Για Ελευθερίου Βενιζέλου περνάω απ’ την πλατεία: μια λιμνούλα, κάτι πάπιες, γάτες αραχτές, σκυλιά αμολητά με περιλαίμια που γράφουν τα ονόματα των κυρίων τους, σιντριβάνι χωρίς σταγόνα νερό, διψασμένο χώμα, κατσιασμένα δέντρα, καχεκτικό γκαζόν, θρασύτατα περιστέρια που χέζουν αβέρτα κουβέρτα. Κουστουμάτα γκαρσόνια σε διαδρομές πλατεία-καφετέρια, κυρίες πολυτελείας που χαζεύουν βιτρίνες, μάτια που εστιάζουν στις κυρίες.
Σε σκιερό τραπεζάκι ―στρογγυλοκαθισμένος Βούδας― σε πολυθρόνα άνετη, ακριβό κρεμ ψάθινο καπέλο, μπλε καστόρινο σκαρπίνι πολυτελείας, μπλουτζίν εξαίρετης ποιότητας, εξαρτημένο από τους ώμους με κόκκινες τιράντες, κοντομάνικο άσπρο υποκάμισο ποπλίνα αιγυπτιακού βάμβακος πλυμένο με λουλάκι να φωτίζει, ο Γιώργος με βιβλίο αστροφυσικής στο χέρι τίγκα στην εξίσωση, τίγκα στο αποτσίγαρο το σταχτοδοχείο στο τραπεζάκι, υποψήφια για αποτέφρωση ντανιασμένα Dunhill, επίχρυσο Ronson, ιδρωμένη καράφα και κανελλωμένο καπουτσίνο κρέμα.
«Γιώργο»
«Μεγάλε! πώς από δω; κάτσε να κεράσω».
«Μα βλέπω ότι είσαι απασχολημένος με σοβαρά θέματα».
«Όχι μωρέ, το ξεφυλλίζω, κάτσε.»
Σημειώνει με το μολύβι κάτι αλαμπουρνέζικα σε μία εξίσωση, τραβάω πολυθρόνα στη σκιά, εντοπίζω καθαρό μαξιλαράκι, αράζω αρχοντικά, τσιμπάω κατάλογο τάχα να παραγγείλω, τσα το γκαρσόνι, βγάζω τσιγάρα, τεντώνω την αρίδα μου, κάτι τυπικά περί υγείας, δουλειάς, γνωστών «ρε συ τί κάνει αυτός» και τέτοια, ανάβω τσιγάρο, ξανά τσα το γκαρσόνι, ξεφυσάω καπνό και τραβάω πρώτη ρουφηξιά με καλαμάκι απ’ το φραπεδάκι μου ― θα μπορούσα να το είχα παραγγείλει και χωρίς κατάλογο, νομίζω. Έχει και συνέχεια βέβαια.
Πιάνουμε ένα θέμα κοινωνικό: περί όντων, ζωής, διαιώνισης των ειδών, σύμπαντος κόσμου, μέλλοντος κόσμου, σκοπού της ζωής, σκοπού του σύμπαντος. Οι ώρες κυλάνε, κοιτάω το ρολόι, «ωχ, θα κλείσει το μαγαζί που δουλεύει η Βαρβάρα». Συμμαζεύω τη συζήτηση εν τάχει και συμπεραίνω:
«Αξιοθαύμαστη αυτή η νομοτελειακή λογική που διέπει τη φύση! Μοιάζει να οδηγεί στην αποδοχή ύπαρξης παγκόσμιου νου, ε; δεν φαίνεται ότι τα πάντα οδεύουν προς κάποιο τελικό σκοπό; τί λες, ε; Υπάρχει σχέδιο»;
Με κοιτάζει.
«Γιατί να υπάρχει»;
«Αυτό μας λέει η λογική, όλα τα πράγματα στη φύση γίνονται για να επιτευχθεί κάτι».
«Ναι, η πιθανότητα να δημιουργηθεί ο κόσμος που βλέπουμε τριγύρω εκ τύχης ήταν 1 προς 10 στην τριάκις τρις και ούτω καθεξής αλλά, ω του θαύματος, η λογική μας μάς σπρώχνει προς αυτό, η συγκεκριμένη λογική μας όμως προέρχεται, και ως εκ τούτου υπηρετεί, το είδος μας ως όντα» μου αντιτάσσει ο George.
«Ενώ»;
«Ενώ μια άλλη λογική άλλου συστήματος όντων θα έδινε άλλα αποτελέσματα. Οι λογικές είναι εργαλεία που υποχρεώνουν σε αντίστοιχα συμπεράσματα, ακριβώς όπως και οι γεωμετρίες».
«Μια πιθανή εναλλακτική λογική τί θα έλεγε δηλαδή; ποιος είναι ο σκοπός του σύμπαντος»;
«Απολύτως κανένας».
«Μου ‘κοψες τα γόνατα, αστρική σκόνη με έκανες. Τόση φασαρία για το τίποτα; μηδέν; zero, nothing, nil, nichts, nought»;
«Ναι για το τίποτα! λίγο είναι το τίποτα; για σκέψου το, το μηδέν και το infinite, άπειρον, αμφότερα άνευ τέλους… μπορεί και άνευ αρχής».
«Ωχ, η Βαρβάρα, έφυγα».
«Ώρα καλή, φιλαράκι».
«Το ‘’thanks for nothing’’ κολλάει εδώ»;
«Όλα κολλάνε με όλα και με το τίποτα».