Υπέρ αναπαύσεως

Λεπτομέρεια από το έργο «Η Γέννηση της Παναγίας» ενός Φλαμανδού ή Γερμανού ζωγράφου του 15ου αιώνα. Βιέννη, Αυστριακή Πινακοθήκη
Λεπτομέρεια από το έργο «Η Γέννηση της Παναγίας» ενός Φλαμανδού ή Γερμανού ζωγράφου του 15ου αιώνα. Βιέννη, Αυστριακή Πινακοθήκη

Δεν έκανα ποτέ δώρο στη μητέρα μου. Αυτή ήταν η πρώτη μου σκέψη όταν με κάλεσαν από το νοσοκομείο Λιβαδειάς για να μου ανακοινώσουν πως γείτονες τη βρήκαν νεκρή στο σπίτι της στον Παρνασσό. Ντύθηκα στα γρήγορα, μπήκα στο αυτοκίνητο και ταξίδεψα ως τη Λιβαδειά. Όταν πήγα στο νοσοκομείο με ενημέρωσαν πως μια κυρία, της οποίας δεν μπορούσαν να μου δώσουν τα στοιχεία, αλλά θα επικοινωνούσε εκείνη μαζί μου, θα αναλάμβανε τα της κηδείας.
Τη μητέρα μου την είχα δει τρεις φορές στη ζωή μου. Από αυτές, τις δύο ήμουν τόσο μικρός που δε θυμάμαι τίποτα. Ο πατέρας μου έλεγε πως ήθελε να φύγει να ζήσει μια ζωή πνευματικότητας, μιας και είχε ασπαστεί το Βουδισμό. Για πολλά χρόνια δεν καταλάβαινα γιατί ήταν αδύνατο να έχει πνευματικότητα κοντά μας. Λίγο αργότερα η απορία μου μετατράπηκε σε ενοχή. Για χρόνια, σε συζητήσεις με γνωστούς έκρυβα το πού βρίσκεται η μητέρα μου. Το έκρυβα όχι μόνο γιατί δεν ήθελα να ξέρουν πως μας παράτησε, αλλά γιατί στην πραγματικότητα δεν ήξερα πού ήταν. Κάποια στιγμή, ακούγονταν πολλά. Ότι έφυγε με γκόμενο, ότι έχει άλλα παιδιά σε άλλες χώρες ή ότι η μητέρα μου δεν υπήρχε κι εγώ ήμουν παιδί από γυναίκα του πεζοδρομίου που το φόρτωσαν στον πατέρα του.
Η μόνη επαφή που θυμάμαι μαζί της ―και αυτή ήταν η τελευταία φορά που την είδα― συνέβη όταν αποφοίτησα από το Φυσικό πριν από δώδεκα χρόνια. Μου είχε ανακοινώσει πως θα ερχόταν στην ορκωμοσία, αλλά δεν την πίστεψα. Εμφανίστηκε αργοπορημένα. Την αντίκρισα όταν παραλάμβανα το πτυχίο. Δε χειροκροτούσε. Όταν η τελετή τελείωσε και πήγα στο μέρος της, το πρώτο πράγμα που μου είχε πει ήταν «Αδικείς τον εαυτό σου. Εσύ δεν έπρεπε να γίνεις φυσικός. Έπρεπε να ασχοληθείς με τη φιλοσοφία ή κάτι τέτοιο. Παραδόθηκες στη δικτατορία της λογικής». Εκείνη την εποχή έβγαινα με την πρώτη μου κοπέλα, η οποία ήταν πλήρως ενήμερη για το παρελθόν μου. Η μητέρα μου αυτοπροσκαλέστηκε σε ένα ταβερνάκι που πήγαμε μετά την τελετή για να φάμε. Εκεί συνέχισε στο ίδιο μήκος κύματος. Ρωτούσε την κοπέλα μου αν είχε και άλλα αγόρια πριν από εμένα, αν έκανε ναρκωτικά και αν ήμουν καλός στο κρεβάτι. Θυμάμαι τα μάτια μου να βράζουν, το δεξί μου πόδι να χορεύει κάτω από το τραπέζι. Την πήρα παράμερα και της μίλησα τόσο στεγνά, δίχως θυμό, που δε θυμάμαι πώς τα κατάφερα. «Θέλω να εξαφανιστείς από τη ζωή μου, όπως έκανες τόσον καιρό. Μη σε ξαναδώ». Θυμάμαι ότι μειδίασαν ακόμα και τα μάτια της. «Δε θα με ξεφτιλίζεις εσύ. Ιδίως εσύ». Το μειδίαμα έγινε γέλιο, μου χάιδεψε το μάγουλο και μου είπε «Παραπονιάρικό μου πουλάκι». Εξαφανίστηκε σε δευτερόλεπτα.
Μέσα σε αυτά τα δώδεκα χρόνια επικοινωνούσαμε αραιά και πού μέσω τηλεφώνου. Μου είχε πει πως τα ταξίδια είχαν τελειώσει για εκείνη και πως σκόπευε να εγκατασταθεί σε ένα σπίτι στο βουνό. Αφού μετακόμισε, μου είχε προτείνει κάμποσες φορές να πάω να μείνω μαζί της κάποιες μέρες, αλλά δεν έβρισκα το λόγο να το κάνω. Δεν της πρότεινα ποτέ να έρθει να περάσει λίγες μέρες μαζί μου, γιατί αφενός δεν ήμουν σίγουρος πως ήθελα και αφετέρου δε νομίζω πως και εκείνη ήθελε.
Τα τελευταία τρία χρόνια είχε αλλάξει η συμπεριφορά της. Παλαιότερα απαντούσε πάντα στα τηλέφωνα, ενώ τώρα σπάνια την έβρισκα όποτε την καλούσα. Παλαιότερα δε σταματούσε την κουβέντα, ενώ τελευταία με το ζόρι της έπαιρνα δυο λέξεις. Το απέδιδα τη μία στην ηλικία της ―ήταν ήδη εβδομήντα επτά ετών― την άλλη στο ότι θα είχε κάτι πιο ενδιαφέρον να κάνει από το να μιλάει μαζί μου. Τελευταία φορά μιλήσαμε πριν ένα μήνα. Η επωδός της ήταν «Εγώ, παιδί μου, το αγάπησα πολύ το χιόνι». Δε στάθηκα στην ίδια τη φράση, όσο στο ότι με αποκάλεσε «παιδί μου», αυτή που με το ζόρι με φώναζε με το μικρό μου όνομα.

Είχα ήδη φτάσει στην εξώπορτα του σπιτιού της στον Παρνασσό. Είχε αρκετά μεγάλη αυλή και ήταν όλο φτιαγμένο από ξύλο. Άνοιξα την πόρτα, η οποία ήταν αρκετά βαριά και δεν είχε μεγάλο άνοιγμα. Ανάβοντας το φως είδα εικόνες αγίων κρεμασμένες στους τοίχους. Μπαίνοντας στο υπνοδωμάτιο με πήρε η μυρωδιά από σβησμένο καντήλι. Αντίκρισα στοίβες με συναξάρια στο πάτωμα και ένα αντίτυπο της Καινής Διαθήκης στο κομοδίνο. Κάθισα στην άκρη του κρεβατιού, το οποίο ήταν αρκετά σκληρό, σε σημείο που αναρωτήθηκα πώς μπορούσε να κοιμάται πάνω του. Στο κομοδίνο είχε μια εικόνα του αγίου μου και δίπλα μια φωτογραφία μου από την αποφοίτηση. Ακούμπησα το μαξιλάρι. Κάτω απ’ αυτό βρήκα μπλοκάκια που έγραφαν «Υπέρ υγείας» και «Υπέρ αναπαύσεως». Μέσα από τα μπλοκ έπεσε ένα διπλωμένο φύλλο Α4. Το άνοιξα. Δεν αναγνώριζα το όνομα του αποστολέα. Ξεκινούσε με την προσφώνηση «Προς αξιότιμην μοναχήν Φεβρωνίαν». Διάβασα ολόκληρο το γράμμα. Το δίπλωσα και το έβαλα ξανά μέσα στο μπλοκ. Πήρα ένα χαρτάκι «Υπέρ Αναπαύσεως». Έγραψα πάνω του το όνομα Φεβρωνία.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: