Το εύρος των πνευματικών κόπων

Julius Caesar Scaliger (Σκάλα). Ιmagines philologorum
Julius Caesar Scaliger (Σκάλα). Ιmagines philologorum

Η ποίηση δεν έχει όρια όσο η στενότητα του ανθρώπου είναι δεδομένη. Η εμπειρία κάποια στιγμή αποκτά ταφόπλακα ενώ η ποίηση διαιωνίζει τη δημιουργία. Η ποίηση δεν λυτρώνει τον άνθρωπο απ’ τους περιορισμούς του, τού αναθέτει νέους. Κάθε έμπνευση μετά την έκπληξη που προκάλεσαν τα όριά της, λοιπόν, γίνεται μάθημα περιορισμού.
Για τη δημιουργία ποίησης ο άνθρωπος χρειάζεται να αναλάβει τον εαυτό του, να συμπέσει δηλαδή στη διαφορά της ύπαρξής του. Προτού κατακρίνει λοιπόν κανείς τον Σκάλα[1] για επουσιώδη επανάκαμψη της δευτέρας φύσεως, καλά θα κάνει να βρει λίγη δικαιοσύνη, λίγο φιλότιμο στον εαυτό του, ελάχιστη τόλμη, ώστε να κρίνει ακριβέστερα την ευχαρίστηση, την ικανοποίησή του, όταν αναδεύει τις εντυπώσεις που εμπλουτίζουν το εύρος των πνευματικών του κόπων.
Τα πάντα περιέχονται. Δεν είναι λοιπόν εάν ο Σκάλα (ως ένα καλό τυχαίο παράδειγμα) είχε δίκιο ή άδικο, αν υπήρξε εύστοχος ή άστοχος μα κατά πόσο έκρινε εαυτόν μέσα στην κρίση του. Όχι απλά κατά πόσο έκρινε τις απόψεις του, μα την ύπαρξή του ως αντικείμενο. Το ίδιο και ο Κουζάνος[2], που επέμεινε στην εξάρτηση της πίστης απ’ την ατομική ανεξαρτησία. Μένω σε αυτό, υπογραμμίζοντάς το, όχι για θέσω κάποιον δείκτη επιτακτικής ανάγκης επιστροφής σ’ αυτά τα έργα μα για να τονιστεί πως με όσα, και λόγω όσων, έχουν προταθεί μέσα στα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια, δεν βρίσκεται ό,τι δεν βρέθηκε παλαιότερα. Οι εξελίξεις γενικού ή ειδικού γούστου δεν είχαν και δεν έχουν τόση, ή την παραμικρή, σημασία.
Ο πόνος δεν είναι απλώς αναπόσπαστο μέρος του υπάρχειν, είναι ο χρόνος και ο τόπος του υπάρχειν. Η δημιουργία ποίησης προϋποθέτει αποκάθαρση παρά εμπλουτισμό, όλοι οι πιθανοί κι απίθανοι σκοποί βρίσκονται ανέκαθεν διαθέσιμοι ως σφιχτές δέσμες στο φάσμα μιας προετοιμασίας που δεν είναι βέβαιο εάν και πότε θα επιλεγεί, θα προτιμηθεί, εις βάρος της ικανότητας πνευματικών κόπων.
Ουσιώδεις διαστρεβλώσεις με τεράστια και αδιάκοπη επίδραση, όπως, λόγου χάρη, η ταύτιση του ασιατισμού με το ζεν, η ταύτιση του μοντερνισμού με τον μεταμοντερνισμό, η ταύτιση του αισθητισμού με την αντικειμενικότητα, η ταύτιση της ιδεολογίας με το αληθές, σε σύγκριση όμως με τον ατιμασμό της δυναμικής και την προσβολή της υπόστασης, μοιάζουν με περιστασιακά σφάλματα διότι είναι απότοκά τους.
Από την Αναγέννηση μέχρι σήμερα δεν έχουν περάσει λίγα απογεύματα αρεστής ή μη αρεστής ορθότητας κάτω από τις μουριές του Αυγούστου, μα αιώνες που έφεραν τεράστιο βάρος προσοχής και εξάντλησης. Η ποίηση δεν βρίσκεται σε συνεχιζόμενα συμπλέγματα λόγου όπου διχάζεται κανείς στα μετρημένα λόγια και τη στενότητα της ακρίβειας, σε υπαρξιακό περιορισμό και ερμηνευτική κοινότητα. Εκτός κι αν υπάρχει λόγος ενασχόλησης με μια ποίηση που είτε ξαναγίνεται ακριβώς αυτή που ήταν είτε αποδίδει επαναληπτικά εκείνο που ήδη αποδόθηκε. Ο Σαντράρ δεν είχε άδικο όταν σημείωνε πως η φήμη ενός ποιητή ή ενός έργου στηρίζεται ουσιαστικά σε παρανοήσεις[3].
Η ποίηση δεν βρίσκεται βεβαίως μήτε στο αξίωμα μιας παράδοσης που εννοεί πως η ποίηση συντίθεται με θραύσματα, γιατί η ποίηση είναι θραύσμα και όχι αποθησαύριση, ακόμα κι όταν γίνεται λόγος για σύνθεση, αυτή συντίθεται στο κενό όπου ορίζεται το περιεχόμενό της[4], ουδόλως σε όσα επιτρέπουν μια όλο και πιο ραφιναρισμένη απόδοσή της.
Υπό κάθε έννοια, η μίμηση προεξοφλεί οποιαδήποτε απόπειρα εάν ο ορισμός της φύσης εμπεριέχει το απόλυτο. Εάν δεν χρειάζεται λοιπόν ιδιαίτερη προσοχή χρειάζεται έστω λίγη τιμιότητα. Ποιο είναι το νόημα και η αξία του θραύσματος εφόσον η ποίηση εάν είναι μία φορά επεξεργασία της παράδοσης είναι χίλιες φορές δημιουργική ώση; Απαντώ, είναι ένας ορισμός της φύσης που δεν εμπεριέχει το απόλυτο, ή, ορθότερα, εκείνη δεν εμπεριέχεται σ’ αυτό. Ένας ορισμός ανεπίδεκτος ουσίας.
Επιπόλαιοι μοντερνιστές και μεταμοντερνιστές, αυτοπεριορίζονται στις προκαταλήψεις τους, εναντιολογούν ή εννοιολογούν κατόπιν τα πάντα στα πλαίσια αυτών των περιορισμών όπου παρατηρούνται τραγελαφικά φαινόμενα, όπως η «εξουσιαστική ομορφιά», η «καταπιεστική μεταφυσική», η «φασιστική καινοτομία», το «αντιδραστικό νόημα», η «υποκειμενική ιερότητα» και άλλα εξίσου χαρακτηριστικά. Αφότου εκτελέσουν πιστά τα καθήκοντά τους κάθε υπέρβαση αυτογνωσίας και ετερότητας θεωρείται έλεγχος και υποταγή.
Αρκεί μια συμφωνία στο «θέλω», μια σύγκλιση στο «απαιτώ», και τα φτερά της «επίνοιας» αποκτούν πρέπον νόημα. Πού και πώς βρισκόταν κανείς πριν αυτό το νόημα τον συνταράξει και μετά απ’ αυτό πού και πώς βρίσκεται; Η σημασία του φτερουγίσματος δεν συμπίπτει λοιπόν με τη σημασία του ξεφυλλίσματος, του ξεμυαλίσματος.
Κάθε υπόμνηση στο πως μπορεί κανείς να μάθει εφόσον στραφεί σ’ αυτούς που δεν γνωρίζουν, δεν είναι επανάκαμψη, δεν είναι ούτε καν επανάληψη, είναι δυσάρεστη πρόοδος, αναγκαία ωστόσο για την πιθανότητα αποφυγής της σακχαρόπηκτης επαναστατικότητας.
Για μια επιτευχθείσα επικοινωνία η ωριμότητα μιας ανοησίας μπορεί να είναι επίσης απαραίτητη. Ακόμα και η επικοινωνία οφείλει να είναι είτε αδύνατη είτε επιτευχθείσα. Μια επικοινωνία σε διαρκή εκκρεμότητα, δηλαδή σε προοδευτική συνειδητοποίηση του ψεύδους επικοινωνίας πέραν ωριμότητας της ανοησίας, σε πιθανότητα ανακάλυψης τού πως η επικοινωνία ως γεγονός σμίγει με το τίποτα, φέρνει σε μέρα Αποκάλυψης. Όσο τίποτα και να θέτει κανείς, όσο τίποτα και να μη θέτει. Μπούρμπερη, θαλερή, που καμώνεται πως είναι απαλλαγμένη: ο γράφων λειτουργεί αντίθετα από τον ποιητή, δεν εμπιστεύεται την έμπνευση της δημιουργικής ελευθερίας μα τη δημιουργική ελευθερία, ειδάλλως θα στραφεί σε άλλου είδους επιλογή, θα στραφεί στον αληθινό του εαυτό, τότε ο σώζων εαυτόν σωθήτω.
Εκείνη η, υπό μία έννοια, πλεονεκτική, διαφορετικότητα με βάση την οποία η ποίηση δίνει τη δυνατότητα μιας πρωτόγνωρης, εκκρεμούς, ταυτοποίησης, δεν συνάγεται με την ακολουθία σκέψεων, αιτημάτων και συναισθημάτων μα μέσω μιας ιδιότατης αντίληψης, ενός αλλιώτικου, σε τρόπο μα κυρίως σε περιεχόμενο, συλλογισμού.
Σε μέρη όπου η παρατήρηση του ορίζοντα είναι αδύνατη, ο άνθρωπος έχει την τάση να επιταχύνει την καθημερινότητα. Το ίδιο ισχύει στη σκέψη. Προς τι λοιπόν όλες αυτές οι ανακοινώσεις συνειδητοποίησης έλλειψης δεσμού με τα βασικά πού προβάλλονται ως επιδόσεις; Υπάρχει πυρετώδης ανάγκη χαμηλώματος του πάτου που οφείλει να πιάσει κανείς. Ο από κοινού πιασμένος πάτος είναι το όραμα των οραμάτων.
«Αλλέως» μια ολόκληρη ζωή μα για κατάληξη κάποια δραματική μετάνοια. Ας γινόταν από την αρχή, ακόμα και ως αρχή. Να μιλά κανείς για κλίση ή για υποδοχή είναι ανώδυνο, όταν όμως συλλογιστεί τη φυσικότητα που επιτρέπει τη μία απ’ τις δυο ή και τις δυο, βρίσκεται αντιμέτωπος με κάτι αδιανόητα ζωτικό, μια στιγμή, έστω, αλώβητη από τη διορία ενός αποσώσμαστος. Ως επί το πλείστον αποτραβιέται σ’ εκείνο του οποίου την εισαγωγή επιτρέπει. Μα και σ’ εκείνον του οποίου η προσέγγιση είναι αυτοβούλως μα και ετεροβούλως εφικτή.
Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον, είναι τουλάχιστον σ’ ένα πράγμα μεταξύ τους ισότιμα, κανένα τους δεν είναι γενικό, και τα τρία είναι τόσο ειδικά που δίνουν μόνο την εντύπωση απόδειξης μοναξιάς σε όσους δεν εννοούν πως πρόκειται για διαστάσεις ουσίας. Γι’ αυτό η δημιουργία ποίησης προτού σημάνει σημαίνεται.
Η φαιδρότητα της τρέχουσας εποχής είναι μνημειώδης καθώς μέχρι και το γρασίδι δεν είναι πιο αποτελεσματικό, όταν το επιλέγει κανείς στον συλλογισμό ή στην επινόησή του, μόνο θρασεμένο ή μόνο κουρεμένο. Εάν ελπίζει κανείς σε κάτι μόνο και μόνο επειδή είναι σε θέση να το εκφράζει θα πρέπει να τον απασχολήσει κάποια στιγμή και η έτερη επιλογή, ειδάλλως η φερεγγυότητα των συλλογισμών του, της επινοητικότητάς του, πάει περίπατο.
Στην τρέχουσα εποχή, τα αποτυχημένα και τα επιτυχημένα στιλιστικά μέσα «ολοσχερούς έκθεσης του εαυτού», δεν είναι τίποτα άλλο από επιτυχημένες ή αποτυχημένες εκθέσεις ενός λογοτεχνικού υποκειμένου που, παρά τις «ιδεολογικές του αντιρρήσεις», παρά τη «μαχητική του εμβρίθεια», αντικαθιστά ή υποκαθιστά τη «δίκαιη απολυτότητα», την «αληθινή δικαιοσύνη», με την οποία μέχρι πολύ πρόσφατα μόνο ένας αντίθετος προς εκείνο Θεός ήταν σε θέση να εφαρμόσει. Τα λογοτεχνικά αυτά υποκείμενα, με βάση την ολοκληρωτικότητα των αποκλεισμών τους, γνωρίζουν την ύπαρξη τουλάχιστον όσο, μέχρι πολύ πρόσφατα, γνώριζε μόνο ο απεχθής Θεός. Το πράγμα είναι ασύστατο είτε έτσι είτε αλλιώς. Το γρασίδι θρασεμένο ή κουρεμένο.
Μια από τις μη πρόδηλες αιτιότητες για τις οποίες υπάρχει ποίηση είναι το πως υπάρχει μη ποίηση. Το πως η πιθανότητα ύπαρξης ενός νοήματος ποίησης ταυτίζεται με την απιθανότητα, έχει να κάνει με το πως το νόημα της ποίησης είναι αναιρετικό προς την ίδια, είναι ένα νόημα αποκάλυψης της μοιραίας της φύσης, πρόκειται εντέλει για μια αφύπνιση με το εύρος του μεγαλείου της να εξαρτάται απ’ την απατηλότητα της ίδιας της της κατάστασης.
Στη μη ποίηση η πραγματικότητα και η αλήθεια φέρουν μόνο ιδεολογικό νόημα και σκοπό λόγω α) της διαθεσιμότητάς τους και β) λόγω του ότι κατά το προηγούμενο μπορούν να υποβιβάζονται ατελώς στο πεδίο διαχειρίσιμων υλικών με τον διαχειριστή να εξαιρείται της διαχειρίσεως. Δεν μπορεί ίσως να υπάρξει καλύτερη και πιο εμπεριστατωμένη τεκμηρίωση παντελούς απουσίας ποιητικής δημιουργίας. Με αυτό βεβαίως δεν επαληθεύω κάποιο είδος μετα-αλήθειας ή μετα-πραγματικότητας διότι για να τεθεί το ζήτημα ενός «μετά» χρειάζεται να έχει επιλυθεί οριστικά ή έστω να διαλαμβάνεται επαρκώς, το ζήτημα του «προ».
Η διαρκώς αυξανόμενη πίεση κρίσεως, λοιπόν, είναι ζήτημα, αντικείμενο ποίησης, ενώ η διαρκώς αυξανόμενη διαχειριστική αξία ή σημασία δεν είναι ζήτημα μήτε αντικείμενο ποίησης μα έκφρασης δεδομένων καταστάσεων.
Παρά τις απανωτές δόσεις του αμετάδοτου, η ύπαρξη δεν απολλύει τον προορισμό της. Η απόλαυση ευτελών επικεντρώσεων κάνει το θαύμα της. Η αχρειολογία κερδίζει σε εμπιστοσύνη σφυροκοπώντας ανελέητα τη φανταστική αιτία του εδώ και τώρα. Κάθε κατάλληλη ανοησία «ιστορικοποιείται» μέσω ποιητικής έκφρασης.
Εάν η αιωνιότητα ως απόλυτο αντικείμενο διαθέτει νεωτερισμό, αυτός δεν σχετίζεται παρά με το πως τίποτα σε αυτή δεν εξαιρείται και δεν προδικάζεται ενώ ταυτόχρονα η ίδια κάθε άλλο παρά απειλεί τη χειραφέτηση της ύπαρξης από τα δεσμά της.
Η ποίηση, όντας επίτευξη ενός δημιουργικού παθητικού, κρίνεται και από τη ζημία της ίδιας με βάση ό,τι σε αυτή καταφέρνεται, η συνάφεια και το νόημά της τείνουν να προσδιοριστούν μόνο εφόσον η ίδια διαφοροποιείται διαρρηγνυόμενη πότε από συνέπειες που προκύπτουν από προσεγγίσεις της αλήθειας και πότε από συνέπειες που προκύπτουν λόγω αδυνατότητας τέτοιων προσεγγίσεων.
Η έλξη προς την πρόκληση ανεπιθύμητων συνειδητοποιήσεων δεν συναντά την ευδόκιμη πορεία της μέχρι να αποδεχθεί κανείς πως δεν χρειάζεται να είναι ποιητής για ν’ αντιληφθεί ότι αυτός ο κόσμος δεν θα ήταν λιγότερο βασανιστικός χωρίς ποίηση.
Ριψάσπιδες μπροστά στο απολύτως αδιανόητο μιας γνώσης που υπερβαίνει την κατάρα της, επωμίζονται τα βάρη μιας αναλγητικής ευφορίας όπου η αλαζονεία τρέφεται επαρκώς από τυπικούς πόνους που προκαλεί η απόκρυψη της προέλευσης.
Μόνο ένας αυθεντικός κουτός όμως, δεν ανέχεται τη μοναδικότητα της γλωσσικής του ταπείνωσης, τη κυριότητα του αξιοθρήνητου, μόνο ένας παντελώς άσχετος με τη δημιουργία τρέμει στην ιδέα πως καμιά ουτοπία δεν υπονομεύει την αλήθεια.

23 Αυγούστου 2025



Ο Νικόλαος Κουζάνος
Ο Νικόλαος Κουζάνος
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: