Η παρεξήγηση του καταφερμένου υπό προτιμότερους όρους.
Το αντικείμενο συνειδητοποίησης ―υποτιθέμενο ή ανυπόθετο― βρίσκεται ήδη αποσυντεθημένο στην εντύπωση μιας αντικειμενικής ορθότητας όπου η αμεροληψία χρησιμοποιείται ως παρέκκλιση, η οποία εντούτοις είναι για τον εκφραστή της πλεονεκτική: κειμενικό αβαντάζ. Η πληρότητα αυτή βρίθει όψεων και δυνατοτήτων. Αυτό δεν συμβαίνει στην ποίηση
γιατί αυτή αναζωογονείται όσο διαρκεί ο χαμός της.
Ακόμα και όταν θέτει κανείς το ζήτημα του κενού ή το κενό, υπάρχει ένα, υπερθεμελιακό θα έλεγα, πρόβλημα: από κενό σε κενό υπάρχει μεγάλη διαφορά. Άλλοτε κάτι λειτουργεί επειδή διασφαλίζει εκείνο που δεν γίνεται να δημιουργηθεί και άλλοτε παραμένοντας αδήλωτο υπερβαίνει εκείνο που έπεται.
Εάν υπάρχει πνευματική πορεία αυτή είναι προ πολλού επιταγμένη στην καθολικότητα του προβλήματός της. Ό,τι διασφαλίζεται, διασφαλίζεται από εξαντλήσεις ορίων.
Εκ φύσεως υπάρχει μόνο το κενό, καθετί άλλο είναι εφήμερες τελειοποιήσεις που κάποια δεδομένη στιγμή ακυρώνονται δημιουργώντας νέες διαφορές. Κάθε κειμενική γλώσσα που έχει σκοπό να ξεγλιστρά από διαμορφώσεις και περιθώρια νοήματος δεν προσφέρει παρά ένα ενδιαφέρον που έχει σημασία εξαιτίας της. Εντούτοις αυτή η κατασκευή ερείσματος και η σημασία της περνιούνται για αντικειμενικότητα στην οποία κάποιος εμπλέκεται, γι’ αυτό κάθε τέτοια γραφή αντιμετωπίζεται ως ποίηση που της αξίζει ευρύτατη αποδοχή. Λες και τα συστατικά της ζωής, του Χρόνου, της ύπαρξης, κτλ., είναι τόσο παιδαριώδη που επινοούνται ανά πάσα στιγμή, δεν προϋπήρχαν στο πρόβλημα της τέχνης, της ποίησης.
Η προσδοκία του νέου στην ποίηση συνοδευόταν, και συνοδεύεται, από διαταρακτική αυτο-αναφορικότητα μα και από αναφορικότητα. Στην περίπτωση αυτή ―η οποία σήμερα είναι σχεδόν όλες οι περιπτώσεις μαζί― η παρουσία και η προσωπικότητα όσο αξιοποιούνται θέτουν με επιπλέον ακρίβεια το ζήτημα του εγκλωβισμού στην ταυτότητα, δηλαδή και στη διαπνεόμενη με «νεωτερικό πνεύμα» ταυτότητα. Κάθε ζήτημα ή πρόβλημα
όμως, δεν συγκεκριμενοποιείται από τη στιγμή που κάποιος θα θέσει τον παράγοντα του νοήματος σ’ αυτό. Η συγκεκριμενοποίηση, η κρίση σε δημιουργία, αποτελούν οι ίδιες παράγοντες νοήματος, ενός νοήματος που, ακριβώς επειδή είναι δεσμευμένο στην ταυτότητα, παραγοντοποιείται ατελώς σε θελήσεις νεωτερισμών και καινοτομιών ακόμα κι αν αυτές δεν είναι προσδοκώμενες ή προβλεπόμενες. Γι’ αυτό η διαφορά στάσης δεν είναι διαφορά ύπαρξης.
Πολύ εύκολα και αρκετά ανώδυνα ξεμπερδεύει κανείς με τις εντάσεις στο ενδιάμεσο των υιοθετήσεων και των εγκαταλείψεων, υπάρχει όμως συνέπεια που να υπονομεύει την παροδικότητα; Η διαφορά τίθεται μεταξύ παρουσίας και ύπαρξης, ειδάλλως οι συλλογισμοί απλά μετατρέπονται σε διόδους εγκατάλειψης.
Καθετί υπερβατικό
είναι πράγματι υπερβατικό διότι είναι στην ουσία του ανεντόπιστο, όχι διότι μπορεί να προκριθεί ειπωμένο ή γραμμένο. Είναι στην ουσία του ανεντόπιστο διότι είναι σε ατέρμονο πρόβλημα προσεγγίσιμο. Η ποίηση λοιπόν δημιουργείται όχι επιβεβαιώνοντας ή εγκρίνοντας μα διαφέροντας προς την αναγνώριση του περιεχομένου της.
Αυτός είναι επίσης ο λόγος για τον οποίο το φαινόμενο της «ποιητικής συνάντησης» ή του «ποιητικώς συμπάσχειν» είναι εντέλει ίδιο με τη χρήση ροκάνας. Ακόμη και χαλασμένης ή σιωπηρής: το απόλυτο σκοτάδι θεωρείται απολύτως αναξιόπιστο, ενώ το απόλυτο φως θεωρείται απολύτως αξιόπιστο, η ταχύτητα θεωρείται άγχος και η βραδύτητα χαλαρότητα. Δεν ισχύει όμως τίποτε απ’ όλα αυτά.
Δεν είναι μόνο η εμμονή στο μήνυμα συρμού και στο συναίσθημα ακρισίας μα η διάσταση κάθε μηνύματος και συναισθήματος και, κυρίως, το πως αυτές οι διαστάσεις εκτοπίζουν οτιδήποτε διαφορετικό. Η εμμονή στο ένα ή το άλλο, επίσης, δείχνει από μόνη της πως πρόκειται για κάτι μικρομέγαλο. Οι «φυσικότητες» είναι πλήρως αποδεκτές μα η φυσικότητα διαφοράς είναι πλήρως απορριπτέα.
Η ποίηση
δημιουργεί μια νεότητα, μια διαφορά, που η κοινωνία αδυνατεί να δημιουργήσει όχι μόνο λόγω των λειτουργικών της αξιώσεων μα επειδή η ποίηση όντας διαφορετική φέρει υποκείμενο απουσίας και κενό περιεχόμενο.
Κανένα μέρος του προβλήματος όμως δεν εντοπίζεται περιορισμένα σε κάτι. Το δέντρο δεν είναι κίονας, ένα μαρμάρινο έκτυπο δεν είναι η γεύση ενός κρασιού, η δυνατότητα χρήσης λέξεων δεν είναι ποίηση.
Η ζωή δεν έγινε μόλις χθες ένα με τη δημιουργία. Η προσπάθεια σύγκλισής τους λοιπόν, δηλαδή της εγγύτητας στον πόνο, στις ιδέες κτλ. είναι κάτι ολοκληρωτικά ξεπερασμένο, όχι ως κάτι ανούσιο μα ως κάτι ήδη επιτευγμένο. Η ποίηση
έχει προ πολλού καταλύσει τα όρια αυτών των στοιχείων. Σε αυτή, στην ποίηση, κανένας συγκλονισμός δεν αντιμετωπίζεται ως ρήξη του αιωνίως απαράλλακτου, αντιθέτως, διαφορετικώς, η ποίηση
δημιουργείται στις ρήξεις που γνωρίζει το περιεχόμενό της από το αιωνίως απαράλλακτο.
Η ποίηση
είναι πρόβλημα στη γλώσσα της ενώ η γλώσσα της είναι πρόβλημα στην ποίηση. Δεν υπάρχει τίποτα που να μη σημαίνει κάτι, που να στερείται νοήματος, συνεπώς, κι εφόσον η ποίηση είναι υπέρβαση, τι και γιατί σημαίνει ή νοηματοδοτεί μια επιφόρτιση μορφής, εμπειρίας ή στάσης ενός εκφραζόμενου υποκειμένου; Ο άνθρωπος βολεύεται σε γνώσεις, απόψεις κι επιγνώσεις ή ξεβολεύεται γιατί τροποποιείται εντέλει με ό,τι συλλογίζεται;
Στον αποκαλούμενο σύγχρονο κόσμο, ακόμα και η συνείδηση βαραίνει από ανάγκη καθώς το πνεύμα είναι πια κάτι αξιοκαταφρόνητο: στρέφει το ατελές μονίμως εναντίον της, μετατρέπει στίχους σε μέτρο υπολογισμού δυνατοτήτων μιας πρόσφορης άγνοιας η οποία είναι εντούτοις αρκετή για επικροτούμενες ετυμηγορίες. Σ’ αυτόν παραμένει κανείς προβληματισμένος όσο θεωρείται εμπλεκόμενος σε με μια αποδοτική, αντιμετωπίσιμη, επιλογή: την αξίωση που εξαλείφει κάθε υπόνοια αβασιμότητας και συνοδεύει τον στιχογράφο σε μια διαβαθμιζόμενη επιτυχία.
Αλλού, στη βάση της ποίησης, λειτουργεί μια εκδίπλωση προβλήματος υποκειμένου του οποίου ο κλυδωνισμός καθίσταται ατελής κατά την διαρκή του ανανέωση μόνο εφόσον δημιουργείται σε ατελή ουσίωση.
[ Σεπτέμβριος 2025 ]