, κάναμε έρωτα καθημερινά,
σαν δυο εικοσάχρονα, ικανά
να χύσουν μ’ ένα χάδι στα γεννητικά όργανα
μέσα στην Καπέλα Σιξτίνα.

Μας πάντρεψε ο Ιησούς Χριστός, ποιος άλλος.

Πόλη της ζωής μου, πόλη της μοριακής μου μετάλλαξης,
με μετέτρεψες σε μοναχικό ψάρι του Τίβερη,
με δύο χιλιάδες χρόνια ύπαρξης.

Με μετέτρεψες σε γάτο του Τραστέβερε.
Άγριο και μοχθηρό, φιλούσες έναν γάτο
όταν φιλούσες εμένα.

Πίνοντας καφέ κάθε είκοσι λεπτά.

Τις νύχτες του χειμώνα, καθώς διασχίζαμε το χάραμα,
σου ζητούσα παρηγοριά κι αγάπη, ένα μητρικό φιλί,
αλλά εσύ μου πρόσφερες μόνο τη λάμψη
της απόλυτης ομορφιάς, που με τιμωρούσε,
και εθίστηκα στην τιμωρία.
Είμαι εθισμένος στις τιμωρίες σου, αγάπη είναι κι αυτό.

Φλωρεντία

Για την Πέπα Φερνάντεθ

Πέρασα τη μέρα τρώγοντας γλυκά.
Δεν έφαγα ούτε κρέας ούτε ψάρι ούτε σαλάτες ούτε όσπρια
ούτε σπαγγέτι ούτε λαζάνια ούτε μανταρίνια ούτε σταφύλια,
τράφηκα μόνο με γλυκά,
ένα cannolo εδώ,
ένα τιραμισού εκεί,
ένα amaretto μ’ ένα espresso doppio,
ένα panforte μ’ ένα καπουτσίνο,
ένα ricciarelli μ’ ένα machiato,
κι έτσι έφευγε η μέρα,
πληγωμένη από μια φαντασιακή γλυκύτητα.
Το μέλι, τα φουντούκια, η σαντιγί τελειώνουν γρήγορα,
σε τρία λεπτά η γλυκύτητα έφυγε για πάντα,
είναι πολύ πιο μεγάλη η ζωή.

Όλη μέρα περπατώντας στη Φλωρεντία
τα γλυκά μου κι εγώ.

Σ’ ένα καφέ μια τάρτα αμυγδάλου,
Σ’ ένα άλλο ένα μπισκότο με το όνομα
μιας αγίας που ξέχασα.

Δεν χρειάζεται να καθίσεις μπροστά σ’ ένα πιάτο.
Ούτε να περιμένεις να κρυώσει.

Δεν υπάρχει τελετουργία, ούτε μαχαιροπίρουνα.

Όρθιος στα ζαχαροπλαστεία της Φλωρεντίας,
δείχνοντας με το δάχτυλο το πιο όμορφο γλυκό.

Όρθιος στη γέφυρα της Αγίας Τριάδας,
τρώγοντας μια sfogliatella,
καθώς κοιτούσα τα νερά του Άρνου να κυλούν.
Άφησα να πέσουν μερικά ψίχουλα
ώστε οι αυτόχειρες και οι πνιγμένοι
ν’ ανέβουν στην επιφάνεια
και να καταφέρουν να βρουν τροφή και μνήμη.
Και το πνεύμα αυτών των πονεμένων ψυχών
αναδύθηκε από το σκοτάδι και τη λήθη
της λάσπης και των λιθαριών
και μπόρεσα να δω τα εκατοντάδες πρόσωπά τους
θλιμμένα και μοναχικά, μεταμορφωμένα σε ψάρια
που τα στόματά τους πάλευαν μεταξύ τους
για τα δωρισμένα υπολείμματα της sfogliatella μου.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: