Ιερό είναι αυτό που γονατίζει την ανθρώπινη συνθήκη

Ανωνύμου: «Αλληγορία της Ποίησης», Επιχρωματισμένη ακουατίντα από το περ. «Illustrated London News», 1912
Ανωνύμου: «Αλληγορία της Ποίησης», Επιχρωματισμένη ακουατίντα από το περ. «Illustrated London News», 1912




Προ εικοσαετίας σχεδόν, είχα τοποθετηθεί με την εξής φράση στη διάρκεια μιας απρόσμενης και προβληματικής συνέντευξης: «Ιερό είναι αυτό που γονατίζει την ανθρώπινη συνθήκη». Αποπειρώμαι εδώ να δώσω μια κάποια εξήγηση, φέρνοντας το νόημά της στο πεδίο της ποίησης, καθώς ετούτη η φράση υπήρξε αφορμή για μια σειρά επαναλαμβανόμενων ερωτήσεων που έλαβα έκτοτε, στις οποίες δεν έδωσα απάντηση.

☙

Η ποίηση δημιουργείται γλωσσικά, δηλαδή λογικά, επειδή συλλογιζόμαστε γλωσσικά, δηλαδή λογικά. Η ποίηση λειτουργεί στην ίδια ακριβώς μεταφυσική (εκείνη που καθιστά τη σχέση αδυνατότητας ολικής αποκάλυψης μεταξύ συλλογισμού και γλώσσας), η οποία τεκμηριώνει ατελώς την ουσία του περιεχομένου που ο συλλογισμός και η γλώσσα δεν είναι σε θέση να υπερβούν, διαχωρίζουν όμως, κατά τη διάρκεια της τεκμηρίωσης, το ψευδές από το αληθινό. Αυτός ο προοδευτικός διαχωρισμός είναι το επίτευγμα της ποίησης. Όλα τα υπόλοιπα είναι αταβισμός, γνήσιος εγκλωβισμός σε εμμονικές θεωρήσεις αυτοπροσδιορισμών με πρόφαση την κειμενική εφικτότητα.
Στην ουσία της η ποίηση είναι κυριόλεκτη, αυτό ορίζει τη μεταφορικότητά της. Εφόσον πρόκειται για γλωσσική ικανότητα, πρόκειται για διορία κατανόησης ενός απροσδιόριστου περιεχομένου. Δεν υφίσταται μεταφορά που να μην παραπέμπεται στο κενό.
Η κατάσταση γλώσσας είναι κατάσταση ύπαρξης, συνεπώς εκείνο το σταθερό ή ευμετάβολο όριο μεταξύ επικοινωνιακής έκφρασης και τρόπου ζωής είναι αποκύημα φαντασίας. Οι άνθρωποι εκφράζουν λογιών-λογιών απόψεις και πεποιθήσεις. Αυτό μολονότι είναι ανούσιο δεν αποτελεί πρόβλημα επί της ουσίας, μα επί της ζωής: οι περισσότερες από αυτές τις απόψεις και τις πεποιθήσεις χρησιμοποιούνται ως συσχετισμοί ή ισχυρισμοί πάνω σε ζητήματα ή προβλήματα που υπερβαίνουν το πλαίσιο αυτών των εκφράσεων.
Η κριτική διερώτηση, κατά πόσο ένας ποιητής δύναται να αντισταθεί σε ριζικές μεταβολές που συμβαίνουν στη ζωή ή κατά πόσο συμμετέχει σ’ αυτές, είναι απόλυτο πρόσχημα. Ο ποιητής δεν βρίσκεται ούτε σε προηγούμενες καταστάσεις ούτε σε επόμενες, τις υπερβαίνει αμφότερες και ακριβώς γι’ αυτό διαθέτει διαχρονικότητα, εύρος σημασίας, διαρκές περιεχόμενο. Ο δείκτης πρέπει, αντιθέτως, να στραφεί σε όσους συντηρούν το πρόσχημα. Αναγνωρίζουν την υπέρβαση ή όχι;
Η ποίηση, όντας ταυτόσημη με την ελευθερία, αποτελεί υπερβατικό, ή ορθότερα, μεταφυσικό, περιεχόμενο. Ο κόσμος διαδεχόμενος τον εαυτό του, συχνότερα παρακμάζει σταθερά μα ανεπαίσθητα και λιγότερο συχνά μέσω ισχυρότατων ολισθήσεων στο αποκαλούμενο «κοινό σημείο» επίτευξης. Η υπαρξιακή παράνοια αντικαθιστά ολοένα και περισσότερο τα πεδία της κρίσης και της αντίληψης, όπου διευρύνεται πλέον μόνο ο περιορισμός, δηλαδή ο αυτοπεριορισμός.
Τι σημαίνει εντέλει «κοινωνικός» εφόσον δεν υπάρχει τίποτα που να μην εκκινεί από το ατομικό εσωτερικό και να μην επιστρέφει σ’ αυτό; Πρόκειται για χωρητικότητα ενός υποδηλωτικού νοήματος ή για απαιτητό καθεστώς εντός του οποίου καλλιεργείται μια ιδεοληψία απόρριψης των υπολοίπων, πιθανών ή απίθανων, καθεστώτων; Με τι συναντάται κανείς βγαίνοντας από τον εαυτό του; Με άλλους που έχουν πράξει το ίδιο ή με άλλους που επιβάλλουν στους ιδίους μια αμεσότητα που δεν γνωρίζει αιτία ούτε απότοκο;
Η ποίηση είναι επίσης ικανότητα διαφοράς από καθορισμούς επιθυμιών. Δεν μπορεί να τίθεται κανείς σε δημιουργία εάν δεν τίθεται σε ελευθερία. Η μελλοντική αρετή είναι παλαίφατη.
Θυμίζω εδώ εκείνα τα χαμένα λόγια του Άχαμπ, στον Χρυσωτή, που καταλήγουν σ’ ένα αθέλητο νόημα στον τάφο.1 Το μόνο πρόβλημα που παραδίδουν στην εποχή μας είναι το πως δεν χρειάζεται κανείς να επιστρέψει σ’ αυτά ώστε να τα επιβεβαιώσει ―δεν τραβάει κανείς ή κάτι, προς τα πίσω― προς τα πίσω έχει την εντύπωση πως πηγαίνει μονάχα όποιος γυρεύει λόγια για να κλειδωθεί, εντέλει, σ’ αυτά, να διασφαλιστεί. Αντίθετα, το πρόβλημα είναι εκείνο που κάτι επιβεβαιώνει. Το πρόβλημα δεν αφήνει τον άνθρωπο να ξεφτιλίζεται στην παιδιάστικη εικασία ενός ανεξάρτητου βίου όπου έναντι ενός απρόσβατου νοήματος μοιράζεται την υπεκφυγή του. Ας θυμηθούμε εδώ τον Σαντράρ: «Ό,τι κι αν μου συμβαίνει είναι για μένα απολύτως το ίδιο/Κι ό,τι κι αν κάνω μου είναι απολύτως αδιάφορο.»2
Κατά την επιλεκτική αφομοίωση όσων είναι βέβαιος κανείς πως τον βαστούν γερά στην εστίασή του, σε εστίαση προέκτασης του εγώ σε μια συνοχή στόχων κι επιγνώσεων, υποτάσσεται σε ένα απόλυτο πρότυπο απόδειξης ή ανακάλυψης: σχεδόν όλα τα γνώριμα ή τα παραδεκτά δεν οδηγούν παρά σε σταδιακές υποταγές στη χαλαρότητα που φέρει το «συγκεκριμένο», εφόσον η πρόσβαση σ’ αυτό είναι συνυφασμένη με τα αντανακλαστικά που ορίζουν τη ζωτικότητα του «πρέποντος». Εάν το τελευταίο υφίσταται πράγματι, η ζωτικότητα δεν υφίσταται, όπως καθετί γνώριμο ή παραδεκτό δεν οδηγεί πουθενά παρά στην παρακμάζουσα βάση της πραγματικότητάς του.
Στην υφήλιο δεν είναι λίγοι εκείνοι των οποίων η κοσμοθεώρηση, δηλαδή και η θεώρηση της ποίησης, εγκλωβίστηκε σε οδηγίες των οποίων η μερικότητα αποδείχθηκε από το ίδιο το προχώρημα της ποίησης, προτού καν κριθεί σε κάποια από τις γνωστές ή τις όχι τόσο γνωστές δοκιμασίες. Στον «ελληνικό» μικρόκοσμο, όπου οι εγκλωβισμένοι μεταξύ των νουθεσιών του Έλιοτ και το Πάουντ ανακαλύπτουν εκθετικές βαθμίδες και οι παραληρούντες μεταξύ ανορθολογισμού και δικαιωματισμού παρουσιάζουν την οικτρότητα ως ποιητικό ανθρωπισμό, είναι αναλογικά πολλοί περισσότεροι. Οι αριθμοί βεβαίως δεν έχουν νόημα ως καθαυτό ποσοστό μα ως πόρισμα αποφυγής αποπειρών και συμπερασμάτων.
Επανέρχομαι λοιπόν, συμπληρώνοντας πως η ποίηση δεν έχει ως αντικείμενο ένα πρόβλημα, ή κάποια σειρά προβλημάτων, κάθε άλλο, μα το πως η ίδια αποτελεί πρόβλημα που περιέχει προβλήματα και προβληματισμούς, και όσο το πρόβλημά της περιεχομενικοποιείται τόσο εξελίσσεται – δίχως αυτό να σημαίνει πως βελτιώνεται, δηλαδή πως διευκολύνεται ο συσχετισμός του με υπάρχουσες μεθόδους και θεωρήσεις. Εάν διευκολύνεται κάτι είναι η εξελισσόμενη, καθόλα εμπλουτιστική, ακύρωση των μεθόδων και των θεωρήσεων.
Ό,τι κι αν περιέχει η επικύρωση, όπου κι αν περιέχεται, δεν επικυρώνει την αιτιακή της ουσία μα την αναγκαιότητα και τα απότοκά της. Δεκαετίες κοινότοπων πρωτοποριών και ανώδυνων αντιφάσεων δεν οδήγησαν εντέλει παρά σε πιο αξιοπρεπή επίδοση στον τομέα της μη ποίησης: ισοδύναμες αρνήσεις του αληθινού μεταξύ ανευθυνότητας και ανικανότητας. Η ανευθυνότητα αποκαθιστά μια ανύπαρκτη ικανότητα και η ανικανότητα αποκαθιστά μια ανύπαρκτη ευθύνη. Η άποψη τελειοποιείται όσο καταργείται η τέχνη. Οι αρχές της άποψης δεν είναι αρχές γλώσσας ή ποίησης.
Η αίσθηση είναι αντίδραση σε κατανοητό ή ακατανόητο νόημα, συνεπώς η αίσθηση υπόκειται σε νόημα, ακριβώς όπως οτιδήποτε νιώθει κανείς εξαρτάται από μια πνευματική σύναψη, είτε υποτυπώδη είτε προηγμένη. Δεν εννοεί κανείς οτιδήποτε θέλει να εννοήσει εάν ο ίδιος δεν καθοριστεί από περιεχόμενο που διαχωρίζει το αναληθές από το αληθές. Γι’ αυτό η καινοτομία έχει ως βάση αυτή την επικύρωση.
Έως και οι απορρίψεις δεν είναι μεταξύ τους ισάξιες. Σχεδόν όλες καθιστούν πιο ασαφές το αντικείμενό τους, μία ωστόσο προσφέρει στο αντικείμενό περαιτέρω διασαφήνιση, όχι μόνο λόγω της ακρίβειας και της διάρκειάς της μα και διότι ταυτοχρόνως μέσω αυτών επικυρώνεται εκ νέου το πρόβλημα του αντικειμένου.
Καθετί ουτοπικό σημαίνει αυταπάτη, δηλαδή παραίτηση. Ακόμα και στην περίπτωση όπου η ποίηση ήταν πρόθεση που εκπλήρωνε τον σκοπό της, η αυταπάτη που τη σύναζε δεν θα έπαυε ν’ αποτελεί πεποίθηση. Δεν υπάρχει τίποτα σημαντικό που να μην είναι συνυφασμένο με την ανεπάρκεια της ύπαρξης. Γι’ αυτό η ποίηση είναι μια μη αρχή που διέπει τεκμαιρόμενες αρχές.
Κάθε ερμηνεία δίχως πρότερη αναγνώριση του συντιθέμενου αληθούς ή του προτεινόμενου ψευδούς, μπορεί να λειτουργεί και να συμφέρει στην αποκαλούμενη καθημερινή ζωή, στην ποίηση όμως, δηλαδή και στην καθημερινότητά της, δεν λειτουργεί ούτε έχει λόγο να συμφέρει. Ο τρόπος, η μέθοδος, αποτελεί συστατικό των συστατικών της ποίησης μόνο όταν διακρίνεται το συντιθέμενο αληθές από το προτεινόμενο ψεύδος. Σε κάθε άλλη περίπτωση κάθε τρόπος ή μέθοδος αποτελεί αποφυγή ή άρνηση αυτής της διάκρισης ή και υποδεέστερων διακρίσεων με ανάλογο νοηματικο-ερμηνευτικό βάρος.
Όταν υποστηρίζει κανείς, πόσο μάλλον όταν στιχοποιεί, πως υπάρχει κάτι το οποίο είναι άσχετο προς το πρόβλημα της γνώσης του (του υπάρχοντος), οφείλει να το παρουσιάσει, πρωτίστως στον εαυτό του. Όσο δεν το παρουσιάζει αυταπατάται με συγκινήσεις κι εντοπισμούς που δεν αφορούν παρά την απροβλημάτιστη υπόστασή του. Βεβαίως δεν πρόκειται να το παρουσιάσει ποτέ, στον εαυτό του ή σε άλλους, γιατί τίποτα τέτοιο δεν υφίσταται.
Η μυθοδοξία, όπως την ονομάζω, δηλαδή η ιδεολογική μυθο-παράνοια, αποτελεί -τουλάχιστον στον τομέα της ποίησης- πρόσμειξη ασύμβατων μεταξύ τους και ολοκληρωμένων πιθανολογιών, με τις οποίες τακτοποιείται θεωρητικά η αδυνατότητα επίτευξης υπερβάσεων.
Οι ισχυρισμοί που στηρίζονται σε απλές υποδείξεις σημασιών ή ερμηνειών, είναι απόλυτα λογικό να καταστρώνονται στη δυσκολία διάκρισης μεταξύ ακατάλληλων στοιχείων και του αληθούς ή του ψευδούς, και μεταξύ ανακριβών στοιχείων και του αληθούς ή του ψευδούς. Ακριβώς όπως μια θέση ή στάση που επικυρώνει το περιεχόμενό της μέσω της ιδίας είναι παιδιάστικη, ενώ μια θέση ή στάση που επικυρώνεται από την περιεχομενική της διάκριση μπορεί να είναι σημαντική ή ουσιώδης. Συνεπώς η ποίηση δεν αποτελεί απόδειξη αξίας ή ανάγκης για οποιοδήποτε επιχείρημα, είτε αυτό εκφράζεται σε στίχους είτε στίχοι σε αυτό παραπέμπουν.

Η ποίηση είναι ειδική συνέπεια η οποία πηγάζει από το γεγονός πως ό,τι δημιουργεί μέχρι πρότινος δεν γινόταν να υποστηριχθεί. Υπολείπεται ως διαρκής συντάραξη.

2 Οκτωβρίου 2025



___________________

1. Βλ. στο αντίστοιχο μέρος στο Μόμπι Ντικ του Χέρμαν Μέλβιλ: «Oh, grassy glades!... … … and we must go there to learn it.»
2. Βλ. στο ποίημα Γιατί, του Μπλεζ Σαντράρ, στον τόμο 43 Ποιήματα (Εκάτη 20025).

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: