«Οι όψεις του αναγνωστικού καλειδοσκοπίου» στον «Λοιμό» του Αντρέα Φραγκιά

Ο Αντρέας Φραγκιάς
Ο Αντρέας Φραγκιάς




Ο Λοιμός του Αντρέα Φραγκιά άρχισε να γράφεται, σε μια πρώτη εκδοχή του, στα μέσα της δεκαετίας του 1960, ενώ η πρώτη απόπειρα έκδοσής του από τις εκδ. Θεμέλιο, το 1967, δεν τελεσφόρησε εξαιτίας του πραξικοπήματος της 21ης Απριλίου. Το έργο εκδόθηκε, τελικά, για πρώτη φορά το 1972 από τις εκδόσεις Κέδρος χωρίς αναφορά στο όνομα του συγγραφέα και του εκδοτικού οίκου, με τον τίτλο Τα ζώα και τον υπότιτλο «Σημειώσεις φυσικής ιστορίας» (σ. 200).
Η νέα έκδοση εμπλουτισμένη με το επίμετρο του Δημήτρη Χριστόπουλου κυκλοφόρησε από τις εκδ. Ποταμός (2025).


Οι σκέψεις ενός αναγνώστη

«Se non è vero, è ben trovato» ή «Se non è ben trovato, non è vero»1

Μερικές φορές η πρόσληψη ορισμένων έργων απαιτεί κάτι παραπάνω από μια προσεκτική ανάγνωση· απαιτεί μια σταδιακή μύηση στον μυθοπλαστικό τους κόσμο και στον πυρήνα των νοημάτων τους.
Ο Λοιμός ανήκει σε αυτή την κατηγορία έργων, καθώς δεν είναι ένα ανάγνωσμα που παραδίδεται εύκολα στον αναγνώστη. Χρειάζεται την ενεργοποίηση βαθύτερων πνευματικών αντανακλαστικών, ώστε να κατακτήσει κανείς το πολυσύνθετο είναι του.
Ποιος, όμως, είναι ο καλύτερος τρόπος να προσεγγίσει κανείς ένα απαιτητικό λογοτεχνικό έργο; Να βασιστεί στις προσωπικές του δεξαμενές εμπειρίας και κρίσης, παίρνοντας το ρίσκο του ανολοκλήρωτου ή να καταφύγει σε βοηθήματα, προκειμένου να εξιχνιάσει τις πολυδιάστατες ερμηνείες του, ώστε να μη στερηθεί το δίπολο «απόλαυση-κατανόηση».
Στην περίπτωση της ουσιαστικής πρόσληψης του Λοιμού, οι δύο αυτές διαδρομές δεν αλληλοαποκλείονται. Αντίθετα, μπορούν να συνυπάρχουν δημιουργικά, ακόμα και όταν ανήκουν σε διαφορετικές οπτικές, ανανεώνοντας κάθε φορά τον τρόπο με τον οποίο ο ενδιαφερόμενος προσεγγίζει το αφήγημα.
Στον Λοιμό, ήδη από την πρώτη παράγραφο, ο ανυποψίαστος αναγνώστης, που δεν έχει προστρέξει στο αναλυτικό και τεκμηριωμένο επίμετρο, εμβαπτίζεται στο ιδιότυπο σύμπαν του μυθιστορήματος. Μολονότι αντιλαμβάνεται εξαρχής ότι εισάγεται σε ένα περιβάλλον με σημαίνοντα χαρακτηριστικά αλλά χωρίς ευδιάκριτα σημαινόμενα (χρόνο, τόπο, αίτιο, αιτιατό), παιδεύει εαυτόν για να ανακαλύψει τις βασικές συνιστώσες της αφηγηματικής ροής. Όσο κι αν αφουγκράζεται τις σημαντικές ενδείξεις, έχει ανάγκη μιας ερμηνευτικής αντηρίδας που θα τον βοηθήσει να εμβαθύνει στο κείμενο.

Κάποια μέρα που φυσούσε δυνατά, κάποιος ρώτησε: «Μπορώ να πιω νερό;» Κι ήταν πολύ φυσικό γιατί έσκαβε από το πρωί, η άμμος έτριζε τα δόντια του και τα χείλη του είχαν ξεραθεί. Για να κάνεις όμως οτιδήποτε, πρέπει να σου το επιτρέψουν. Είναι νόμος (σ. 7).

Επομένως, ελλείψει των απαραίτητων οδοσήμων, ανοίγεται –προς όφελός του– ένα ευρύ πεδίο διερεύνησης, όπου, με τον ανάλογο βαθμό δυσκολίας, ανασκαλεύει τα εν τω βάθει αφηγηματικά χαρακτηριστικά. Με την πρόοδο της ανάγνωσης διαπιστώνει ότι το αφήγημα στρέφεται με βαρύτητα προς τους ανελέητους μηχανισμούς εξουσίας, οι οποίοι μπορούν να ενεργοποιηθούν σε κάθε εποχή, και βαθιά προβληματίζεται τόσο για παρόμοια συστήματα που λειτουργούν ακόμα και στην εποχή μας όσο και για το ενδεχόμενο επανεμφάνισής τους στο μέλλον, καθώς και για την αποτελεσματικότητα των μέσων που ενδέχεται να επιστρατεύσουν οι εκάστοτε φορείς της εξουσίας, προκειμένου να στραφούν εναντίον κάθε ελεύθερου ατόμου.
Αν, πάλι, κάποιος έχει επιλέξει τη συμβουλευτική οδό πριν από την ανάγνωση του Λοιμού, φτάνει ευκολότερα στον μυελό του έργου, απεγκλωβισμένος, από την αρχική αβεβαιότητα και την πελαγοδρόμηση, έχει τη δυνατότητα να εστιάσει ευκολότερα και με μεγαλύτερη ευστοχία στην ουσία του κειμένου, προχωρώντας ένα βήμα μπροστά, και να τοποθετήσει την αφήγηση στο μέλλον, σκεπτόμενος ότι:
Αν και το κείμενο έχει γραφτεί πολύ πριν από την έκρηξη της τεχνολογικής εξέλιξης, η σημερινή εμπειρία της ψηφιακής εποχής και η διαρκώς αυξανόμενη επίγνωση των δυνατοτήτων αλλά και των κινδύνων της θα μπορούσαν να μετατρέψουν την αλληγορική διάσταση του μυθοπλαστικού κόσμου σε σχεδόν ρεαλιστική προοπτική, οδηγώντας τον αναγνώστη στην ανησυχία για το ενδεχόμενο μιας αλόγιστης και ολοκληρωτικής χρήσης των ψηφιακών μέσων ως εργαλείων ελέγχου και αλλοτρίωσης του ανθρώπου στο εγγύς μέλλον.


***


Περισσότερα περί ανάγνωσης:

Επιστρέφω στο κρίσιμο ερώτημα («Πώς μπορεί να διαβαστεί σήμερα ένα λογοτεχνικό έργο;») και δίνω το λόγο στους συγγραφείς2


***


Απόπειρα διαφυγής από τον χάρτινο οίκο του Λοιμού

Υπάρχουν ιστορίες που δυσκολεύονται να χωρέσουν στις χάρτινες σελίδες ενός βιβλίου. Αυτό συμβαίνει όταν ο συγγραφέας οικοδομεί τον χώρο και τους χαρακτήρες του με τέτοια πληρότητα, ώστε να αποκτούν σχεδόν υλική υπόσταση.
Ο άγνωστος και ανώνυμος τόπος στον Λοιμό δεν αποτελεί ένα τυχαίο σημείο δράσης· αντίθετα, συνιστά το κατάλληλο πεδίο, όπου μπορούν να εφαρμοστούν όλες οι εξωφρενικές οδηγίες των, επίσης, άγνωστων και ανώνυμων εξουσιαστών. Αντίστοιχα, τα πρόσωπα, που υφίστανται τη στοχοποίηση, δεν κατονομάζονται· συγκροτούνται, όμως, ως οντότητες μέσω των ιδιωμάτων και των ιδιοτήτων που τους προσδίδει ο συγγραφέας.
Με άλλα λόγια, ο Αντρέας Φραγκιάς δημιουργεί μια κοινωνικοπολιτική τοιχογραφία –ανάλογη με εκείνες του Χοσέ Κλεμέντε Ορόσκο3– καταγράφοντας με μοναδικό τρόπο τις άγριες συνθήκες στον τόπο εξορίας της Μακρονήσου, χωρίς να περιορίζεται στη δημιουργία ενός ιστορικού χρονικού.
Αν το σκηνικό του Λοιμού μεταφερόταν σε ένα βουβό ντοκιμαντέρ, η απουσία του ήχου θα αποτελούσε δευτερεύουσα παράμετρο, καθώς τα χαρακτηριστικά πλάνα του τόπου, των προσώπων και των πράξεων θα αρκούσαν για να αποκαλύψουν την ουσία της ανθρώπινης κατάστασης.
Θα βλέπαμε ανθρώπους να ζουν στριμωγμένοι σε χωμάτινα ορύγματα, να υποχρεώνονται στο κυνήγι των μυγών και των τρωκτικών ή να εκτελούν διάφορες εργασίες ως μέσο καθυπόταξής τους. Δεν θα γνωρίζαμε τίποτα για αυτούς: την καταγωγή, το επάγγελμά τους, την κοινωνική τους θέση –παρά μόνο ελάχιστα στοιχεία– τόσα μόνο όσα θα μπορούσε να μαρτυρήσει η ίδια τους η όψη.
Θα γινόταν, ωστόσο, άμεσα αντιληπτό ότι, εφόσον ζουν κάτω από τις ίδιες ανάλγητες συνθήκες, κάτι βαθύτερο τους συνδέει, χωρίς βέβαια να γνωρίζουμε ―όπως ακριβώς συμβαίνει και στο βιβλίο― ποια είναι η αιτία αυτής της κοινής τους μοίρας. Ποιο είναι το αμάρτημά τους; Γιατί υποβάλλονται σε αυτή την άσπλαχνη ζωή και γιατί υποχρεώνονται σε διάφορες δοκιμασίες, ώστε να εξαναγκάζονται, με τόσο βαριά τιμωρία, στη μετάνοια;
Θα αναγνωρίζαμε, επίσης, την άλλη πλευρά, εκείνη των εντολέων και των εξουσιαστών, καθώς και τον βαθμό της μεταξύ τους ιεραρχίας, αφού ο λόγος, η στάση και οι αρμοδιότητές τους αποκαλύπτουν με ενάργεια τη θέση και τη λειτουργία τους μέσα στο πλαίσιο της εξουσίας.
Εύλογα, όμως, θα μπορούσε να αναρωτηθεί κάποιος: πώς είναι δυνατόν να ταυτοποιούνται οι διαφορετικοί ρόλοι και οι ταυτότητες των προσώπων, ιδίως μέσω της γλωσσικής τους ιδιαιτερότητας, σε ένα βουβό ντοκιμαντέρ; Η απάντηση είναι σχεδόν αυτονόητη. Στο ντοκιμαντέρ μεταφέρεται –όπως ακριβώς συμβαίνει και στη συνείδηση του αναγνώστη– όχι αυτούσιος ο λόγος αλλά το αποτύπωμα και η επίδραση που αυτός διαμορφώνει.

Ψηλά, στο παρατηρητήριο, σε έναν εξώστη που προσφέρει ευρύ πεδίο ελέγχου πάνω σε όλη την επικράτεια, κάθεται κάποιος. Πρόσωπο αλύγιστο και παγερό. Ίσως να μην είναι και κανείς, φτάνει η μάσκα. Κρατάει μάλιστα κιάλια και παρακολουθεί την κίνηση που απλώνεται κάτω από τα πόδια του. Το πανεποπτικό βλέμμα του περνάει αργά, μετράει, συγκρίνει και βαθμολογεί τη συμπεριφορά του καθενός, διαβάζει ακόμα και τ’ απόκρυφα γυρίσματα του λογισμού του. Γνωρίζει βέβαια τα πάντα, μα θέλει να ελέγξει σε ποια πραγματική κατάσταση βρίσκεται ο τόπος, πόση αλήθεια περιέχεται στις αναφορές, να μετρήσει την αξιοπιστία αυτών που δίνουν τις πληροφορίες. Θέλει ακόμα να ξέρει πώς εφαρμόζονται οι νόμοι.
Κάτω, χιλιάδες κάτοικοι κινούνται ασταμάτητα. Από πάνω φαίνονται κάπως μπερδεμένοι, αλλά με τις ισχυρές διόπτρες διακρίνεις τις σημαντικές λεπτομέρειες, χιλιάδες δυο μυστικές πτυχές.(σσ.66-67).

Το απόσπασμα αυτό αρκεί για να χαρτογραφήσει κανείς την ιεραρχία του χώρου, την τοπογραφία του αποκλεισμού και την αρχιτεκτονική της αφήγησης στον Λοιμό, όπου αποτυπώνονται τόσο η λειτουργία όσο και ο σκοπός της δομής ελέγχου και εξουσίας.
Επιπλέον, παρατηρώντας τη σκηνογραφία μέσα στην οποία εκτυλίσσονται οι αδιανόητες τιμωρίες, σε συνδυασμό με την τελετουργική επανάληψη των εντολών και των επιβεβλημένων πράξεων, ταυτιζόμαστε αυτόματα με την απόλυτη καθήλωση, τον φόβο και την εξάντληση κάθε ψυχικού και σωματικού αποθέματος των αδυνάτων. Είναι αδύνατον, άλλωστε, να μη συμμεριστεί κανείς την τραγικότητα της θέσης τους, που διόλου δεν πηγάζει από τις ίδιες τις πράξεις, αλλά από την παντελή έλλειψη νοήματος της συντέλεσής τους· όπως ένα απορημένο βλέμμα μπροστά στην ακατάσχετη αιμορραγία που προκαλείται μετά από εκούσιο χτύπημα πάνω σε μια αόρατη ατσάλινη λάμα.

«… Μάθαμε επιτέλους τι θα χτιστεί στην πλαγιά. Το χτίσμα θα είναι ένα σύνθημα, μια επιγραφή. Πελώρια χτιστά γράμματα. Είκοσι μέτρα μάκρος το καθένα. Όταν θα ασπριστεί η δοξαστική αυτή επιγραφή, θα διαβάζεται από μακριά. Πέρα απ’ τη θάλασσα, ως τα πέρατα του κόσμου.[…] Θα είναι, δηλαδή, ένα μνημείο σ’ αυτόν που αποφασίζει. Καλά το σκέφτηκες. Τι θα γράφει άραγε η συνέχεια; Δεν μ’ ενδιαφέρει, ας χτίσουν ό,τι γουστάρουν. Δεν έχω καμιά περιέργεια».(σ. 196).


Η παρουσία του Αντρέα Φραγκιά πίσω από τον Λοιμό4

Όποιος γνωρίζει βασικά στοιχεία για την προσωπικότητα του Αντρέα Φραγκιά, δεν θα διστάσει να συσχετίσει την επιλογή της αφηγηματικής τακτικής του συγγραφέα στον Λοιμό –κατά κάποιον τρόπο– με τη δημόσια στάση του. Η απλότητα, η στωικότητα και η «αθόρυβη» πλην υποδόρια δράση του δεν αποτελούσαν μόνο αισθητική στάση, αλλά και έκφραση μιας ισορροπημένης αντίληψης για τη σχέση του ανθρώπου με την ιστορία και την κοινωνική ευθύνη.
Αν, πάλι, προσεγγίσει κανείς το μυθοπλαστικό πλαίσιο με την ιδιότητα του ενεργού πολίτη, εύλογα εδραιώνει την πεποίθησή του ότι ο Αντρέας Φραγκιάς αντιμετώπιζε την πολιτική του στάση ως πεδίο σκέψης, προβληματισμού και κοινωνικής ευθύνης, παρά ως χώρο σύγκρουσης ή αντιπαράθεσης, γεγονός που διαπερνά και τη συγγραφική του ιδιοσυγκρασία.
Στο δημιούργημά του απουσιάζουν οι ρητορικές εξάρσεις, οι μεγαλεπήβολες τοποθετήσεις ούτε δηλώνονται συγκεκριμένα ορόσημα και οδόσημα που να υποδεικνύουν μια προτεινόμενη πορεία. Αντίθετα, ο συγγραφέας χρησιμοποιεί το γλωσσικό υλικό απλά, με την ευχέρεια και την υπομονή ενός καλαθοποιού, συνδυάζοντας δεξιοτεχνία, οικονομία και επιμέλεια, ώστε να υπηρετήσει με ακρίβεια τη γόνιμη γλωσσική λειτουργία.
Επιπλέον, αν κάποιος γνωρίζει, μέσα από άλλες αφηγήσεις και μαρτυρίες, τα πραγματικά γεγονότα της περιόδου που ενέπνευσαν τον Φραγκιά για τη μεταφορά τους στο λογοτεχνικό πεδίο, αναγνωρίζει και επιδοκιμάζει την προσωπική του κατάκτηση: την αποστασιοποίηση από τον καταγγελτικό λόγο και τους συναισθηματικούς παροξυσμούς, παρότι θα ήταν ορθόδοξη μια τέτοια επιλογή, αφού ο ίδιος υπήρξε μάρτυρας σε αυτά τα γεγονότα.
Επιλέγοντας, λοιπόν, την ήρεμη δύναμη του λόγου αντί της μεγαλοστομίας, ο Αντρέας Φραγκιάς επιτυγχάνει να διευρύνει ―πέρα από το πλαίσιο της εξορίας στη Μακρόνησο― την εμβέλεια του θέματος σε οικουμενικό επίπεδο, επισημαίνοντας, στην κατακλείδα, ότι η εφαρμογή αυταρχικών μεθόδων απανθρωποποίησης του ανθρώπου, αν και οδηγεί στην πλήρη υποταγή της έλλογης και ηθικής υπόστασής του, είναι δυνατόν να ανασχεθεί μόνο από την επίπονη και επίμονη αντίσταση του ατόμου που θεωρεί αδιανόητη την ύπαρξή του χωρίς τα προαναφερθέντα ζωτικά-υπαρξιακά του στοιχεία.

… Τους οδήγησαν όλους στην παραλία.
Εκεί φέρανε και τα κασόνια με τις αγριόγατες που μάζεψαν στο βουνό. Έβαλαν τον καθένα σ' ένα σακί και ρίξανε μέσα του και μια γάτα. Δέσανε σφιχτά το σακί με χοντρό σκοινί κι άρχισαν να χτυπούν τη γάτα. Ύστερα βούτηξαν το σακί στη θάλασσα. Το τράβηξαν. Το βουτούσαν και το ξανατραβούσαν πολλές φορές.
Ακούστηκαν πολλά για αυτές τις επιχειρήσεις. Έγιναν κάπως κρυφά και διαδόθηκαν πολλές εκδοχές. Η αλήθεια όμως είναι ότι οι εκπληκτικοί εκείνοι άνθρωποι έζησαν (σ.256).


Σκέψεις ενός συγγραφέα: Η χειρουργική ακρίβεια της γραφής του Αντρέα Φραγκιά ως συνειδητή επιλογή στον Λοιμό

Η απουσία της μνημειακής ιστορίας στον Λοιμό αποτελεί μια συνειδητή αφηγηματική επιλογή του Αντρέα Φραγκιά, με σκοπό τη μετατόπιση του κέντρου βάρους από μια συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία, ώστε να αναδειχθεί, μέσω της διαχρονικής αλληγορίας, η οικουμενική διάσταση της επιβολής του ολοκληρωτισμού.
Η αχρονία και η ετεροτοπία, παρότι συμβάλλουν ουσιαστικά στη συγκρότηση ενός μυθοπλαστικού περιβάλλοντος που θα μπορούσε να τοποθετηθεί οπουδήποτε στον χώρο και στον χρόνο, δεν επαρκούν από μόνες τους για την πλήρη διαμόρφωσή του.
Το κατεξοχήν μέσο για τη δημιουργία ενός τέτοιου μυθοπλαστικού κόσμου είναι ο αφηγηματικός λόγος. Η επιλογή των γλωσσικών σχηματισμών από τον συγγραφέα διαμορφώνει τον τόνο της αφήγησης και τον χαρακτήρα της, οριοθετώντας τις θέσεις και τις σχέσεις των δρώντων προσώπων.
Παράλληλα, οι λεκτικές διατυπώσεις εικονοποιούν με ευκρίνεια το περιβάλλον όπου εκτυλίσσεται η δράση. Η στοχευμένη διαχείριση των εκφραστικών μέσων —η αποφυγή πολιτικών αναφορών, ιδεολογικών διακηρύξεων, ρητορικών εξάρσεων και προκαθορισμένων ερμηνειών, οι οποίες, ούτως ή άλλως, παρεισφρέουν «ανωνύμως» στη συνείδηση του μυημένου αναγνώστη– συγκροτεί έναν απογυμνωμένο κόσμο.
Πρόκειται για έναν ιδιόμορφο μυθοπλαστικό κόσμο που παρέχει ελάχιστες γνωστικές πληροφορίες και, ακριβώς γι' αυτό, καλεί τον αποδέκτη να επιστρατεύσει τις δικές του ερμηνευτικές δυνάμεις, προκειμένου να τον εξερευνήσει και να τον βιώσει.
Έτσι, η συνομιλία μεταξύ έργου και αναγνώστη δεν προκύπτει από την εμφανή παράθεση τυπικών και βιογραφικών στοιχείων, όπως τα ονόματα των προσώπων, ούτε από την επίκληση του συναισθήματος μέσω της έντονης περιγραφής των γεγονότων· αντίθετα, αναδύεται από την ίδια την ανθρώπινη κατάσταση, οδηγώντας τον αναγνώστη σε ενεργή συμμετοχή και καθιστώντας τον ουσιαστικό συντελεστή αυτού του νέου κόσμου.
Ένα από τα σημαντικά σημεία του αφηγηματικού χάρτη είναι η εμμονική επανάληψη της εκάστοτε ενέργειας υπό καθεστώς εξαναγκασμού. Η επιβεβλημένη πράξη καθίσταται εξίσου αναγκαία για να ζήσει κάποιος –όπως το να πιει κανείς νερό για να μην πεθάνει από τη δίψα– ενώ, κατ’ ουσίαν, αποτελεί συνέπεια μιας σκληρής κατάστασης τιμωρίας. Το γεγονός ότι η πράξη αποκτά την πλήρη διάστασή της μέσω της τελετουργίας και όχι μέσω της επεξήγησης, της ανάλυσης ή της αναζήτησης των αιτιών της, φανερώνει ότι ο Φραγκιάς δεν επιδιώκει να την ερμηνεύσει αλλά να αποκαλύψει το υπαρξιακό της βάρος.

… Το πρωί ξετρυπώνουν όλοι σαν τα σαλιγκάρια κι αρχίζει ξανά ο ίδιος κύκλος. Φρόνιμα και ταχτικά για τους φρόνιμους, ανάποδα για τους άμυαλους και για όσους παραδέρνουν σε κακούς λογισμούς. Όλα γίνονται σύμφωνα με τους νόμους και τους κανονισμούς (σ. 43).

Αν όλα αυτά τα στοιχεία ενταχθούν στο χωροχρονικό πλαίσιο δημιουργίας τους (Ελλάδα, δεκαετία 1960), ερμηνεύουν και δικαιώνουν τη χρήση της έκφρασης


Δυο μέτρα και δυο σταθμά

Αν σημειωθεί ότι έλαβα το αναγνωστικό μου βάπτισμα πριν από πενήντα χρόνια με το έργο του Μενέλαου Λουντέμη, Οδός Αβύσσου, αριθμός 0, το οποίο αναφέρεται στην ίδια ιστορική περίοδο με τον Λοιμό, καθίσταται αντιληπτό ότι η πρώτη λογοτεχνική εμπειρία μου συνέβαλε καθοριστικά στη διαμόρφωση των ιδεών και αξιών μου.
Ως έφηβος φιλαναγνώστης, η συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία αποτυπώθηκε ανεξίτηλα στην αναγνωστική μου συνείδηση, χαράζοντας μέσα μου την πεποίθηση ότι η δικαιοσύνη αποτελεί την υψηλότερη αξία στο σύγχρονο αξιακό σύστημα. Αντίθετα, το πέρασμά μου από τον μυθοπλαστικό κόσμο του Λοιμού δεν λειτούργησε ως ζυγαριά ανάμεσα στο δίκαιο και το άδικο ούτε ως απλή γνώση της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά ως όχημα αναγνώρισης της ωμής υπόστασης του όντος όταν αυτό εντάσσεται σε ένα αυστηρά απολυταρχικό σύστημα.
Επιπροσθέτως, λειτούργησε ως αδιάψευστος δείκτης της ελάχιστης απόστασης που χωρίζει ένα έλλογο ον από τη μετουσίωσή του σε ένα ασελγές υποκείμενο, καταδεικνύοντας ότι η ηθική και ιδεολογική θέση είναι τόσο εύπλαστη και μεταβαλλόμενη, ώστε να ωθεί τον ευάλωτο και επιρρεπή άνθρωπο σε μια μετατόπιση των ιδεών και αξιών του, και ότι η μόνη ασπίδα προστασίας έγκειται στη διαρκή και συνειδητή σφυρηλάτηση της προσωπικότητάς του ώστε να διαφυλάσσει τις θεμελιώδεις αξίες του.
Με δέος συνειδητοποίησα ότι δεν υπάρχει οριστική κατοχύρωση της ανθρώπινης υπόστασης ούτε απόλυτη βεβαιότητα, παρά μόνο εγρήγορση και επαγρύπνηση, ώστε να μη βρεθεί κανείς, σχεδόν ανεπαίσθητα, στη θέση του βάρβαρου υποκειμένου.


Το βιβλίο ως μέσο της αναγνωστικής τελετουργίας

Αν δεχτούμε ότι η υλική μορφή ενός βιβλίου επηρεάζει την αίσθηση της ανάγνωσης, αφού οι σελίδες του αποκτούν τη βαρύτητα του περιεχομένου τους, θα τολμούσα να εκφράσω την ευχή ότι κάποτε τέτοια έργα θα αξιωθούν εκδόσεων αντάξιων της λογοτεχνικής τους αξίας: με ένα εξώφυλλο που θα φθείρεται από τη χρήση και όχι εξαιτίας της ποιότητάς του και έναν στιβαρό κορμό που θα συγκρατεί με αντοχή τις σελίδες του που θα πρέπει να αντιστέκονται στον χρόνο, ως το επάξιο σπίτι τους.


Αντί επιλόγου

Αν και πολύ βασανίστηκα για να ιχνηλατήσω τον Λοιμό, θαρρώ πως κάθε συμπέρασμα στο οποίο κατέληξα με οδηγεί σε ένα νέο ερώτημα και, ταυτόχρονα, σε μια υπόνοια που ολοένα ενισχύεται. Μήπως τελικά ο Αντρέας Φραγκιάς, ανεξάρτητα από τις ιστορικές συνθήκες και τις προσωπικές επιλογές που τον οδήγησαν στη συγγραφή ενός αλληγορικού μυθιστορήματος, διέγραψε —συνειδητά ή όχι— τις σημαντικότερες συντεταγμένες ενός μελλοντικού συστήματος χειραγώγησης του ατόμου;


Απόπειρα διακειμενικής παράλλαξης ως επισφράγισμα μιας αναγνωστικής πρόσληψης

Ψηλά, στον εξέχοντα θώκο του κυβερνοχώρου που προσφέρει ευρύ πεδίο ελέγχου πίσω από τα τείχη ολόκληρης της ψηφιακής επικράτειας κάθεται κάποιος. Πρόσωπο αλύγιστο και παγερό. Ίσως να μην είναι και κανείς, αρκούν οι αλγόριθμοι. Διαθέτει μάλιστα τα κατάλληλα εργαλεία για να διαρρηγνύει κάθε σύστημα ασφαλείας. Το πανεποπτικό βλέμμα του περνάει αργά, μετράει, συγκρίνει και βαθμολογεί τη συμπεριφορά του καθενός, διαβάζει ακόμα και τ’ απόκρυφα γυρίσματα του λογισμού του. Γνωρίζει βέβαια τα πάντα, μα θέλει να ελέγξει τους ψευδοκώδικες, τα διαγράμματα ροής, την ανάλυση της πολυπλοκότητας. Θέλει ακόμα να ξέρει πώς εφαρμόζονται τα πρωτόκολλα.
Κάτω, χιλιάδες μαζάνθρωποι κινούνται ασταμάτητα. Από πάνω φαίνονται κάπως μπερδεμένοι, αλλά με τα νέα λογισμικά ψηφιακής ιχνηλάτησης διακρίνεις τις σημαντικές λεπτομέρειες, χιλιάδες δυο μυστικές πτυχές.(διακειμενική παράλλαξη (σσ. 66-67).

Δεν γνωρίζω αν αυτή η ανάγνωση ανταποκρίνεται στις προθέσεις του Φραγκιά. Γνωρίζω όμως ότι μόνο τα σπουδαία λογοτεχνικά έργα εξακολουθούν, δεκαετίες μετά τη συγγραφή τους, να γεννούν ερωτήματα που αφορούν περισσότερο τη δική μας εποχή παρά τη δική τους. Και ίσως αυτή να είναι η πιο πειστική απόδειξη της διαχρονικής τους δύναμης.


Α Π Ο Σ Π Α Σ Μ Α Τ Α

Η φενάκη της υπεροχής

... «Αν είχαμε όμως περισσότερα χέρια;»

«Η συνεργασία ίσως να ήταν δυσκολότερη. Μόνο, ίσως, αν αυξανόταν πάρα πολύ η ταχύτητα, ώστε οι κινήσεις των πολλών χεριών να περνούν απ’ όλα τα σημεία του χώρου ταχύτερα και από τη μικρότερη διαταραχή της τροχιάς του εντόμου. Θα είχαμε περισσότερες πιθανότητες αλλά το αποτέλεσμα θα ήταν πάλι τυχαίο».

«Δηλαδή είναι πολύ δύσκολο να πιάσουμε μια μύγα;»

«Βεβαίως. Η ευκολία της να υπερβαίνει το φράγμα μας, δηλαδή το ύψος και την ταχύτητά μας, την κάνει θεωρητικά απρόσβλητη».

«Μα εγώ έπιασα μια στον αέρα…»

«Σύμπτωση. Θα είχε ομαλή τροχιά και μάλιστα προς την κατεύθυνση της παλάμης σου ή θα ερχόταν αντίθετα. Στιγμιαία σύμπτωση στις τροχιές δύο κινητών! Αν έκανε μία παρέκκλιση μεγαλύτερη από το μισό πλάτος της παλάμης σου, εσύ δε θα είχες την ικανότητα ν’ αλλάξεις τροχιά στον ίδιο χρόνο».

«Ήταν μια ανόητη μύγα;»

«Όχι, ήταν απρόσεχτη...» (σ. 54).

Η υπεροψία της αναλγησίας

... Από εκείνη τη μέρα, κλείσανε τον άνθρωπο αυτόν στην ξεσκέπαστη κλούβα. Είπαν πως βρίσκονται μπροστά σ’ ένα φαινόμενο που αξίζει να το παρακολουθήσουν. Οι διαφωτιστές και οι νεκρολόγοι βάλανε τους λόγους στην τσέπη, θα χρειαστούν σε άλλη περίσταση. Τον άφησαν εκεί μέρες στο λιοπύρι κι αυτός τεντώθηκε, σα να κοιμόταν. Τον παρατηρούσαν με κιάλια από μακριά. Ξεροψηνόταν πάνω στις πέτρες και το απόγεμα ανασήκωσε λίγο το κεφάλι του. Ύστερα αποφάσισαν να κάνουν διάφορα πειράματα για να μετρήσουν εργαστηριακά την αντοχή του ανθρώπινου οργανισμού. Τις πρώτες μέρες του κόψανε το φαΐ. Δε φάνηκε να τον πείραξε και πολύ. Κοιτούσε τα όργανα που τριγύριζαν πέρα από τα σύρματα για να ξεχωρίσει ποιο απ’ όλα πήγε κοντά του κάποια νύχτα και κουκουλώθηκαν μαζί από το κύμα. Εκείνος που άρχισε να του λέει κάτι, μα δεν πρόφτασε να το τελειώσει. Τον μέτρησαν και στη δίψα. Κι η κατάσταση έγινε τότε πολύ δύσκολη. Έπαψε να σαλεύει. Τον κοιτούσαν αδιάκοπα με τα κιάλια. Πολλές φορές είπαν ότι πέθανε οριστικά. Κάποτε όμως βλέπανε πως έπαιρνε κάποια μικρή αναπνοή. Ένας είπε πως δε χρειάζεται πια ν’ ασχολούνται μ’ αυτόν. Τέλειωσε. Αλλά ένας αρμοδιότερος επέμενε: «Το πείραμα συνεχίζεται, θα το παρακολουθήσουμε ως το τέλος». (σ. 189).

Η θανάσιμη ακολουθία της αμφιβολίας

... Ο χτυπημένος πετάχτηκε και φώναξε: «Μη λες βλακείες, δεν πιάνουν αυτά σε μένα. Μου σπάσατε τρία πλευρά».

«Αυτό λέω κι εγώ. Ξέρεις όμως τι μου απάντησαν; Το πραγματικό όργανο δε φανερώνεται ποτέ. Κι αν ακόμα του σπάσανε στ’ αλήθεια τρία πλευρά, αυτό είναι μέσα στα καθήκοντά του. Εγώ βέβαια δεν το πίστεψα, γιατί εκείνο το βράδυ, για μια στιγμή, είδα το φόβο στα μάτια σου… Γιατί όμως σ’ έσωσε ο προϊστάμενος;»

Ο κίτρινος σκούφος κλείδωσε πάλι τα χείλια του. Ο χαμογελαστός τού άφησε δίπλα του μερικά τσιγάρα κι ένα ολόκληρο παγούρι νερό. «Γεια σου και περαστικά».

Ο άνθρωπος με τον κίτρινο σκούφο βυθίστηκε σ’ ένα σκοτάδι. Απέξω άκουσε τη φωνή του χαμογελαστού να λέει σε κάποιον που πλησίαζε:

«Ήρθα να δω το φίλο μου που είναι άρρωστος. Του έφερα λίγο νερό και τσιγάρα…»

Αυτός που πλησίασε απομακρύνθηκε χωρίς ν’ απαντήσει. Ποιος να ήταν και γιατί προσπέρασε τόσο βιαστικά; (σ. 238).



__________
1. Ψευδομαρτυρίες, Αχιλλέας Κυριακίδης, σ. 23, Ύψιλον 1998.
2. 
Ψευδομαρτυρίες, ό.π., σ. 21.
3.  Ορόσκο
.
4. Βλ. εδώ.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: