Έλληνες διανοούμενοι στην μεταπολεμική Αμερική

Edward Hopper: «Κόσμος στον ήλιο» (948)
Edward Hopper: «Κόσμος στον ήλιο» (948)


[ Σκίτσα: Χαρά Ράπτη ]

Α. Πρόλογος

Η Ελληνική διανόηση ανακαλύπτει την Αμερική στα τέλη του 18ου αιώνα. Τότε, το 1792, μεταφράζεται μια ιστορία της Αμερικής στα ελληνικά και αρχίζουν να εμφανίζονται στα πρώτα ελληνικά περιοδικά μικρές ειδήσεις για την αμερικανική ήπειρο, συν τοις άλλοις και για την Αμερικανική Επανάσταση.
Με το ξέσπασμα της Ελληνικής Επανάστασης, οι Έλληνες πολύ φυσικά θα στραφούν για βοήθεια στην χώρα που μόλις πρόσφατα είχε γεννηθεί από μια επανάσταση σαν την δική τους, τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής. Η ανταπόκριση που θα βρουν από την αμερικανική κυβέρνηση, προσηλωμένη στην πολιτική της μη παρέμβασης στις ευρωπαϊκές υποθέσεις, θα είναι περιορισμένη. Ο πρόεδρος Μονρόε θα βγάλει μια ανακοίνωση υποστηρικτική στους επαναστατημένους Έλληνες και το 1823 το Κογκρέσο θα δωρίσει σε αυτούς ενός πολεμικού πλοίου, αλλά ως εκεί. Μόλις το 1837 οι ΗΠΑ θα αναγνωρίσουν επισήμως το ελληνικό κράτος.
Η ανταπόκριση όμως του αμερικανικού λαού υπήρξε ενθουσιώδης. Ένα μεγάλο φιλελληνικό κίνημα απλώθηκε σε όλη την χώρα. Αμερικανοί φιλέλληνες απέστειλαν χρήματα και εφόδια στους Έλληνες, ναυλώνοντας μάλιστα πλοία για αυτόν τον σκοπό, ενώ ορφανά της Επανάστασης υιοθετήθηκαν από αμερικανικές οικογένειες. Κάποιοι θα κατέλθουν προσωπικά στην Ελλάδα και θα πολεμήσουν πλάι στους επαναστάτες ή θα τους βοηθήσουν στα μετόπισθεν. Αμερικανοί φιλέλληνες θα ιδρύσουν νοσοκομείο στον Πόρο και ένας Αμερικανός ιερωμένος θα ανοίξει το 1827 στην Αθήνα ένα σχολείο, την περίφημη σχολή Hill, που υπάρχει μέχρι σήμερα.
Από τότε οι ΗΠΑ με τον έναν τον άλλο τρόπο δεν θα πάψουν να είναι παρούσες στον ελληνικό κόσμο, ασθενικά στην αρχή, όλο και πιο έντονα όσο εισερχόμαστε στον 20ό αιώνα. Αμερικανοί προτεστάντες ιεραπόστολοι θα αναπτύξουν τον 19ο αιώνα τυπογραφική δραστηριότητα στην Σύρο, την Σμύρνη και την Αθήνα. Αυτοί θα ιδρύσουν και δυο εκπαιδευτικά ιδρύματα-τοπόσημα της Θεσσαλονίκης, την Αμερικανική Γεωργική Σχολή στην το 1904 και το Κολέγιο Ανατόλια, αρχικά στην Μερζιφούντα του Πόντου και από το 1924 στην Θεσσαλονίκη. Πιο πριν, το 1864, ίδρυσαν την Ροβέρτειο Σχολή στην Κωνσταντινούπολη, όπου θα σπουδάσουν πολλοί Έλληνες.
Στα τέλη του 19ου αιώνα, είναι οι Έλληνες που θα πάνε με την σειρά τους στην Αμερική. Υπολογίζεται πως περίπου μισό εκατομμύριο Έλληνες μετανάστευσαν στην Αμερική την περίοδο 1890-1920, η πλειοψηφία των οποίων εγκαταστάθηκε μόνιμα εκεί. Το 1922 αμερικανικές ανθρωπιστικές οργανώσεις θα δραστηριοποιηθούν στην αρωγή των προσφύγων της Μικρασιατικής Καταστροφής, ενώ ένας Αμερικανός, ο Χένρι Μοργκεντάου, θα διοριστεί το 1923 από την Κοινωνία των Εθνών Πρόεδρος της νεοσυσταθείσας Επιτροπής Αποκατάστασης Προσφύγων. Το 1929 το κραχ του Χρηματιστηρίου της Νέας Υόρκης, κατά μια έννοια το εναρκτήριο γεγονός του αμερικανικού αιώνα, η πρώτη φορά που αυτό που συνέβη στην Αμερική συνέβη στον κόσμο, θα προκαλέσει οικονομικές και πολιτικές αναταράξεις και στην Ελλάδα.
Όλη αυτή την περίοδο οι μορφωμένοι Έλληνες άλλοτε λιγότερο άλλοτε περισσότερο ενημερώνονται για την παράξενη χώρα στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού. Στον ελληνικό επαναστατικό Τύπο τα ονόματα του Ουάσιγκτον και του Φραγκλίνου χρησιμοποιούνται συχνά ως πρότυπα αγνών πατριωτών. Παρόμοια, η διακήρυξη των Ελλήνων Επαναστατών συνομιλεί με την Διακήρυξη της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας. Ο Κοραής, που ως γνωστόν αλληλογραφούσε με τον Τόμας Τζέφερσον, θεωρούσε πως το πολίτευμα των ΗΠΑ έπρεπε να γίνει πρότυπο για το νέο ελληνικό κράτος, ενώ το αμερικανικό σύνταγμα μεταφράζεται στα ελληνικά δυο φορές τον 19ο αιώνα, μία κατά την διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης και μία το 1841.
Μετά την Επανάσταση τα ελληνικά περιοδικά και εφημερίδες θα συνεχίσουν να δημοσιεύουν ειδήσεις και άρθρα για τις ΗΠΑ. Ενδεικτικά στην Πανδώρα (1849-1872), ένα από τα σημαντικότερα ελληνικά περιοδικά του 19ου αιώνα, εντοπίζει κανείς 69 άρθρα αμερικανικού ενδιαφέροντος που καταπιάνονται με κάθε είδους θέμα, από βιογραφίες πολιτικών ανδρών των ΗΠΑ μέχρι περιγραφές φυσικών αξιοπερίεργων και μεταφράσεις Αμερικανών συγγραφέων. Ανάμεσα σε αυτά τα άρθρα περιλαμβάνονται και δύο ολόκληρα βιβλία για τις ΗΠΑ που δημοσιεύονται σε συνέχειες, ένα με τίτλο Ήθη και έθιμα εν Αμερική, από τον Μάιο του 1867 μέχρι τον Νοέμβριο του 1868, και ένα με τίτλο Η νέα Αμερική, από τον Ιούνιο του 1871 μέχρι τον Ιανουάριο του 1872. Μάλιστα για το δεύτερο ο συντάκτης επεξηγεί πως δημοσιεύτηκε μετά την επιτυχία του πρώτου και κατ’ απαίτησιν πολλών αναγνωστών. Ήδη το 1846 έχει μεταφραστεί στα ελληνικά το περίφημο βιβλίο του Αλέξις ντε Τοκβίλ Περί της Δημοκρατίας κατά την Αμερική.
Οι Έλληνες αναγνώστες της εποχής έχουν επίσης μια οπωσδήποτε όχι ολοκληρωμένη, αλλά αρκετά καλή εικόνα της αμερικανικής λογοτεχνίας. Κρίνοντας από τις γνωστές μεταφράσεις, ξέρουν, πέρα από τα ηθικοπλαστικά βιβλία του Βενιαμίν Φραγκλίνου, τον Πόε, τον Λονγκφέλοου, τον Ουάσιγκτον Ίρβινγκ και τον Τελευταίο των Μοϊκανών του Φένιμορ Κούπερ. Ιδιαίτερη αίσθηση προκάλεσε στην εποχή της η μετάφραση της Καλύβας του Μπαρμπά Θωμά της Harriet Beecher Stowe, ή Εριέτης Στόβης κατά τον Έλληνα μεταφραστή, που έγινε το 1853 στο περιοδικό Μνημοσύνη, μόλις ένα χρόνο μετά την έκδοση του πρωτοτύπου.1  Στον 20ό αιώνα και μέχρι τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο θα προστεθούν βέβαια στον παραπάνω κατάλογο πολλά περισσότερα έργα, ενώ ένας διάσημος Αμερικανός συγγραφέας, ο Χένρι Μίλερ, θα συνδεθεί και προσωπικά με την Ελλάδα και πολλούς Έλληνες διανοουμένους. Πάντως εκείνος ο Αμερικανός συγγραφέας που στον Μεσοπόλεμο θα κάνει την εντονότερη εντύπωση στα ελληνικά γράμματα φαίνεται να είναι ο Ευγένιος Ο’ Νιλ.
Οι μορφωμένοι Έλληνες τον 19ο αιώνα και μέχρι το 1945 λοιπόν και ξέρουν και ενδιαφέρονται να μάθουν για την Αμερική. Αλλά δεν θα πρέπει να υπερβάλλουμε αυτό το ενδιαφέρον. Από τον νεοελληνικό Διαφωτισμό μέχρι τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο είναι η δυτική Ευρώπη, όχι η Αμερική, στην οποία προσβλέπει η ελληνική διανόηση. Οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται στο περιθώριο της ελληνικής προσοχής, μια χώρα πολιτισμένη μεν, με τον τρόπο που το εννοούσε ο 19ος αιώνας, αλλά ταυτόχρονα εξωτική. Ακόμα και όσα μαθαίνουν οι Έλληνες για τις ΗΠΑ συνήθως προέρχονται από δυτικοευρωπαϊκές πηγές.
Έτσι η Αμερική απουσιάζει στην πραγματικότητα σχεδόν τελείως από τα ελληνικά γράμματα, και δη την ταξιδιωτική λογοτεχνία. Παρόλο που και πριν το μεταναστευτικό ρεύμα των τελών του 19ου αιώνα διαμένουν ή επισκέπτονται την Αμερική Έλληνες και μάλιστα μορφωμένοι, έμποροι και λόγιοι, ελάχιστοι θα καταγράψουν τις εντυπώσεις τους για αυτήν την ιδιόμορφη χώρα και αυτοί θα το κάνουν μέσα από άρθρα δημοσιευμένα σε περιοδικά, κείμενα εξ ορισμού εφήμερα.2 Ακόμα και μετά την μετανάστευση εκατοντάδων χιλιάδων Ελλήνων στην Αμερική, οι Έλληνες συγγραφείς θα αφιερώσουν μεν πλήθος κειμένων, ιδίως διηγημάτων,3 στους μετανάστες, θα αδιαφορήσουν όμως για την χώρα στην οποία μετανάστευσαν. Είναι ενδεικτικό ότι κανένας από τους δυο μεγαλύτερους Έλληνες ταξιδιωτικούς συγγραφείς του Μεσοπολέμου, και όλης της λογοτεχνίας μας, ούτε ο Κώστας Ουράνης ούτε ο Νίκος Καζαντζάκης μας άφησαν κάποιο βιβλίο για την Αμερική.
Μοναδική εξαίρεση θα αποτελέσει ο Αλέξανδρος Ρίζος Ραγκαβής (1809-1892). Λογοτέχνης, ακαδημαϊκός, διπλωμάτης, πολιτικός, πανεπιστήμονας και μέσα σ’ όλα ο Ραγκαβής υπήρξε από τις σημαντικότερες πνευματικές προσωπικότητες του ελληνικού 19ου αιώνα. Το 1867 διορίζεται πρώτος πρέσβης της Ελλάδος στις Ηνωμένες Πολιτείες, όπου θα παραμείνει ως το 1868. Εκεί θα επισκεφτεί πολλά μέρη και θα συναντήσει πλήθος ανθρώπων, ανάμεσά τους σημαίνοντες προσωπικότητες της χώρα. Τις εντυπώσεις του από αυτήν την διαμονή θα καταγράψει σε 140 πυκνογραμμένες σελίδες στα ογκώδη Απομνημονεύματά του. Ο τρίτος τόμος όμως των απομνημονευμάτων του, που περιέχει το τμήμα με το ταξίδι του στις ΗΠΑ, θα δημοσιευθεί μόλις το 1930.4             
Μετά το 1945 η κατάσταση αλλάζει άρδην. Ξαφνικά πάμπολλοι Έλληνες συγγραφείς, δημοσιογράφοι και διανοούμενοι επισκέπτονται την Αμερική και οι περισσότεροι νιώθουν υποχρεωμένοι να δημοσιεύσουν τις εντυπώσεις και τις σκέψεις τους.5 Από εκεί που τα κείμενα για την Αμερική σε διάστημα άνω των εκατό χρόνων (1830-1945) μετριούνταν στα δάχτυλα του ενός χεριού, στα επόμενα ογδόντα (1945-2025) παράγεται ένας χείμαρρος που αδυνατεί να παρακολουθήσει κανείς.
Μπορεί να επικαλεστεί κανείς πολλούς λόγους για αυτήν την εξέλιξη. Πρώτα απ’ όλα η εξέλιξη των τεχνικών μέσων κάνει το ταξίδι στις ΗΠΑ ευκολότερο.6 Εκτός αυτού, μετά το 1945 παρατηρείται μια γενική άνθηση της ταξιδιωτικής λογοτεχνίας στην Ελλάδα, που θα διαρκέσει μέχρι την δεκαετία του 1970. Έπειτα, η ίδια η αμερικανική κυβέρνηση λαμβάνει μέτρα για να ενθαρρύνει τέτοια ταξίδια. Το 1948 το αμερικανικό Κογκρέσο ψηφίζει το σχέδιο Smith-Mundt με σκοπό την προώθηση του αμερικανικού πολιτισμού. Στα πλαίσια του προσκαλούνται Ευρωπαίοι διανοούμενοι να επισκεφθούν την Αμερική, ενώ το αμερικανικό κράτος καλύπτει τα έξοδά τους, οργανώνει τα δρομολόγιά τους και τους παρέχει ξεναγούς/διερμηνείς. Τα επόμενα χρόνια πολλοί Έλληνες διανοούμενοι θα έρθουν στις ΗΠΑ ως προσκεκλημένοι της αμερικανικής κυβέρνησης.
Η πραγματική αιτία όμως είναι μία και προφανής. Μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι το ισχυρότερο και πλουσιότερο κράτος στον πλανήτη και η Ελλάδα περνάει στην αμερικανική σφαίρα επιρροής. Πριν το 1945, η Αμερική από την ελληνική σκοπιά είναι μια χώρα στο περιθώριο της Δύσης. Μετά το 1945, όταν ο Κωνσταντίνος Καραμανλής θα αναφωνήσει το 1976 «Ανήκομεν εις την Δύσιν» κανείς δεν αμφιβάλει ότι αυτή η Δύση δεν έχει κέντρο ούτε το Λονδίνο, ούτε το Παρίσι, αλλά την Ουάσιγκτον. Τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες οι Έλληνες συγγραφείς δεν πηγαίνουν στις ΗΠΑ για τουρισμό, αλλά για να δουν από κοντά την νέα υπερδύναμη, την χώρα από την οποία εξαρτώνται οι τύχες της δικιάς τους. Όλοι οι συγγραφείς που θα εξετάσουμε παρακάτω έχουν πλήρη συναίσθηση αυτού. «Ένας ώριμος άνθρωπος», εξηγεί ο Παπανούτσος, «δεν πηγαίνει σήμερα στην Αμερική όπως θα μπορούσε ίσως να πάει στην Αυστρία π.χ. ή στην Σουηδία… Στην Αμερική όμως (όπως και στην Ρωσία και στη Κίνα) τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εδώ χτυπάει σήμερα ο παλμός της Γης… γράφεται ιστορία» (1966, 93), ενώ ο Βενέζης φτάνοντας το 1949 στην Ουάσιγκτον γράφει «Είναι αυτή η πόλη, σήμερα, η καρδιά του κόσμου» (1977, 332).
Από δω και πέρα, θα εξετάσουμε πώς είδαν την Αμερική εφτά διακεκριμένοι Έλληνες συγγραφείς που την επισκέφτηκαν και έγραψαν γι’ αυτήν ανάμεσα στο τέλος του Εμφυλίου Πολέμου (1949) και την επιβολή της χούντας (1967). Πρόκειται για τους Η. Βενέζη, Μ. Καραγάτση, Γ. Θεοτοκά, Κ. Τσάτσο, Ε.Π. Παπανούτσο, Ν. Τσιφόρο και Δ. Ψαθά.
Οι εφτά αυτοί δεν επιλέχτηκαν τυχαία. Κατ’ αρχάς συγκαταλέγονται στους σημαντικότερους συγγραφείς της εποχής τους, απολαμβάνοντας κύρος, δημοφιλία ή και τα δύο. Κυρίως όμως, παρά τις διαφορές τους, έχουν όλοι μια πολύ σημαντική ομοιότητα. Όλοι τους γεννήθηκαν στα τέλη του 19ου ή στις αρχές του 20ού αιώνα, ενηλικιώθηκαν στον Μεσοπόλεμο και πήγαν στην Αμερική ως μεσήλικες, έχοντας ήδη διαμορφωμένη την προσωπικότητά τους.7 Είναι από τους πρώτους που επισκέφθηκαν τις Ηνωμένες Πολιτείες όταν αυτές ήτανε πια μια παγκόσμια υπερδύναμη, αλλά ταυτόχρονα είναι η τελευταία γενιά που μεγάλωσε σ’ ένα κόσμο πριν συμβεί αυτό.8 Όλες οι γενιές Ελλήνων (και όχι μόνο) μετά απ’ αυτούς θα μεγαλώσουν σ’ έναν κόσμο όπου όχι μόνο η ηγεμονική θέση των ΗΠΑ θεωρείται δεδομένη, αλλά και η αμερικανική κουλτούρα θα είναι συστατικό στοιχείο της δικιάς τους κουλτούρας. Αυτό δεν κάνει τους παραπάνω συγγραφείς απαραίτητα πιο αντικειμενικούς, κάνει όμως, μπορούμε να πούμε, το βλέμμα τους πιο καθαρό. Βέβαια και αυτοί πηγαίνοντας στην Αμερική κουβαλούν μαζί τους κάποιες προσλαμβάνουσες, κυρίως από τα διαβάσματά τους και τις ταινίες του Χόλιγουντ. Αυτές οι προσλαμβάνουσες όμως δεν είναι συστατικό στοιχείο της ανατροφής τους, γιατί είναι η τελευταία γενιά που η παιδεία της είναι καθαρά ευρωπαϊκή. Αντίθετα εμείς που ήρθαμε μετά και μεγαλώσαμε με αμερικανικές ταινίες, τραγούδια, σειρές, βιβλία, κόμικ, αμερικανικά προϊόντα, ακόμα και αμερικανικά έθιμα (π.χ. η γιορτή του Αγίου Βαλεντίνου) δεν μεγαλώσαμε απλώς με κάποιος μύθους για την Αμερική, αλλά με τους μύθους που η Αμερική διηγείται για τον εαυτό της. Όποια κι αν είναι η άποψη μας γι’ αυτήν την χώρα, συνειδητά ή ασυνείδητα θα κουβαλάμε πάντα αυτούς τους μύθους, θα πηγαίνουμε πάντα στην Αμερική περιμένοντας να δούμε συγκεκριμένα πράγματα.
Έξω απ’ αυτό, τα βιβλία αυτών των εφτά, παρόλο που σχεδόν ποτέ δεν αναφέρονται ο ένας στο έργο του άλλου, δεν είναι απομονωμένα μεταξύ τους και με άλλα παρόμοια, παρά σχηματίζουν ένα σύμπλεγμα, καθώς καταπιάνονται με παραπλήσια θέματα, επηρεάζονται ο καθένας από τους προηγούμενους και καμιά φορά τους ασκούν κριτική. Φτιάχνουν έτσι έναν κρυφό διάλογο στις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες για το τί είναι η Αμερική και πώς είναι ο σύγχρονος κόσμος στον οποίον ηγεμονεύει και όπου ανήκει ή θέλει να ανήκει η Ελλάδα. Ενίοτε μάλιστα οι συγγραφείς αντιγράφουν ξεδιάντροπα ο ένας από τον άλλον. Έτσι ο Παπανούτσος όχι μόνο δανείζεται ολόκληρες φράσεις απ’ τον Θεοτοκά, αλλά αντιγράφει αυτολεξεί ένα ανέκδοτο για τους Έλληνες της Αμερικής από το βιβλίο του Ψαθά με τρόπο τέτοιο που φαίνεται ότι το άκουσε ο ίδιος στις ΗΠΑ. Ο Καραγάτσης παραθέτει ένα ρητό για την αξιοκρατία στην Αμερική χωρίς να διευκρινίζει ότι δεν το άκουσε εκεί, αλλά το διάβασε στον Βενέζη (μπορεί όμως και τ’ ανάποδο). Και ο Θεοτοκάς μας δίνει μια περιγραφή του Λευκού Οίκου που μοιάζει υπερβολικά με την αντίστοιχη περιγραφή του Ραγκαβή έναν αιώνα πριν, ώστε δεν ξέρει κανείς πόσα είδε προσωπικά και πόσα απλώς διάβασε. Μόνο ο Βενέζης, που είναι και ο πρώτος χρονολογικά, δεν μοιάζει να χρωστά τίποτα σε κανέναν.

Ας δούμε τώρα τους συγγραφείς και τα βιβλία που θα εξετάσουμε παρακάτω:

Ο Ηλίας Βενέζης (1904-1973) υπήρξε ο πρώτος Ευρωπαίος συγγραφέας που προσκλήθηκε στην Αμερική από το αμερικανικό υπουργείο Εξωτερικών στα πλαίσια του προγράμματος Smith-Mundt, το 1949. Ταξίδεψε στην Αμερική επί πέντε μήνες, ξεκινώντας από την Νέα Αγγλία, φτάνοντας έως την Καλιφόρνια από βορρά και επιστρέφοντας ανατολικά δια των νοτίων πολιτειών, καταλήγοντας στην Νέα Υόρκη και την Ουάσιγκτον. Οι εντυπώσεις του παρουσιάστηκαν αρχικά σε ραδιοφωνικές ομιλίες στην Φωνή της Αμερικής και σε αμερικανικές εφημερίδες και το 1954 εκδόθηκαν σε βίβλιο με τίτλο Αμερικανική Γη.
Ο Μ. Καραγάτσης (1908-1960) πήγε στις ΗΠΑ το 1950, προσκεκλημένος κι αυτός του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών. Ταξίδεψε κι αυτός από τις ακτές του Ατλαντικού μέχρι του Ειρηνικού και αντίστροφα, περνώντας από τις μεσοδυτικές πολιτείες. Δημοσίευσε τις εντυπώσεις σε σειρά άρθρων στην εφημερίδα Βραδυνή ανάμεσα στις 7/11/1950 και 27/12/1950. Μόνο πολύ αργότερα, το 2002, θα δημοσιευτούν σε βιβλίο μαζί με άλλα ταξιδιωτικά του κείμενα, με τίτλο Περιπλάνηση στον κόσμο. Ταξιδιωτικές εντυπώσεις.
Ο Δημήτρης Ψαθάς (1907-1979) επισκέπτεται το 1950 μόνο την Νέα Υόρκη όπου διαμένει επί δύο μήνες. Δημοσιεύει τις εντυπώσεις του σε βιβλίο με τίτλο Κάτω απ’ τους ουρανοξύστες (1950) στο πλαίσιο της σειράς χιουμοριστικών ταξιδιωτικών βιβλίων του με γενικό τίτλο Εύθυμα Ταξίδια. Το 1957 θα επισκεφθεί το Σικάγο και μερικές άλλες πόλεις συνοδεύοντας τον θίασο του Βασίλη Λογοθετίδη σε περιοδεία έργου του στις ελληνικές κοινότητες των ΗΠΑ και θα ξαναεκδόσει το βιβλίο προσθέτοντας αυτές τις εμπειρίες.9
Ο Γιώργος Θεοτοκάς (1905-1966) ήταν ένας ακόμα προσκεκλημένος του αμερικανικού υπουργείου Εξωτερικών στα πλαίσια του προγράμματος Smith-Mundt. Πηγαίνει στις ΗΠΑ τον καιρό που είναι διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου και διαμένει περίπου 5 μήνες, από 28/8/1952 έως 1/2/1953. Ακολουθεί την γνώριμη διαδρομή από την Νέα Υόρκη, όπου το Εθνικό δίνει παραστάσεις αρχαίας τραγωδίας στο Μπρόντγουεϊ, μέχρι το Σαν Φρανσίσκο μέσω των βόρειων πολιτειών και τ’ ανάπαλιν διαμέσου των νότιων. Μεταξύ άλλων επισκέπτεται την Βοστώνη, το Σικάγο, το Ντένβερ, το Λος Άντζελες, την Νέα Ορλεάνη, το Μαϊάμι, την Φιλαδέλφεια και την Ουάσιγκτον. Δημοσίευσε τις εντυπώσεις του αρχικά σε 7 εβδομαδιαίες συνέχειες στην Καθημερινή μεταξύ 18/3/1953 και 29/4/1953 και σε 4 άρθρα στα περιοδικά Νέα Εστία και Αγγλοελληνική Επιθεώρηση. Όλα μαζί επεξεργασμένα τα εξέδωσε με τίτλο Δοκίμιο για την Αμερική το 1954.
Ο Κωνσταντίνος Τσάτσος (1899-1987) επισκέφθηκε το 1953 για τρεις μήνες δέκα αμερικανικά πανεπιστήμια με υποτροφία του ιδρύματος Fulbright.10 Τον επόμενο χρόνο, το 1954, δίνει 10 διαλέξεις για την δημοκρατία στις Ηνωμένες Πολιτείες στον μορφωτικό όμιλο «Αθήναιον», τον οποίο διευθύνει ο Ε.Π. Παπανούτσος. Το 1955 οι διαλέξεις δημοσιεύονται σε συνέχειες στην Νέα Εστία. Σε βιβλίο θα εκδοθούν μετά τον θάνατό του, το 1999, με τίτλο Στις Ρίζες της Αμερικανικής Δημοκρατίας.
Ο Ευάγγελος Π. Παπανούτσος (1900-1982) επισκέφθηκε τις Ηνωμένες Πολιτείες μετά από πρόσκληση της αμερικανικής πρεσβείας επί δύο μήνες, από τα τέλη Απριλίου ως τα τέλη Ιουνίου. Ξεκίνησε από την Ουάσιγκτον, έφτασε διαμέσου των βορειοδυτικών πολιτειών στο Σικάγο, από εκεί διά των νοτίων πολιτειών στην Καλιφόρνια και επέστρεψε πίσω στις ακτές του Ατλαντικού τελειώνοντας το ταξίδι του στην Νέα Υόρκη. Παρόμοια με τον Τσάτσο επισκέφτηκε κυρίως πανεπιστήμια, σχολεία και άλλα εκπαιδευτικά ιδρύματα. Οι εντυπώσεις του δημοσιεύθηκαν σε σειρά άρθρων στο Βήμα από τις 7/8/1966 έως 21/8/1966 και την ίδια χρονιά σε ξεχωριστό τόμο με τίτλο Αμερική. Ένα κεφάλαιο της Ιστορίας του Ανθρώπου.
Ο Νίκος Τσιφόρος (1909-1970) δημοσίευσε μια εκλαϊκευτική Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών σε συνέχειες στο περιοδικό Πάνθεον το διάστημα 1965-1966.11 Εκδόθηκε σε βιβλίο για πρώτη φορά το 1979. 


Β. Οι λογοτέχνες της γενιάς του ‘30



ΗΛΙΑΣ ΒΕΝΕΖΗΣ

Απ’ όλα τα ελληνικά βιβλία για την Αμερική εκείνο του Βενέζη έχει πιο καθαρά τον χαρακτήρα οδοιπορικού και την μεγαλύτερη λογοτεχνική αξία.12 Με ύφος λιτό, μετρημένο, μαστόρικο ο συγγραφέας δίνει υποβλητικές περιγραφές των τόπων και των ανθρώπων που συνάντησε στους σταθμούς του ταξιδιού του, καθένα με τις ιδιαιτερότητές του. Θέλει ν’ αφηγηθεί ένα παραμύθι, όπως το δηλώνει ο ίδιος (σ. 71) και όχι να γράψει μια πραγματεία για την αμερικανική κοινωνία. Όμως ακόμα κι έτσι μπορεί να εξάγει κανείς μια γενική εικόνα της Αμερικής όπως την είδε ο Βενέζης.
Ένα από τα πρώτα πράγματα που παρατηρεί, που παρατηρούν όλοι οι Έλληνες όσοι πάνε στις ΗΠΑ το ΄50 και το ΄60, είναι ο τεράστιος πλούτος και η τεχνολογική ανάπτυξη της χώρας. Αυτά δηλώνονται με πλήθος παραδειγμάτων, από τις εγκαταστάσεις των αμερικανικών πανεπιστημίων και τους πανταχού παρόντες αυτόματους πωλητές που με δέκα σεντς βγάζουν ό,τι θες μέχρι τα εκτυφλωτικά φώτα του Μπρόντγουεϊ και την αφελή έκπληξη του ξεναγού τού Βενέζη, όταν ανακάλυψε ότι στην Ιταλία δεν έχουν όλοι ψυγείο. Αλλά ανώτερο σύμβολο κι ενσάρκωση του αμερικανικού πλούτου αποτελούν τ’ αμέτρητα αυτοκίνητα, τα οποία δεν διαθέτουν μόνο οι πλούσιοι, αλλά όλοι, από τους εργάτες στην αυτοκινητοβιομηχανία της Φορντ ως τους φοιτητές του πανεπιστημίου Στάνφορντ.
Αυτός ο τόσο πλούσιος λαός έχει έναν ιδιαίτερο εθνικό χαρακτήρα. Πρώτα απ’ όλα είναι δυναμικός, αποτελείται από ανθρώπους της δράσης, μαθημένους ν’ αντιμάχονται τις αντιξοότητες, γνώρισμα έμφυτο που το κληρονόμησαν από τους πρώτους αποίκους και τους πιονέρους προγόνους τους. Κυριαρχείται από το πνεύμα της αξιοκρατίας και του ανταγωνισμού. Ένας συνταξιδιώτης του Βενέζη του λέει: «Εδώ στο Ιστ ― στην Νέα Αγγλία σας ρωτάνε: Ποιος είστε; Ποια είναι η καταγωγή σας; Σαν πάτε στις μεσοδυτικές πολιτείες, στην περιοχή των πεδιάδων, στον δρόμο προς την Δύση, θα σας ρωτήσουνε: Τί δουλειά κάνετε; Ποια είναι η δουλειά σας; Κι απ’ την περιοχή των Βραχωδών Ορέων και πέρα, απ’ το Κολοράντο και πέρα, στην Δύση, το μόνο που θα σας ρωτήσουν είναι: Τί είστε άξιος να κάμετε;» (σ. 30). Μαθαίνοντας αργότερα ότι ένας αξιωματούχος του υπουργείου Εξωτερικών που γνωρίζει ξεκίνησε από εργάτης στα εργοστάσια της Φορντ και μάλιστα είναι περήφανος γι’ αυτό, ο ίδιος ο Βενέζης σχολιάζει: «Έβλεπα για πρώτη φορά πόσο δυνατή είναι για τον Αμερικανό η αίσθηση του ατόμου… Πως υπάρχει για τον καθένα περιθώριο να κερδίσει πρώτα την πίστη μέσα του, ύστερα να κερδίσει την ζωή στον στίβο έξω… Είναι καταπληκτικό πόσο αυτός ο ηθικός κανόνας σφραγίζει το ήθος της ζωής του Αμερικανού» (σ.79). Αυτός ο κανόνας αντανακλάται και στην αγωγή των νέων, που αφήνονται στις δικές τους δυνάμεις από τους γονείς, ακόμα κι όταν είναι πλούσιοι, με αποτελέσματα όμως όχι πάντα ευχάριστα για τους αδύναμους χαρακτήρες. Η άλλη πλευρά αυτής της ιδιότητας είναι ότι οι Αμερικανοί μένουν προσηλωμένοι στο παρόν, φοβούνται την ενδοσκόπηση και την μοναξιά, πράγμα που εξηγεί το πάθος τους με τα χόμπι.
Ένα άλλο χαρακτηριστικό του αμερικανικού έθνους είναι φυσικά ό,τι προέρχεται από πολλά άλλα έθνη. Παρόλο που σε μια γειτονιά της Νέας Υόρκης νιώθει ότι βρέθηκε στην Ιταλία, ο Βενέζης αρνείται τον πολυπολιτισμικό χαρακτήρα της αμερικανικής κοινωνίας. Αντίθετα, πιστεύει ότι όλοι οι μετανάστες αφομοιώνονται μετά από λίγες γενιές σ’ αυτό το νέο, ξεχωριστό έθνος και ότι οι Αμερικανοί δεν θ’ ανεχτούν ιδιαίτερα εθνοτικά χαρακτηριστικά εντός τους. (Άραγε να επηρεάστηκε σ’ αυτήν την άποψη από τις δικές του εμπειρίες στην Οθωμανική Αυτοκρατορία;). Από την άλλη η Αμερική προσφέρει στους μετανάστες «το δικαίωμα σε μια ευτυχία κατακτημένη και διαρκή» (σ. 324) και πλήρη θρησκευτική ελευθερία. Η θρησκεία και η δημοκρατία είναι άλλωστε δυο άλλα χαρακτηριστικά της αμερικανικής κοινωνίας. Η Βίβλος δεν λείπει από κανένα αμερικανικό σπίτι και κανένα δωμάτιο ξενοδοχείου, ενώ η ουσία της αμερικανικής διασκέδασης και κουλτούρας είναι ο μαζικός της χαρακτήρας. Στην Αμερική τόσο η εξουσία όσο και η κουλτούρα πηγάζουν από τον λαό.
Αν η ευημερία των ΗΠΑ δεν είναι άσχετη με τον αμερικανικό χαρακτήρα, άμεση πηγή της είναι ο μηχανικός πολιτισμός. Ο Βενέζης αντικρούει την κατηγορία των Ευρωπαίων διανοουμένων πως ο μηχανικός (αμερικανικός) πολιτισμός συνιστά απειλή για το (ευρωπαϊκό) πνεύμα. Ο,τιδήποτε βελτιώνει τις υλικές συνθήκες του ανθρώπου είναι καλοδεχούμενο γι’ αυτόν, όπως τα εκατομμύρια αυτοκίνητα της Φορντ. Επισκέπτεται επίτηδες τα εργοστάσιό της Φορντ για να δει πώς είναι μια γραμμή παραγωγής και όταν πιο μετά επισκέπτεται ένα ειδυλλιακό χωριό στην περιοχή, σύμβολο του προβιομηχανικού πολιτισμού, δηλώνει, μέσα απ’ τα λόγια μιας συνταξιδιώτισσας, ότι τώρα με τα εργοστάσια και όχι τότε ζούνε καλύτερα οι άνθρωποι.
Ωστόσο περιγράφοντας την γραμμή παραγωγής δεν μπορεί να κρύψει την ταραχή του μπροστά στην βιομηχανική πραγματικότητα. «Οι άνθρωποι, αυστηροί, βουβοί. Τι να πουν; Η βουή των μηχανών στο βάθος, που δουλεύουν το ατσάλι, ήταν απίστευτη… Κοίταζα τα πρόσωπα των εργατών, να μαντέψω: είχε τσακίσει τα νεύρα τους, την ψυχή τους, τούτη η απίστευτη συγκέντρωση όλου του κορμιού, όλης της ενέργειάς τους, όλου του νου στην ελάχιστη αυτοματική κίνηση;… Ήταν χαμένος κόπος. Θα έπρεπε να δουλέψω εγώ ο ίδιος για να μπορώ να πω τί κάνει στην ψυχή του ανθρώπου η μεταβολή του σε αυτόματο» (σ. 86-7).
Στο Σικάγο όμως, ανάμεσα στις πολυκατοικίες και τον υπέργειο σιδηρόδρομο, δεν μπορεί να κρύψει τα πραγματικά του αισθήματα για τον πολιτισμό της μηχανής όπως φανερώνεται σε μια βιομηχανική μεγαλούπολη. «Πηγαινοέρχονται δαιμονισμένα, τα τραμ, τα τραίνα, σείεται η γη, οι κολώνες, τα σίδερα, οι ράγες. Όλα σείουνται. Η βουή… Σαν να έχει σκοτεινιάσει ο κόσμος… Το φως τ’ ουρανού παλεύει να φτάσει σ’ ετούτο το κανάλι του σίδερου και των ανθρώπων, να τρυπήσει το τσιμέντο, τα γεφύρια, τις εναέριες γραμμές. Δεν τα καταφέρνει…» (σ. 94).
Γενικά οι αμερικανικές πόλεις δεν του πολυαρέσουν. Αναγνωρίζει την αρχιτεκτονική ομορφιά κάποιων εξ αυτών, της Βοστόνης, της Νέας Ορλεάνης, της Ουάσιγκτον. Οι περισσότερες όμως είναι τυποποιημένες, όμοιες μεταξύ τους, χωρίς χαρακτήρα. Πάνω απ’ όλα οι πόλεις είναι τόποι μοναξιάς και αποξένωσης και χειρότερη απ’ όλες είναι η Νέα Υόρκη. Γράφει κάπου «Ήμουν κι εγώ μόνος, κατάμονος, στη νύχτα της Νέας Υόρκης. Μαζί με τα τόσα εκατομμύρια των ανθρώπων της που ήταν μόνοι» (σ. 310). Μόνο στο Σαν Φρανσίσκο νιώθει ζεστασιά, γιατί θυμίζει Μεσόγειο μάλλον παρά Αμερική.
Φεύγοντας από τις μεγάλες πόλεις ο Βενέζης ανακαλύπτει την ενδοχώρα, την οποία θεωρεί την αληθινή Αμερική. Η πραγματική Αμερική δεν είναι οι μεγαλουπόλεις με τους ουρανοξύστες και τα εκατομμύρια βιαστικούς, κλεισμένους στον εαυτό τους ανθρώπους, δεν είναι η Νέα Υόρκη. «Το αληθινό πρόσωπο της Αμερικής είναι γη ατελείωτη, χωράφια και δάση, γη πράσινη, δουλεμένη, ευλογία Θεού. Και άνθρωποι απλοί, τίμιοι, με καθαρό πρόσωπο, σκυμμένοι στη γη, ευλογημένοι απ’ τη γη, δουλεύοντας την γη σκληρά, έτοιμοι να δώσουν περίσσευμα καρδιάς. Και πόλεις μικρές, μικρά σπίτια ξύλινα με στέγες πράσινες, κόκκινες, κίτρινες, σαν παιχνίδια παιδικά» (σ. 137).
Μέσα στο αμερικανικό έθνος, όπως κι αν το ορίσει κανείς, υπάρχουν δυο ομάδες ανθρώπων που ποτέ δεν ανήκαν ολοκληρωτικά σ’ αυτό. Οι μαύροι κι οι Ινδιάνοι. Ο Βενέζης λίγο ασχολείται με τους πρώτους, αλλά έχει απέναντι τους κάτι σαν φοβία. Το θέαμα ενός μαύρου που ερωτοτροπεί με μια λευκή τον αναστατώνει τόσο πολύ, που το ίδιο βράδυ βλέπει εφιάλτες. Όταν στην Νέα Ορλεάνη τον πλησιάζει ένας μαύρος αλκοολικός ζητιάνος γράφει: «Είναι πλάσμα φοβερό ο ηλίθιος νέγρος» (σ. 271). Την ίδια στιγμή φρικιά βλέποντας τα εργαλεία της δουλείας στο μουσείο της ίδιας πόλης και παρατηρεί πως παρότι η δουλεία καταργήθηκε στον Νότο οι λευκοί κάνουν ότι μπορούν για να τους θυμίζουν ότι είναι πρώην σκλάβοι. Η μόνη φορά που ο Βενέζης συναντά πραγματική φτώχεια στις ΗΠΑ είναι σε μια συνοικία μαύρων στις όχθες του Μισισιπή.
Μετά τον Ραγκαβή, κανένας Έλληνας περιηγητής δεν ενδιαφέρθηκε τόσο για τους Ινδιάνους όσο ο Βενέζης. Οι σελίδες του γι’ αυτούς είναι από τις ωραιότερες της Αμερικάνικης Γης και ίσως να είναι κι απ’ τις ωραιότερες ολόκληρης της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας για το θέμα. Στην αρχή σχετικά του ταξιδιού του, βλέποντας αγάλματα Ινδιάνων σ’ ένα τουριστικό θέρετρο αναρωτιέται «Τι απέγιναν οι Ινδιάνοι;» (σ. 132). Έκτοτε, όπου μπορεί επιδιώκει να τους συναντήσει, να μάθει για την θρησκεία τους, τα έθιμά τους, το πώς ζουν. Γνωρίζει πολύ καλά ότι οι λευκοί άποικοι τους εξόντωσαν και πήραν την γη τους και όσοι απέμειναν ζουν σε καταυλισμούς που τους παραχώρησε το κράτος. Η αρχαιότητα αυτών των ανθρώπων, των αυθεντικών Αμερικάνων όπως τους αποκαλεί, το δέσιμό τους με την γη τους, προκαλεί τον σεβασμό του. Ένας Ινδιάνος του εξηγεί γιατί οι άνθρωποι της φυλής του δεν φεύγουν για πολύ απ’ τον καταυλισμό. «Για τον ίδιο λόγο που ένας χωρικός της Ελλάδας, που έρχεται εδώ να κάμει χρήματα, θέλει πάντα να γυρίσει στην πατρίδα του. Πολλοί Ιντιάνοι πηγαίνουν στις πόλεις, κερδίζουν λίγα χρήματα και γυρίζουν στη γη τους. Γιατί εδώ ήταν η πατρίδα τους από έντεκα χιλιάδες χρόνια» (σ. 217-8). Ένας άλλος πάλι, της φυλής Χόπι, που δουλεύει εκτός καταυλισμού, του εξομολογείται: «Πότε-πότε καταλαβαίνω να είμαι εδώ μοναχός. Γι’ αυτό στις μεγάλες γιορτές ξεκινώ και πάω εκατόν πενήντα μίλια κατά το Ιστ, να βρω την φυλή μου, να κάμω μαζί τους την προσευχή μου» (σ.245).
Νιώθει γνήσια συμπάθεια απέναντί τους, χωρίς ίχνος φόβου ή προκατάληψης, εκτιμά την τέχνη τους, τους χορούς τους, ακόμα και την ντόπια θρησκεία όσων δεν ασπάστηκαν τον Χριστιανισμό. Πάνω απ’ όλα τους συμπονά για όσα έπαθαν απ’ τους αποίκους. Ρωτάει έναν γέρο Ινδιάνο στο Νέο Μεξικό «―Πώς είσαστε τώρα με τον άσπρο άνθρωπο; Ρώτησα τον γερο-Χανεπίν. Η απόκριση αργεί. Αργεί. ― Μας τυράννησε ο Ισπανός άσπρος άνθρωπος. Πολύ. Πόσα χρόνια είναι από τότες, κι όμως δεν ξεχνούμε… Στάθηκε λίγο. Έδειξε κατά το βουνό. ― Κάποτε αυτό το βουνό, το πέρα, το είχε η φυλή μου. Τώρα δεν είναι δικό μας, το έχει ο άσπρος άνθρωπος. Η γη που μας απόμεινε δεν μας φτάνει» (σ. 257).
Νομίζω πως ο λόγος που ο Βενέζης, πρόσφυγας απ’ την Μικρασία ο ίδιος, νιώθει τέτοια συμπάθεια για τους Ινδιάνους είναι ότι δεν βλέπει σ’ αυτούς κάτι το εξωτικό, αλλά ανθρώπους που σαν κι αυτόν διώχτηκαν απ’ την γη τους, όπου ζούσαν από αιώνες και απ’ την οποία οι διώκτες τους θέλησαν να εξαφανίσουν τα ίχνη της ύπαρξής τους. Και υπάρχει και κάτι άλλο ενδιαφέρον. Το μεγαλύτερο μέρος του βιβλίου του Βενέζη έχει αφηγηματικό χαρακτήρα. Τα διαλογικά μέρη είναι σχετικά λίγα και ο Βενέζης συνήθως παίζει σημαντικό ρόλο στην συζήτηση. Αλλά τα αποσπάσματα με τους Ινδιάνους έχουν κατά βάση διαλογικό χαρακτήρα και είναι οι Ινδιάνοι που κυρίως μιλούν. Σαν να θέλει ο Βενέζης να δώσει φωνή σ’ αυτούς που την στερήθηκαν. Η στάση του Βενέζη προς την Αμερική είναι φαινομενικά θετική, αλλά κατά βάθος αμφίθυμη. Αποδέχεται τα οφέλη του μηχανικού πολιτισμού, αλλά είναι φανερό ότι τον αναστατώνει. Του αρέσει η Αμερική, αλλά αυτό που του αρέσει σ’ αυτήν δεν είναι αυτά που οι οικοδεσπότες του περίμεναν να τον εντυπωσιάσουν, ο οικονομικός δυναμισμός, η τεχνολογική ανάπτυξη κι οι φιλελεύθεροι θεσμοί των Ηνωμένων Πολιτειών, αλλά η φύση και οι καλόκαρδοι, φιλόξενοι άνθρωποι της υπαίθρου, πράγματα δηλαδή που θα μπορούσε κανείς να βρει και στα χωριά της Ιταλίας ή της Ελλάδας. Συμπαθεί τους Αμερικανούς της υπαίθρου, αλλά ακόμα περισσότερο συμπαθεί τους Ινδιάνους, που οι πρόγονοι των πρώτων σφαγίασαν και έδιωξαν απ’ την γη τους. Του αρέσει η Αμερική, αλλά συνεχώς αναζητά σ’ αυτήν ίχνη της Ελλάδος και της Ευρώπης. Στο Σαν Φρανσίσκο συγκινείται μέχρι δακρύων σε ένα μουσείο με έργα του Ροντέν, γιατί αντιπροσωπεύουν τον ευρωπαϊκό πολιτισμό στις ακτές του Ειρηνικού. Ο τίτλος που διάλεξε για το βιβλίο του, Αμερικάνικη Γη, δεν είναι απλό κάμωμα λογοτεχνικό. Ο Βενέζης δεν είδε τις ΗΠΑ σαν ένα σύμβολο, έναν πολιτισμό ή ένα κοινωνικό σύστημα, αλλά σαν γη, σαν έναν τόπο. Και αυτός ο τόπος του είναι ξένος. 

Μ. ΚΑΡΑΓΑΤΣΗΣ

Ένα από τα πρώτα πράγματα που ο Καραγάτσης γράφει για την Αμερική είναι πόσο λίγο του αρέσει η Ουάσιγκτον. Παραδέχεται πως αυτή η πόλη με τα νεοκλασικά κτίρια θυμίζει εξωτερικά ευρωπαϊκή πόλη, όμως δεν είναι παρά μια άχαρη απομίμηση. Ακόμη και το Καπιτώλιο έχει μεν μιαν εξωτερική μεγαλοπρέπεια, αλλά εσωτερικά είναι κακόγουστο. Όσο για την αίθουσα της Γερουσίας, «δεν πιάνει ούτε χαρτωσιά» (σ. 174) μπροστά στην αντίστοιχη της ελληνικής βουλής.
Οι άλλες πόλεις των ΗΠΑ, οι καθαρά αμερικανικές με τους ουρανοξύστες, όπως η Νέα Υόρκη, δεν του κάνουν καλύτερη εντύπωση. Όλες είναι το ίδιο «άχρωμες, απρόσωπες και τυποποιημένες» (σ. 113). Όσο για τους ουρανοξύστες, ελάχιστοι, οι πιο πρόσφατοι, έχουν κάποια αισθητική αξία. Γενικά οι Αμερικανοί έχτισαν τις πόλεις τους με καθαρό πρακτικό πνεύμα, δίχως αίσθηση του ωραίου, σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους. Ακόμα και αν τα νυχτερινά φώτα κάποιων πόλεων, της Νέας Υόρκης ή του Σαν Φρανσίσκο, έχουν μια γοητεία, αυτή «δεν έχει την παραμικρή σχέση με την καθιερωμένη αισθητική της λελογισμένης ενέργειας. Είναι η βάρβαρη ομορφιά που αναδύεται εντελώς αυθόρμητα από το συνδυασμό της ύλης με την δύναμη» (σ. 121). Το μόνο κομμάτι της Αμερικής, το οποίο αναγνωρίζει ανεπιφύλακτα ως μια έκφραση του ωραίου και στο οποίο αφιερώνει λυρικές περιγραφές δεν είναι τα έργα των ανθρώπων, αλλά η φύση, οι πεδιάδες της Δύσης και τα αχανή εθνικά πάρκα. Οι ίδιοι οι Αμερικανοί μας λέει όμως απεχθάνονται την φύση, και προτιμούν τους κλειστούς χώρους, την τεχνητή διακόσμηση και τον τεχνητό φωτισμό. Αφήνοντας τις μεγάλες πόλεις ανακαλύπτει πως η μεγάλη πλειονότητα των Αμερικανών δεν ζει εκεί, αλλά σε ιδιόκτητες μονοκατοικίες στα προάστια και προχωρά σε μια λεπτομερή περιγραφή τους. Γενικά ο Καραγάτσης μας λέει άμεσα ελάχιστα για τους θεσμούς ή τα ήθη των Αμερικανών και πολλά για το πού ζούνε, έτσι που τα κείμενά του να τείνουν σε μια πολεοδομική ανάλυση της αμερικανικής κοινωνίας.
Αυτά τα προάστια λοιπόν είναι ειδυλλιακές κηπουπόλεις όπου ενσαρκώνεται η αμερικανική ευημερία. Πρώτα απ’ όλα διαθέτουν κοινόχρηστους χώρους για αναψυχή όλης της κοινότητας όπως πάρκα, γήπεδα, κολυμβητήρια κλπ. Έπειτα έχουν μαγαζιά, εκκλησίες, σχολεία κλπ. έτσι ώστε να είναι πρακτικά αυτάρκη. Αυτό όμως που κυρίως τα χαρακτηρίζει είναι τα σπίτια τους, γιατί αντανακλούν την κοινωνική διαστρωμάτωση και τα ήθη της αμερικανικής κοινωνίας. Έτσι, βρίσκει κανείς εκεί τις τουλάχιστον διώροφες πολυτελείς βίλες των πολύ πλουσίων, είναι όμως ελάχιστες μέσα στο σύνολο. Από την άλλη πλευρά οι εργάτες βγάζουν κι αυτοί αρκετά ώστε να έχουν ένα δικό τους ιδιόκτητο σπίτι, απείρως ανώτερο από τα καταλύματα των Ελλήνων εργατών, και όχι κατώτερο από εκείνο ενός μικρομαγαζάτορα ή υπαλλήλου. Γι΄ αυτόν τον λόγο ο Καραγάτσης θεωρεί ότι στις ΗΠΑ δεν μπορεί να γίνει λόγος για προλεταριάτο όπως στην Ευρώπη. Αν όμως τα σπίτια των Αμερικανών εργατών υπερέχουν των αντίστοιχων ελληνικών, εκείνα των μεσοαστών είναι πολύ χειρότερα ως κατασκευές από εκείνα της Ελλάδας. Ο λόγος είναι ότι αφενός η βιομηχανοποίηση και η τεχνολογική εξέλιξη κάνουν ασύμφορη την κατασκευή κατοικιών προορισμένων να αντέξουν στον χρόνο, ενώ θα έχουν ήδη ξεπεραστεί τεχνολογικά, και αφετέρου, καθώς τόσο ο άνδρας όσο και η γυναίκα δουλεύουν και μένουν ελάχιστα στο σπίτι, τα σπίτια προορίζονται ως υπνωτήρια μάλλον παρά ως οικογενειακές εστίες. Όλα όμως τα σπίτια όλων των τάξεων προσφέρουν εσωτερικά όλες τις σύγχρονες ανέσεις, «κεντρική θέρμανση, βραστήρας θερμού νερού, τηλέφωνο, ηλεκτρικό, αέριο, φως και ―το σπουδαιότερο!― κουζίνα θαυμαστής τεχνικής τελειότητας!» (σ. 126). Παρόλα αυτά ούτε τα προάστια είναι χωρίς τα ελαττώματά τους. Είναι κι αυτά, όπως όλα στην Αμερική, απελπιστικά ομοιόμορφα και τυποποιημένα, ενώ τα βράδια νεκρώνουν, αφού όλοι φεύγουν με τ’ αυτοκίνητά τους.
Μαζί με τα σπίτια των προαστίων το αυτοκίνητο είναι το άλλο σύμβολο της αμερικανικής ευημερίας. Ο Καραγάτσης μας πληροφορεί ότι 150 εκατομμύρια Αμερικανών διαθέτουν 40 εκατομμύρια αυτοκίνητα, και άρα ακόμα και οι φτωχότερες οικογένειες διαθέτουν ένα. Το αυτοκίνητο παίζει για τον Αμερικανό βασικό ρόλο στην καθημερινή του ζωή, καθώς του είναι απαραίτητο τόσο για την εργασία όσο και για την ψυχαγωγία του και καταντά συστατικό της προσωπικότητάς του. Παρατηρώντας τον τρόπο που οι Αμερικανοί παίρνουν τα αυτοκίνητά τους και ξεχύνονται σε κέντρα διασκέδασης, σε κινηματογράφους, γήπεδα και εξοχές ο Καραγάτσης παρουσιάζει τόσο την μαζική ψυχαγωγία όσο και τον μαζικό τουρισμό στην αμερικανική κοινωνία. Ειδικά για τον τελευταίο ανακαλύπτει, εκεί γύρω στα 1950, πολύ πριν την εμφάνιση των έξυπνων κινητών, την κουλτούρα των σέλφι, καθώς παρατηρεί πως οι Αμερικανοί δεν προσέχουν τα αξιοθέατα που επισκέπτονται, παρά μόνο ενδιαφέρονται να βγουν φωτογραφίες μ’ αυτά ως φόντο για να τις δείξουν στους φίλους τους. Πάντως, τα αυτοκίνητα δεν τον συγκινούν περισσότερο απ’ τους ουρανοξύστες. «Πώς να μην χαρώ την ζωντανή νύχτα της Αθήνας περπατώντας στους δρόμους της;» (σ. 138) αναρωτιέται κάπου, καταλήγοντας «Ανήκουμε πια σε διαφορετικές βιολογικές συνομοταξίες: ποδάνθρωπος ο Ευρωπαίος εγώ. Τροχάνθρωπος ο Αμερικανός εκείνος» (σ. 139).
Από τις λίγες πλευρές της αμερικανικής κοινωνίας που ο Καραγάτσης εξετάζει άμεσα, χωρίς αρχιτεκτονικές ή οδικές παρατηρήσεις, είναι η θέση των γυναικών. Γι’ αυτόν οι ΗΠΑ είναι η χειρότερη γυναικοκρατία. Λόγω της σπανιότητας των γυναικών στα χρόνια των πρώτων αποίκων, οι άντρες διδάχθηκαν να υποτάσσονται σε όλες τις γυναίκες ανεξαιρέτως και να τις αφήνουν να τους κάνουν ό,τι θέλουν, κατάσταση απαράδεκτη για τους Ευρωπαίους. Το αποτέλεσμα είναι ότι η Αμερικανίδα έχασε την θηλυκότητά της αφού «τα κοινωνικά δεδομένα την έκαναν να ξεστρατίσει κατά μεγάλο ποσοστό από την γυναικεία φύση, που προστάζει την γυναίκα να απολαμβάνει τον έρωτα δια της υποταγής στον άντρα» (σ. 153).13             
Από την άλλη πλευρά, αναγνωρίζει την εργατικότητα των Αμερικανίδων. Για τους Αμερικανούς γενικά λέει ότι η καλοσύνη, η τιμιότητα κι η ειλικρίνεια χαρακτηρίζουν την ψυχοσύνθεσή τους, αλλά καθώς τίποτα απ’ τις περιγραφές του δεν στηρίζει κάτι τέτοιο, μάλλον πρόκειται για απλή φιλοφρόνηση προς αυτούς που πληρώνουν το ταξίδι του. Πάντως απορρίπτει το στερεότυπο του βιαστικού, υπερδραστήριου Αμερικανού, που το αποδίδει σε κάποιον δημοσιογράφο από την λαγγεμένη Ανατολή, υπαινισσόμενος τον Ψαθά. Αντίθετα, όλα κυλούν με ρυθμό και είναι άψογα οργανωμένα.
Επιστρέφοντας στην Ουάσιγκτον στο τέλος του ταξιδιού του, καταπιάνεται με την αμερικανική κυβέρνηση, που τότε ήλεγχε το κόμμα των Δημοκρατικών. Η κριτική του θυμίζει σύγχρονο οπαδό του Τραμπ. Αφού διαβεβαιώνει λοιπόν ότι όλοι στην Αμερική θεωρούν την πρωτεύουσα «σφηκοφωλιά του πιο κακοποιού γραφειοκρατικού κηφηναριού» (σ. 180), ότι ο πρόεδρος Τρούμαν και οι αριστερίζοντες γραφειοκράτες το παραξήλωσαν με τον οικονομικό παρεμβατισμό και ότι «όλοι οι Αμερικανοί δυσφορούν για τον τεράστιο πολιτικο-γραφειοκρατικό εγκέφαλο που τα είκοσι χρόνια κυβερνήσεων των Δημοκρατικών δημιούργησαν στην Ουάσιγκτον και που όλο και περισσότερο μονοπωλεί συγκεντρωτικά την οικονομική ζωή της χώρας» (σ. 183), εκφράζει την άποψη ότι αυτή η κατάσταση δεν θα αλλάξει, γιατί μια ανίερη συμμαχία καπιταλιστών και μισθωτών βολεύονται οι μεν με την κρατική προστασία από τον ελεύθερο ανταγωνισμό, οι δε με κάθε λογής επιδόματα και κοινωνικές παροχές.
Ούτε και η άποψη του για την λειτουργία της αμερικανικής δημοκρατίας συνολικά είναι καλύτερη. Παρακολουθώντας μια συνεδρίαση στην Γερουσία σε μια μισοάδεια αίθουσα, όπου οι γερουσιαστές αγορεύουν θεατρικά, σχολιάζει ειρωνικά «Κι εγώ ο Έλληνας συμφωνώ. Αυτή είναι η δημοκρατία…» (σ. 177) και έχει κανείς την αίσθηση ότι αναφέρεται στην δημοκρατία γενικά.
Στην αρχή του ταξιδιού του όμως μας είχε δώσει μια αρκετά διαφορετική εικόνα. Τότε είχε αφηγηθεί την ιστορία ενός έμπορα απ’ το Κεντάκι που είχε συναντήσει στο μπαρ ενός ξενοδοχείου. Εκείνος του είχε εξηγήσει πως οι Αμερικανοί είναι λαός τρισευτυχισμένος, ανοιχτόκαρδος, που αγαπάει τον πλησίον του και εργάζεται για την ευημερία του συνόλου, κατανέμοντας δίκαια τα αγαθά. Λαός που αρχίζει να καταλαβαίνει το κοσμογονικό πεπρωμένο του και θέλει να μοιραστεί το μυστικό της ευτυχίας του με όλους τους λαούς της γης. Αυτή η εικόνα, τόσο διαφορετική από τα καταληκτήρια σχόλια του Καραγάτση για την αμερικανική δημοκρατία, είναι ακριβώς η εικόνα που περίμεναν απ’ αυτόν οι οικοδεσπότες του στο Στέιτ Ντιπάρτμεντ να σχηματίσει για την χώρα τους. Την συμμερίζεται όμως; Ο ίδιος δεν σχολιάζει καθόλου το λογύδριο του συνδαιτημόνα του. Ο αναγνώστης όμως δεν μπορεί να μην παρατηρήσει ότι βγαίνει απ’ το στόμα ενός μισομεθυσμένου φανφαρόνου.
Γενικά ο Καραγάτσης πηγαίνει στην Αμερική με όλον τον ενθουσιασμό κάποιου που επισκέπτεται έναν νεόπλουτο, μακρινό ξάδερφο στον οποίον χρωστά λεφτά. Δεν είναι αντιαμερικανός, νιώθει όμως για τις ΗΠΑ μια ελαφριά αντιπάθεια. Όλα του φαίνονται νεόπλουτα, τυποποιημένα, κακόγουστα. Αρκεί να συγκρίνει κανείς τις όμορφες λυρικές περιγραφές που αφιέρωσε αλλού στην Κωνσταντινούπολη, την Σμύρνη, ακόμα και την Λάρισα με όσα διεκπεραιωτικά γράφει για την Νέα Υόρκη και άλλες πόλεις για να αισθανθεί πόσο η Αμερική του είναι ξένη.



ΓΙΩΡΓΟΣ ΘΕΟΤΟΚΑΣ

Κανένας Έλληνας δεν έφτασε στην Αμερική τόσο ενθουσιασμένος όσο ο Γιώργος Θεοτοκάς, ούτε καν οι Έλληνες μετανάστες που ονειρεύονταν να γίνουν εκατομμυριούχοι. Ιδού ποια είναι η πρώτη καταχώριση στο ημερολόγιό του καταφθάνοντας στις ΗΠΑ: «Παρασκευή, 29/8/1952, Ν. Υόρκη. Πρώτες εντυπώσεις, η ελαφρότητα των ουρανοξυστών, η αισθητική αξία των γεφυριών, το στοιχείο του ονείρου που θαρρείς ότι περιβάλλει ολόκληρη την πολιτεία, που σε κάνει, σε ορισμένες στιγμές, να αναρωτιέσαι αν η Νέα Υόρκη υπάρχει» (σ. 665). Και για τις άλλες πόλεις που θα επισκεφτεί πάνω κάτω παρόμοια θετικά γράφει στο ημερολόγιό του.
Ωστόσο δεν πρέπει να νομίσει κανείς ότι το βιβλίο που έγραψε για την Αμερική είναι μια σειρά από λυρικές ταξιδιωτικές εντυπώσεις. Παρόλο που είναι ένα βιβλίο που γεννήθηκε απ’ το ταξίδι του κι ενσωματώνει σ’ αυτό όσα είδε, συμπεριλαμβανομένων όμορφων περιγραφών τοπίων και πόλεων στο δέκατο έβδομο κεφάλαιο, δεν είναι ένα ταξιδιωτικό βιβλίο. Είναι, όπως το δηλώνει με ακρίβεια ο τίτλος του, ένα δοκίμιο που επιδιώκει να δώσει την ουσία της αμερικανικής δημοκρατίας, όχι ως πολιτεύματος αλλά ως κοινωνίας, περίπου όπως το έκανε ο Τοκβίλ με το δικό του βιβλίο για την Αμερική τον 19ο αιώνα, και ταυτόχρονα των βιομηχανικών κοινωνιών γενικά, αφού όντας η πιο σύγχρονη από τις τωρινές κοινωνίες οι ΗΠΑ έλυσαν προβλήματα που αναπόφευκτα θ’ αντιμετωπίσουν και άλλοι. Όπως το θέτει ο ίδιος «το κύριο θέμα που επιβάλλει στην φαντασία μου και στην σκέψη μου η Αμερική είναι άλλο. Είναι το Μέλλον της Ανθρωπότητας. Είναι η ομοσπονδιακή ένωση των κρατών, το ανακάτωμα κι η συγχώνευση των παλαιών εθνών, η οργάνωση της οικονομίας σε κλίμακα ηπειρωτική, η γιγάντια ανάπτυξη της τεχνικής, η καταπληκτική εξύψωση του βιοτικού επιπέδου των μαζών, τα άπειρα προβλήματα της προσωπικής και της ομαδικής ζωής που θέτει μια αληθινά Νέα Κοινωνία. Είναι το θέμα: πώς έγινε η Αμερική αυτό που είναι και τί προαναγγέλλει για τους άλλους λαούς» (σ.23).
Ξεκινάει με έναν φανταστικό διάλογο όπου τίθεται το θέμα του αμερικανικού οικονομικού συστήματος. Το ένα μέρος του διαλόγου είναι η θέση, που αντιπροσωπεύει εμφανώς τις απόψεις του συγγραφέα, και το άλλο η αντίθεση, όπου εκφράζεται ολοφάνερα η κριτική των μαρξιστών, παρόλο που δεν λέγεται ρητά. Ο διάλογος όμως δεν καταλήγει σε κάποια διαλεκτική σύνθεση. Περισσότερο μοιάζει με δικολαβικό κόλπο για να εξουδετερώσει την κριτική, αφού ο Θεοτοκάς δίνει στην θέση, δηλαδή στον εαυτό του, τον πρώτο και τελευταίο λόγο.
Στην κριτική για εκμετάλλευση των εργατών απαντάει λοιπόν, ότι οι Αμερικανοί εργάτες απολαμβάνουν τόσες ανέσεις, σπίτι ιδιόκτητο, ηλεκτρικές συσκευές, αυτοκίνητο κλπ., που δεν συνιστούν πια προλεταριάτο με την παραδοσιακή έννοια. Κι αν κάποιοι είναι ακόμα φτωχοί, είναι θέμα χρόνου ν’ ανέλθουν κι αυτοί σε ανάλογο βιοτικό επίπεδο. Το ίδιο το μέγεθος της αμερικανικής οικονομίας, η ανάγκη για μαζική κατανάλωση, δίνει στις επιχειρήσεις κίνητρο να αμείβουν καλά τους εργαζομένους τους κι αυτοί έχουν κίνητρο να είναι όσο το δυνατόν πιο παραγωγικοί. Κοντά σ’ αυτά η δύναμη των συνδικάτων, η κρατική παρέμβαση εναντίον των μονοπωλίων και το δημοκρατικό και ορθολογιστικό πνεύμα της αμερικανικής κοινωνίας που επικράτησαν μετά το Νιου Ντιλ εμποδίζουν τους εργοδότες να κυριαρχήσουν. Έτσι όπως δεν υπάρχει προλεταριάτο δεν υπάρχει πια και καπιταλισμός, αλλά μια πρωτόγνωρη σύνθεση καπιταλισμού και σοσιαλισμού.
Μέσα σ’ αυτή την σύνθεση δεν υπάρχει ιεραρχία ανάμεσα σε εργοδότες και εργάτες, αλλά πολύπλοκες αλληλεξαρτήσεις και κοινότητα συμφερόντων, κανένας δεν μπορεί να φέρεται σε κάποιον άλλον ως κατώτερο και ο άξιος και φιλόδοξος άνθρωπος μπορεί να ανέλθει κοινωνικά. Οι ίδιες οι ταξικές σχέσεις είναι μόνο μια πλευρά των σχέσεων εργατών-εργοδοτών, που μπορεί να είναι ακόμα σχέσεις πελάτη - προμηθευτή. Όπως δεν υπάρχει προλεταριάτο και καπιταλισμός, δεν υπάρχει πια και πάλη των τάξεων, παρά ένας «ομαλός και νόμιμος ανταγωνισμός κοινωνικών ομάδων που είναι, κατά βάση, συνεταιρισμός» (σ.92).
Όσο για την υποτιθέμενη τυποποίηση και μονοτονία που συνεπάγεται η βιομηχανική παραγωγή, ο Θεοτοκάς παραδέχεται μεν ότι η τεχνοκρατία είναι ένα αναγκαίο τίμημα για να διασφαλιστεί η μέγιστη δυνατή υλική ευημερία του πληθυσμού, αλλά επιμένει ότι πάντα υπάρχει χώρος για το αυθόρμητο και την δημιουργικότητα του ανθρώπου. Σε αντιστάθμισμα άλλωστε οι άνθρωποι κερδίζουν σε ελεύθερο χρόνο και ανοίγονται δυνατότητες επέκτασης της παιδείας και άνθησης του ανθρωπιστικού πολιτισμού. Ούτε είναι αλήθεια ότι η γραμμή παραγωγής απανθρωποιεί τον εργάτη, γιατί αυτός μέσα σ’ αυτές τις συνθήκες αφιερώνει τόσο λίγο απ’ την προσωπικότητά του στην εργασία του, που μπορεί να αλλάζει ελεύθερα εργασία, κλάδο, τόπο διαμονής ή τάξη. Η μόνη ειδικότητα που μετράει είναι εκείνη του δυνατού και ικανού ανθρώπου.
Εν τέλει, η αμερικανική κοινωνία είναι τέτοια που «ποτέ άλλοτε τόσο πολλοί άνθρωποι δεν έζησαν τόσο καλά» (σ. 34). Το σύστημα είναι στην ουσία του μια κοινωνική δημοκρατία και παρόλο που υπάρχουν εισοδηματικές ανισότητες το ύψος του μέσου εισοδήματος και τα κοινωνικά δικαιώματα διαμορφώνουν ένα κλίμα κοινωνικής ισότητας. «Υπάρχουν ώρες, στην Αμερική, όπου έχεις την εντύπωση ότι βρίσκεσαι σε μιαν αταξική κοινωνία» (σ. 37).
Στο τέλος του διαλόγου ο Θεοτοκάς βάζει τον φανταστικό (μαρξιστή) αντίπαλό του να απαντάει με βλακώδες πείσμα «Δεν αγαπώ την Αμερική και δεν πιστεύω σ’ αυτήν», για ν’ ανταπαντήσει ο ίδιος μεγαλόθυμα «Τελικά θα έλεγα, ότι πιστεύω στην Αμερική επειδή πιστεύω στον άνθρωπο» (σ. 41).
Έξω απ’ την κριτική των μαρξιστών ο Θεοτοκάς σε διάφορα σημεία του βιβλίου απαντάει και σε μια άλλη κριτική, πιο διάχυτη, που προέρχεται κυρίως απ’ τους συντηρητικούς Ευρωπαίους. Έτσι η Αμερική, δεν είναι η χώρα της ταχύτητας και της υπερεργασίας. Αντίθετα, οι άνθρωποι δουλεύουν μόνο σαράντα ώρες την βδομάδα και χωρίς βιασύνη, φροντίζουν όμως να είναι συνεπείς. Ούτε είναι οι Αμερικανοί απλοϊκοί υλιστές, χωρίς πνευματικές ανησυχίες. Αντίθετα, αναλύουν συνεχώς τον εαυτό τους και την κοινωνία τους, το πνευματικό επίπεδο των μαζών ανεβαίνει και οι διανοούμενοί τους ενδιαφέρονται για την γνώμη των ξένων, αντίθετα απ’ την αυταρέσκεια των Άγγλων ή των Γάλλων. Παρά τα όσα ακούγονται στην Ευρώπη για την μονότονη ομοιομορφία των Ηνωμένων Πολιτειών, κάθε περιοχή έχει τα δικά της χαρακτηριστικά, γεωγραφικά και ανθρώπινα, ή όπως θα το πει σ’ ένα μεταγενέστερο κείμενό του οι ΗΠΑ είναι μια «Ένωση από πολλές χώρες».
Κυρίως όμως ο Θεοτοκάς αντιδρά στο στερεότυπο ότι το μόνο που νοιάζει τους Αμερικανούς είναι το χρήμα. Για τους Αμερικανούς, ισχυρίζεται, το χρήμα δεν είναι αυτοσκοπός, αλλά το μέσο δια του οποίου κατακτήθηκε η φύση κι αναπτύχθηκε ο τεχνικός πολιτισμός. Ο πλούτος τιμάται μόνο όταν προέρχεται απ’ την σκληρή δουλειά, γιατί τότε είναι σύμβολο αρετής, ενώ ο άεργος πλούτος δεν χαίρει σεβασμού, οι δε πλούσιοι ξοδεύουν τα λεφτά τους γενναιόδωρα για κοινωφελείς σκοπούς.
Τα επιτεύγματα των ΗΠΑ, όπως τα παρουσίασε ήδη στον φανταστικό διάλογό του ο Θεοτοκάς τα αποδίδει σε έξι συστατικά του αμερικανικού χαρακτήρα: την ιδιομορφία του σχηματισμού του αμερικανικού έθνους, την επίδραση του θρησκευτικού πουριτανισμού, την κληρονομιά των πρωτοπόρων, οι οποία αποίκησαν το εσωτερικό της Αμερικής, την ιδιαίτερη αντίληψη της δημοκρατίας, το ομοσπονδιακό σύστημα και το πνεύμα της οργάνωσης σε ολοένα μεγαλύτερη κλίμακα. Κάθε ένα από αυτά το εξετάζει αναλυτικά σε ιδιαίτερο κεφάλαιο.
Το αμερικανικό έθνος διαφέρει από τα ευρωπαϊκά γιατί δεν έχει κοινή ιστορία και παράδοση. Είναι ένα χωνευτήρι των παλιών εθνών, αποτελούμενο από απογόνους μεταναστών, που μέσα του βρίσκονται ανακατεμένα διάφορα ευρωπαϊκά χαρακτηριστικά. Είναι όμως πραγματικό έθνος κι όχι συνονθύλευμα, στηριγμένο σε δυο αρχές άλλες από τα έθνη που αναδύθηκαν στην μεσαιωνική Ευρώπη. Η πρώτη είναι ότι η εθνική ταυτότητα είναι πολιτειακή κι όχι ιστορική, στηριζόμενη στην ελεύθερη αποδοχή των αμερικανικών θεσμών. «Αυτό είναι το έθνος: το σύνολο των πολιτών, από οποιαδήποτε ιστορική καταγωγή, που αποδέχονται το Αμερικανικό Σύνταγμα σαν υπέρτατο και απαράβατο κανόνα της ομαδικής τους ζωής» (σ. 59).14 Η δεύτερη είναι μια κοινή πίστη στο μέλλον. «Τα ευρωπαϊκά έθνη τα δένει, από μέσα τους, το κοινό παρελθόν. Αμερικανούς τους ενώνει το μέλλον» (σ. 60). Αυτές οι δυο αρχές εξηγούν την μεγάλη αφομοιωτική δύναμη των ΗΠΑ και την έλξη που ασκεί στους νέους.
Μια άλλη διαφορά με την Ευρώπη είναι ο ρόλος που παίζει η θρησκεία. Στην Αμερική η θρησκεία είναι πολύ εντονότερο στοιχείο της καθημερινής ζωής από ό,τι στην Ευρώπη. Η Βίβλος είναι μακράν το δημοφιλέστερο ανάγνωσμα και μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού εκκλησιάζεται τακτικά. Ακόμα και στην πολιτική η επίκληση στον Θεό ή τις Γραφές είναι συνηθισμένο φαινόμενο. Πρέπει όμως να θυμούμαστε, διαβεβαιώνει ο Θεοτοκάς, ότι στην Αμερική η θρησκεία υπήρξε πάντα στο πλευρό της δημοκρατίας και της προόδου. Ο Θεοτοκάς κάνει επίσης την πολύ ενδιαφέρουσα παρατήρηση ότι, ενώ στη ευρωπαϊκή θρησκευτικότητα το κακό είναι κυρίως εσωτερικό, βρίσκεται μέσα μας, στην αμερικανική κείται έξω, ταυτίζεται με εξωτερικές απειλές, όπως η φύση κι οι Ινδιάνοι, δεν φαίνεται όμως να υποπτεύεται τις σκοτεινές πτυχές της που η παρατήρησή του συνεπάγεται.15 
Πέρα όμως από τις εξωτερικές εκδηλώσεις τις αμερικανικής θρησκευτικότητας και ανεξάρτητα απ’ τις θρησκευτικές πεποιθήσεις των μεμονωμένων ατόμων, πιο σημαντική είναι η πουριτανική νοοτροπία που κληροδοτήθηκε στην κοινωνία απ’ τους πρώτους αποίκους. Αυτή διαφαίνεται σε πολλές εκδηλώσεις της κοινωνικής ζωής, στην παιδεία, στην οικογένεια, στην εργασία, και είναι στην ρίζα της ηθικής απαξίας της υλικής αποτυχίας, αφού οι πουριτανοί θεωρούσαν τον πλούτο απόδειξη της θείας εύνοιας.
Μαζί με τους πουριτανούς που κατέφθασαν στις ακτές του Ατλαντικού, οι πρωτοπόροι (πιονέροι) που με τα καραβάνια τους εκπολίτισαν την αμερικανική ενδοχώρα ανάμεσα στον 17ο και τον 19ο αιώνα άσκησαν την μεγαλύτερη επίδραση στην αμερικανική ψυχοσύνθεση. Καθώς αυτοί οι άνθρωποι έπρεπε μόνοι τους ή σε μικρές ομάδες να εξημερώσουν την άγρια φύση δίχως εξωτερική βοήθεια, ανέπτυξαν χαρακτηριστικά που πέρασαν στις επόμενες γενιές και στους θεσμούς. Η τόλμη, η αυτάρκεια, η ανεξαρτησία χαρακτήρα, το πρακτικό πνεύμα, η προσαρμοστικότητα, η αδιαφορία για την ευρωπαϊκού τύπου εκλέπτυνση και εθιμοτυπία, η φιλοξενία, η οικειότητα και η εμπιστοσύνη του ενός στον άλλον, η αξιοκρατία και το πνεύμα της ισότητας του αμερικανικού χαρακτήρα έχουν τις ρίζες τους σε αυτήν την περίοδο της αμερικανικής ιστορίας.
Η κληρονομιά των πουριτανών και των πιονέρων προετοίμασε το έδαφος για την αμερικανική δημοκρατία. Περιγράφει με αρκετή λεπτομέρεια το πολίτευμα των ΗΠΑ, καθώς και το κομματικό τους σύστημα. Δέχεται πως υπάρχουν μέσα σ’ αυτό διάφορα μειονεκτήματα, όπως η αλληλεπικάλυψη αρμοδιοτήτων, η απουσία μιας επαγγελματικής γραφειοκρατίας, η εξάρτηση των αιρετών δικαστών από τους εκλογείς τους σε βάρος της αμεροληψίας τους και φαινόμενα διαφθοράς. Αλλά το επίτευγμα του Αμερικανικού Συντάγματος σαφώς ξεπερνάει τα ελαττώματά του. Παραμένοντας απαραβίαστο από τον δέκατο 18ο αιώνα μέχρι σήμερα (το 1954) διασφάλισε την λαϊκή κυριαρχία και τις πολιτικές ελευθερίες σε τεράστια κλίμακα, επιτρέποντας ταυτόχρονα σε μια σταθερή εκτελεστική εξουσία να σχεδιάζει κι εκτελεί μακρόπνοα σχέδια και αποτέλεσε το πλαίσιο μέσα στο οποίο συντελέστηκε η εδαφική επέκταση και η οικονομική ανάπτυξη των ΗΠΑ. Έτσι οι παλιές ιδέες της αμερικανικής δημοκρατίας επιβίωσαν, κι ας φάνηκαν προς στιγμήν «μέσα στις ευρωπαϊκές αναστατώσεις του 20ού αιώνα... σε πολλούς από μας, ξεπερασμένες ή ανεδαφικές» (σ.86). Ο Θεοτοκάς δεν το λέει ρητά, αλλά το συμπέρασμά του είναι ότι ο (αμερικανικός) κλασικός φιλελευθερισμός αποδείχτηκε πιο ανθεκτικός από τον (ευρωπαϊκό) φασισμό και σοσιαλισμό.
Το πρακτικό αποτέλεσμα της αμερικανικής δημοκρατίας είναι η ελευθερία και η ισότητα. Η ελευθερία «περιέχει το δικαίωμα του πολίτη να εκλέγει τους κυβερνήτες του για ορισμένη θητεία και με εξουσίες περιορισμένες από τις ισχύουσες διατάξεις, να τους ελέγχει, να ψηφίζει τους νόμους και τους φόρους, είτε απ’ ευθείας είτε μέσω των αντιπροσώπων του» (σ. 88-9) και προϋποθέτει την κατοχύρωση των βασικών ελευθεριών που περιλαμβάνονται στον Χάρτη των Δικαιωμάτων, δηλαδή την ελευθερία της θρησκείας, του λόγου, το δικαίωμα του λαού να συνέρχεται και να αναφέρεται στις αρχές, το δικαίωμα της προσωπικής ασφάλειας και ελευθερίας. Η ισότητα δεν σημαίνει την ισότητα των ικανοτήτων και επιτυχιών, που αντιβαίνει στην ανθρώπινη φύση, ούτε αποβλέπει στην ισοπέδωση των ατόμων, παρά έγκειται στην ισότητα των ευκαιριών, ισότητα που απειλήθηκε από τις καπιταλιστικές ανισότητες, αλλά αποκαταστάθηκε με τις πολιτικές του Νιου Ντιλ. Βαθύτερος σκοπός των παραπάνω είναι «η αδέσμευτη άνθηση της ανθρώπινης προσωπικότητας» (σ. 88-9).
Δύο πράγματα ξεχωρίζουν την αμερικανική δημοκρατία από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές: το δημοκρατικό ήθος και το ομοσπονδιακό σύστημα. Το δημοκρατικό ήθος, απόρροια και υπόβαθρο του πολιτεύματος, διαποτίζει ολόκληρη την κοινωνική ζωή. Είναι ανθρωπιστικό, ορθολογικό και αισιόδοξο. Σε ένα πρακτικότερο επίπεδο, συνίσταται σε ένα πνεύμα αλληλοσεβασμού, σε μια έλλειψη κοινωνικών φραγμών και αποστάσεων και σε ένα ισχυρό αίσθημα πολιτικής αρετής που δεν εξαντλείται στην τήρηση των νόμων και την συμμετοχή στις εκλογές, αλλά αφορά επίσης την ενεργό προαγωγή του καλού της κοινότητας, την στήριξη της δημόσιας παιδείας και την εφαρμογή των αρχών του καλού πολίτη μέσα στην ίδια την οικογένεια. Η αμερικανική μέση εκπαίδευση, κατώτερη ακαδημαϊκά από την ευρωπαϊκή, όμως δημοκρατικά οργανωμένη, παίζει σημαντικό ρόλο στην καλλιέργεια αυτού του ήθους.
Σε ένα μεταγενέστερο κείμενο του ο Θεοτοκάς κάνει την βαρύγδουπη δήλωση ότι «το φιλελεύθερο ομοσπονδιακό πνεύμα είναι η κυριότερη συμβολή της Αμερικής στον παγκόσμιο πολιτισμό» (σ.80). Για τον Θεοτοκά η ομοσπονδιακή οργάνωση των Ηνωμένων Πολιτειών είναι τόσο σημαντική γιατί δεν την βλέπει ως απλή διοικητική οργάνωση μιας και της αυτής χώρας, αλλά ως μέσο ειρηνικής συνένωσης διαφορετικών χωρών και πάνω από όλα ως ένα πρότυπο για την Ευρώπη. Αντί περαιτέρω εξηγήσεων, αξίζει να παραθέσουμε το παρακάτω απόσπασμα από το Δοκίμιο για την Αμερική, ίσως την πιο παθιασμένη και εύγλωττη υπεράσπιση της ευρωπαϊκής ενοποίησης που γράφτηκε ποτέ στα ελληνικά: «Η διαίρεση της Ευρώπης, στον 20ό αιώνα, σ’ ένα σωρό ανεξάρτητα και κυρίαρχα τοπικά Κράτη, μικρά και μεγάλα, που πνίγονται μες στα στενά γεωγραφικά τους όρια, χωρισμένα με οχυρωματικά έργα και τελωνειακούς φραγμούς, τους φαίνεται (στους Αμερικανούς) σαν κάτι ακατανόητο, πισωδρομικό κι αναχρονιστικό, σαν μιαν οργάνωση της ζωής που δεν απέχει πολύ από την Φεουδαρχία. Τί περιμένει η Ευρώπη και δεν ενώνεται σε μιαν ομοσπονδιακή Επικράτεια σαν την δική τους, κάτω από μια σημαία, από τη γαλλική Βρετάνη ως την Κρήτη κι από την Ανδαλουσία ως τους πάγους του σκανδιναβικού Βορρά; Πώς δεν βλέπει ότι μια τέτοια ένωση θα της δημιουργούσε κολοσσιαίες ευκαιρίες για τη ριζική αναδιοργάνωση της οικονομίας της και της κοινωνίας της, για την εξύψωση του βιοτικού της επιπέδου, για την αναγέννηση του πολιτισμού της; Πώς είναι μπορετό οι ευρωπαϊκοί λαοί να περιφρονούν τέτοιες δυνατότητες και να επιμένουν να ζουν μες στη σύγχυση, τη στέρηση και το φόβο, με κύρια απασχόλησή τους τις απαρχαιωμένες τους αντιζηλίες;» (σ. 104-5).
Το ομοσπονδιακό σύστημα είναι στην σκέψη του Θεοτοκά μια πτυχή του οργανωτικού πνεύματος, που είναι η ουσία της αμερικανικής ιδιοφυίας. Το αμερικανικό οργανωτικό πνεύμα είναι μια σύνθεση του αγγλικού εμπειρισμού, της γερμανικής μεθοδικότητας και της αυτοπειθαρχίας όλων των προτεσταντικών λαών. Το τί ακριβώς όμως είναι αυτό το πράγμα ο Θεοτοκάς, που του αποδίδει σχεδόν μυστικιστικές ιδιότητες, δεν μας λέει. Πάντως φαίνεται να έχει μεγάλη σχέση όχι με την καπιταλιστική οικονομία καθ’ αυτή, που στο κάτω κάτω είναι άναρχη, αλλά με την διοίκηση στο εσωτερικό της καπιταλιστικής επιχείρησης, με τα συστήματα του Φορντ και του Τέιλορ. Από το εμπόριο μέχρι το στρατό, όλα στην Αμερική λειτουργούν σαν μια κολοσσιαία επιχείρηση τέλεια ρυθμισμένη.
Κατά μία έννοια, το χαρακτηριστικό της οργάνωσης για τον Θεοτοκά είναι η κλίμακα. Για να λειτουργήσει ορθολογικά η σύγχρονη οικονομία, λέει κάπου, έχει ανάγκη ένα ολοένα μεγαλύτερο πλαίσιο, μέχρι να πάρει πλανητικές διαστάσεις. Οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι τέτοιες που είναι ακριβώς γιατί οργανώνουν την κοινωνία τους, την οικονομία τους, το κράτος του σε ηπειρωτική κλίμακα.
Ακόμα και η ανάμειξη των ΗΠΑ στις υποθέσεις άλλων χωρών απ’ αυτό πηγάζει. Οι ΗΠΑ, μας καθησυχάζει, δεν έχουν κατακτητικές τάσεις, βδελύσσονται τον παραδοσιακό ευρωπαϊκό ιμπεριαλισμό και τις αποικίες. Εξαρτώμενες από την συνεργασία των άλλων εθνών για την ασφάλεια και την οικονομία τους, το μόνο που θέλουν είναι να οργανώσουν ολόκληρο τον πλανήτη ή τουλάχιστον όσο το δυνατόν μεγαλύτερο μέρος του με τον ίδιο ορθολογικό και φιλελεύθερο τρόπο που είναι οι ίδιες οργανωμένες.
Έτσι τελειώνει η ανάλυση των χαρακτηριστικών του αμερικανικού έθνους, όχι όμως το Δοκίμιο για την Αμερική. Ο Θεοτοκάς ασχολείται ακόμα με την παιδεία, τους μαύρους, την γυναίκα και το παιδί. Το φυλετικό ζήτημα ήταν φυσικά εκείνη την περίοδο το μελανό σημείο της αμερικανικής δημοκρατίας. Περιγράφει με λεπτομέρεια και ακρίβεια τις διακρίσεις και τον νομικά κατοχυρωμένο διαχωρισμό που οι μαύροι υφίστανται στον αμερικανικό Νότο. Για τον Βορρά αντίθετα ισχυρίζεται πως το φυλετικό ζήτημα είναι δευτερεύον και η κατάσταση των μαύρων εκεί δεν διαφέρει ουσιαστικά από των υπολοίπων, παρόλο που την ίδια στιγμή περιγράφει διάφορες σιωπηρές ρατσιστικές πρακτικές κι εκεί.
Βαθύτερη αιτία του ρατσισμού θεωρεί τον φόβο της επιμειξίας. «Η λευκή φυλή φοβάται την ερωτική ένωση των δύο φυλών. Ταράζεται με την ιδέα μήπως η επιμιξία αλλοιώσει το χρώμα της και τα χαρακτηριστικά της» (σ. 148). Ίσως όμως εδώ να προβάλει τις δικές του φοβίες καθώς, όπως παραδέχεται, παρόλο που η λογική του υπαγορεύει την πλήρη ισότητα των φυλών «μας ενοχλεί, ωστόσο, η ιδέα ότι μπορεί η κόρη μας να βρεθεί στην αγκαλιά ενός Νέγρου, ότι είναι δυνατόν να αποκτήσουμε εγγόνια έγχρωμα και να γίνουμε οικογένεια μιγάδων» (σ. 148). Όπως και να έχει, είναι έκδηλη η αισιοδοξία του ότι παρόλο που το φυλετικό ζήτημα δεν είναι κάτι που μπορεί να επιλυθεί εντός μιας γενιάς, εν τέλει η κυρίαρχη τάση, εκπορευόμενη από την σύγχρονη οικονομία και την παρέμβαση του ομοσπονδιακού κράτους, είναι προς την σταδιακή κατάργηση των διακρίσεων, που αντιβαίνουν το πνεύμα της αμερικανικής δημοκρατίας, και την τέλεια ισότητα λευκών και μαύρων.
Όσον αφορά την θέση των γυναικών στην αμερικανική κοινωνία, αυτή είναι σχεδόν αντίστροφη με των μαύρων, αφού όχι μόνο απολαμβάνουν ίσα δικαιώματα με τους άντρες, αλλά από ορισμένες απόψεις υπερέχουν, κάτι που μπορεί να αναχθεί στον προνομιακό ρόλο που είχαν στις κοινότητες των πρωτοπόρων. Έχοντας εξασφαλίσει νομική ισότητα η Αμερικανίδα διαχειρίζεται το μεγαλύτερο μέρος του οικογενειακού εισοδήματος και έχει τον πρώτο λόγο στην οικογενειακή ζωή και την αγωγή του παιδιού. «Αυτή φαίνεται να έχει την περισσότερη εξουσία μέσα στο σπίτι» (σ. 126). Από την άλλη πλευρά η Αμερικανίδα εργάζεται πολύ, μέσα και έξω απ’ το σπίτι, ενώ δραστηριοποιείται και σε κοινωφελείς σκοπούς.
Τα παιδιά μεγαλώνουν πιο πολύ στο σχολείο παρά στο σπίτι, αφού οι γονείς τους δεν έχουν πολύ χρόνο γι’ αυτά και ενθαρρύνονται να αναπτύσσουν την δική τους προσωπικότητα. Έτσι, εν μέρει από πρακτική ανάγκη εν μέρει επειδή αυτό είναι το πνεύμα της αμερικανικής αγωγής, ανεξαρτητοποιούνται γρήγορα απ’ τους γονείς τους. Ο σκοπός είναι να γίνουν από νωρίς ελεύθεροι άνθρωποι, πολίτες μιας δημοκρατίας. Ενίοτε όμως τα όρια ξεπερνιούνται και η εφηβική εγκληματικότητα είναι ένα υπαρκτό πρόβλημα. Ο Θεοτοκάς παραθέτει την ιστορία ενός δεκαοχτάχρονου που το 1951 σε μια μικρή πόλη δολοφόνησε μια νοσοκόμα για πλάκα. Αυτή η πράξη τυχαίας βίας τον σοκάρει και για πρώτη και μοναδική φορά η αμφιβολία σκιάζει τον ενθουσιασμό του για την Αμερική. Ενώ αισιοδοξεί πως ο ρατσισμός κάποτε θα εξαλειφθεί, η νεανική βία παραμένει πρόβλημα.
Ολοκληρώνοντας την μελέτη του ο Θεοτοκάς κάνει έναν απολογισμό και μια σύγκριση με την Ευρώπη. Θέτει ανοιχτά το ερώτημα αν η Αμερική συνιστά έναν διαφορετικό πολιτισμό απ’ την Ευρώπη και το απορρίπτει. Και οι δυο ανήκουν στην Δύση. Ενώ όμως η Ευρώπη, παρά την ανώτερη παιδεία και καλλιέργειά της, έχασε τον δρόμο της, η Αμερική πήρε την ιστορική πρωτοβουλία. Με το να οργανώσουν την οικονομία τους και το κράτος τους σε ηπειρωτική κλίμακα, με το να συνδυάσουν την ελευθερία του ατόμου με την υλική ευημερία των μαζών οι Ηνωμένες Πολιτείες δίνουν στην δημοκρατία ένα νέο, βαθύτερο νόημα. Εν τέλει αντιπροσωπεύουν την πρόοδο. Πρόοδος, όπως την ορίζει, ο Θεοτοκάς «αποτελεί κάθε κίνηση που σέβεται την ελευθερία του ατόμου και που αποβλέπει στην ολοένα μεγαλύτερη εξύψωση του βιοτικού επιπέδου της μάζας και ομοσπονδιακή ένωση όσο το δυνατόν περισσότερων κρατών» (σ. 191). Στον αντίποδα των ΗΠΑ και ολόκληρου του δυτικού πολιτισμού βρίσκεται η Σοβιετική Ένωση, η οποία ενσωμάτωσε μεν τον τεχνικό πολιτισμό της Δύσης αλλά απέρριψε την ατομική ελευθερία. Στην σύγκρουση ΗΠΑ και ΕΣΣΔ δεν μπορεί κανείς να είναι ουδέτερος. Όπως λέει, «ο θρίαμβος της ΕΣΣΔ θα ήταν σαν να είχαν κερδίσει οι χρυσοφόροι Μήδοι την μάχη του Μαραθώνα» (σ.186). Η βασική του έγνοια όμως παραμένει η Ευρώπη, όχι η Αμερική, και το Δοκίμιο για την Αμερική κλείνει με ένα κάλεσμα για ευρωπαϊκή ενότητα στα πρότυπα των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής.
Απ’ όλα τα βιβλία που γράφτηκαν για την Αμερική εκείνα τα χρόνια, το έργο του Θεοτοκά είναι το πιο φιλόδοξο, θέλει να είναι βαθιά μελέτη της Αμερικής, είναι όμως ως τέτοια αποτυχημένο. Γιατί βέβαια όλοι όσοι πηγαίνουν στην Αμερική βλέπουν αυτό που θέλουν να δουν, ο Θεοτοκάς όμως είδε και πράγματα που δεν ήταν εκεί, ενώ άλλα που είδε έκανε πως δεν τα βλέπει. Δεν αξίζει ν’ ασχοληθούμε με την ανοησία ότι και καλά η Αμερική του 1950 όδευε προς την αταξική κοινωνία. Αρκεί να θυμίσουμε ότι ακόμα κι ο Καραγάτσης, που ισχυρίζεται ότι δεν υπάρχει πια εκεί προλεταριάτο, δεν αρνείται εν τούτοις ότι υπάρχουν τάξεις. Και άλλα όμως ωραιοποίησε ή αποσιώπησε. Η βεβαίωση του ότι στην Αμερική η (προτεσταντική) θρησκεία στάθηκε πάντα αρωγός της δημοκρατίας δεν αντέχει στην στοιχειώδη ιστορική κριτική. Δεν έχει ακούσει ο Θεοτοκάς για το κυνήγι μαγισσών στα χρόνια των αποίκων; Πάντως ο Βενέζης, ο Τσάτσος, ο Τσιφόρος το ξέρουν. Αλλά ακόμα κι αν δεν το ήξερε πριν πάει, στην Αμερική παρακολουθεί σε θεατρική παράσταση τις «Μάγισσες του Σάλεμ» του Άρθουρ Μίλερ, ένα έργο με αυτό το θέμα και μια παραβολή για τις διώξεις του Μακαρθισμού, άλλο ένα πράγμα που δεν παρατήρησε.16 Τα ίδια και χειρότερα είναι όσα γράφει για τους Ινδιάνους. Εκεί κάνει σαν όλες οι γνώσεις του για το θέμα να προέρχονται απ’ τα ουέστερν. Είτε κατατάσσει τους Ινδιάνους μαζί με τις αρκούδες και τ’ άλλα άγρια θηρία που οι άποικοι έπρεπε να αντιπαλέψουν είτε απλώς τους αγνοεί, αναπαράγοντας τον μύθο ότι οι λευκοί εγκαταστάθηκαν σ’ ακατοίκητα εδάφη. Ο Θεοτοκάς όμως έχει διαβάσει τον Ραγκαβή. Ξέρει το εδάφιο όπου ο Ραγκαβής ακούει έντρομος στα 1867 τον τμηματάρχη ινδιάνικων υποθέσεων του αμερικανικού υπουργείου Εσωτερικών να του εξηγεί πως οι Ινδιάνοι πρέπει είτε να εξημερωθούν είτε να εξοντωθούν (σ. 241). Κι όμως, σε αντίθεση με τον Βενέζη δεν ρωτάει ποτέ πού πήγαν οι Ινδιάνοι.
Τέτοιος ήταν ο θαυμασμός του Θεοτοκά για τις ΗΠΑ που η αμερικανική κυβέρνηση έκρινε ότι έπρεπε να εμφυσηθεί και σε άλλους υπανάπτυκτους λαούς φροντίζοντας το βιβλίο του να μεταφραστεί στα βιρμανικά, τα κορεάτικα, τα αραβικά, τα φαρσί, τα γιαπωνέζικα και τέσσερις διαφορετικές γλώσσες της Ινδίας. Δεν πρέπει όμως να πιστέψουμε ότι έκανε προπαγάνδα. Το ημερολόγιό του αποδεικνύει ότι ο θαυμασμός του ήταν ειλικρινής. Η Αμερική του δεν είναι τόσο μια πραγματική χώρα, όσο μια ουτοπία, το πρότυπο μιας φιλελεύθερης κοινωνίας. Ο Θεοτοκάς υπήρξε άνθρωπος επιρρεπής στους ενθουσιασμούς. Στα 1929, εφτά χρόνια μετά την Μικρασιατική καταστροφή δημοσιεύει το Ελεύθερο Πνεύμα και φαντάζεται μια σύγχρονη Ελλάδα όπου αεροπλάνα πετούν πάνω απ’ την Ακρόπολη. Στα 1954, πέντε χρόνια μετά το τέλος του Εμφυλίου, δημοσιεύει το Δοκίμιο για την Αμερική όπου βλέπει ένα λαμπρό μέλλον για την ανθρωπότητα και ονειρεύεται μια ενωμένη Ευρώπη. Το πρώτο ήταν ένα μανιφέστο του πνευματικού φιλελευθερισμού, το δεύτερο μια έκθεση του πολιτικού φιλελευθερισμού, η οποία μπορεί να θεωρηθεί άτυπη συνέχεια του πρώτου. Ιδωμένο έτσι το Δοκίμιο για την Αμερική αποτελεί ένα από τα πιο σοβαρά και συγκροτημένα πολιτικά κείμενα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Το γεγονός ότι δεν φαίνεται να είχε κάποια ιδιαίτερη απήχηση17 δείχνει πόσο παράταιρο κι ανέλπιδο ήταν το εγχείρημα υπεράσπισης του φιλελευθερισμού στις συνθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας.

Γ. Οι φιλόσοφοι



ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΣΑΤΣΟΣ

Ο Τσάτσος δεν άφησε ταξιδιωτικές εντυπώσεις,18 αλλά επιστρέφοντας απ’ το ταξίδι του έδωσε μια σειρά διαλέξεων για την αμερικανική πολιτεία. Τον σκοπό των διαλέξεων τον εξηγεί ο ίδιος. Τώρα που η Ευρώπη έχασε την ισχύ της, λέει, επιβάλλεται να ερευνήσουμε τις νέες δυνάμεις και τις αξίες τους. Με άλλα λόγια, τα αίτια της ανόδου της αμερικανικής αυτοκρατορίας. Η μελέτη αυτή γίνεται από τέσσερις πλευρές, την θρησκευτική, την εθνική, την πολιτειακή και την κοινωνική.
Παρόλο που και άλλοι τόνισαν την σημασία της θρησκείας στην αμερικανική κοινωνία, ο Τσάτσος ξεχωρίζει θεωρώντας την προτεσταντική κληρονομιά το πρωταρχικό υπόβαθρο της σύγχρονης Αμερικής. «Η θρησκεία έχει στην Αμερική βασική σημασία, η επίδραση της είναι αποφασιστική και η γνώση της Αμερικής, χωρίς την κατανόησή της, σχεδόν αδύνατη» (σ. 45). Ο λόγος είναι ότι σε αντίθεση με τους Ευρωπαίους οι πρώτοι άποικοι δεν είχαν άλλους πνευματικούς θεσμούς ή παραδόσεις έξω απ’ την θρησκεία τους, έτσι αυτή έπαιξε στην πολιτισμική τους διαμόρφωση μεγαλύτερο ρόλο απ’ ό,τι στην Ευρώπη. Μέχρι σήμερα η αναφορά στον Θεό στην δημόσια ζωή είναι πιο συχνή στην Αμερική απ’ ό,τι στην Ευρώπη και σε κάθε μικρή πόλη υπάρχουν πολλές εκκλησίες, αντιστοιχώντας στο πλήθος των προτεσταντικών δογμάτων.
Αλλά η διαφορά με την Ευρώπη είναι κυρίως ποιοτική, όχι μόνο ποσοτική. Η αμερικανική θρησκευτικότητα δεν δίνει βάρος στην θεολογία και το δόγμα, αλλά την πρακτική ηθική. Ο Τσάτσος παραδέχεται πως μια θρησκευτικότητα χωρίς μεταφυσική του είναι δυσνόητη, αλλά σε κάθε περίπτωση από αυτή την έμφαση στις πράξεις πηγάζουν πολλά βασικά στοιχεία της αμερικανικής κουλτούρας. Από τις ιδιοτυπίες του προτεσταντισμού των πρώτων αποίκων προέρχεται η έξαρση της ατομικότητας και της ελευθερίας. Από την δημοκρατική οργάνωση των προτεσταντικών εκκλησιών πήραν οι Αμερικανοί το πνεύμα της ισότητας, τον σεβασμό στις αποφάσεις της πλειοψηφίας και την έλλειψη τυπικότητας και την απλότητα στους τρόπους. Από τον πουριτανικό ασκητισμό κληρονόμησαν την τάση προς σκληραγωγία και την δύναμη του χαρακτήρα. Τέλος, από την καλβινιστική θεολογία, μαζί με την σημασία που είχε η χειρωνακτική εργασία για την επιβίωση των πρώτων αποίκων, ανέπτυξαν την ηθική δικαίωση του πλούτου και την ιερότητα της ατομικής ιδιοκτησίας.19 Αυτές οι παραπάνω, θρησκευτικής προέλευσης, αρετές, είναι που επέτρεψαν στην Αμερική να γίνει υπερδύναμη.
Η αμερικανική θρησκεία έχει όμως και μια σκοτεινή πλευρά. Παρόλο που η κύρια τάση της είναι προς την ελευθερία του ατόμου, υπήρχε πάντοτε μια αντίθετη, μισαλλόδοξη τάση. Δείγμα αυτής της μισαλλοδοξίας είναι οι δίκες εναντίον της θεωρίας του Δαρβίνου και η Κου Κλουξ Κλαν, που ο Τσάτσος μας θυμίζει ότι εκτός απ’ τους μαύρους χτυπούσε επίσης τους καθολικούς και τους Εβραίους. Μόνο μετά το 1930 επικράτησε στις ΗΠΑ πλήρη ανεξιθρησκεία. Εκτός αυτού, η απουσία μεταφυσικού βάθους και ο θρησκευτικός υποκειμενισμός σημαίνει ότι το πνευματικό επίπεδο του αμερικανικού χριστιανισμού είναι χαμηλό και ότι ανθούν κάθε λογής αλλοπρόσαλλες, όχι πάντα ακίνδυνες, αιρέσεις.
Μια άλλη αμερικανική ιδιοτυπία είναι η φύση του αμερικανικού έθνους. Το αμερικανικό έθνος δεν προϋπήρχε του Πολέμου της Ανεξαρτησίας, όπως το ελληνικό, αλλά η Αμερικανική Επανάσταση δημιούργησε το έθνος. Αυτό το έθνος σχηματίστηκε από τα περισσεύματα άλλων εθνών και δεν έχει την μακρόχρονη παράδοση που χαρακτηρίζει τα ευρωπαϊκά έθνη. Η φύση του είναι πρωτίστως λογική και όχι συναισθηματική. Οι Αμερικανοί επιλέγουν συνειδητά κι ελεύθερα ν’ ανήκουν στην αμερικανική πολιτεία, επιδοκιμάζοντας το πολιτικό και οικονομικό της σύστημα. «Η εθνική συνείδηση αυτών των ανθρώπων δεν προσδιορίζεται πια από το παρελθόν, αλλά από το παρόν και το μέλλον» (σ. 66). Σήμερα, ωστόσο, αναδύεται μια συναισθηματική ταύτιση των Αμερικανών με την χώρα παρόμοια με την εθνική συνείδηση των ιστορικών εθνών.
Σ’ αυτό το σημείο είναι ενδιαφέρον κι επίκαιρο πώς εξηγεί ο Τσάτσος την ικανότητα των Ηνωμένων Πολιτείων να ενσωματώσουν εκατομμύρια μεταναστών και να τους μετατρέψουν σε Αμερικάνους. Πρώτα απ’ όλα κάνει την κατά βάση σωστή παρατήρηση ότι η Αμερική δεν είναι ένα χωνευτήρι λαών όπως λέγεται, αλλά αντίθετα ο αρχικοί Αγγλοσάξονες άποικοι είχαν δημιουργήσει μέχρι τα μέσα του 19ου αιώνα ένα συγκεκριμένο τύπο κοινωνίας, στην οποία τα μεταγενέστερα μεταναστευτικά ρεύματα ήταν υποχρεωμένα να προσαρμοστούν. Το γεγονός ότι προσαρμόστηκαν επιτυχώς οφείλεται σε τέσσερις λόγους. Πρώτον, η Αμερική τους πρόσφερε μια οικονομική ευημερία άγνωστη στις χώρες καταγωγής τους. Δεύτερον, προσέφερε άσυλο σε ανθρώπους που πολύ συχνά ήταν θύματα πολιτικών διώξεων ή θρησκευτικών/εθνικών διακρίσεων, παρέχοντας τους σχετικά εύκολα πλήρη πολιτική ισοτιμία και κάνοντας τους να αισθάνονται γνήσιοι πολίτες της χώρας. Τρίτον, τους επέτρεψε να διατηρήσουν ελεύθερα τις εθνικές και θρησκευτικές παραδόσεις που έφεραν απ’ τις χώρες καταγωγής τους. Τέταρτον, το σχολείο, δίνοντας έμφαση στην εθνική και πολιτική αγωγή, δένει τα παιδιά των μεταναστών με την νέα πατρίδα. Προχωρώντας στην μελέτη του αμερικανικού Συντάγματος και γενικότερα του αμερικανικού πολιτικού συστήματος, ο Τσάτσος στέκεται ιδιαίτερα στο ομοσπονδιακό σύστημα και βλέπει σ’ αυτό ένα πρότυπο για την Ευρώπη. Γράφει «Η σοφία και η σύνεση αυτής της μέσης λύσης είναι τέτοια ώστε έχει υιοθετηθεί από τα περισσότερα σχέδια που συνταχθήκανε για την ενδεχόμενη ομοσπονδίαση της Δυτικής Ευρώπης· και πιστεύω και εγώ προσωπικά πως αν κάποτε προχωρήσουμε στην πραγματοποίηση αυτής της ομοσπονδίασης, που την επιβάλλουν οι νέοι πολιτικοί και οικονομικοί όροι υπό τους οποίους ζει η Ευρώπη, αυτή η λύση των δύο νομοθετικών σωμάτων στηριγμένων, όπως στην Αμερική, σε δύο αντίθετες αρχές, είναι ένας από τους απαραίτητους όρους για να δημιουργηθεί ένα καθεστώς βιώσιμο» (σ. 76).
Το αμερικανικό ομοσπονδιακό σύστημα, όπως και άλλα στοιχεία του αμερικανικού πολιτεύματος, είναι απόρροια της δυσπιστίας των Αμερικανών απέναντι στην συγκέντρωση εξουσιών στην κεντρική κυβέρνηση και της προτίμησης τους η πολιτική δραστηριότητα να βρίσκεται κοντά στον πολίτη. Αυτά τα δύο είναι ουσιώδη χαρακτηριστικά της αμερικανικής αντίληψης της δημοκρατίας. Σχετίζονται με την ύπαρξη μια ζωντανής τοπικής αυτοδιοίκησης και ενός δημοκρατικού ήθους που παρακινεί τους πολίτες να μετέχουν ενεργά στις δημόσιες υποθέσεις. Με αφορμή αυτό το ήθος ο Τσάτσος κάνει μια δριμεία κριτική της τότε ελληνικής δημοκρατίας. Σε αντίθεση με τους Αμερικανούς εμείς «Δεν αισθανόμαστε ότι ο δημοκρατικός πολίτης είναι εκείνος που μετέχει κατά το μέγιστο δυνατό όριο προσωπικά στην άσκηση της πολιτικής εξουσίας. Δεν αισθανόμαστε ότι αυτή η θέληση να αφιερώνεσαι στην άσκηση αυτής της εξουσίας είναι μια από τις πρώτες αρετές του δημοκρατικού πολίτη. Αλλά πού και πότε διδαχθήκαμε τις αρετές του πολίτη και τα καθήκοντά του; Με κενούς πατριωτικούς λόγους περνάμε την ώρα μας για να καθησυχάζουμε τους προϊσταμένους μας και τις υποψίες της αστυνομίας» (σ. 80). Ενώ με αφορμή την σημασία της τοπικής αυτοδιοίκησης λέει πάλι «Δεν συμβαίνει στην Αμερική ό,τι και στην Ελλάδα, όπου οι κάπως καλλίτεροι φιλοδοξούν να καταλάβουν αμέσως τα αξιώματα της κεντρικής εξουσίας και περιφρονούν τα τοπικά αξιώματα. Εκεί, αντιθέτως, η πολιτική σταδιοδρομία αρχίζει από τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και από τις πολιτείες… Αυτός είναι ο κανόνας της πολιτικής εξέλιξης· και είναι ένας κανόνας υγιής» (σ. 90). Ωστόσο σε καμιά περίπτωση το ομοσπονδιακό σύστημα δεν είναι τέλειο, ή αμετάβλητο. Η συνύπαρξη ομοσπονδιακών και πολιτειακών αρμοδιοτήτων είναι πολύπλοκη και πολυδάπανη, ενώ οδηγεί σε διαρκείς συγκρούσεις αρμοδιοτήτων και νομικές επιπλοκές που ξενίζουν τους μαθημένους στην ευρωπαϊκή νομική σκέψη. Παράλληλα υπάρχει αθέμιτος ανταγωνισμός μεταξύ των πολιτειών, που μειώνουν λόγου χάρη φόρους για να κλέψουν επενδύσεις και φορολογικά έσοδα από άλλες πολιτείες. Οι φυγόκεντρες τάσεις των πολιτειών εμποδίζουν την ομοσπονδιακή κυβέρνηση να εκπληρώσει γενικότερους σκοπούς. Μακροπρόθεσμα όμως η κεντρική κυβέρνηση ενισχύεται σε βάρος των πολιτειών. «Ο Λεβιάθαν του Άγγλου φιλοσόφου Χομπς, όπως κατακτά την Ευρώπη, έτσι θα κατακτήσει την Αμερική. Ανήκει στη δημοκρατικήν ηγεσία αυτών των χωρών να προσπαθήσει να περιχαρακώσει ένα χώρο που να διαφυλαχθεί για το άτομο και να επιβάλει μια αποσυγκέντρωση της κεντρικής εξουσίας, που να συμβιβάζεται με τις απαιτήσεις της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής ενός σύγχρονου κράτους» (σ. 84).
Κάνοντας έναν απολογισμό του αμερικανικού πολιτεύματος ο Τσάτσος εντοπίζει τέσσερα πλεονεκτήματα και ένα μειονέκτημα. Τα πλεονεκτήματα είναι ότι πρώτον, η αλληλοεξουδετέρωση εκτελεστικής και νομοθετικής εξουσίας αποτρέπει την συγκέντρωση εξουσίας σε ορισμένα πρόσωπα και την διολίσθηση στην τυραννία. Δεύτερον, το γεγονός ότι τα μέλη του Κογκρέσου δεν εκλέγονται όλα μαζί ταυτόχρονα αποτρέπει τις απότομες πολιτικές μεταβολές που προκαλούνται απ’ τους ενθουσιασμούς της συγκυρίας. Τρίτον, η εκλογή του Προέδρου απευθείας απ’ τον λαό για σταθερή θητεία συνεπάγεται κυβερνητική σταθερότητα, σε αντίθεση με την κυβερνητική αστάθεια των κοινοβουλευτικών δημοκρατιών της Ευρώπης. Τέταρτον, επειδή υπουργοί δεν μπορούν να είναι βουλευτές, δεν υφίστανται την πίεση των εκλογέων και δεν σπρώχνονται προς την ρουσφετολογία. Το μειονέκτημα είναι, ότι αν η νομοθετική και η εκτελεστική εξουσία ανήκουν σε διαφορετικά κόμματα υπάρχει ο κίνδυνος να υπάρξει διάσπαση ή νέκρωση της πολιτικής ζωής,20 χωρίς το αμερικανικό Σύνταγμα να προσφέρει κάποια διέξοδο. Μονάχα η νοοτροπία του συμβιβασμού που κυριαρχεί στην πολιτική κουλτούρα των ΗΠΑ, απαραίτητη για την ομαλή λειτουργία κάθε δημοκρατίας, αποτρέπει αυτό το ενδεχόμενο.
Βέβαια η αμερικανική δημοκρατία δεν είναι άσπιλη κι αμόλυντη. Εκτός απ’ τα παραπάνω παρουσιάζει μειονεκτήματα γνωστά σε όλες τις δημοκρατίες, ενίοτε σε οξεία μορφή. Οι εφημερίδες είναι κομματικές και εξαρτημένες από οικονομικά συμφέροντα. Το πολιτικό χρήμα διαστρεβλώνει τον κομματικό ανταγωνισμό, όχι τόσο με εξαγορά ψήφων, αλλά χρηματοδοτώντας πολιτικές διαφημίσεις. Ο εκλογικός αγώνας είναι ασύστολος και συχνά καταφεύγει στην συκοφαντία. Από την άλλη οι Αμερικανοί σέβονται τους αιρετούς τους άρχοντες και οι τελευταίοι σέβονται την μειοψηφία και τα όρια της εξουσίας τους.
Σε αυτή την χώρα με το δημοκρατικό ήθος, οι οικονομικές ανισότητες είναι το υποκατάστατο κάθε άλλης κοινωνικής ιεραρχίας. Εξηγώντας γιατί αυτές γίνονται ανεκτές ο Τσάτσος εξηγεί παράλληλα και το γιατί δεν αναπτύχθηκε σοσιαλιστικό κίνημα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Καταφεύγει πάλι στις θρησκευτικές ρίζες της αμερικανικής κοινωνίας και το αποδίδει εν μέρει στην ηθική επικύρωση που ο προτεσταντισμός των αποίκων πρόσφερε στον πλούτο και την ιδιοκτησία. Ο βασικός λόγος όμως είναι η μεγάλη ευημερία που απολαμβάνουν οι κατώτερες τάξεις στις ΗΠΑ μετά το Νιου Ντιλ. Οι αυξημένες ευκαιρίες, και ελπίδες, ατομικού πλουτισμού στις ΗΠΑ σε σχέση με αλλού και το γεγονός ότι στις ΗΠΑ οι διάφορες τάξεις δεν έχουν ψυχολογικές και πολιτισμικές διαφορές είναι δύο ακόμα λόγοι.
Μετά την αστάθεια και την ανισότητα που προκάλεσε ο άκρατος καπιταλισμός των αρχών του 20ού αιώνα, τα μέτρα του Νιου Ντιλ καθιέρωσαν έναν μετρημένο κρατικό παρεμβατισμό στην οικονομία, αποτρέποντας τις καπιταλιστικές κρίσεις και συμβάλλοντας «να ανέβει το βιοτικό επίπεδο της εργατικής τάξης και να το καταστήσει το ανώτερο από τα βιοτικά επίπεδα όλων των εργατών του κόσμου» (σ. 124). Σε αυτές τις συνθήκες σήμερα ελάχιστοι είναι οι πολύ πλούσιοι, λίγοι σχετικά οι αληθινοί προλετάριοι ενώ διογκώθηκε η μεσαία τάξη, δηλαδή άνθρωποι που το εισόδημά τους τους επιτρέπει μια ιδιόκτητη κατοικία με όλες τις ανέσεις, αυτοκίνητο, μόρφωση για τα παιδιά τους, ασφάλεια ζωής και υγείας. Σε αυτήν την τάξη ανήκουν οι περισσότεροι αγρότες και εργάτες, οι μικρέμποροι, οι δάσκαλοι και γενικά άνθρωποι που στην Ευρώπη θα θεωρούνταν φτωχοί.
Όπως σχεδόν όλοι όσοι πήγαν στην Αμερική τότε, ο Τσάτσος αφιερώνει κι ένα κεφάλαιο στο φυλετικό ζήτημα, ενώ ασχολείται επίσης με τις γυναίκες και την παιδεία. Διαπιστώνει λοιπόν ότι φυλετικές αντιθέσεις, ανύπαρκτες στην Ευρώπη, μαστίζουν την αμερικανική δημοκρατία. Μετά την εξαφάνιση των Ινδιάνων, από τους οποίους απομένουν 350.000, η μόνη φυλετική σύγκρουση είναι ανάμεσα σε λευκούς και μαύρους, που αποτελούν το 10% του πληθυσμού. Ο Τσάτσος περιγράφει το σύστημα του φυλετικού διαχωρισμού που επικρατεί στον Νότο. Θεωρεί όμως, σωστά όπως αποδείχτηκε, ότι κυρίως χάρη στην νομολογία του Ανώτατου Δικαστηρίου είναι θέμα χρόνου να εξαλειφθούν ολοκληρωτικά οι νομικές διακρίσεις εναντίον των μαύρων.
Ωστόσο δεν πιστεύει ότι η πλήρης ισότητα λευκών και μαύρων είναι εφικτή. Στο σημείο αυτό ας αφήσουμε τον μελλοντικό πρώτο Πρόεδρο της Γ΄ Ελληνικής Δημοκρατίας να μιλήσει με τα δικά του λόγια: «Οι μαύροι, και στις πολιτείες ακόμη που δεν γνώρισαν ποτέ τον διαχωρισμό, αποτελούν κατά κανόνα την πιο άπορη τάξη μαζί με τους μετανάστες της νοτιοανατολικής Ευρώπης. Το πνευματικό τους επίπεδο είναι το χαμηλότερο.21 Πρέπει αυτό να αποδοθεί στα λίγα μορφωτικά και οικονομικά μέσα που διαθέτανε οι μαύροι ως τώρα, αλλά και στο αμείλικτο γεγονός ότι απέχουν, συγκριτικά με τους λευκούς, πολύ λιγότερες γενιές από τη ζούγκλα. Σε αυτά προστίθεται ένας δυστυχώς ανυπερνίκητος διαφορισμός· ο σεξουαλικός. Στο σημείο αυτό φυσικές τάσεις χωρίζουν μόνιμα τις δυο φυλές. Αυτό τον διαφορισμό καμμιά, ούτε πολιτική, ούτε ηθική αρχή μπορεί να ανατρέψει» (σ. 111).
Αντίθετα, η ισοτιμία των φύλων στην Αμερική δεν είναι μόνο τυπική-νομική, αλλά μια κοινωνική πραγματικότητα. Η γυναίκα δεν απολαμβάνει μεν πλήρη ισότητα στον δημόσιο βίο, αλλά πουθενά δεν πλησιάζει τόσο σε αυτήν όσο στις Ηνωμένες Πολιτείες.
Στο τέλος των διαλέξεών του, ο Τσάτσος, κάνοντας έναν απολογισμό της αμερικανικής δημοκρατίας καταλήγει ότι το μεγαλύτερο επίτευγμα των ΗΠΑ είναι ότι κατόρθωσαν να λύσουν τα κοινωνικά προβλήματα της βιομηχανικής εποχής με τον δικό τους τρόπο, όχι λιγότερα αποτελεσματικά από την Ευρώπη, αποφεύγοντας αιματηρές επαναστάσεις και σοσιαλιστικά κινήματα, πετυχαίνοντας μια σχετική οικονομική ισότητα σε ένα ύψος βιοτικού επιπέδου κατά πολύ υψηλότερο απ’ ό,τι πέτυχαν τα σοσιαλιστικά κινήματα της Ευρώπης. Στο πολιτικό επίπεδο διαμόρφωσαν ένα δικό τους τύπο δημοκρατικής οργάνωσης που δεν είναι κατ’ αρχήν ανώτερος απ’ ό,τι αλλού, πόσο μάλλον που η δημοκρατία είναι ένα ιδανικό που διαφορετικοί λαοί και άτομα ερμηνεύουν διαφορετικά, αλλά δικαιώνεται από την διάρκεια του, την σταθερότητά του και την ικανότητα του να εξελίσσεται χωρίς βίαιες ανατροπές, μέσα στα πλαίσια των δικών του νόμων και με σεβασμό στις ατομικές ελευθερίες.
Επιφανειακά μια ακαδημαϊκή διάλεξη υψηλού επιπέδου, το Στις ρίζες της Αμερικανικής Δημοκρατίας είναι ένα καθαρά πολιτικό κείμενο, γραμμένο με το ένα μάτι στραμμένο στην Ελλάδα και την Ευρώπη. Ενώ όμως ο Τσάτσος συχνά βρίσκει στην Αμερική μαθήματα χρήσιμα για την δική μας πλευρά του Ατλαντικού, απέχει μακράν απ’ τον άκριτο θαυμασμό. Συχνά τονίζει ότι οι αμερικανικοί θεσμοί έχουν και τα μειονεκτήματά τους ή ότι δεν θα μπορούσαν να λειτουργήσουν σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον, όπου απουσιάζει η αμερικανική κουλτούρα. Δεν βλέπει τις Ηνωμένες Πολιτείες ως ένα γενικό πρότυπο, αλλά ως μια ειδική ιστορική περίπτωση, που παρ’ όλες τις επιτυχίες της δεν θα ήταν μπορετό ή θεμιτό να αναπαραχθεί αυτούσια. Γιατί υπάρχουν και πράγματα που είναι φανερό ότι δεν του αρέσουν. Η πνευματική ρηχότητα του αμερικανικού χριστιανισμού, η έλλειψη μακροχρόνιων πνευματικών παραδόσεων, ο καθαρά χρησιμοθηρικός χαρακτήρας της παιδείας δεν μπορεί να έλκουν έναν γερμανοσπουδαγμένο, ιδεαλιστή φιλόσοφο σαν τον Τσάτσο. Πολλά χρόνια αργότερα, όταν δεν δεσμεύεται πια από ψυχροπολεμικές πολιτικές σκοπιμότητες, ο Τσάτσος θα εκφράσει ανοιχτά τα αληθινά του αισθήματα για τις Ηνωμένες Πολιτείες. Γράφει λοιπόν στα ωραιότητα απομνημονεύματά του για το αμερικανικό του ταξίδι: «Τους τρεις αυτούς μήνες τίποτα ουσιαστικό δεν έμαθα. Είδα έναν κόσμο που μου έμεινε ξένος και πολλά, που δεν άφησαν ίχνη μέσα μου, πληροφορήθηκα. Δεν έχω καμιά επιθυμία να ξανακάνω ένα τέτοιο ταξίδι» (σ. 331). 

ΕΥΑΓΓΕΛΟΣ Π. ΠΑΠΑΝΟΥΤΣΟΣ

Όπως ο Θεοτοκάς έτσι κι ο Παπανούτσος σχεδίασε το ταξίδι του στην Αμερική ως ένα ταξίδι μελέτης. Ενώ η Ευρώπη παρακμάζει και ο παγκόσμιος ρόλος της συρρικνώνεται, λέει, αναδύονται στο προσκήνιο τρεις τεράστιες χώρες, η Αμερική, η Σοβιετική Ένωση και η Κίνα. Σε αυτά τα πλαίσια τα προβλήματα της Αμερικής γίνονται τα προβλήματα του κόσμου ολόκληρου. Λίγο πιο κάτω εξηγεί ότι αυτό που λέγεται αμερικανισμός, συνήθως επικριτικά, είναι στην πραγματικότητα μια παγκόσμια εξέλιξη, ανεξάρτητη της Αμερικής. Από τότε που άρχισε να διαμορφώνεται ο νεοευρωπαϊκός πολιτισμός των 17ο αιώνα οι πολιτισμένες χώρες ακολούθησαν την ίδια εξελικτική πορεία, που εν τω μεταξύ έγινε η πορεία όλου του πλανήτη. Οι ΗΠΑ απλώς προπορεύονται των άλλων σε αυτήν την κοινή τροχιά. Επομένως τα προβλήματα των ΗΠΑ δεν είναι άλλα από τα προσεχή προβλήματα κάθε σύγχρονης κοινωνίας.
Το πρώτο πράγμα που μελετάει ο Παπανούτσος είναι το οικείο θέμα της φύσης του αμερικανικού έθνους. Ευθύς εξαρχής δηλώνει ότι δεν υπάρχει μία Αμερική, αλλά πολλές. Καθώς δεν υπάρχει κοινό εθνικό υπόστρωμα ούτε κοινή παιδεία, κάθε εθνική ομάδα μεταναστών έχει τα δικά της χαρακτηριστική. Άλλος είναι ο Λατίνος κτηματίας, άλλος ο Σκανδιναβός βιομήχανος, άλλος ο Κινέζος εστιάτορας. Την ίδια στιγμή όμως αυτές οι ομάδες δεν έχουν κάτι μυστήριο, είναι κατά βάση οι ίδιοι άνθρωποι που θα συναντήσει κανείς παντού ανάλογα με την τάξη τους ή το επάγγελμά τους, οι επιχειρηματίες, οι επιστήμονες κλπ. είναι παντού οι ίδιοι. Η Αμερική είναι λοιπόν έθνος μεταναστών, που τείνουν να αποκτήσουν συνείδηση ότι ανήκουν στην ίδια κοινότητα και μοιράζονται την ίδια μοίρα. Και μάλιστα αυτοί οι μετανάστες δεν ντρέπονται πια για την καταγωγή τους, αλλά πιστεύουν ότι μέσω αυτής συμβάλλουν ο καθένας με τον τρόπο του στο σχηματιζόμενο Αμερικανικό έθνος.
Είναι όμως η Αμερική έθνος; Ο Παπανούτσος απαντάει καταφατικά, δίνοντας τον εξής ορισμό του έθνους. «Από την ώρα που ένα πλήθος αποκτά συνείδηση ότι η γεωγραφική, οικονομική και πολιτική μορφή του του αναθέτει το ίδιο ιστορικό πεπρωμένο, μπορεί και αξίζει να ονομάζεται έθνος. Τα άλλα στοιχεία δεν θα αργήσουν με το πέρασμα του χρόνου, να προστεθούν και να εδραιώσουν την συνοχή τους» (σ. 17). Αυτή είναι η μεγάλη συμβολή των Ηνωμένων Πολιτειών στον 20ό αιώνα. Αντιπροσωπεύει μια νέα αντίληψη του έθνους, διαφορετική από την αρχή των εθνοτήτων του 19ου αιώνα, όπου όχι η φυλή, το αίμα ή η κοινή παράδοση, αλλά ο νόμος ως βούληση μιας δημοκρατικά οργανωμένης κοινωνίας διασφαλίζει την αδιατάραχτη συμβίωση, την ενότητα και την πειθαρχία. Πρόκειται για ένα πείραμα τα αποτελέσματα του οποίου εκκρεμούν, αφού μέχρι στιγμής τα διάφορα εθνοτικά στοιχεία των ΗΠΑ ζουν δίπλα δίπλα αλλά όχι πραγματικά μαζί, και οι ταξικές διαφορές εμποδίζουν την οριστική συγχώνευσή τους. Είναι όμως ξεκάθαρο ότι ο Παπανούτσος ευελπιστεί το πείραμα να επιτύχει.
Το νέο έθνος λοιπόν δεν μπορεί παρά να είναι μια «αρμονική πολυφωνία» (σ. 18) και αυτό αντανακλά τον πλουραλισμό και πραγματισμό της αμερικανικής κοινωνίας. Μέσα σε αυτό το έθνος μεταναστών κάθε ομάδα διατηρεί τα δικαιώματά της, αλλά ταυτόχρονα είναι υποχρεωμένη να αποδεικνύει στην πράξη τις δικές της αλήθειες δια του αποτελέσματός τους. Αυτή είναι η ουσία του δημοκρατικού ήθους, μια αναγνώριση της πολυμορφίας, όπου οι μειοψηφίες σέβονται την πλειοψηφία, αλλά και η πλειοψηφία εναλλάσσεται και συντίθεται μέσα από την συζήτηση, τον διάλογο και την ομαδική δουλειά. Αυτό εξηγεί το ομοσπονδιακό σύστημα, αλλά και την πληθώρα ιδιωτικών επιχειρήσεων κοινής ωφέλειας, εκκλησιών και εκπαιδευτικών συστημάτων που υπάρχουν στην Αμερική.
Όπως είναι φυσικό για έναν παιδαγωγό που αφιέρωσε το μεγαλύτερο μέρος της ζωής του στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση, ο Παπανούτσος εστιάζει το μεγαλύτερο μέρος των παρατηρήσεών του στο αμερικανικό εκπαιδευτικό σύστημα. Γνωρίζει φυσικά ότι δεν υπάρχει ένα ενιαίο εκπαιδευτικό σύστημα στις Ηνωμένες Πολιτείες, αλλά μια τεράστια ποικιλία εκπαιδευτικών θεσμών. Υπάρχουν όμως κάποια βασικά χαρακτηριστικά τα οποία περιγράφει αναλυτικά. Ένα από τα πράγματα που τον εντυπωσιάζουν περισσότερο είναι η γενναιόδωρη, και αποτελεσματικά οργανωμένη, χρηματοδότηση της εκπαίδευσης από την πολιτεία,22 ιδίως όπως αντανακλάται τόσο στην κατάσταση και την πολυτέλεια των υποδομών των πανεπιστημίων (βιβλιοθήκες, γήπεδα, λέσχες κλπ.), αλλά όχι μόνο.23 Αναγνωρίζει πολλούς λόγους γι’ αυτό. Ένας είναι ο τεχνολογικός ανταγωνισμός με την Σοβιετική Ένωση. Ένας άλλος εξίσου σημαντικός είναι η διπλή επενέργεια τεχνολογικής εξέλιξης και κοινωνικής πίεσης. Από την μια πλευρά μια σύγχρονη, τεχνολογικά ανεπτυγμένη οικονομία έχει ανάγκη ένα εκπαιδευμένο ανθρώπινο δυναμικό, ενώ από την άλλη οι νέες γενιές βλέπουν την εκπαίδευση ως μια εγγύηση κατά της ανεργίας και ένα μέσο κοινωνικής ανόδου. Αυτά τα δυο μαζί έπεισαν τις πολιτικές ελίτ να επενδύσουν στην εκπαίδευση. Υπάρχει όμως κι ένας τελευταίος, όχι λιγότερο σημαντικός λόγος. Για την αμερικανική κοινωνία το σχολείο είναι ένα βασικό εργαλείο δημοκρατικής αγωγής και εθνικής ενότητας. Όπως γράφει ο Παπανούτσος «Την εκπαίδευση (η Αμερική) την προσέχει σήμερα όσο ποτέ άλλοτε και την θέλει καθολική, καλής ποιότητας, δημοκρατική… είναι ο μόνος τρόπος μια τόσο παμποίκιλλη χώρα να αποκτήσει ενότητα ψυχική, κοινή ιδεολογία και την υποδομή μιας παράδοσης που της λείπει» (σ. 37).
Βέβαια στην πράξη οι ΗΠΑ απέχουν πολύ από μια γνήσια δημοκρατική εκπαίδευση, αφού οι οικονομικές ανισότητες έχουν ως αποτέλεσμα τα καλά σχολεία και πανεπιστήμια να είναι αρκετά αριστοκρατικά και η πολιτειακή αυτονομία επιτρέπει κατά τόπους φυλετικές διακρίσεις. Η θέληση όμως της ομοσπονδιακής κυβέρνησης24 να εκδημοκρατίσει την παιδεία είναι ειλικρινής και η ραγδαία επέκταση της παιδείας στον πληθυσμό την περίοδο 1954-1965 γεγονός. Το βασικό πρόβλημα της αμερικανικής παιδείας είναι ακριβώς να προσαρμοστεί στις ανάγκες που δημιουργεί η επέκτασή της. «Το νέο σύνθημα για την αμερικανική εκπαίδευση είναι α. περισσότερη και καλύτερη μόρφωση σε όλα τα παιδιά β. περισσότεροι και καλύτεροι δάσκαλοι για τα σχολεία όλων των τύπων. Τούτο όμως είναι σήμερα το όραμα και το αίτημα όχι μόνο της Αμερικής, αλλά της οικουμένης ολόκληρης» (σ. 44-45).
Εξετάζοντας επιμέρους θεσμούς της αμερικανικής παιδείας, ο Παπανούτσος ξεχωρίζει το δημοκρατικό πνεύμα και την ελευθεριότητα που χαρακτηρίζει τις σχέσεις καθηγητών-φοιτητών.25 Αντίστοιχα, η μεγάλη πρωτοτυπία της μέσης εκπαίδευσης είναι το πολυδύναμο σχολείο (Comprehensive School), όπου τα παιδιά 12 έως 17 χρονών φοιτούν στο ίδιο συγκρότημα, ανεξαρτήτως αν ακολουθούν μια ακαδημαϊκή ή επαγγελματική κατεύθυνση. Η αξία του έγκειται ακριβώς στο ότι φοιτώντας όλα τα παιδιά μαζί στο ίδιο περιβάλλον αποκτούν συνείδηση ότι είναι μέλη της ίδιας δημοκρατικής πολιτείας. Μπορεί οι Ευρωπαίοι να υποτιμούν το αμερικανικό γυμνάσιο για το χαμηλότερο ακαδημαϊκό του επίπεδο συγκριτικά με τα δυτικοευρωπαϊκά, αλλά παραβλέπουν «την ζωντάνια, το φιλελεύθερο πνεύμα, τον σεβασμό που δείχνει προς το άτομο, τον δημοκρατικό του χαρακτήρα». Αυτό όμως που πραγματικά θαυμάζει ο Παπανούτσος είναι τα αμερικανικά τεχνικά λύκεια που είδε και εν γένει η ποιότητα της επαγγελματικής εκπαίδευσης, την οποία συγκρίνει με την εγκατάλειψη της στην Ελλάδα.26 Από την άλλη πλευρά όμως, η έμφαση στις φυσικές και τεχνικές επιστήμης έχει οδηγήσει σε μια παραμέληση των ανθρωπιστικών σπουδών.
Ένα πράγμα που έχουν κοινό όλοι οι Αμερικάνοι είναι η πεποίθηση ότι ζούνε στην πλουσιότερη, ισχυρότερη και ευτυχέστερη χώρα του κόσμου. Ότι η Αμερική είναι μια χώρα της ευημερίας και πολύ ισχυρή, λέει ο Παπανούτσος, είναι οφθαλμοφανές, αλλά αμφιβάλλει αν είναι η ευτυχέστερη στον κόσμο. Στο κάτω κάτω δεν υπάρχει ένας καθολικά αποδεκτός ορισμός της ευτυχίας. Σε κάθε περίπτωση από τα γραφόμενά του υπάρχουν πολλοί λόγοι να πιστεύει κανείς ότι δεν είναι όλοι οι Αμερικανοί τόσο ευτυχισμένοι. Κατ’ αρχάς παρά την ευημερία της υπολογίζεται ότι 8 με 10 εκατομμύρια Αμερικανοί ζουν σε συνθήκες φτώχειας. Πέρα απ’ αυτό όμως η ίδια η αμερικανική ευημερία γεννά προβλήματα και μια αμηχανία για το πώς να την χρησιμοποιήσει κανείς. Το πυρετώδες κυνήγι του υλικού πλούτου για τους Αμερικανούς κάνει την ζωή των εργαζομένων απάνθρωπη, και αυτό ανεξαρτήτως εισοδήματος, με αποτέλεσμα να βλάπτεται η υγεία τους και να πεθαίνουν πρόωρα. Ούτε η εγκληματικότητα ανακόπτεται από αυτή την ευημερία, αλλά παρουσιάζει άνοδο. Οι οικογενειακές σχέσεις είναι χαλαρές, αφού όλοι φεύγουν απ’ το σπίτι για δουλειά και διασκέδαση και όταν γυρίζουν μένουν κλεισμένοι στον εαυτό τους. Μια παράπλευρη συνέπεια αυτού είναι η αδιαφορία της κοινωνίας για τους ηλικιωμένους, καθώς τα παιδιά δεν περιμένουν πολλά απ’ τους γονείς τους. Ακόμα και η μείωση του εργάσιμου χρόνου και η συζήτηση για την τετραήμερη εργασία27 θέτει νέα προβλήματα. Καθώς η αυτοματοποίηση μειώνει την αλληλεξάρτηση και την αλληλεπίδραση με τον συνάνθρωπο και η μονοτονία της καθημερινότητας τον αδειάζει ψυχικά υπάρχει ο κίνδυνος ο Αμερικανός, μη έχοντας τί άλλο να κάνει στην αργία του παρά να σκέπτεται πώς να την περάσει, να καταφύγει στις καταχρήσεις και την ακολασία.

«Οι μεσογειακοί, ακόμα και μερικοί από τους βόρειους που πάνε σε μεγάλη ηλικία στην Αμερική, βρίσκουν την ζωή της ανυπόφορη και, όταν δεν την εγκαταλείπουν γρήγορα, βασανίζονται από την νοσταλγία της γενέθλιας γης. Οι λόγοι είναι πολλοί. Ο κυριότερος είναι η απομόνωση ―η μοναξιά και η ερημιά― του ανθρώπου μέσα σ’ αυτήν την πυκνοκατοικημένη και ακατάπαυστα εργαζόμενη κυψέλη» (σ. 70).

Ένα από τα γνωστότερα προβλήματα της αμερικανικής κοινωνίας είναι βέβαια το πρόβλημα των μαύρων. Για τον Παπανούτσο, πίσω από τις επίσημες δικαιολογίες του ρατσισμού, όπως η υποτιθέμενη βιολογική κατωτερότητα των μαύρων, βρίσκεται η απροθυμία των λευκών Αμερικανών να δεχτούν ότι οι από γενεές σκλάβοι τους είναι πια ισότιμοι. Από την άλλη, οι μαύροι εξακολουθούν να έχουν την ψυχολογία του βαθιά πληγωμένου απελεύθερου. Σε αυτά τα πλαίσια δεν πιστεύει ότι η οικονομική ανέλιξη των μαύρων αρκεί για να λυθεί το φυλετικό ζήτημα, παρά χρειάζεται να εξαφανιστεί το ψυχολογικό φορτίο που δυσχεραίνει τις σχέσεις μεταξύ των φυλών. Σε κάθε περίπτωση είναι φυσικό οι μαύροι να ζητούν πλήρη ισοτιμία.
Υπάρχει μια όψη της αμερικανικής δημοκρατίας, την οποία κατά τα άλλα θαυμάζει, για την οποία είναι φανερό ότι δεν τρέφει καμία συμπάθεια, η εξωτερική της πολιτική. Διαπιστώνει ότι σε αυτόν τον τομέα οι ΗΠΑ ακολουθούν «τα χνάρια του χρεοκοπημένου ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού και προπάντων της μισητής βρετανικής αποικιοκρατίας» (σ. 27). Ο μέσος Αμερικανός αρνείται να δει ότι η χώρα του δεν είναι αγαπητή στα πέρατα του κόσμου και ότι υπονομεύει την δημοκρατία σε άλλες χώρες. Ωστόσο μέσα στην άρχουσα τάξη διαμορφώνεται μια κατηγορία οικονομικών, στρατιωτικών και πολιτικών ελίτ που «έχουν όλη την καλή θέληση να κυβερνήσουν τον κόσμο με τις παλαιές μεθόδους». Μια δημοκρατία δεν μπορεί ωστόσο να είναι δημοκρατία εντός των συνόρων της και σατραπεία εκτός τους. Το δόγμα του Λίνκολν ότι η δημοκρατία είναι η κυβέρνηση του λαού, για τον λαό, από τον λαό, οφείλει να ισχύει για όλους τους λαούς. Ήδη είναι αμφίβολο αν οι διογκωμένοι θεσμοί ασφαλείας (μυστικοσυμβούλια, πεντάγωνα, βιομηχανίες, επιτελεία ερευνών) που γέννησε ο Ψυχρός Πόλεμος μπορούν να παραμείνουν υπό δημοκρατικό έλεγχο ή θα πάρουν αυτοί τον έλεγχο της δημοκρατίας.
Στον τέλος ο αμερικανικός ιμπεριαλισμός κινδυνεύει να καταλύσει την ίδια την αμερικανική δημοκρατία. Προς το τέλος του βιβλίου του ο Παπανούτσος διαπιστώνει προφητικά: «Αυτόν τον κίνδυνο διατρέχει, περισσότερο από κάθε άλλο καθεστώς, όταν παρασύρεται από τον Δαίμονα της Δύναμης και ρίχνεται αστόχαστα στις περιπέτειες μιας Machtpolitik… Κάποιος μπογιατζής φακίρης ή κάποιος άλλος έξαλλος στρατηλάτης θ’ ανεβεί μια μέρα στο μπαλκόνι και θα υποχρεώσει τους συμπολίτες του να πεισθούν ότι η Δημοκρατία είναι πολίτευμα απαρχαιωμένο, ανίκανο να προσαρμοστεί στις νέες οικονομικές και στρατιωτικές ανάγκες του imperium. Και τότε ο μύθος διαλύεται ― τα πλήθη έχουν ζητωκραυγάσει τον υπολοχαγό της Δημοκρατίας: Vive l’ Empereur!» (σ.99).
Είναι εμφανές ότι ο Παπανούτσος στην μελέτη του της Αμερικής δανείζεται πολλές σκέψεις από τον Θεοτοκά, με τον οποίο μοιράζεται την ίδια φιλελεύθερη ιδεολογία. Η βασική του προσέγγιση ωστόσο είναι πολύ διαφορετική. Ενώ ο Θεοτοκάς βλέπει στην αμερικανική κοινωνία μελλοντικές λύσεις σε τωρινά ελληνικά προβλήματα, ο Παπανούτσος, αντιστρέφοντας την νοοτροπία του εκσυγχρονισμού, βλέπει προβλήματα που μια μέρα θα έρθουν κι εδώ. Κι ενώ ο Θεοτοκάς διαβεβαιώνει ότι οι ΗΠΑ δεν έχουν καμιά σχέση με τις παλιές Μεγάλες Δυνάμεις, ο Παπανούτσος τις βλέπει να διολισθαίνουν όλο και περισσότερο στις πρακτικές τους. Ακόμα κι εκεί που συμφωνούν, η ευρύτερη οπτική τους είναι διαφορετική. Όταν ο Θεοτοκάς το 1954 επαινεί την αμερικανική δημοκρατία οι αναγνώστες του καλούνται, σιωπηρά αλλά ξεκάθαρα, να κάνουν την σύγκριση με την λαοκρατία του ΚΚΕ. Όταν ο Παπανούτσος το 1966 επαινεί την αμερικανική δημοκρατία, την ελευθερία λόγου φερ’ ειπείν των ακαδημαϊκών και τον έλεγχο της κυβέρνησης απ’ το Κογκρέσο, οι αναγνώστες του, δηλαδή οι αναγνώστες του κεντρώου Βήματος στα χρόνια της Αποστασίας και του Ανένδοτου, καλούνται, εξίσου σιωπηρά και ξεκάθαρα, να κάνουν την σύγκριση με την καχεκτική δημοκρατία της μετεμφυλιακής Ελλάδας.
Υπάρχουν αντικειμενικοί και υποκειμενικοί λόγοι γι’ αυτές τις διαφορές. Αντικειμενικά, οι συνθήκες δεν είναι ίδιες το 1966 με το 1954. Ο αντιαμερικανισμός στην Ελλάδα έχει φουντώσει και χρειάζεται πολλή ηθελημένη αφέλεια εν μέσω του πολέμου στο Βιετνάμ για να υποστηρίξει κανείς ότι οι ΗΠΑ δεν ακολουθούν ιμπεριαλιστική πολιτική. Αλλά οι υποκειμενικοί παράγοντες βαραίνουν εξίσου. Ο Παπανούτσος είναι πολύ πιο ψύχραιμος και τετράγωνος στην σκέψη του απ’ τον Θεοτοκά. Η φυσική του τάση είναι να κοιτά τα πράγματα με κριτικό πνεύμα, κάτι που αντανακλάται και στην καθαρή, αλλά κάπως ψυχρή πρόζα του. Ίσως γι’ αυτό το κείμενο του είναι το μόνο που διατηρεί και σήμερα, τουλάχιστον εν μέρει, την επικαιρότητά του. Όλοι οι άλλοι είδαν την αμερικανική δημοκρατία, είτε τους άρεσε είτε όχι, στατικά, χωρίς να τους περνάει απ’ το μυαλό ότι μια μέρα θα μπορούσε να καταρρεύσει. Εκείνος ήταν ο μόνος που είχε την διορατικότητα να αναρωτηθεί αν εμπεριείχε στο εσωτερικό της τάσεις ικανές να την καταστρέψουν. Στο τελευταίο κεφάλαιο θέτει το τολμηρό για την εποχή του, αλλά οξυδερκέστατο, ερώτημα: «Η Αμερική, γέννημα της Δημοκρατίας, θα την εδραιώσει στον κόσμο ή θα την καταργήσει;».

Δ. Οι ευθυμογράφοι 


ΝΙΚΟΣ ΤΣΙΦΟΡΟΣ

Δεν γνωρίζω αν ο Τσιφόρος ταξίδεψε στην Αμερική, πάντως η Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών δεν σχετίζεται με κάποιο ταξίδι. Είναι μια εκλαϊκευτική ιστορία των ΗΠΑ, αρχίζοντας από την εποχή των πρώτων αποικιών και φτάνοντας ουσιαστικά μέχρι το Α’ Παγκόσμιο πόλεμο, γραμμένη με το γνωστό, επιτηδευμένα μόρτικο ύφος του συγγραφέα.
Γιατί λοιπόν την μελετάμε μαζί με κείμενα συγγραφέων που επισκέφτηκαν την Αμερική και έγραψαν για τις εμπειρίες τους; Για δυο λόγους. Πρώτον, παρόλο που το είδος του βιβλίου είναι τελείως διαφορετικό, προκύπτει και από δω μια γενική εικόνα για την Αμερική που δεν διαφέρει ουσιαστικά από εκείνη των ταξιδιωτικών κειμένων ή δοκιμίων της ίδιας περιόδου. Δεύτερον και βασικότερο, τα περισσότερα κείμενα που γράφτηκαν τότε είτε εκδόθηκαν σε βιβλίο πολύ αργότερα είτε γνώρισαν λίγες εκδόσεις, συχνά μόνο μία. Το βιβλίο του Τσιφόρου είναι το μόνο που εκδίδεται ανελλιπώς από το 1966 μέχρι σήμερα και το οποίο ο σημερινός αναγνώστης μπορεί να βρει σε οποιοδήποτε μεγάλο βιβλιοπωλείο ή δημοτική βιβλιοθήκη χωρίς ιδιαίτερο ψάξιμο. Από εκδοτική-εμπορική σκοπιά λοιπόν είναι το πιο σημαντικό ελληνικό βιβλίο για την Αμερική και οποιαδήποτε εξέταση του πώς είδαν οι Έλληνες την Αμερική μετά τον Β’ Παγκόσμιο πόλεμο επιβάλλεται να το συμπεριλάβει.
Παρά τον συνειδητά λαϊκό χαρακτήρα του το βιβλίο αποτελεί μια αξιοπρεπή εισαγωγή στην αμερικανική ιστορία, εντύπωση δε προκαλεί ότι δεν είναι μια παραδοσιακή ιστορία, δηλαδή ένας κατάλογος προέδρων και ημερομηνιών, αλλά σε μεγάλο βαθμό εστιάζει στην κοινωνική ιστορία.
Οι λόγοι για τους οποίους ο Τσιφόρος επέλεξε να γράψει μια ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών για τον μέσο αναγνώστη προκύπτουν εύκολα απ’ την ανάγνωση του ίδιου του βιβλίου. Ο ένας είναι για να εξηγηθούν οι απαρχές και τα χαρακτηριστικά μιας χώρας που μετά το 1945 δεσπόζει στην παγκόσμια πολιτική. Ο άλλος είναι για να εξηγηθούν οι ιστορικές αναφορές πίσω απ’ την αμερικανική κουλτούρα που κατακλύζει την ελληνική κοινωνία της εποχής και δη τον κινηματογράφο. Επανειλημμένα ο Τσιφόρος εξηγεί πώς όσα δείχνουν οι ταινίες του Χόλιγουντ συνδέονται με την μια ή την άλλη ιστορική περίοδο της Αμερικής, π.χ. τις πρώτες αγγλικές αποικίες ή την Ποτοαπαγόρευση.
Παρουσιάζοντας λοιπόν την αμερικανική ιστορία από τον 17ο αιώνα μέχρι την ανάδειξη των Ηνωμένων Πολιτειών σε υπερδύναμη, ο Τσιφόρος εντοπίζει τρεις συντελεστές για την άνοδο τους. Πρώτον, τον πλούτο της ίδιας της γης. Δεύτερον, την τόλμη των αποίκων, οι οποίοι έφτασαν ως τυχοδιώκτες. Τρίτον, στον συνεχή πόλεμο των αποίκων με την γη και με τους άλλους συντελεστές. Για να επιβιώσουν οι άποικοι δεν είχαν άλλη επιλογή απ’ το να εργαστούν και να πολεμήσουν, την φύση, τους Ινδιάνους, τους ανταγωνιστές αποίκους. «Η ράτσα, λοιπόν, και με το ανακάτεμα τόσων φυλών, έγινε γερή, δουλευτάρικια και γενναία» (σ. 233). Πιο κάτω συμπληρώνει αυτή την εξήγηση με τα εξής λόγια: «(Την Αμερική) Δεν την έφτιασε μήτε το πνεύμα, μήτε οι μεγάλοι πολιτικοί, μήτε τίποτα. Ούτε συγγραφείς σπουδαίοι γεννηθήκανε, ούτε πολιτικοί μεγάλοι, ούτε φιλόσοφοι, ούτε επιστήμονες. Μπα την Αμερική την έφτιασε κάτι άλλο. Η ύλη και το συμφέρον. Τυχοδιώκτες οι περισσότεροι, χωρίς μόρφωση, χωρίς δισταγμό, χωρίς καν σεβασμό προς την ανθρώπινη ζωή, τραβάγανε μπροστά κι όπου βγει… Και δεν διστάζανε ούτε να σκοτώσουν, ούτε να καταπιέσουνε, ούτε να εκβιάσουνε, ούτε να εγκληματίσουνε. Ένας ήτανε ο Θεός και, δυστυχώς, είναι ακόμα στην Αμερική: Το δολάριο. Να κάνουνε λεφτά και περιουσία και πλούτο. Τ’ άλλα, τα θεωρούσανε τρίχες» (σ. 257).
Στο παρακάτω απόσπασμα συμπυκνώνεται η άποψη του Τσιφόρου για την Αμερική και τους Αμερικάνους. Η έλλειψη πνευματικού πολιτισμού, η σκληρότητα και η θεοποίηση του χρήματος, είναι τα τρία βασικά χαρακτηριστικά του αμερικανικού έθνους.
Πρώτα απ‘ όλα λοιπόν αρνείται ότι υπάρχει αμερικανική κουλτούρα άξια λόγου. «Πολιτισμό δικό τους λοιπόν δεν δημιουργήσανε οι Αμερικανοί. Πήρανε τον ευρωπαϊκό πολιτισμό και ορισμένες στιγμές, λόγω ανάγκης, τον προσαρμόσανε στη ζωή τους. Με λίγα λόγια δεν υπάρχει αμερικανικός πολιτισμός» (σ. 74). «Και σήμερα ο μέσος Αμερικανός δεν φτάνει στο νυχάκι του μέσου Ευρωπαίου από πνευματική ανάπτυξη» (σ. 257).
Αυτός ο ακαλλιέργητος λαός χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη ανοχή προς την βία, καρπό των ιστορικών εμπειριών του. Οι πόλεμοι των αποίκων με τους Ινδιάνους, η αναρχία της Άγριας Δύσης που έκανε απαραίτητη και καθαγίασε την αυτοδικία, αργότερα η άνοδος της εγκληματικότητας με την ποτοαπαγόρευση έκαναν τους Αμερικανούς σκληρούς. «Ο σημερινός Αμερικανός δεν λογαριάζει καθόλου τον θάνατό και φυσικά πολύ περισσότερο τον θάνατο του άλλου. Εμείς οι Ευρωπαίοι, συναισθηματικοί, δεν μπορούμε να το δικαιολογήσουμε» (σ. 162).
Η σκληρότητα είναι λοιπόν προϊόν της Αμερικανικής εμπειρίας, που κυριαρχείται απ’ τον αγώνα για την ύπαρξη, που τελικά έγινε αγώνας για τον πλούτο. «Κι επειδή όλοι αυτοί πολεμάνε σκληρά να ζήσουνε και να προκόψουνε, δεν έχουνε τρυφερότητες και αδυναμίες και έρωτες, σαν και μας στην Ευρώπη. Ό,τι πάρουνε, ό,τι αρπάξουνε και με οποιοδήποτε τρόπο το αρπάξουνε» (σ. 283). Ή όπως γράφει αλλού: «Στο περίεργο αυτό κράτος υπεράνω όλων είναι το δολάριο. Ούτε συγγένειες, ούτε έρωτες, ούτε τίποτα άλλο δεν ενδιαφέρει τόσο όσο το χρήμα» (σ. 171).
Βέβαια, αυτά δεν είναι τα μόνα χαρακτηριστικά του αμερικανικού έθνους. Το διακρίνει ακόμα εργατικότητα, φιλαλήθεια, τουλάχιστον έξω απ’ τις μεγαλουπόλεις, και μια αφοσίωση στην οικιακή ζωή.
Η αμερικανική οικογένεια ωστόσο δεν είναι πολύ δεμένη. Σ’ αυτή την μεγάλη χώρα, όπου καθένας μπορεί να φύγει για να κάνει την τύχη του αλλού, και τα παιδιά τους δεν εξαρτώνται απ’ τους γονείς με τον τρόπο που συμβαίνει σε μικρούς, φτωχούς τόπους όπως η Ελλάδα, η πατρική εξουσία είναι χαλαρή. Αντίθετα η θέση της γυναίκας είναι ισχυρή, γιατί τον καιρό της επέκτασης των αποίκων στην Δύση η γυναίκα αναλάμβανε απουσία του συζύγου την διεύθυνση του νοικοκυριού και την ανατροφή των παιδιών, με αποτέλεσμα η κοινωνία να αποκτήσει μητριαρχικά χαρακτηριστικά. Μετά δε και την μαζική είσοδο των γυναικών στην αγορά εργασίας την δεκαετία του 1890 «στην Αμερική η κοινωνία ευνοεί κατά σειρά πρώτα το παιδί, μετά την γυναίκα, μετά τα ζώα και τελευταίο τον άντρα» (σ. 260).
Ένα άλλο γνώρισμα των Αμερικανών είναι η έντονη θρησκευτικότητα, που πηγάζει απ’ το γεγονός ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι γέννημα των πολυάριθμων προτεσταντικών αιρέσεων, από τους πιστούς των οποίων πρωτοαποικήθηκαν. Εδώ ο Τσιφόρος πέφτει σε αντιφάσεις, αφού απ’ την μια διαβεβαιώνει ότι και σήμερα ακόμα οι Αμερικανοί «εξακολουθούν να είναι φανατικοί και πιστοί στην θρησκεία τους» (σ. 33), αλλά αργότερα, ξεχνώντας τί είχε πει, γράφει ότι σήμερα «περισσότερο πηγαίνουνε στην εκκλησία για τα μάτια παρά για την πίστη» (σ. 258). Αυτό πάντως που είναι σίγουρο είναι ότι κατά τον Τσιφόρο οι Αμερικανοί πάνε κάθε Κυριακή στις εκκλησίες τους, προσεύχονται, παραθέτουν τις Γραφές, δαπανούν μεγάλα ποσά στην συντήρηση των ενοριών τους και γενικά «είναι θρησκόληπτοι με αστείο τρόπο» (σ. 33), πράγμα που εν μέρει αποδίδεται στην ανάγκη κοινωνικών επαφών και αλληλοϋποστήριξης όσων ακολουθούν το ίδιο δόγμα. «Το φαινόμενο αυτό δεν μπορούμε εμείς να το εξηγήσουμε, αλλά παρατηρείται και μάλιστα πολύ έντονα» (σ. 33).
Όσον αφορά την αμερικανική δημοκρατία, η αντίληψή του γι’ αυτήν είναι αντιφατική, αρκετά χοντροκομμένη, αλλά σε κάθε περίπτωση στον αντίποδα φιλελεύθερων υπερασπιστών της όπως ο Θεοτοκάς. Για το προεδρικό σύστημα λέει ότι «είναι ένα είδος δικτατορίας, αφού ο πρόεδρος κάνει ό,τι θέλει, με την διαφορά ότι ποτέ κανένας πρόεδρος δεν μεταχειρίστηκε αυτό το δικαίωμα, παρά μόνο ύστερα από συσκέψεις και από αποφάσεις που αποβλέπουνε στο γενικό καλό» (σ. 119). Τον εντυπωσιάζει ακόμα ότι οι υπουργοί δεν χρειάζεται να είναι βουλευτές του κυβερνώντος κόμματος, πράγμα που βλέπει ως σημάδι αξιοκρατίας. «Όταν εκλέγουν πρόεδρο, αντιπρόεδρο, βουλή και γερουσία και σήμερα ακόμα οι Αμερικανοί κοιτάζουν ποιος είναι ο πιο κατάλληλος άνθρωπος για να μπει στην θέση που θα ωφελήσει τον τόπο. Ακόμα κι αν δεν έχει ανακατευτεί ποτέ στα πολιτικά» (σ. 119). Από την άλλη πλευρά από το τέλος του Εμφυλίου και μετά η διαφθορά κατοχυρώθηκε στην αμερικανική πολιτική, η βία κι η νοθεία διείσδυσαν στον εκλογικό αγώνα με τρόπο άγνωστο στα ευρωπαϊκά ήθη. «Η πολιτική έγινε περισσότερο εκμετάλλευση, να ‘ρθουμε στα πράματα να τα βολέψουμε, παρά ιδεολογία» (σ. 258). Πάνω απ’ όλα, πέρα από Συντάγματα και θεσμούς, αυτό που κυριαρχεί στην αμερικανική δημοκρατία είναι η επιρροή των μεγάλων επιχειρηματικών ομίλων, των τραστ. «Πόλεμοι και ειρήνη κανονίζονται με τα συμφέροντα των μεγάλων τραστ. Πολιτικοί πέφτουνε ή αναδεικνύονται από δαύτους. Όλα τα μέσα και είδη… βρίσκονται στην διάθεσή τους. Μέχρι που μπορούνε αν θέλουνε, να βγάλουνε από την μέση όποιον τους ενοχλεί κι ας είναι και πρόεδρος28» (σ. 248). «Τα τραστ με τον πλούτο τους κανονίζουνε την Αμερική κι η Αμερική όλο τον άλλον κόσμο» (σ. 248).
Απ’ όλα τα βιβλία για την Αμερική που εξετάζουμε εδώ, αυτό του Τσιφόρου είναι το μόνο που διαπνέεται από έναν γνώριμο μας αντιαμερικανισμό, όπως διαμορφώνεται στην Ελλάδα εκείνη ακριβώς την περίοδο και θα μεσουρανήσει τις πρώτες δεκαετίες της Μεταπολίτευσης. Η Αμερική του είναι σχεδόν μια καρικατούρα σχεδιασμένη απ’ την ελληνική Αριστερά του 1970 και 1980. Θα ήταν λάθος όμως, να υποθέσει κανείς ότι η οπτική του Τσιφόρου είναι με κάποιον τρόπο αριστερή. Παρόλο που υιοθετεί έναν πρωτόγονο ιστορικό υλισμό, ανάγοντας τα πάντα σε οικονομικά συμφέροντα, υμνεί τα ευεργετικά οφέλη του ελεύθερου ανταγωνισμού, παίρνοντας ως παράδειγμα την κατασκευή των αμερικανικών σιδηροδρόμων από ιδιώτες και συγκρίνοντας την με τις αρνητικές συνέπειες που είχε το μονοπώλιο των σπίρτων στην Ελλάδα. Στο ίδιο πνεύμα θεωρεί τα ισχυρά τότε αμερικανικά συνδικάτα πληγή για την χώρα. Όσο για το φυλετικό ζήτημα, μπορεί να εκφράζει τον αποτροπιασμό του για τις πρακτικές τύπου Κου Κλουξ Κλαν, αλλά αυτό δεν τον εμποδίζει να δηλώνει ότι οι μαύροι είναι παρακατιανή φυλή, αφού μέχρι σήμερα δεν έχουν δείξει σημεία διανοητικής ανωτερότητας (σ. 222).
Προς τιμήν του, ο Τσιφόρος ξεχωρίζει απ’ τους άλλους και για έναν άλλον λόγο. Είναι ο μόνος που παίρνει σοβαρά τον ρόλο της βίας στην αμερικανική ιστορία και κοινωνία, ένα θέμα που οι υπόλοιποι αγνόησαν ολοκληρωτικά. Ο Τσιφόρος κατάλαβε και μας δίνει και μας να καταλάβουμε ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες χτίστηκαν πάνω στην βία. Βέβαια, τα περισσότερα κράτη και δη τα μεγάλα οικοδομήθηκαν χρησιμοποιώντας βία, αλλά επρόκειτο για κρατική βία ή έστω πρόσκαιρη επαναστατική. Αυτό που κάνει τις Ηνωμένες Πολιτείες να ξεχωρίζουν είναι ότι με εξαίρεση την Επανάσταση και τον Εμφύλιο η βία από την οποία γεννήθηκαν ήταν κοινωνική και μακροχρόνια. Στην Αμερική η βία, όπως και ο καπιταλισμός, προήλθε κυρίως απ’ τα κάτω, απ’ την ιδιωτική πρωτοβουλία. Ήταν η βία των αποίκων εναντίον των Ινδιάνων, των δουλεμπόρων και δουλοκτητών εναντίον των μαύρων σκλάβων, μετά την κατάργηση της δουλείας η βία των λευκών εναντίον των μαύρων στο Νότο, η βία των λευκών μεταξύ τους στην Άγρια Δύση και ξανά εναντίον των Ινδιάνων, η βία των επιχειρήσεων εναντίον του εργατικού κινήματος, η βία των επιχειρήσεων στον μεταξύ τους ανταγωνισμό, η βία των γκάνγκστερ κατά την Ποτοαπαγόρευση. Οποιαδήποτε κατανόηση της σύγχρονης Αμερικής δεν είναι πλήρης χωρίς αυτήν την μικρή λεπτομέρεια. Κι όμως στην Ελλάδα αυτήν την λεπτομέρεια ο πρώτος που φαίνεται να την αντιλήφθηκε ήταν ένας ταπεινός ευθυμογράφος.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΨΑΘΑΣ

Φαίνεται πως το επάγγελμα του ευθυμογράφου, τουλάχιστον έτσι όπως το ασκούσε ο Ψαθάς, μοιάζει πολύ με αυτό του ανθρωπολόγου. Γιατί πίσω, απ’ το ζωηρό, χαριτωμένο ύφος του, αυτό που έκανε στην Νέα Υόρκη και το Σικάγο μόνο ως ανθρωπολογική παρατήρηση μπορεί να περιγραφεί. Άλλοι είδαν την Αμερική στο ύψος του ματιού από κάποια απόσταση, σαν ζωγράφοι που σχεδιάζουν ένα τοπίο, άλλοι από ψηλά, θέλοντας να δουν το μεγάλο σχέδιο, τους θεσμούς της και τις ιστορικές τάσεις. Ο Ψαθάς την περπάτησε με το μουσούδι στο έδαφος σαν λαγωνικό. Βέβαια, όπως είπαμε, ουσιαστικά μόνο δυο αμερικανικές πόλεις είδε, κάθε άλλο παρά αντιπροσωπευτικές της χώρας, όπως διαπίστωσαν οι συνάδελφοί του που προχώρησαν παρά πέρα.29  Αλλά σιωπηλά αφήνει να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι αντιπροσωπεύουν όλη την χώρα.
Οι πρώτες του εντυπώσεις, που δεν θα μεταβληθούν καθόλου στην συνέχεια, είναι δέος μπροστά στα μεγέθη και τον πλούτο της χώρας. Πρωτοφτάνοντας στην Νέα Υόρκη γράφει: «Τα ‘χω χαμένα; Μάλλον… Είναι λίγες ώρες που έφτασα στην Νέα Υόρκη κι ακόμα βρίσκομαι στην κατάσταση του ανθρώπου που ζει ένα όνειρο απίθανο.» Οι ουρανοξύστες, το μέγεθος της πόλης, τα πλήθη των ανθρώπων που κυκλοφορούν στους δρόμους τον ζαλίζουν. Ακόμα και όσα έχει ήδη δει στον κινηματογράφο ή σε φωτογραφίες, τα φώτα του Μπρόντγουεϊ, το Άγαλμα της Ελευθερίας, από κοντά τον ξαφνιάζουν με την κλίμακά τους. Παρακολουθώντας το χτίσιμο ενός ουρανοξύστη αναφωνεί «Αυτή είναι η Αμερική! Δυνατή, γρήγορη, καταπληκτική, ακαταγώνιστη» (σ. 188).
Εδώ πέρα βρίσκει κανείς όλα τα καλά του Ισαάκ, για όλα τα βαλάντια. Υπάρχουν κατ’ αρχάς οι αμέτρητοι αυτόματοι πωλητές, που με μια δεκάρα σου βγάζουν από αναψυκτικό μέχρι ασφάλεια ζωής. Μετά αυτό που ο Ψαθάς αποκαλεί καφετερίες, λαϊκά εστιατόρια όπου σερβίρεσαι μονάχος σου,30 και τα φαρμακεία, δηλαδή τα ντραγκ στορς, οπού παραδόξως το τελευταίο που πωλείται είναι φάρμακα, ενώ αντίθετα μπορεί ν’ αγοράσει κανείς από τσιγάρα μέχρι φωτογραφικές μηχανές και ταυτόχρονα να φάει, να πιει και να συναντηθεί με τους φίλους του.31. Μετά υπάρχουν τα σουπερμάρκετ, άγνωστα τότε στην Ελλάδα, στα οποία αφιερώνει εκτενή περιγραφή, ιδίως στην ποικιλία των τροφίμων τους.32  Πιο πάνω απ’ τα σουπερμάρκετ είναι τα πολυκαταστήματα, όπως το «Μέισις» με τα εννιά πατώματα, που ο Ψαθάς επισκέφθηκε εφτά φορές και κάθε φορά ανακάλυπτε κάτι καινούργιο. Και κοντά σ’ αυτά υπάρχουν οι χώροι ψυχαγωγίας, όπως το Ράντιο Σίτι, ο μεγαλύτερος κινηματογράφος του κόσμου, και το Κόνι Άιλαντ με το λούνα παρκ του. Υπάρχουν όμως και τα πολυάριθμα μουσεία, το μοναδικό μέρος στο οποίο ηρεμεί από την διαρκή υπερφόρτωση των αισθήσεων που είναι η ζωή στην μεγαλούπολη. Και τέλος, σε αυτήν την πλουσιότερη πόλη του κόσμου υπάρχουν οι βιτρίνες των μαγαζιών πολυτελείας της Πέμπτης Λεωφόρου. Ατέλειωτες σε μάκρος και με βάθος θεατρικής σκηνής θαμπώνουν τον Ψαθά. «Τόσα διαμάντια, μπριλάντια και μαργαριτάρια δεν τα ‘φαγα ούτε ρεβίθια στην Ελλάδα!» (σ. 100).
Ανάμεσα στα κτίρια και τα προϊόντα υπάρχουν φυσικά οι άνθρωποι. Αυτοί είναι πάντα βιαστικοί, δεν έχουν χρόνο για τον διπλανό τους και τα κάνουν όλα στα όρθια, ακόμα και το φαΐ. Ο λόγος είναι ότι δουλεύουν μανιωδώς, ή αλλιώς κυνηγάνε το δολάριο. «Γιατί η Νέα Υόρκη είναι η πόλη των μπίζνες, όπου ρυθμιστής των πάντων, σκοπός και έπαθλο είναι το δολάριο που το κυνηγούν οχτώ εκατομμύρια άνθρωποι όλων των φυλών κι όλων των θρησκευμάτων, που συγκλίνουν αδερφικά στην φανατική λατρεία του» (σ. 55). Εδώ πέρα ο πλούτος είναι η μόνη πηγή κοινωνικού σεβασμού.
Παίρνοντας ως παράδειγμα ένα γνωστό του ζευγάρι, έναν φίλο του Έλληνα μετανάστη, τον Ταμ, και την Αμερικανίδα σύζυγό του, ο Ψαθάς δίνει μια ωραιότατη περιγραφή της καθημερινότητας ενός μέσου εργαζόμενου αμερικανικού ζευγαριού, στην οποία σήμερα κάμποσες εκατοντάδες εκατομμύρια εργαζομένων στον πλανήτη, απ’ την Κίνα μέχρι το Περού, εύκολα θ’ αναγνώριζαν την δική τους ζωή. Ο τυπικός αυτός εργαζόμενος ξυπνάει στις 6:30 π.μ., ετοιμάζεται βιαστικά, κάνει μια ώρα να φτάσει στην δουλειά του, φτάνει στις οχτώ και δουλεύει ασταμάτητα ως τις δώδεκα, όπου κάνει ένα ημίωρο διάλειμμα για να φάει πρόχειρα και να ξεκουραστεί δέκα λεπτά. Μετά συνεχίζει την δουλειά ως τις πέντε, οπότε σχολώντας φεύγει τρέχοντας και πέφτει στην κίνηση. Φτάνει μετά μια ώρα σπίτι όπου συναντά την γυναίκα του, που έχει περάσει την ίδια ακριβώς διαδικασία. Το ζευγάρι τρώει, κάνει σχέδια για βραδινή έξοδο, τ’ αναβάλει και αποκοιμιέται, μέχρι τις εξίμισι της άλλης μέρας, οπότε ξανά απ’ την αρχή. Και σχολιάζει σκωπτικά ο Ψαθάς. «Αυτό ο φίλτατος Ταμ το λέει ευτυχία. Ζήτημα αντιλήψεως» (σ. 122-23).
Ότι η αντίληψη του Ψαθά για την ευτυχία είναι διαφορετική, δεν το κρύβει καθόλου. «Αυτό που λέμε ρέγουλα στην ζωή το εκτιμώ βαθιά… Ξέρω να μην δουλεύω πολύ, να μην τρέχω πολύ, να μην αγωνιώ για τίποτα, να στρώνομαι σε μια καρέκλα, να τρώω και να πίνω με την ησυχία μου. Ξέρω, προπάντων, να ξαπλώνω το μεσημεράκι για να παίρνω τον γλυκό και σύντομο υπνάκο που τον ευλόγησε ο Θεός και τον απολαμβάνει ο άνθρωπος. Είμαι Ρωμιός. Γι’ αυτό στον Νέο Κόσμο όλα μου φαίνονται νέα και παράξενα ― με παίρνει η Νέα Υόρκη στον τρελό ρυθμό της και με τρελαίνει» (σ. 69).
Και υπάρχουν κι άλλα πράγματα που δεν του αρέσουν. Βλέποντας τον φίλο του να πλένει πιάτα και να του εξηγεί ότι στην Αμερική οι άνδρες μοιράζονται με τις συζύγους τους τις δουλειές του σπιτιού, θίγεται ως τα τρίσβαθα της ανδρικής του τιμής.
Παρόλα αυτά δεν του διαφεύγει καθόλου τί είναι αυτό που κάνει εκατομμύρια Αμερικανούς να περνούν την ζωή της σε αδιάκοπο άγχος και που δεν είναι άλλο από την ρεαλιστική υπόσχεση της υλικής ευημερίας. «Δουλεύεις; Θα ζήσεις οπωσδήποτε. Με μικρές δόσεις, ανεπαίσθητες, παίρνεις τα πάντα στην Αμερική. Το μέγα καλό της χώρας τούτης είναι ότι απρόσιτα πράματα δεν έχει για τον εργαζόμενο, έξω από τα είδη πολυτελείας. Μα όταν λέω είδη πολυτελείας, δεν εννοώ ούτε το αυτοκίνητο ούτε το ηλεκτρικό ψυγείο ούτε ηλεκτρικό πλυντήριο ούτε την ηλεκτρική κουζίνα ούτε την ηλεκτρική σκούπα. Με όλα αυτά τα είδη είναι εφοδιασμένο και το φτωχότερο σπίτι υπαλλήλου στην Αμερική» (σ. 128). Λίγο πιο κάτω ο Ψαθάς δίνει έναν συνοπτικό και ευστοχότατο ορισμό της λογικής μιας καταναλωτικής κοινωνίας, αντάξιο κοινωνιολόγου: «Ρυθμός τρελός. Ζωή φτηνή. Φρενήρης καλπασμός. Και γι’ αντιστάθμισμα ανέσεις κι ευκολίες.» (σ. 130). Αλλά η Αμερική υπόσχεται στους πιστούς της κάτι παραπάνω από απλή άνεση. Τους υπόσχεται ότι αν έχουν κότσια κι ικανότητες μπορούν να γίνουν βασιλείς των δολαρίων, εκατομμυριούχοι. Το αντίτιμο είναι η απουσία ενός διχτυού προστασίας για τους αδύναμους.33 «Ελεύθεροι είναι όλοι στην Αμερική, αλλά και η ελευθερία τούτη είναι ιδιότυπη. Όπως είσαι ελεύθερος να κολυμπάς μέσα στα δολάρια, έτσι είσαι ελεύθερος και να πεθάνεις απ’ την πείνα αν δεν έχεις τα κότσια να τα βγάλεις πέρα» (σ. 237).
Όμως οι παρατηρήσεις του για την αμερικανική κοινωνία δεν σταματούν εδώ, επεκτείνονται σε διάφορα θέματα και ενίοτε πίσω από φαινομενικά ευφυολογήματα φτάνουν σε εντυπωσιακό βάθος. Όπως και με άλλους, έτσι κι εκείνου του τραβάει την προσοχή η ιδιότυπη αμερικανική θρησκευτικότητα. «Φιλόθρησκοι και ευλαβείς είναι οι Αμερικανοί κατά τον δικό τους τρόπο. Λατρεύουν το δολάριο, αλλά δεν αποχωρίζονται την Βίβλο» (σ. 214). Το πλήθος και η ποικιλία των αμερικανικών εκκλησιών και η ελευθερία που απολαμβάνουν τραβούν το ενδιαφέρον του. Αυτή η ανοχή σε καμιά περίπτωση δεν αποκλείει την ιδιά στιγμή τον φανατισμό, τον προσηλυτισμό με μεθόδους σύγχρονου μάρκετινγκ και τα περιοδικά ξεσπάσματα θρησκευτικής υστερίας.
Ένα άλλο πράγμα που παρατηρεί είναι ότι στην Αμερική υπάρχει ένα ιδιαίτερο είδος διασημότητας, διαφορετικό από τα γνωστά είδη, των αστέρων του κινηματογράφου, του αθλητισμού κλπ., που απαιτούν μόχθο και ικανότητες. Πρόκειται για ένα είδος εφήμερης δόξας που αγγίζει κατά τα άλλα ασήμαντους ανθρώπους λίγο πολύ στην τύχη, λόγου χάρη επειδή συμμετείχαν σε ένα τηλεπαιχνίδι, και για ένα διάστημα τους αποφέρει πλούτο. Στην Αμερική ο Ψαθάς ανακαλύπτει για πρώτη φορά τους σελέμπριτι, αυτούς που είναι διάσημοι επειδή είναι διάσημοι.
Και μπροστά σε μια βιτρίνα στην Νέα Υόρκη σκοντάφτει δίχως να το συνειδητοποιεί σε μια ιδιοφυή παρατήρηση. Γιατί ενώ «μπανίζει» (η λέξη είναι δική του) τα περίτεχνα εσώρουχα της βιτρίνας, σημειώνει ότι στην Αμερική ο πορνογραφικός χαρακτήρας των εσωρούχων έτσι που επιδεικνύονται δημόσια, κοκετισμός είναι η λέξη που χρησιμοποιεί, συνυπάρχει παραδόξως με μια παντελή έλλειψη ερωτισμού στην καθημερινή ζωή. Άραγε δεν είναι ο συνδυασμός πορνογραφικής φαντασίας και ανέραστης καθημερινότητας το μυστικό της ερωτικής ζωής μιας σύγχρονης κοινωνίας;
Στην Νέα Υόρκη, όπου ζουν όλες οι φυλές της γης, υπάρχει και μια που ξεχωρίζει απ’ τις άλλες. Οι μαύροι. Ο Ψαθάς πηγαίνει στην περιοχή τους, το Χάρλεμ, για να τους γνωρίσει από κοντά. Δεν κρύβει, μάλλον υπερβάλλει, την προκατάληψή του. «Τους Νέγρους τους αντιπαθώ… Είναι αγριωποί. Κατάμαυροι» (σ. 105). Προπάντων τον ταράζουν όσα έχει ακούσει για την εγκληματικότητα. «Πίνουν, σου λέει, μεθάνε, κι όταν σε βρουν στο Χάρλεμ, μόνο, νταγκ! σε κοπανάνε. Τρέμω το Χάρλεμ» (σ. 105). Πηγαίνοντας όμως εκεί, και βλέποντας φτωχογειτονιές που δεν έχουν καμιά σχέση με τον πλούτο της υπόλοιπης Νέας Υόρκης, ανακαλύπτει ότι δεν κατοικείται από αιμοσταγείς κανίβαλους που του είπαν, αλλά συνηθισμένους, καλοσυνάτους ανθρώπους, αρκεί να έχεις διάθεση να τους γνωρίσεις. Γενικά όμως ο Ψαθάς ελάχιστα ασχολείται με τους μαύρους, και καθόλου με το φυλετικό ζήτημα ως τέτοιο, παρόλο που η έμφυτη παρατηρητικότητά του τον υποχρεώνει να προσέξει ότι στα σφαγεία του Σικάγο όλες τις απεχθείς εργασίες τις εκτελούν μαύροι.
Μπορεί οι μαύροι να μην είναι όλοι εγκληματίες, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχει εγκληματικότητα γενικά. Ο γκαγκστερισμός είναι στοιχείο της αμερικανικής κοινωνίας, οι ένοπλες ληστείες στην Νέα Υόρκη συχνές και το να κρατάς εμφανώς χρήματα στον δρόμο, πρακτική παντελώς ακίνδυνη στην Αθήνα, συνιστά εκεί αυτοκτονική συμπεριφορά.
Στο τέλος του βιβλίου του, ο Ψαθάς προβαίνει σε μια σύγκριση Ευρώπης-Αμερικής, κάθε άλλο παρά κολακευτική για την πρώτη. Ναι, λέει, η Ευρώπη υπερέχει σε πνευματικά επιτεύγματα, σε μεγάλους καλλιτέχνες και στοχαστές, αλλά τίποτε δεν ωφελήθηκε απ’ αυτό. «Αν έχει φιλότιμο ο Ευρωπαίος θα έπρεπε να ντρέπεται για τον εαυτό του. Γιατί ήταν ανήμερο θηρίο και τέτοιο έμεινε… Γεμάτη είναι η ιστορία των Ευρωπαίων απ’ τις ντροπές των ατελείωτων πολέμων. Μέγας έγινε. Άνθρωπος δεν έγινε!» (σ. 233). Αντίθετα, η Αμερική αξιοποίησε τα πνευματικά επιτεύγματα της Ευρώπης, αλλά ταυτόχρονα πέτυχε την ειρήνη και την ενότητα, ξεπερνώντας έτσι την Ευρώπη, «που εν ονόματι του πολιτισμού της αλληλοσφάχτηκε επί αιώνες κι άπλωσε το αρπαχτικό της χέρι στα πέρατα του κόσμου» (σ. 236).
Ο έπαινος για την Αμερική είναι κυρίως κριτική της Ευρώπης. Παρά τα επιτεύγματά τους οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν τον συγκινούν. Σε μια ομιλία του στο ραδιόφωνο κατά το ταξίδι του λέει: «Σε πολλά μέρη της Νέας Υόρκης δοκίμασα κατάπληξη. Ολούθε θαυμασμό. Δύναμη είδα παντού. Βαθύτερη όμως ανθρωπιά δεν μπόρεσα να δω» (σ. 184). Επιστρέφοντας απ’ το ταξίδι του νιώθει ανακούφιση να πατά σε ελληνικό έδαφος.
Κατά βάση ο Ψαθάς βλέπει την Αμερική παρόμοια με τον Τσιφόρο. Και οι δυο την αντιλαμβάνονται όχι με όρους καπιταλισμού, είτε ως μια μορφή ταξικής εκμετάλλευσης είτε ως μια αυτορρυθμιζόμενη αγορά, αλλά μέσα από το πρίσμα του κοινωνικού δαρβινισμού. Και για τους δυο οι Ηνωμένες Πολιτείες είναι μια χώρα στην οποία το μεγάλο ψάρι τρώει το μικρό, οι δυνατοί επιβιώνουν, και μ’ αυτόν τον τρόπο ανεβαίνει το γενικό επίπεδο της κοινωνίας, αλλά το τίμημα είναι η έλλειψη ανθρωπιάς. Εκεί που διαφέρει ο Ψαθάς απ’ τον Τσιφόρο είναι στο θέμα της βίας. Για τον Τσιφόρο, όπως είδαμε, η βία διαπερνά την αμερικανική ιστορία, ενώ για τον Ψαθά αυτό που ξεχωρίζει την Αμερική είναι ότι απέφυγε την βία της ευρωπαϊκής ιστορίας. Κατά μία έννοια, αμφότεροι έχουν δίκιο. Με εξαίρεση τον Αμερικανικό Εμφύλιο οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν γνώρισαν καταστρεπτικούς πολέμους στο έδαφός τους. Και αν πολλοί λόγοι συνετέλεσαν στην άνοδο της αμερικανικής υπερδύναμης, η μεθοδική αυτοκαταστροφή της Ευρώπης σε δυο παγκόσμιους πολέμους δεν ήταν απ’ τους πιο ασήμαντους. 

Ε. Επίλογος

«Η μεγάλη αυτή χώρα ανακαλύπτεται διαρκώς από την εποχή του Κολόμβου και ιδιόρρυθμη όπως είναι, φαίνεται ότι θα εξακολουθεί ν’ ανακαλύπτεται επ’ άπειρον, προπάντων από πλήθη συγγραφέων» (σ. 11) γράφει ο Ψαθάς για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ ο Παπανούτσος συμπληρώνει ότι θα δούμε εκείνη την Αμερική που θα αναζητήσουμε. Οι Έλληνες συγγραφείς δεν πρωτοτύπησαν ως προς αυτό, ο καθένας είδε την Αμερική που ήθελε να δει. Μυθιστοριογράφοι μάλλον παρά διανοούμενοι, ο Βενέζης κι ο Καραγάτσης είδαν πρωτίστως εξωτικά τοπία και γραφικούς χαρακτήρες. Διανοούμενοι πρωτίστως, ο Θεοτοκάς, ο Τσάτσος και ο Παπανούτσος είδαν μια φιλελεύθερη δημοκρατία, κρίνοντας την ο καθένας ανάλογα με την προσωπική του κλίση και την ιστορική συγκυρία. Λαϊκοί ευθυμογράφοι, ο Τσιφόρος και ο Ψαθάς είδαν αυτά που ήξεραν απ’ τον κινηματογράφο, και για τα οποία κατά πάσα πιθανότητα το κοινό τους περίμενε ν’ ακούσει, ουρανοξύστες, γκάγκστερ κι έναν λαό ταγμένο στο κυνήγι του πλούτου. Όλοι τους όμως έχουν ορισμένα κοινά, ενώ υπάρχουν και κάποιες τάσεις που ενώ δεν είναι κοινές σε όλους, συναντώνται σε αρκετούς απ’ τους παραπάνω.
Το πρώτο πράγμα που εντυπωσιάζει είναι η απουσία της Δύσης. Οι συγγραφείς αυτής της γενιάς και περιόδου δεν βλέπουν τις Ηνωμένες Πολιτείες σαν κομμάτι μιας ευρύτερης πολιτισμικής και πολιτικής ενότητας με το όνομα Δύση, αλλά σαν μια τελείως άλλη περιοχή του κόσμου απ’ την Ευρώπη, όχι λιγότερο διαφορετική απ’ αυτήν με την Σοβιετική Ένωση. Όταν μιλούν για την Ευρώπη πάλι, ουδέποτε κάνουν την διάκριση ανάμεσα σε καπιταλιστική δυτική Ευρώπη υπό την ηγεσία των ΗΠΑ και κομμουνιστική ανατολική Ευρώπη υπό την ηγεσία της ΕΣΣΔ. Βέβαια όλοι οι Έλληνες, τότε και τώρα, όταν μιλούν για Ευρώπη, έχουν στο μυαλό τους κατά βάση την δυτική Ευρώπη, αλλά έχει σημασία ότι στον λόγο τους η Ευρώπη είναι μία και ενιαία, δεν διαχωρίζουν ποτέ ανάμεσα στο Παρίσι και την Πράγα. Αντίστοιχα οι ίδιοι, σε αντίθεση με τους κομπλεξικούς απογόνους τους τις επόμενες δεκαετίες, βλέπουν τους εαυτούς τους ως αυτονόητα και με αυτοπεποίθηση Ευρωπαίους.
Μόνη προφανής εξαίρεση είναι ο Θεοτοκάς, ο οποίος ρητά αναφέρει ότι Ευρώπη και Αμερική συνιστούν μια ενιαία Δύση. Όμως η εξαίρεση είναι μονάχα μερική. Αφενός, και ο Θεοτοκάς όχι λιγότερο από τους άλλους κάνει διαρκώς την σύγκριση ανάμεσα σε Ευρώπη και Αμερική. Αφετέρου, το μακρύ εγκώμιο των Ηνωμένων Πολιτειών που είναι το Δοκίμιο για την Αμερική δεν έχει ως τελικό σκοπό να υποστηρίξει την πλήρη υποταγή της δυτικής Ευρώπης στις ΗΠΑ στα πλαίσια του ΝΑΤΟ, αλλά το αντίθετο, την αναστήλωση της Ευρώπης μέσα από την δημιουργία των δικών της Ηνωμένων Πολιτειών.
Ανεξάρτητα πολιτικών πεποιθήσεων και πόσο φιλικά ένιωθαν προς τις ΗΠΑ ή το ΝΑΤΟ, όλοι οι συγγραφείς που εξετάσαμε βλέπουν λοιπόν ακόμα τον κόσμο μέσα από την πολιτική και πολιτισμική γεωγραφία του Μεσοπολέμου. Ο κόσμος δεν χωρίζεται στα δύο, σε μια καπιταλιστική Δύση και μια κομμουνιστική Ανατολή, αλλά στα τρία, στις Ηνωμένες Πολιτείες, την Σοβιετική Ένωση και την Ευρώπη ανάμεσά τους.34            Ένα άλλο τους κοινό χαρακτηριστικό είναι ότι κανείς δεν ενθουσιάζεται από τον αμερικανικό τρόπο ζωής. Ο φιλοαμερικανισμός όπως εμφανίστηκε στην Ευρώπη στο δεύτερο μισό του εικοστού αιώνα, είτε ως λατρεία για την αμερικανική ποπ κουλτούρα είτε ως θαυμασμός για την ελεύθερη αγορά και τις ευκαιρίες πλουτισμού που παρέχει, δεν τους αγγίζει καθόλου. Μπορεί να υποστηρίζουν ένθερμα τους Αμερικανούς συμμάχους, αλλά δεν τους βλέπουν ως πρότυπο.
Αυτό που κυρίως απορρίπτουν δεν είναι κάτι ιδιαίτερα αμερικάνικο, αλλά η ίδια η σύγχρονη μαζική κοινωνία, όπως την συναντούν πρώτη φορά στην Αμερική. Είτε θεωρούν πως τα φαινόμενα που βλέπουν είναι αμερικανισμοί, όπως ο Ψαθάς, είτε καταλαβαίνουν ότι είναι απλώς συμπτώματα του σύγχρονου κόσμου, όπως ο Παπανούτσος, είτε εστιάζουν στην μοναξιά των μεγαλουπόλεων, όπως ο Βενέζης, είτε στην αποξένωση απ’ την φύση, όπως ο Καραγάτσης, όλοι τους νιώθουν από δυσαρέσκεια έως ανησυχία μπροστά σε έναν κόσμο που δεν είναι άλλος από τον κόσμο κάθε σημερινής ανεπτυγμένης καπιταλιστικής κοινωνίας. Στο κάτω κάτω πόσοι Έλληνες σήμερα έχουν την πολυτέλεια να παίρνουν τον μεσημεριανό ύπνο που τόσο έλειψε απ’ τον Ρωμιό Ψαθά στην Νέα Υόρκη;
Μοναδική εξαίρεση κι εδώ αποτελεί ο Θεοτοκάς, κι εδώ όμως η εξαίρεση είναι επιφανειακή. Πρώτα απ’ όλα ο φιλοαμερικανισμός του Θεοτοκά ανήκει στον 19ο και όχι στον 20ό αιώνα, αφορά τους φιλελεύθερους θεσμούς των ΗΠΑ, όχι την ποπ κουλτούρα ή την ελεύθερη αγορά. Κυρίως όμως ο Θεοτοκάς δεν είναι περισσότερο δεκτικός απέναντι στην σύγχρονη κοινωνία από τους συναδέλφους του. Τρία χρόνια μετά το βιβλίο του για την Αμερική, γράφει ένα μικρό δοκίμιο για την Σουηδία.35 Παραδέχεται ότι οι Σουηδοί σε αντίθεση με τους Αμερικανούς κατάφεραν να εξαλείψουν την φτώχεια, η σουηδική κοινωνία όμως δεν τον ενθουσιάζει. Οι νέοι της χώρας, λέει, προστατευμένοι απ’ την υλική στέρηση χάρη στο κοινωνικό κράτος και με χαλαρούς οικογενειακούς δεσμούς, αποκτούν ψυχικά προβλήματα, καταφεύγουν στην βία και τις παραβατικές συμπεριφορές. «Τα βίτσια διαδίδονται. Η εγκληματικότητα αυξάνει» (σ. 95). Η ίδια η τεχνική και υλική πρόοδος, αντί να φέρει την ευτυχία, δημιουργεί υπαρξιακό κενό, με αποτέλεσμα οι άνθρωποι να τρελαίνονται και να αυτοκτονούν συχνότερα απ’ ό,τι στην Ελλάδα. Παραδέχεται ότι για αυτήν την κατάσταση δεν είναι υπεύθυνο το σουηδικό έθνος, αλλά ολόκληρος ο βιομηχανικός πολιτισμός που απορροφημένος από την ραγδαία του ανάπτυξη λησμόνησε τις βαθύτερες ανάγκες του ανθρώπου. «Ώστε εκεί πάμε κι εμείς, μέσα από τα σχέδια μας για οικονομική ανασυγκρότηση, εκβιομηχάνιση και άνοδο του βιομηχανικού επιπέδου; Αυτό είναι το μέλλον, αυτό είναι το καινούργιο πρόβλημα που μας περιμένει στην άκρη του δρόμου, όταν πάψουμε ν’ αγωνιζόμαστε για το ψωμί και την ελευθερία;» (σ. 96).
Ό,τι λοιπόν οι άλλοι είδαν στην φιλελεύθερη Αμερική, τις παρενέργειες μιας κοινωνίας της αφθονίας, ο Θεοτοκάς επέλεξε να το δει στην σοσιαλδημοκρατική Σουηδία. Δεν τον τάραξε λιγότερο απ’ τους υπόλοιπους. Μπόρεσε όμως με αυτό το τέχνασμα να διαφυλάξει την εικόνα των Ηνωμένων Πολιτειών ως ιδανικής φιλελεύθερης πολιτείας, όπως την σκιαγράφησε στο Δοκίμιο για την Αμερική. Άλλωστε στην εισαγωγή του βιβλίου παραδέχεται ότι προτίμησε να παραλείψει τις πτυχές του αμερικανικού τρόπου ζωής που τον έφεραν σε αμηχανία.
Πέρα απ’ αυτά τα δυο στοιχεία, την απουσία της Δύσης και την καχυποψία για τον αμερικανικό τρόπο ζωής, υπάρχουν άλλα που δεν τα συναντούμε σε όλους, αλλά οπωσδήποτε σε αρκετούς απ’ τους συγγραφείς μας.
Ένα απ’ αυτά αφορά στην πραγμάτευση των φυλετικών διακρίσεων. «Η φυλετική όμως προκατάληψή είναι κάτι εντελώς ξένο προς κάθε παράδοσή μας» (σ. 147) διαβεβαιώνει ο Θεοτοκάς. Διαβάζοντας όμως κανείς τα κείμενα των συγγραφέων μας, εύκολα βρίσκει πόσο λίγη αξία έχουν τέτοιες πιστοποιήσεις απουσίας ρατσισμού. Είναι αλήθεια ότι κανένας τους δεν εκφράζει την παραμικρή συμπάθεια στο καθεστώς του φυλετικού διαχωρισμού ούτε στην ρατσιστική βία τύπου Κου Κλουξ Κλαν. Οι περισσότεροι όμως διακατέχονται από προκαταλήψεις εναντίον των μαύρων, οι οποίες κυμαίνονται από την απλή καχυποψία μέχρι την ρητή υποστήριξη της βιολογικής τους κατωτερότητας. Ακόμα και ο κατά τα άλλα συνεπής φιλελεύθερος Θεοτοκάς παραδέχεται ότι θα του κακοφαινόταν να βάλει έναν μαύρο στην οικογένειά του. Μονάχα ο Παπανούτσος, από μιαν άποψη ο τελευταίος εκπρόσωπος του νεοελληνικού Διαφωτισμού, δείχνει τελείως απαλλαγμένος από ρατσιστικές προκαταλήψεις.36             
Σε αυτό το σημείο αξίζει να κάνουμε μια γλωσσολογική παρέκβαση, γιατί δείχνει πόσο λίγη αξία έχει το λεξιλόγιο της πολιτικής ορθότητας ως κριτήριο ή ως διορθωτικό των αντιλήψεων των ανθρώπων.37 Ο Βενέζης, ο Θεοτοκάς κι ο Παπανούτσος για να αναφερθούν στους μαύρους χρησιμοποιούν την λέξη Νέγρος. Ο Θεοτοκάς μάλιστα στο ημερολόγιό του χρησιμοποιεί εναλλάξ τις λέξεις νέγρος και μαύρος, αλλά στο βιβλίο του κρατάει μόνο το πρώτο, θεωρώντας το προφανώς πιο επίσημο. Ο Καραγάτης κι ο Ψαθάς χρησιμοποιούν την λέξη αράπης, ο δε Ψαθάς μεταχειρίζεται την λέξη στο πρώτο μέρος του βιβλίου του σ’ ένα σωρό ευφάνταστες παραλλαγές, αραπίνα, αραπομάγαζο, αραπομαχαλάς κλπ. Μετά το δεύτερο ταξίδι του όμως, το 1957, ο Ψαθάς εγκαταλείπει το αράπης και μιλάει μόνο για νέγρους. Οι μόνοι που χρησιμοποιούν συστηματικά την λέξη μαύρος, δηλαδή την λέξη που εμείς σήμερα θεωρούμε πολιτικά ορθή, είναι ο Τσάτσος κι ο Τσιφόρος, δηλαδή εκείνοι ακριβώς οι συγγραφείς που υποστηρίζουν ανοικτά την κατωτερότητα της μαύρης φυλής.
Το τι γράφουν οι συγγραφείς μας για τις Αμερικανίδες έχει και αυτό την αξία του. Και αυτό γιατί οι περιγραφές των Ελλήνων διανοουμένων μας δείχνουν το μέγεθος του σεξισμού στην ίδια την Ελλάδα, πάνω κάτω την εποχή που οι Ελληνίδες αποκτούν δικαίωμα ψήφου. Στα μάτια πολλών εξ αυτών οποιαδήποτε στοιχειώδη παραχώρηση δικαιωμάτων στις γυναίκες και οποιαδήποτε συμμετοχή τους στις αποφάσεις της οικογένειας ισοδυναμεί με τυραννία των γυναικών επί των αντρών.38 Μονάχα ο Τσάτσος εξηγεί νηφάλια ότι οι Αμερικανίδες έχουν δικαιώματα μεν, αλλά απέχουν από την πλήρη ισότητα.
Αντίστοιχα, το πώς βλέπουν την αμερικανική θρησκεία μας λέει πολλά για τις δικές τους αντιλήψεις για την θρησκεία. Γιατί σε αντίθεση με την υποτιθέμενη παντοδύναμη επιρροή της θρησκείας στην ελληνική κοινωνία, ακόμα και το ’50 και το ’60 οι Έλληνες διανοούμενοι παραξενεύονταν από μια κοινωνία στην οποία η Βίβλος είναι στο κάθε σπίτι, όλοι πηγαίνουν κάθε Κυριακή στην Εκκλησία και η θρησκεία παίζει τόσο μεγάλο ρόλο στην πολιτική. Οπωσδήποτε, η αμερικανική εκδοχή του χριστιανισμού τους ήταν κάτι ολοκληρωτικά ξένο.
Σε κάθε περίπτωση, το ταξίδι στην Αμερική υπήρξε για όλους στ’ αλήθεια ένα ταξίδι στο μέλλον. Βέβαια υπήρχαν πράγματα που είδαν εκεί τα οποία αποτελούν ιδιοτυπίες της αμερικανικής κοινωνίας, όπως η ομοσπονδιακή οργάνωση του κράτους και το φυλετικό ζήτημα, και άλλα που χωρίς να έχουν τίποτα το ξεχωριστά αμερικάνικο δεν έφτασαν ποτέ στην Ελλάδα, όπως η άψογη οργάνωση και τα γενναιόδωρα χρηματοδοτούμενα πανεπιστήμια. Τα περισσότερα όμως που τους εντυπωσίασαν στο ταξίδι τους, οι μεγαλουπόλεις, η απομόνωση της αστικής ζωής, οι εντατικοί ρυθμοί της καθημερινότητας, η εγκληματικότητα των μητροπόλεων, τα προάστια, η απανταχού παρουσία των αυτοκινήτων, τα φαστφουντάδικα, τα σουπερμάρκετ, η μαζική πανεπιστημιακή εκπαίδευση, ο μαζικός τουρισμός, οι σελέμπριτις, όλα αυτά είναι πλέον κομμάτια της ελληνικής καθημερινότητας.
Άραγε τί θα έλεγαν ο Βενέζης και ο Θεοτοκάς, που τόσο άσχημο βρήκαν το Λος Άντζελες, αν μάθαιναν ότι μισό αιώνα αργότερα, στα χρόνια της κρίσης, ένας Αμερικανός δημοσιογράφος ακολουθώντας την αντίθετη διαδρομή από την δική τους θα περιέγραφε την Αθήνα τους ως ένα Λος Άντζελες με παρελθόν;




Β Ι Β Λ Ι Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α

Βενέζης Ηλίας, Αμερικανική Γη. Χρονικό ενός ταξιδιού απ’ τις ακτές του Ατλαντικού ως τον Ειρηνικό και τον Κόλπο του Μεξικού, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1977 (1η έκδοση 1955)
Θεοτοκάς Γιώργος, Δοκίμιο για την Αμερική, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 2009 (1η έκδοση 1954)
Θεοτοκάς Γιώργος, «Μορφές του τεχνικού πολιτισμού. Εντυπώσεις από την Αμερική». (1957) στο Πνευματική πορεία, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1994
Θεοτοκάς Γιώργος, «Τα όρια της προόδου. Εντυπώσεις από την Σουηδία» (1957) στο Πνευματική πορεία, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 1994
Θεοτοκάς Γιώργος, Τετράδια Ημερολογίου (1939-1953), Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 2005
Καραγάτσης Μ. , Περιπλάνηση στον κόσμο, Ταξιδιωτικές εντυπώσεις, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 2002
Καραμπίνη-Ιατρού, Μιχαήλα, «Η άλλη Αμερική. Πώς είδαν την Αμερική στα τέλη του 19ου και στις αρχές του 20ού αιώνα ένας φοιτητής, ένας έμπορος, ένας διπλωμάτης, μια φεμινίστρια και ένας μετανάστης» στο Περάσματα, μεταβάσεις, διελεύσεις: όψεις μιας λογοτεχνίας εν κινήσει, επιμ. Ι. Παπαστάθη, Τμήμα Φιλογίας-Τομέας Μεσαιωνικών και Νέων Ελληνικών Σπουδών ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2018
Καραντώνης Αντρέας, Θυμάμαι την Αμερική, Τόμος πρώτος, Το ελληνικό βιβλίο 1963
Καρπούζου Πέγκυ, «Από την ουτοπία στην ατοπία: Η Αμερική ως “πραγματικός και φανταστικός“ χώρος στην ελληνική ταξιδιωτική γραφή του 20ού και των αρχών του 21ου αιώνα» στο Θέματα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας του Εικοστού Αιώνα, Τιμητικός τόμος για την Έρη Σταυροπούλου, επιμ. Θ. Αγαθός-Γ. Ξούριας, Gutenberg 2020
Κιτροέφ Αλέξανδρος, «Υπερατλαντική Μετανάστευση» στο Ιστορία της Ελλάδας τον 20ό αιώνα, τόμος Α1, επιμ. Χ. Χατζηιωσήφ, Βιβλιόραμα 1999
Κωστόπουλος Αλέξανδρος (με την συνεργασία της Μαίρης Κωστοπούλου), Γέφυρες ελευθερίας. Ο αμερικανικός φιλελληνισμός κατά τον 18ο και τον 19ο αιώνα, Εταιρεία Στρατηγικής και Επικοινωνίας Foresight, άνευ τόπου, 2009
Λαμπρόπουλος Βασίλης, «Το ταξίδι του Έλληνα διανοούμενου στην Αμερική», στο Θεοτοκάς Γιώργος, Δοκίμιο για την Αμερική, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας» 2005
Λυγούρας Νίκος, «Η Αμερική στην πολιτική φαντασία των Ελλήνων: 1821-1870», Μεταπτυχιακή Διπλωματική Εργασία, ΕΚΠΑ, Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας 2022
Μελάς Σπύρος, Αμερική. Εντυπώσεις ταξιδιού, Αετός 1952
Μούλιος Παύλος, Η Αμερική της δεκαετίας του 1950, μέσα από τα ταξιδιωτικά κείμενα των Η. Βενέζη, Γ. Θεοτοκά και Μ. Καραγάτση. Μια απόπειρα πολιτισμικού διαλόγου. Redmarks, Αθήνα, 2019
Παπανούτσος Ευάγγελος, Αμερική. Ένα κεφάλαιο στην ιστορία του ανθρώπου, Ίκαρος 1966
Παπανούτσος Ευάγγελος, Απομημονεύματα, εκδ. Φιλιππότη 1982
Παπασπύρου-Καραδημητρίου, Ευθυμία, Νίκος Τσιφόρος. Ο Όμηρος του υπόκοσμου, Δωδώνη, Αθήνα-Γιάννινα 1982
Περιοδικό Πανδώρα (1849-1872), αρχείο διαθέσιμο στο https://pleias.library.upatras.gr/index.php/pandora/issue/archive
Ραγκαβής Αλέξανδρος Ρίζος, Απομνημονεύματα, Τόμος Γ’, Βιβλιόραμα 1999 (1η έκδοση 1930)
Σαχίνης Απόστολος, Η σύγχρονη πεζογραφία μας: Το μυθιστόρημα της εφηβικής ηλικίας Οι ταξιδιωτικές εντυπώσεις Το πολεμικό μυθιστόρημα, Γαλαξίας 1971
Σταυροπούλου Έρη, «Η εικόνα της Αμερικής στην ελληνική λογοτεχνία του 19ου αιώνα. Ανάμεσα στον εξωτισμό και την ουτοπία» στο περιοδικό Σύγκριση/ Comparaison, τχ. 16, 2005
Συναδινός Θεόδωρος, Πώς είδα την Αμερική, Αετός 1948
Τσάτσος Κωνσταντίνος, Λογοδοσία μιας ζωής, τόμ. Α΄, Οι εκδόσεις των φίλων, 2001
Τσάτσος Κωνσταντίνος, Στις ρίζες της αμερικανικής δημοκρατίας, Ευθύνη 1999 (1η έκδοση στο περ. Νέα Εστία, 1955)
Τσιφόρος Νίκος, Ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών, Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη 2009 (1η δημοσίευση στο περιοδικό Πάνθεον, 1965-1966)
Ψαθάς Δημήτρης, Κάτω απ’ τους ουρανοξύστες, Νέα Σύνορα-Α.Α. Λιβάνη 1993 (1η έκδοση 1950)

    1. Έναν αιώνα αργότερα ο Τσάτσος και ο Βενέζης ακόμα θα μνημονεύουν το εν λόγω βιβλίο-καταδίκη της δουλείας.
    2. Η Καραμπίνη-Ιατρού (2018) θα εντοπίσει τέσσερις τέτοιους αρθρογράφους: τον δάσκαλο Γεώργιο Κανάλε, τον έμπορο Δημήτριο Ν. Μπόταση, την φεμινίστρια Καλλιόπη Κεχαγιά και τον γεωπόνο Ραΐνόλδο Δημητριάδη.
    3. Ενδεικτικά αναφέρουμε ορισμένα τέτοια διηγήματα: Ο Αμερικανός (1891) και Η τύχη απ’ την Αμερική (1901) του Α. Παπαδιαμάντη, Η χρυσή καδένα (1900) του Α. Μωραϊτίδη, Ο Μίμης (1904) του Α. Εφταλιώτη, Τα Χριστούγεννα του Αμερικάνου (1901) του Α. Τραυλαντώνη.
    4. Εκτός των απομνημονευμάτων του ο Ραγκαβής θα αφήσει και λογοτεχνικά έργα με αμερικανικό θέμα: δύο διηγήματα: Αι φυλακαί ή Η κεφαλική ποινή (1836) και Το Κακουργοδικείον της Ελισαβετώνας (1848), καθώς και ένα αφηγηματικό ποίημα Ο γοργός ιέραξ (1871).
    5. Μάλιστα από την δεκαετία του 1990 θα προστεθεί και πλήθος μυθιστορημάτων με θέμα το ταξίδι στην Αμερική.
    6. Πάντως ήδη στον Μεσοπόλεμο τα τεχνικά μέσα δεν εμπόδισαν κάμποσους Ευρωπαίους συγγραφείς να επισκεφτούν τις ΗΠΑ ούτε τον Καζαντζάκη να φτάσει μέχρι την Ιαπωνία και την Κίνα, οπότε δεν νομίζω ότι πρέπει να δώσουμε υπερβολική έμφαση σ’ αυτήν την αιτία.
    7. Βέβαια αυτοί οι εφτά, δεν είναι οι μόνοι που ανήκουν σε αυτήν την γενιά, αλλά είναι οι πιο σημαντικοί. Και ο κριτικός της γενιάς του ‘30 Ανδρέας Καραντώνης (1910-1982) έγραψε λόγου χάρη ταξιδιωτικό για την Αμερική (Θυμάμαι την Αμερική, 1963), αλλά ούτε είχε το ίδιο κύρος στα Γράμματα, ούτε το βιβλίο του προσθέτει κάτι σε σχέση με τους άλλους, γι’ αυτό το παραλείπουμε.
    8. Δεν είναι όμως η παλαιότερη γενιά που επισκέφθηκε τις ΗΠΑ μετά τον πόλεμο. Ο Θεόδωρος Συναδινός (1880-1959), δημοσιογράφος και θεατρικός συγγραφέας, και ο Σπύρος Μελάς (1883-1966), δημοσιογράφος, θεατρικός συγγραφέας και πεζογράφος, επισκέφθηκαν τις ΗΠΑ ως ανταποκριτές ελληνικών εφημερίδων την ίδια εποχή. Ο καθένας εξέδωσε τα άρθρα του από εκεί, συγκεντρωμένα και επεξεργασμένα, σε βιβλίο, ο πρώτος το Πώς είδα την Αμερική (1948) και ο δεύτερος το Αμερική. Εντυπώσεις ενός ταξιδιού (1952). Δυσεύρετα σήμερα και τα δύο, παρουσιάζουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον και αξίζει να εξεταστούν ξεχωριστά, αλλά για λόγους οικονομίας αυτό δεν μπορεί να γίνει εδώ πέρα.
    9. Δεν μπόρεσα να βρω με σιγουριά πότε πρωτοβγήκε αυτή η συμπληρωμένη έκδοση, αλλά πιθανόν το 1961.
    10. Το πρόγραμμα Fulbright ιδρύθηκε το 1946 και όπως το αντίστοιχο πρόγραμμα Smith-Mundt έχει σκοπό τις πολιτισμικές ανταλλαγές και την πολιτισμική διπλωματία.
    11. Στο ίδιο περιοδικό και με παρόμοιο ύφος δημοσίευσε άλλωστε και μια Ιστορία της Γαλλίας και μια Ιστορία της Αγγλίας.
    12. Είναι κρίμα που Η Αμερικανική Γη βρίσκεται σήμερα εκτός κυκλοφορίας.
    13. Όσοι έφριξαν πριν από κάποιο καιρό επειδή μια νέα μυθιστοριογράφος κατηγόρησε τον Καραγάτση για σεξισμό καλά θα κάνουν να διαβάσουν αυτές τις σελίδες.
    14. Αντίθετα, λέει ο Θεοτοκάς, ακόμα και να πολιτογραφηθούμε, δεν θα γίνουμε ποτέ αληθινοί Άγγλοι, Γάλλοι ή Γερμανοί, γιατί θα μας λείπει η βάση του εθνισμού, η κοινή καταγωγή (σ.63).
    15. Σήμερα, που έχουμε μεγαλώσει μετρώντας σταυροφορικούς πολέμους των ΗΠΑ, είμαστε λιγότερο αθώοι.
    16. Κι άλλο ένα πράγμα που ο Τσάτσος κι ο Παπανούτσος έχουν ακουστά.
    17. Μετά την πρώτη έκδοσή του θα ξαναεκδοθεί μόλις το 2009.
    18. Οι καθαυτό ταξιδιωτικές περιγραφές του βρίσκονται στα γράμματα που έστειλε στην οικογένειά του κατά την διάρκεια του ταξιδιού του. Θα άξιζε να εντοπιστούν στο αρχείο του και να δημοσιευτούν.
    19. Ο Τσάτσος σημειώνει: «Πρέπει να χωνέψομε αυτές τις παράδοξες γειτνιάσεις του θρησκευτικού συναισθήματος με υλιστικές θέσεις, αν θέλομε να καταλάβομε την αμερικανική θρησκευτικότητα» (σ. 44)
    20. Στα χρόνια που μεσολάβησαν αποδείχτηκε ότι αυτός ο κίνδυνος ενίοτε πραγματοποιείται και το αμερικανικό κράτος κάλλιστα μπορεί να παραλύσει, προσωρινά τουλάχιστον.
    21. Δυο χρόνια νωρίτερα όμως ο Σπύρος Μελάς γράφει ότι οι μαύροι έχουν βγάλει καλλιτέχνες και διανοούμενους και των δύο φύλων.
    22. Οι δάσκαλοι όμως δεν αμείβονται καλά, κάτι που παρατηρεί κι ο Τσάτσος.
    23. Ο Θεοτοκάς θαμπώνεται επίσης από τον πλούτο των σχολικών υποδομών και την γενναιόδωρη χρηματοδότηση της επιστημονικής έρευνας.
    24. Θυμίζουμε ότι όταν έγραφε ο Παπανούτσος Πρόεδρος ήταν ο Δημοκρατικός Λίντον Τζόνσον.
    25. Μην ξεχνάμε ότι μέχρι τον Μάη του ’68 στα ευρωπαϊκά πανεπιστήμια οι σχέσεις καθηγητών-φοιτητών ήταν ιδιαίτερα τυπικές και ιεραρχικές.
    26. Παρόμοια παρατήρηση κάνει ο Τσάτσος, αλλά και παρόμοια σύγκριση με την ελληνική πραγματικότητα, όπου οι γυμνασιόπαιδες «είναι και για το επάγγελμα άχρηστοι και για το Πανεπιστήμιο απαράσκευοι» (σ.131).
    27. Μάλιστα, η τετραήμερη εργασία συζητιόταν σοβαρά στις ΗΠΑ από το 1966.
    28. Αναφορά άραγε στην δολοφονία Κένεντι;
    29. «Η Νέα Υόρκη, ωραία ή άσχημη, δεν είναι η Αμερική. Είναι μια πρόσοψη» (σ. 122), διαπιστώνει ο Μελάς την ίδια περίοδο.
    30. Δηλαδή αυτό που σήμερα αποκαλούμε φαστφουντάδικα.
    31. Τα τελευταία 15 χρόνια βέβαια έχουμε αποκτήσει και στην Ελλάδα κάτι παρόμοιο, τα μίνι μάρκετ-καφέ.
    32. Εκτενή περιγραφή του σούπερ μάρκετ και σχεδόν κοινωνιολογική σύγκρισή του με το ελληνικό μπακάλικο δίνει κι ο Σπύρος Μελάς.
    33. Παρόλο που για τους εργαζόμενους η απουσία κοινωνικού κράτους εν μέρει αναπληρώνεται από τα ισχυρά συνδικάτα.
    34. Ότι ο υπόλοιπος πλανήτης, αυτό που εκείνα ακριβώς τα χρόνια βαφτίζεται Τρίτος Κόσμος, δεν μετράει στην σκέψη τους είναι αυτονόητο. Μόνο ο Παπανούτσος υποψιάζεται ότι η Κίνα θα αναδειχθεί κι αυτή σύντομα στο προσκήνιο.
    35. «Τα Όρια της Προόδου. Εντυπώσεις από τη Σουηδία» (1957). Περιλαμβάνεται στην συλλογή Πνευματική πορεία.
    36. Έχει μεγάλο ενδιαφέρον ότι οι παλαιότεροι συγγραφείς, ο Ραγκαβής, ο Συναδινός, ο Μελάς, δεν έχουν ίχνος ρατσισμό στα δικά τους γραφτά για την Αμερική, αντίθετα θεωρούν την ισότητα των φυλών αυτονόητη. Ο ελληνικός 19ος αιώνας αποδεικνύεται πιο προοδευτικός σε αυτόν τον τομέα απ’ τον 20ό.
    37. Αν και ως προς αυτό, αρκεί η διαβόητη φράση που κάποτε αναφώνησε Ελληνίδα πολιτικός: «Δίπλα στους Ρομά ζουν άνθρωποι».
    38. Και ο Ραγκαβής μεν εντυπωσιάζεται από τις ελευθερίες των γυναικών στις ΗΠΑ, αλλά πρώτον, στην εποχή του οι Αμερικανίδες όντως απολάμβαναν ελευθερίες ανήκουστες οπουδήποτε αλλού και δεύτερον, ουδέποτε ισχυρίζεται ότι οι ΗΠΑ έχουν γυναικοκρατία. Για άλλη μια φορά ο διανοούμενος του 19ου αιώνα αποδεικνύεται πιο ανοιχτόμυαλος από τους διαδόχους του.

     

    αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: