1. Εισαγωγή
Εκείνο το οποίο θα επιχειρήσω στο πλαίσιο τους παρόντος κειμένου είναι η ανάδειξη της σύνδεσης της θεωρίας του ριζώματος των Deleuze & Guattari (2017) με την τέχνη (τόσο ως αισθητική και καλλιτεχνική διεργασία όσο και ως κοινωνική). Θα υποστηρίξω ότι μια ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση αρνείται να προσαρμοστεί (πλήρως τουλάχιστον) σε προοργανωμένα περιβάλλοντα και προαποφασισμένα σχέδια και μοντέλα, αμφισβητεί ευθέως την εξουσία της ατομοκεντρικής προσέγγισης και της πλασματικής συλλογικότητας και αντιπαλεύει τον ορθολογισμό του συντηρητικού τρόπου πραγμάτωσης του αισθητικού/καλλιτεχνικού λόγου.
2. Η θεωρία του ριζώματος των Deleuze & Guattari[1]
Επιχειρώντας να εξηγήσουν την έννοια του ριζώματος οι Deleuze & Guattari, 2017), την αντιπαραβάλλουν σχηματικά με την εικόνα του δέντρου (βλ. επίσης Newman, 2019: 248-254· Πεχτελίδης, 2020: 128-139· Ντελέζ & Παρνέ, 2022· Κίτσιου, 2024). Το δέντρο αυτό (που σχηματικά αντιπαρατίθεται στο ρίζωμα) αντιπροσωπεύει (για τις ανάγκες τις αντιπαραβολής) ένα ιεραρχικό σύστημα: έχει συγκεκριμένη και συμπαγή δομή και επίσης ένα κέντρο, έναν άξονα «που ορίζεται από ένα σύνολο σημείων και θέσεων, από δυαδικές σχέσεις μεταξύ των ίδιων σημείων και από αμφιμονοσήμαντες σχέσεις μεταξύ των ίδιων θέσεων» (Deleuze & Guattari, 2017: 37). Αυτό το «κεντροθετημένο σύστημα» χαρακτηρίζεται από «ιεραρχική επικοινωνία και προδιαμορφωμένους δεσμούς» (Deleuze & Guattari, 2017: 37-38), δεσμούς που θεμελιώνονται «σε μια ουσιοκρατική […] σκέψη», σημαίνουν «μια ουσιώδη αλήθεια, μια ενότητα ή έναν τόπο» (Newman, 2019: 249).
Σε ένα τέτοιο σχήμα, η «σκέψη» προσκολλάται σε έναν συγκεκριμένο «τόπο, σε μια […] κεντρική ενότητα» υπό τη μορφή «αλήθειας» ή «ουσίας», και αυτή η αλήθεια, και ουσία, είναι που καθορίζει την «ανάπτυξη και την κατεύθυνση της σκέψης» (Newman, 2019: 249). Αυτό το μοντέλο ακολουθεί τη διαλεκτική της δυαδικότητας, και μάλιστα της υπεραπλουστευμένης δυαδικότητας: «η σκέψη οφείλει πάντοτε να ξεδιπλώνεται σύμφωνα με τους κανόνες της δυαδικής λογικής και ως εκ τούτου εγκλωβίζεται στις δυαδικές διαιρέσεις: αληθές/ψευδές, κανονικό/αντικανονικό, μαύρο/άσπρο, αρσενικό/θηλυκό, έλλογο/άλογο» (Newman, 2019: 249).
Από την άλλη, σε αντίθεση με το δέντρο, «το ρίζωμα είναι μια αντι-γενεαλογία» (Deleuze & Guattari, 2017: 24), «είναι κάτι που διαφέρει πολύ από το δέντρο ή τη ρίζα, που παγιώνουν ένα σημείο, μια τάξη» (Deleuze & Guattari, 2017: 19). Πρόκειται για μία «μη-εξουσιαστική» προσέγγιση της γνώσης και της σκέψης (Newman, 2019: 248), η οποία βασίζεται στην ετερογένεια. Το ρίζωμα θεωρείται ότι είναι «ένα σύστημα άκεντρο, μη ιεραρχικό, μη σημαίνον, χωρίς Στρατηγό, χωρίς οργανωτική μνήμη ή κεντρικό αυτόματο, αποκλειστικά προσδιορισμένο από μια κυκλοφορία καταστάσεων» (Deleuze & Guattari, 2017: 38). Το ρίζωμα υπό αυτό το πρίσμα αμφισβητεί τη «δενδροειδή κουλτούρα» (Deleuze & Guattari, 2017: 29), η οποία είναι αυτή που δεσπόζει στην «δυτική πραγματικότητα», καθώς και σε «ολόκληρο το δυτικό στοχασμό» (Deleuze & Guattari, 2017: 33), και η οποία εκπέμπει «μια θλιβερή εικόνα της σκέψης» (Deleuze & Guattari, 2017: 30). Το ρίζωμα είναι ένα μοντέλο το οποίο «παρακάμπτει την ουσία, τις ενότητες και τη δυαρχική λογική και αποδέχεται την πολλαπλότητα, την πολυπλοκότητα και το γίγνεσθαι […] κάτι που διαταράσσει αυτήν ακριβώς την ουσιοκρατία και τον ορθολογισμό» (Newman, 2019: 250).
Εντός του συστήματος του ριζώματος «υπάρχουν μόνο γραμμές» (Deleuze & Guattari, 2017: 21-22) οι οποίες συνεχώς διαπλέκονται, διασταυρώνονται, ενώνονται, διαχωρίζονται, έτσι που στο τέλος επικρατεί μία καλώς εννοούμενη άναρχη κατάσταση (Newman, 2019: 250), μια συνεχής ανανέωση στη βάση της όποιας δεν υπάρχει προσκόλληση σε ήδη προαποφασισμένα, προδιαμορφωμένα, προκαθορισμένα και προοριοθετημένα πρότυπα, μοντέλα και σχήματα: «μια ατέρμονη, τυχαία πολλαπλότητα συνδέσεων, η οποία, αντί να εξουσιάζεται από ένα μοναδικό κέντρο ή τόπο, είναι αποκεντροποιημένη και πληθυντική» (Newman, 2019: 250). Δημιουργούνται νέες κατευθύνσεις και διασταυρώσεις, γραμμές φυγής οι οποίες δημιουργούν «το πραγματικό», τη «ζωή» και βρίσκουν νέα όπλα (Ντελέζ & Παρνέ, 2022: 51) και εμποδίζουν το αδιατάρακτο και ομογενοποιημένο κοινωνικό σώμα της κανονικότητας (Deleuze & Guattari, 2017: 253-254). «Χωρίς συμμετρία […] δεν σταματούν να βγαίνουν από τα δέντρα […] δεν παύουν να διαφεύγουν, να επινοούν συνδέσεις που πηδούν από δέντρο σε δέντρο, συνδέσεις που ξεριζώνουν» (Deleuze & Guattari, 2017: 624). Εντός του συστήματος του ριζώματος λοιπόν, δεν υπάρχουν «αριθμήσιμα στοιχεία και εύτακτες σχέσεις», αλλά μόνο «σύνολα ρευστά» (Deleuze & Guattari, 2017: 624), διαρκώς μεταβαλλόμενα και υπό συνεχή μετασχηματισμό:
το ρίζωμα συνδέει ένα οποιοδήποτε σημείο με ένα οποιοδήποτε άλλο […] το ρίζωμα δεν μπορεί να αναχθεί ούτε στο Ένα ούτε στο πολλαπλό. Δεν είναι Ένα που γίνεται δύο […] δεν είναι κάτι πολλαπλό που προκύπτει από το Ένα ούτε κάτι στο οποίο το Ένα θα προστίθετο (ν+1). Δεν είναι φτιαγμένο από μονάδες, αλλά από διαστάσεις, ή μάλλον από κινητές κατευθύνσεις. Δεν έχει ούτε αρχή ούτε τέλος, αλλά πάντα ένα μέσον, από το οποίο ωθεί και εκχειλίζει. Συνιστά γραμμικές πολλαπλότητες […] χωρίς υποκείμενο ούτε αντικείμενο, που μπορούν να απλωθούν σε ένα πλάνο σύστασης, και από τις οποίες το Ένα έχει πάντα αφαιρεθεί (ν-1). Μια τέτοια πολλαπλότητα δεν μεταβάλλει τις διαστάσεις της χωρίς να αλλάζει φύση η ίδια και χωρίς να μεταμορφωθεί (Deleuze & Guattari, 2017: 37).
Εύκολα λοιπόν μπορούμε να δούμε τον δενδροειδή και τον ριζωματικό λόγο. Στην πρώτη περίπτωση έχουμε «αφηρημένες» και δογματικές «γενικεύσεις, όπως η αλήθεια, η ορθολογικότητα και η ανθρώπινη ουσία», οι οποίες «αρνούνται την πολλαπλότητα, κόβουν και ράβουν τις διαφορές στα μέτρα της ομοιότητας» (Newman, 2019: 251):
σ’ ένα δένδρο, υπάρχουν πολλά χαρακτηριστικά: Υπάρχει ένα σημείο προέλευσης, σπόρος ή κέντρο̇ είναι μηχανή δυαδική ή αρχή διχοτόμησης, με τα κλαδιά του διαρκώς να διαιρούνται και να αναπαράγονται σε διακλαδώσεις, και με τα σημεία δενδροποίησής του […] είναι δομή, σύστημα σημείων και θέσεων που σταθεροποιεί όλο το δυνατό μέσα σ’ ένα δίκτυο, σ’ ένα σύστημα ιεραρχικό […] έχει ένα μέλλον και ένα παρελθόν, ρίζες και κορυφή, μια ολόκληρη ιστορία, μια εξέλιξη, μια ανάπτυξη (Ντελέζ & Παρνέ, 2022: 30).
Στη δεύτερη περίπτωση παρατηρείται μία ρευστή λειτουργία η οποία επιτρέπει –και επιτελείται μέσα από – τη διαφορά, την πολλαπλότητα, την ενδεχομενικότητα (Newman, 2019: 251· Πεχτελίδης, 2020). Πιο συγκεκριμένα, το μοντέλο του ριζώματος:
συνιστά μια μορφή σκέψης που απορρίπτει τις δυαρχίες και τις ιεραρχίες δεν επιφυλάσσει προνομιακή μεταχείριση εις βάρος ενός άλλου ούτε κυβερνάται από μία και μόνο εκτυλισσόμενη λογική. Ως εκ τούτου, θέτει εν αμφιβόλω τις αφηρημένες ιδέες που κυβερνούν τη σκέψη και που διαμορφώνουν τη βάση των διαφόρων λόγων περί γνώσης και ορθολογικότητας (Newman, 2019: 250).
3. Ριζωματικές επιτελέσεις στο πεδίο της τέχνης
Παραδείγματα ριζωματικών επιτελέσεων στο πεδίο της τέχνης υπήρχαν και υπάρχουν και αρκετοί καινούργιοι – και μη – δημιουργοί, δείχνουν ότι θα συνεχίσουν να υπάρχουν. Μια τέτοια καλλιτεχνική συμπεριφορά δεν μπορεί φυσικά να είναι μοναδική και δεδομένη, αλλά συνεχώς αυτο-αμφισβητούμενη. Επίσης, μια ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση είναι ποικιλότροπη και αναπάντεχη, ενδεχομενική και υβριδική, δηλαδή υφίσταται με πολλούς διαφορετικούς τρόπους και σε πολλούς διαφορετικούς βαθμούς – τόσο ως προς τη μορφή όσο και ως προς το περιεχόμενο. Αυτή η προκαταρκτική παρατήρηση να θεωρηθεί από τον αναγνώστη ως άκρως σημαντική.
Η τέχνη που παράγεται μέσω ενός τέτοιου –με την ευρύτερη έννοια– τρόπου δεν υπόκειται σε κάποια δοσμένη –είτε εσωτερικά είτε εξωτερικά– ακολουθία ούτε και μπορεί να ενταχθεί σε ένα πλαίσιο ορθολογικής και καθολικής επαναληπτικής λειτουργίας. Αυτό θα πει ότι η ριζωματική επιτέλεση στο πεδίο της τέχνης αποστρέφεται τον δογματισμό, αλλά και την καινοτομία – η τελευταία ως νεοφιλελεύθερος κώδικας ηθικής.
Αντίθετα, κατασκευάζεται μέσα από και μέσα στις ποιότητες της διαφοράς, της πολλαπλότητας, της ρευστότητας και του υποκειμενισμού – του μοναδικού πραγματικού κριτηρίου – αφού αυτό που βιώνει – και κατά συνέπεια παράγει – ο δημιουργός καθίσταται αντιληπτό, όχι ως κάτι φυσικό και οικουμενικό, αλλά ως κάτι διαρκώς και εν κινήσει μεταβαλλόμενο. Με άλλα λόγια, μια ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση, κατασκευάζει τον κόσμο και την ταυτότητά της μέσα στο σύνορο, στο όριο, εκκινώντας από μια αντι-ουσιοκρατική θέση και – γι’ αυτό – προωθώντας το υβριδικό, το ενδεχομενικό, το διφορούμενο, το (παρ)αλλαγμένο, το διαφορετικό.
Ωστόσο, δεν πρέπει να θεωρηθεί ότι μόλις υπάρξει ένα αισθητικό συμβάν/γεγονός, ασταθές, πολλαπλό και πολυσημικό πολυσυνθετικό σημείο, εν πολλοίς, με τα προαναφερθέντα χαρακτηριστικά, παγιώνεται ως αξία και ως πρότυπο, αλλά ούτε και ως μια κάποια σταθερή αφετηρία. Το δίχως άλλο. Στη ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση μια δημιουργία βρίσκεται πάντοτε όχι απλώς εντός μιας άλλης, επόμενης δημιουργίας, αλλά εντός της έννοιας και της πρακτικής της δημιουργίας ως ανθρώπινης διαλεκτικής και μετασχηματιστικής δύναμης/ικανότητας.
Η ριζωματική επιτέλεση στην τέχνη λοιπόν διακατέχεται στο σύνολό της από συγκρουσιακότητα, ριζοσπαστικότητα, ανοικτότητα και συνεχή εναπαδημιουργικότητα. Η παρέμβασή της, μια παρέμβαση όντως παρεμβατική, δεν εξαντλείται στην – έστω και πειραματική – αναπαράσταση του φαινομένου και της ιδέας. Αυτό σημαίνει απλώς ανάπλαση. Αντίθετα, μια ριζωματική επιτέλεση προχωρεί πολύ μακρύτερα, αφού εκείνο που διαταράσσει και – με την θετική έννοια – διαστρεβλώνει δεν είναι απλώς και μόνο το αποτέλεσμά της, δηλαδή το έργο τέχνης που εν τέλει παράγεται, αφήνοντας άθικτο τον τρόπο και τη μέθοδο που αυτό κατασκευάστηκε: η ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση χαλά ολόκληρο τον μηχανισμό του συστήματος, αποδιοργανώνει την ίδια την τέχνη ως τέτοια, λειτουργώντας ως γραμμή φυγής (βλ Deleuze & Guattari, 2017̇ Ντελέζ & Παρνέ, 2022), όχι μόνο σε σχέση με αυτό που θέλει να εννοήσει και να πει, αλλά και σε σχέση με την ίδια της φύση ως καλλιτεχνική πρακτική.
Όπως μάλλον είναι κατανοητό, αυτού του είδους η δημιουργία έχει μια διπλή, αλλά ενιαία ως προς την πραγμάτωση του λόγου της, λειτουργία. Από τη μία, προβάλλει εναλλακτικούς τρόπους καλλιτεχνικής δράσης και αξιοποιεί πολλά – συχνά και ανοίκεια – μέσα για την επίτευξη των σκοπών και, από την άλλη, διαμορφώνει – και διαμορφώνεται από – μια άλλη αντίληψη και κουλτούρα για το τι, το πώς και το γιατί της αισθητικής και καλλιτεχνικής διεργασίας. Έτσι, η τέχνη καθίσταται αντιληπτή ως μια «μονίμως απαγίωτη και διαρκώς μεταβαλλόμενη δύναμη» που «προκρίνει μία εναλλακτική οπτική για το γίγνεσθαι» (Κατσιγιάννης, 2024β).
Ανατρέχω στον Blanchot, του οποίου τα λόγια με βοηθούν σε όσα θέλω να εξηγήσω:
εδώ, στον κόσμο, βασιλεύει η υποταγή σε σκοπούς, βασιλεύουν το μέτρο, η σοβαρότητα, η τάξη, εδώ η επιστήμη, η τεχνική, το Κράτος, εδώ η σημασία, η βεβαιότητα των αξιών, το Ιδανικό του Αγαθού και του Αληθινού. Η τέχνη είναι ο κόσμος αντεστραμμένος: η ανυποταγή, το υπέρμετρο, η επιπολαιότητα, η άγνοια, το κακό, το μη νόημα, όλα αυτά σ’ αυτήν ανήκουν, εκτεταμένη περιοχή (Blanchot, 2018: 325).
Στο σημείο αυτό και έχοντας πραγματοποιήσει μια προσέγγιση στο πεδίο της αισθητικής και καλλιτεχνικής διεργασίας υπό την οπτική της έννοιας του ριζώματος των Deleuze & Guattari, και θέλοντας να γίνω όσο πιο κατανοητός μπορώ, θα αναφέρω – πολύ – ενδεικτικά ορισμένους δημιουργούς από διάφορα είδη τέχνης που θεωρώ ότι εντάσσονται σε αυτό που περιγραφώ ως ριζωματική επιτέλεση στο πεδίο της τέχνης: Φραντς Κάφκα, Χόρχε Λουίς Μπόρχες, Πολ Όστερ, Τσαρλς Μπουκόβσκι, Beat λογοτεχνία, Μίλτος Σαχτούρης, Δημοσθένης Αγραφιώτης, Γιώργος Βέλτσος, Αργύρης Μαρνέρος, Γιάννης Λειβαδάς, Χρήστος Χρυσόπουλος, Αλήτις Τσαλαχούρη, Jon Klassen, Ιβ Κλάιν, Sabato Visconti, ANXIOUS // BORED (Peder Norrby), Chepertom, Thomas Lisle, jrdsctt, Penelope Umbrico, Emily Sper, Phillip David Stearns, Κωστής Κηλύμης, Σωκράτης Μαρτίνης, S. Grey, Steve Roden, Richard Chartier, Ryoji Ikeda, Sachiko M.
4. Συμπεράσματα
Με βάση όλες τις – εναρκτήριες στην πραγματικότητα – παραπάνω σκέψεις, η τέχνη παύει να εκλαμβάνεται, αλλά και να συμβαίνει, με τρόπο στατικό, ασφαλή και θετικιστικό και εισέρχεται στη σαγήνη της ευαλωτότητας, στη μαγεία αλλά και την πυγμή της άρνησης, στην ευθραυστότητα της εξορίας, στην πολλαπλότητα και την ανοικτότητα της ρευστότητας και στην αέναη επαναδιαπραγμάτευση. Έτσι, η τέχνη δεν έρχεται από κάπου συγκεκριμένα, αλλά ούτε και από πουθενά: έρχεται – χωρίς να έφυγε ποτέ – από παντού. Εν κατακλείδι, σημειώνω το εξής: η ριζωματική καλλιτεχνική επιτέλεση δεν συνίσταται στη δικαίωση – ή/και την επιβεβαίωση – της στιγμής, όπως – μάλλον – λανθασμένα μπορεί να κατανόησε κάποιος, αλλά στην εμβάθυνση της αδιάκοπης και διευρυμένης κοινωνικότητας της λειτουργίας της τέχνης εντός του ανοικτού χωροχρόνου.
___________
* Βλ. επίσης Κατσιγιάννης (2024α).
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Blanchot, M. (2018). Ο χώρος της λογοτεχνίας, μτφρ Δ. Δημητριάδης, Πλέθρον.
Deleuze, G. & Guattari, F. (2017). Καπιταλισμός και Σχιζοφρένεια 2. Χίλια Πλατώματα, μτφρ. Β. Πετσογιάννης, Πλέθρον.
Κατσιγιάννης, M. (2024α). «Η γνώση και η μάθηση στο εκπαιδευτικό σύστημα: από τον θετικισμό στον μεταθεμελιωτισμό και τη ριζωματική μάθηση». Βαβυλωνία. Ανακτήθηκε 11 Δεκεμβρίου 2025, από: https://www.babylonia.gr/2024/08/27/i-gnosi-kai-i-mathisi/
Κατσιγιάννης, M. (2024β). Επετειακότητα και τέχνη. Σαλιγκάρι. Ανακτήθηκε 11 Δεκεμβρίου 2025, από: https://saligari.net/filoksenia/epeteiakothta-kai-texnh/
Κίτσιου Ρ. (2024). Αξιοποιώντας το «ρίζωμα» στην κοινωνιογλωσσολογική και την εκπαιδευτική έρευνα. Παιδαγωγικά ρεύματα στο Αιγαίο, 13(1). DOI: https://doi.org/10.12681/revmata.37703
Newman, S. (2019). Από τον Μπακούνιν στον Λακάν: Ο αντιεξουσιασμός και η εξάρθρωση της εξουσίας, μτφρ. Α. Αγγελής, επιμ. Τ. Γκόνης & Δ. Παπαγιαννοπούλου, Κέλευθος.
Ντελέζ, Ζ. & Παρνέ, Κ. (2022). Διάλογοι (μτφρ. Κ. Β. Μπούντας, επιμ. Δ. Τουλάτου, Εκκρεμές.
Πεχτελίδης, Γ. (2020). Για μια εκπαίδευση των κοινών εντός και πέραν των «τειχών», Gutenberg.