Το σαλόνι των Τέσμαν όπως στην πρώτη πράξη, μόνο που το πιάνο έχει φύγει και τη θέση του έχει πάρει ένα κομψό, μικρό γραφείο με τη δική του βιβλιοθήκη. Δίπλα στον καναπέ αριστερά έχει τοποθετηθεί ένα μικρό τραπέζι. Οι περισσότερες ανθοδέσμες έχουν απομακρυνθεί. Η ανθοδέσμη της κυρίας Έλβστεντ στέκει πάνω στο τραπέζι στο μπροστινό μέρος της σκηνής. ...Είναι απόγευμα. Η Χέντα, ντυμένη για να υποδεχτεί κάποιον, είναι μόνη στο δωμάτιο. Στέκεται κοντά στην ανοιχτή τζαμόπορτα και γεμίζει ένα περίστροφο. Ένα όμοιό του βρίσκεται στην ανοιχτή θήκη πάνω στο γραφείο.
ΧΕΝΤΑ
(Κοιτάζει έξω στον κήπο και φωνάζει.) Καλησπέρα και πάλι, κύριε δικαστά!
ΔΙΚΑΣΤΗΣ ΜΠΡΑΚ
(Ακούγεται από κάποια απόσταση έξω.) Επίσης, κυρία Τέσμαν!
ΧΕΝΤΑ
(Υψώνει το πιστόλι και σημαδεύει.) Σας πυροβολώ τώρα, κύριε Μπρακ!
ΜΠΡΑΚ
(Φωνάζει από έξω.) Όχι, όχι, όχι! Μη με σημαδεύετε!
ΧΕΝΤΑ
Αυτό παθαίνει όποιος μπαίνει από την πίσω πόρτα!
Πυροβολεί.
ΜΠΡΑΚ
(Πιο κοντά.) Είστε εντελώς τρελή...!
ΧΕΝΤΑ
Ω, Θεέ μου, σας πέτυχα μήπως;
ΜΠΡΑΚ
(Έξω ακόμη.) Σταματήστε με αυτές τις ανοησίες!
ΧΕΝΤΑ
Μα περάστε μέσα, κύριε δικαστά.
Ο δικαστής Μπρακ, ντυμένος για τη συγκέντρωση με τους κυρίους, μπαίνει από την τζαμόπορτα. Στο χέρι κρατά ένα ελαφρύ πανωφόρι.
ΜΠΡΑΚ
Τι στο διάολο... ακόμη επιδίδεσθε σ’ αυτό το άθλημα; Τι πυροβολείτε;
ΧΕΝΤΑ
Ω, έτσι πυροβολώ στον γαλάζιο ουρανό.
ΜΠΡΑΚ
(Παίρνει προσεκτικά το πιστόλι από το χέρι της.) Επιτρέψτε μου, κυρία. (Κοιτάζει το πιστόλι.) Α, τούτο δω... το γνωρίζω καλά. (Κοιτάζει τριγύρω.) Πού είναι η θήκη του; Α, να την. (Τοποθετεί μέσα το πιστόλι και την κλείνει.) Βάζουμε τώρα τέλος στα αστεία για σήμερα.
ΧΕΝΤΑ
Μα, για όνομα του Θεού, τι θέλετε να κάνω;
ΜΠΡΑΚ
Δεν σας επισκέφτηκε κανείς;
ΧΕΝΤΑ
(Κλείνει την τζαμόπορτα.) Ούτε ένας. Όλοι οι καλοί μας φίλοι βρίσκονται μάλλον στα εξοχικά τους ακόμη.
ΜΠΡΑΚ
Ίσως και ο Τέσμαν να μην είναι σπίτι;
ΧΕΝΤΑ
(Μπροστά στο γραφείο, τοποθετεί τη θήκη με τα πιστόλια σ’ ένα συρτάρι.) Όχι. Με το που έφαγε έτρεξε στις θείες του. Δεν σας περίμενε τόσο νωρίς.
ΜΠΡΑΚ
Χμ... έπρεπε να το είχα σκεφτεί. Ήταν ανόητο εκ μέρους μου.
ΧΕΝΤΑ
(Στρέφει το κεφάλι και τον κοιτάζει.) Γιατί ανόητο;
ΜΠΡΑΚ
Μα γιατί τότε θα είχα έρθει λίγο... νωρίτερα.
ΧΕΝΤΑ
(Διασχίζει το σαλόνι.) Τότε όμως δεν θα είχατε βρει απολύτως κανέναν. Εγώ μετά το γεύμα είχα πάει μέσα να αλλάξω ρούχα.
ΜΠΡΑΚ
Και δεν υπάρχει κάποια μικρή χαραμάδα στην πόρτα σας, απ’ όπου θα μπορούσαμε να διαπραγματευτούμε;
ΧΕΝΤΑ
Μα ξεχάσατε να το φροντίσετε.
ΜΠΡΑΚ
Ανόητο κι αυτό εκ μέρους μου.
ΧΕΝΤΑ
Ας είναι. Ελάτε να καθίσουμε εδώ. Και να περιμένουμε, γιατί ο Τέσμαν θα αργήσει μάλλον να επιστρέψει.
ΜΠΡΑΚ
Μα και βέβαια, Θεέ μου. Θα κάνω υπομονή.
Η Χέντα κάθεται στη άκρη του καναπέ. Ο Μπρακ αφήνει το πανωφόρι του στη ράχη της πλησιέστερης καρέκλας και κάθεται με το καπέλο στο χέρι. Μικρή παύση. Κοιτάζονται.
ΧΕΝΤΑ
Λοιπόν;
ΜΠΡΑΚ
(Στο ίδιο ύφος.) Λοιπόν;
ΧΕΝΤΑ
Εγώ ρώτησα πρώτη.
ΜΠΡΑΚ
(Γέρνει λίγο μπροστά.) Ας αλλάξουμε τότε μερικές φιλικές λέξεις, κυρία Χέντα.
ΧΕΝΤΑ
(Χώνεται πιο βαθιά στον καναπέ.) Δεν νομίζετε ότι έχει περάσει μια ολόκληρη αιωνιότητα από την τελευταία μας συζήτηση; ...Αυτά τα λίγα βέβαια που είπαμε χθες το βράδυ και σήμερα το πρωί... αυτά πια δεν τα υπολογίζω.
ΜΠΡΑΚ
Δηλαδή έτσι... μεταξύ μας; Εσείς και γω, εννοείτε;
ΧΕΝΤΑ
Ω, ναι. Κάπως έτσι.
ΜΠΡΑΚ
Δεν υπήρχε μέρα που να μην ευχόμουν να ήσαστε και πάλι εδώ.
ΧΕΝΤΑ
Και εγώ όλο αυτό το διάστημα ακριβώς το ίδιο ευχόμουν.
ΜΠΡΑΚ
Εσείς; Αλήθεια, κυρία Χέντα; Και εγώ που νόμιζα ότι είχατε πράγματι απολαύσει το ταξίδι!
ΧΕΝΤΑ
Ναι, να το νομίζετε!
ΜΠΡΑΚ
Μα αυτό έγραφε πάντα ο Τέσμαν.
ΧΕΝΤΑ
Αυτός, μάλιστα! Αυτός φυσικά πιστεύει ότι το ωραιότερο πράγμα του κόσμου είναι να σκαλίζει βιβλιοθήκες. Και να αντιγράφει με τις ώρες παλιές περγαμηνές... ή ό,τι άλλο μπορεί να είναι.
ΜΠΡΑΚ
(Με λίγη κακία.) Μα αυτός είναι ο προορισμός του στον κόσμο. Εν μέρει τουλάχιστον.
ΧΕΝΤΑ
Ναι, φυσικά έτσι είναι. Και τότε μπορεί κανείς σίγουρα... Εγώ όμως! Ω, αν ξέρατε, αγαπητέ κύριε δικαστά... υπέφερα από τρομερή πλήξη!
ΜΠΡΑΚ
(Συμμεριζόμενος.) Ήταν πράγματι έτσι; Μιλάτε όντως σοβαρά;
ΧΕΝΤΑ
Ναι, και μπορείτε να το φανταστείτε και ο ίδιος...! Έξι ολόκληρους μήνες χωρίς να συναντήσουμε ούτε έναν άνθρωπο που να ξέρει κάπως τον κύκλο μας. Και με τον οποίο να μπορούμε να συζητήσουμε δικά μας θέματα.
ΜΠΡΑΚ
Καταλαβαίνω... θα ένιωθα κι εγώ το ίδιο κενό.
ΧΕΝΤΑ
Και επιπλέον το πιο ανυπόφορο...
ΜΠΡΑΚ
Ναι;
ΧΕΝΤΑ
...να είσαι διαρκώς και αιωνίως με... με τον ίδιο...
ΜΠΡΑΚ
(Γνέφει με κατανόηση.) Πρωί και βράδυ... ναι. Το φαντάζεστε... ακατάπαυστα...
ΧΕΝΤΑ
Σας είπα. Διαρκώς και αιωνίως.
ΜΠΡΑΚ
Κατανοώ πλήρως. Με τον σεβαστό μας όμως τον Τέσμαν νομίζω ότι θα μπορούσε κανείς πράγματι...
ΧΕΝΤΑ
Ο Τέσμαν είναι... ένας επιστήμονας, αγαπητέ.
ΜΠΡΑΚ
Αναμφισβήτητα.
ΧΕΝΤΑ
Και με επιστήμονες δεν είναι καθόλου ευχάριστο να ταξιδεύεις. Όχι για πολύ εν πάση περιπτώσει.
ΜΠΡΑΚ
Ακόμη και όταν... ο επιστήμονας είναι αυτός που αγαπάμε;
ΧΕΝΤΑ
Ελάτε πια... μη χρησιμοποιείτε αυτή τη γλυκανάλατη λέξη!
ΜΠΡΑΚ
(Αναπηδάει.) Τι λέτε τώρα, κυρία Χέντα!
ΧΕΝΤΑ
(Κάπως γελαστά και κάπως ενοχλημένα.) Ναι, θα έπρεπε να το δοκιμάσετε και σεις! Να ακούτε να μιλάνε για την ιστορία του πολιτισμού πρωί και βράδυ...
ΜΠΡΑΚ
Διαρκώς και αιωνίως...
ΧΕΝΤΑ
Έτσι ακριβώς! Και μετά αυτό με τα εργόχειρα του μεσαίωνα...! Χειρότερα δεν γίνεται!
ΜΠΡΑΚ
(Την κοιτάζει εξεταστικά.) Πέστε μου όμως..., πώς πρέπει τελικά να κατανοήσω το ότι...; Χμ...
ΧΕΝΤΑ
Εννοείτε το ότι ο Γέργκεν κι εγώ γίναμε ζευγάρι;
ΜΠΡΑΚ
Ναι, ας το διατυπώσουμε έτσι.
ΧΕΝΤΑ
Θεέ και Κύριε, το βρίσκετε λοιπόν τόσο παράξενο;
ΜΠΡΑΚ
Και ναι και όχι... κυρία Χέντα.
ΧΕΝΤΑ
Είχα πια κουραστεί με τους χορούς, κύριε δικαστά. Δεν είχα χρονικά περιθώρια... (Ανατριχιάζει ελαφρά.) Όχι, όχι..., δεν πρέπει καθόλου να το λέω. Ούτε να το σκέφτομαι!
ΜΠΡΑΚ
Και φυσικά δεν έχετε και κανένα λόγο.
ΧΕΝΤΑ
Ω..., λόγο... (Τον κοιτάζει κάπως ανιχνευτικά.) Και ο Γέργκεν Τέσμαν..., θα πρέπει σίγουρα να πούμε ότι είναι ένας σωστός άνθρωπος από κάθε άποψη.
ΜΠΡΑΚ
Σωστός και φερέγγυος, δόξα τω Θεώ.
ΧΕΝΤΑ
Και ουσιαστικά δεν βρίσκω τίποτε το γελοίο πάνω του. ...Εσείς βρίσκετε;
ΜΠΡΑΚ
Γελοίο; Ό...χι... δεν θα το έλεγα...
ΧΕΝΤΑ
Ακριβώς. Και σίγουρα είναι ένας πολύ αφοσιωμένος συλλέκτης! ...Με τον καιρό όμως δεν αποκλείεται να κατορθώσει πολλά.
ΜΠΡΑΚ
(Την κοιτάζει λίγο αβέβαια.) Νόμιζα ότι πιστεύατε όπως όλοι ότι θα γινόταν ένας ιδιαίτερα διαπρεπής άντρας.
ΧΕΝΤΑ
(Κουρασμένα.) Ναι, το πίστευα... Και όταν τελικά παρουσιάστηκε και σώνει και καλά ήθελε να του επιτραπεί να με συντηρεί... Δεν καταλαβαίνω γιατί να μη το είχα δεχθεί;
ΜΠΡΑΚ
Μα βέβαια, αν το βλέπει έτσι κανείς...
ΧΕΝΤΑ
Ήταν σίγουρα πολύ περισσότερο απ’ ό,τι άλλοι φίλοι και θαυμαστές μου ήταν πρόθυμοι να δώσουν, αγαπητέ κύριε δικαστά.
ΜΠΡΑΚ
(Γελάει.) Δεν μπορώ βέβαια να απαντήσω για τους άλλους. Όσον αφορά εμένα όμως, ξέρετε καλά ότι πάντα έτρεφα... κάποιον σεβασμό για τον θεσμό του γάμου. Γενικά μιλώντας, κυρία Χέντα.
ΧΕΝΤΑ
(Αστειευόμενη.) Ω, μα ποτέ δεν έτρεφα ελπίδες για σας.
ΜΠΡΑΚ
Το μόνο που επιθυμώ είναι να έχω έναν κύκλο καλών, έμπιστων φίλων, τους οποίους να μπορώ να βοηθώ με συμβουλές και πράξεις, και να μου επιτρέπεται να μπαινοβγαίνω... σαν ένας αφοσιωμένος φίλος...
ΧΕΝΤΑ
Στον κύριο του σπιτιού, εννοείτε;
ΜΠΡΑΚ
(Σκύβει.) Για να είμαι ειλικρινής... μάλλον στην κυρία. Αλλά μετά και στον κύριο φυσικά. Ξέρετε... ένα τέτοιο... επιτρέψτε μου να πω τρίγωνο... είναι κατά βάθος πολύ ευχάριστο για όλους.
ΧΕΝΤΑ
Ναι, πολλές φορές μου έλειψε ένας τρίτος άνθρωπος στο ταξίδι. Α, δυο άνθρωποι μόνοι τους στο βαγόνι...!
ΜΠΡΑΚ
Ευτυχώς τώρα που το γαμήλιο ταξίδι τέλειωσε...
ΧΕΝΤΑ
(Κουνάει το κεφάλι.) Το ταξίδι θα συνεχιστεί... για πολύ ακόμη. Βρισκόμαστε μόνο σε έναν σταθμό της διαδρομής.
ΜΠΡΑΚ
Ωραία, εδώ κατεβαίνει κανείς. Και ξεμουδιάζει λίγο, κυρία Χέντα.
ΧΕΝΤΑ
Δεν θα κατέβω ποτέ.
ΜΠΡΑΚ
Το εννοείτε;
ΧΕΝΤΑ
Ναι. Γιατί πάντα βρίσκεται κάποιος εκεί που...
ΜΠΡΑΚ
(Γελώντας.) ...που κοιτάζει τα πόδια σας, θέλετε να πείτε;
ΧΕΝΤΑ
Ακριβώς.
ΜΠΡΑΚ
Ναι, αλλά για όνομα του Θεού...
ΧΕΝΤΑ
(Με μια απορριπτική χειρονομία.) Δεν μου αρέσει αυτό... Καλύτερα να μείνω στο κάθισμά μου..., εκεί που ήδη βρίσκομαι. Δυο άνθρωποι μόνοι τους.
ΜΠΡΑΚ
Ναι, αλλά τότε ανεβαίνει ένας τρίτος και κάθεται μαζί με το ζευγάρι.
ΧΕΝΤΑ
Κοιτάξτε... αυτό είναι εντελώς διαφορετικό!
ΜΠΡΑΚ
Ένας αφοσιωμένος, συμπονετικός φίλος...
ΧΕΝΤΑ
...διασκεδαστικός σε κάθε ζωτικό τομέα...
ΜΠΡΑΚ
...και ούτε ίχνος επιστήμονα!
ΧΕΝΤΑ
(Με ηχηρό αναστεναγμό.) Ναι, αυτό πια είναι μεγάλη ανακούφιση.
ΜΠΡΑΚ
(Ακούει την εξώπορτα να ανοίγει και ρίχνει μια πλάγια ματιά.) Το τρίγωνο έκλεισε.
ΧΕΝΤΑ
(Κάπως δυνατά.) Και το τρένο συνεχίζει το ταξίδι του.
Από το χολ μπαίνει ο Γέργκεν Τέσμαν με γκρίζο κουστούμι περιπάτου και μαλακό τσόχινο καπέλο. Κάτω από το μπράτσο και στις τσέπες έχει πολλά άδετα βιβλία.
ΤΕΣΜΑΝ
(Πηγαίνει στο τραπέζι δίπλα στον γωνιακό καναπέ.) Ουφ..., άναψα στην κυριολεξία να τα κουβαλήσω..., τούτα δω. (Αφήνει τα βιβλία.) Έχω γίνει μούσκεμα, Χέντα. Μα τι βλέπω... έχετε ήδη έρθει, κύριε δικαστά; Τι λέτε; Δεν είπε τίποτε η Μπέρτε.
ΜΠΡΑΚ
(Σηκώνεται.) Ήρθα από τον κήπο.
ΧΕΝΤΑ
Τι βιβλία είναι αυτά που έφερες;
ΤΕΣΜΑΝ
(Στέκει και τα ξεφυλλίζει.) Είναι μερικά νέα επιστημονικά συγγράμματα που πρέπει οπωσδήποτε να έχω.
ΧΕΝΤΑ
Επιστημονικά συγγράμματα;
ΜΠΡΑΚ
Α, μάλιστα, επιστημονικά συγγράμματα, κυρία Τέσμαν.
Ο Μπρακ και η Χέντα χαμογελούν ο ένας στον άλλο με κατανόηση.
ΧΕΝΤΑ
Χρειάζεσαι κι άλλα επιστημονικά συγγράμματα;
ΤΕΣΜΑΝ
Ναι, αγαπητή Χέντα. Όσο πιο πολλά τόσο πιο καλά. Πρέπει οπωσδήποτε να παρακολουθεί κανείς τι γράφεται και τυπώνεται.
ΧΕΝΤΑ
Ναι, δεν αμφιβάλλω.
ΤΕΣΜΑΝ
(Ψαχουλεύει ανάμεσα στα βιβλία.) Για δες εδώ, ...έχω βρει και το νέο βιβλίο του Έιλερτ Λέβμποργκ. (Της το δίνει.) Θέλεις μήπως να το δεις, Χέντα; Τι λες;
ΧΕΝΤΑ
Όχι, ευχαριστώ πολύ. Ή μάλλον... λίγο αργότερα ίσως.
ΤΕΣΜΑΝ
Το ξεφύλλισα λίγο στον δρόμο.
ΜΠΡΑΚ
Πώς το βρίσκετε λοιπόν... ως επιστήμονας;
ΤΕΣΜΑΝ
Το βρίσκω απροσδόκητα καλογραμμένο. Ποτέ άλλοτε δεν έγραφε έτσι. (Μαζεύει τα βιβλία.) Τώρα όμως θα τα πάω όλα αυτά μέσα. Το κόψιμό τους θα είναι απόλαυση...! Πρέπει επίσης να αλλάξω ρούχα. (Στον Μπρακ.) Δεν νομίζω ότι πρέπει να φύγουμε αμέσως; Τι λέτε;
ΜΠΡΑΚ
Ω, Θεός φυλάξοι, ...έχουμε πολύ χρόνο ακόμη.
ΤΕΣΜΑΝ
Τότε δεν χρειάζεται να βιαστώ λοιπόν. (Φεύγει με τα βιβλία, αλλά σταματάει στο άνοιγμα της πόρτας και στρέφεται.) Α, βέβαια, Χέντα, ...η θεία Γιούλε δεν θα σ’ επισκεφθεί απόψε.
ΧΕΝΤΑ
Δεν θα μ’ επισκεφθεί; Μήπως εξαιτίας του επεισοδίου με το καπέλο;
ΤΕΣΜΑΝ
Κάθε άλλο. Πώς μπορείς και πιστεύεις κάτι τέτοιο για τη θεία Γιούλε; Για φαντάσου...! Η θεία Ρίνα όμως είναι πάρα πολύ άσχημα, δυστυχώς.
ΧΕΝΤΑ
Μα αυτή είναι πάντα άσχημα.
ΤΕΣΜΑΝ
Ναι, αλλά σήμερα ξεπέρασε κάθε όριο η καημένη.
ΧΕΝΤΑ
Τότε βέβαια είναι πολύ λογικό να παραμένει η άλλη θεία κοντά της. Πρέπει να το δεχτώ αυτό.
ΤΕΣΜΑΝ
Και όμως δεν μπορείς να φανταστείς, Χέντα, πόσο χάρηκε η θεία Γιούλε... που έγινες τόσο τροφαντή στο ταξίδι!
ΧΕΝΤΑ
(Κάπως δυνατά, σηκώνεται.) Ω... αυτές οι αιώνιες θείες!
ΤΕΣΜΑΝ
Τι είπες;
ΧΕΝΤΑ
(Πηγαίνει στη τζαμόπορτα.) Τίποτε.
ΤΕΣΜΑΝ
Ωραία τότε.
Διασχίζει το πίσω δωμάτιο και βγαίνει από δεξιά.
ΜΠΡΑΚ
Για ποιο καπέλο μιλούσατε;
ΧΕΝΤΑ
Α, κάτι σχετικά με τη δεσποινίδα Τέσμαν σήμερα το πρωί. Είχε αφήσει το καπέλο της σε μια καρέκλα. (Τον κοιτάζει και χαμογελάει.) Κι εγώ έκανα σαν να πίστευα ότι ήταν της υπηρέτριας.
ΜΠΡΑΚ
(Κουνάει το κεφάλι.) Μα, καλή κυρία Χέντα, πώς μπορέσατε να κάνετε τέτοιο πράγμα στην καλόκαρδη γριά γυναίκα!
ΧΕΝΤΑ
(Νευρική, διασχίζει τη σκηνή.) Ναι, ξέρετε... μου συμβαίνει αυτό κάπου κάπου. Και τότε δεν μπορώ να το αγνοήσω. (Πέφτει στην πολυθρόνα δίπλα στο τζάκι.) Ω, κι εγώ δεν ξέρω πώς να το εξηγήσω.
ΜΠΡΑΚ
(Πίσω από την πολυθρόνα.) Δεν είστε πραγματικά ευτυχισμένη... αυτό είναι το πρόβλημα.
ΧΕΝΤΑ
(Κοιτάζει μπροστά.) Δεν καταλαβαίνω όμως γιατί θα έπρεπε να είμαι... ευτυχισμένη. Μήπως μπορείτε να μου πείτε εσείς;
ΜΠΡΑΚ
Βεβαίως... μεταξύ άλλων επειδή αποκτήσατε ακριβώς το σπίτι που επιθυμούσατε.
ΧΕΝΤΑ
(Τον κοιτάζει και γελάει.) Πιστεύετε κι εσείς αυτό το παραμύθι;
ΜΠΡΑΚ
Πρόκειται για ψέμα λοιπόν;
ΧΕΝΤΑ
Θεός φυλάξοι... όχι εντελώς.
ΜΠΡΑΚ
Σας ακούω.
ΧΕΝΤΑ
Η μόνη αλήθεια είναι ότι πέρσι το καλοκαίρι άφηνα τον Τέσμαν να με συνοδεύει σπίτι μετά τις εσπερίδες...
ΜΠΡΑΚ
Λυπάμαι που... έπρεπε να παίρνω εντελώς διαφορετικό δρόμο.
ΧΕΝΤΑ
Αυτό είναι αλήθεια. Παίρνατε δυστυχώς διαφορετικούς δρόμους πέρσι το καλοκαίρι.
ΜΠΡΑΚ
(Γελάει.) Ντροπή σας, κυρία Χέντα! Εντάξει... αλλά εσείς και ο Τέσμαν...;
ΧΕΝΤΑ
Ναι, περάσαμε τελικά από δω ένα βράδυ και ο καημένος ο Τέσμαν ήταν πολύ νευρικός, επειδή δεν ήξερε τι να βρει να πει. Τον λυπήθηκα τότε αυτόν τον μορφωμένο άνθρωπο...
ΜΠΡΑΚ
(Χαμογελάει αμφιβάλλοντας.) Τον λυπηθήκατε; Χμ...
ΧΕΝΤΑ
Ναι, τον λυπήθηκα πραγματικά. Και τότε... για να τον γλιτώσω από το μαρτύριό του... σκέφτηκα, εντελώς επιπόλαια, να πω ότι θα ήθελα να ζω σε τούτη τη βίλα.
ΜΠΡΑΚ
Αυτό ήταν όλο;
ΧΕΝΤΑ
Για κείνο το βράδυ.
ΜΠΡΑΚ
Αλλά αργότερα όμως;
ΧΕΝΤΑ
Ναι, η επιπολαιότητά μου είχε συνέπειες, αγαπητέ κύριε δικαστά.
ΜΠΡΑΚ
Δυστυχώς... οι επιπολαιότητές μας πολύ συχνά έχουν συνέπειες, κυρία Χέντα.
ΧΕΝΤΑ
Ευχαριστώ! Αλλά, βλέπετε μέσα στον θαυμασμό μας τότε για τη βίλα της χήρας του υπουργού Φαλκ ο Γέργκεν Τέσμαν κι εγώ συμφωνήσαμε. Ακολούθησε αρραβώνας, γάμος, γαμήλιο ταξίδι και όλα τα άλλα. Ναι, ναι, κύριε δικαστά... όπως στρώνεις έτσι κοιμάσαι... θα μπορούσα να πω.
ΜΠΡΑΚ
Καταπληκτικό! Τελικά στην ουσία μάλλον δεν σας ενδιέφερε τίποτε απ’ όλα αυτά.
ΧΕΝΤΑ
Όχι, για όνομα του Θεού.
ΜΠΡΑΚ
Ναι, αλλά τώρα τι γίνεται; Τώρα που τα τακτοποιήσαμε όλα τόσο ωραία για σας;
ΧΕΝΤΑ
Πουφ... νομίζω ότι μυρίζει λεβάντα και ξερά τριαντάφυλλα σε όλα τα δωμάτια... Ίσως όμως να την έφερε η θεία Γιούλε αυτή τη μυρωδιά.
ΜΠΡΑΚ
(Γελάει.) Μάλλον όχι. Πιστεύω ότι είναι από τη μακαρίτισσα τη χήρα του υπουργού.
ΧΕΝΤΑ
Πράγματι, μυρίζει θανατίλα. Θυμίζει τα λουλούδια σε χορούς... την επόμενη μέρα. (Δένει τα χέρια στον αυχένα, γέρνει πίσω στην καρέκλα και τον κοιτάζει.) Ω, αγαπητέ κύριε δικαστά... Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο απαίσια θα αισθάνομαι εδώ μέσα.
ΜΠΡΑΚ
Μα δεν θα έβρισκε η ζωή κάποια ασχολία και για σας, κυρία Χέντα;
ΧΕΝΤΑ
Ασχολία... που θα μπορούσε να με τραβήξει;
ΜΠΡΑΚ
Θα ήταν το καλύτερο, φυσικά.
ΧΕΝΤΑ
Ένας θεός ξέρει τι ασχολία θα ήταν αυτή. Πολλές φορές σκέφτομαι... (Διακόπτει.) Αλλά ούτε αυτό είναι δυνατό.
ΜΠΡΑΚ
Ποιος ξέρει; Πείτε μου.
ΧΕΝΤΑ
Αν τελικά μπορούσα να πείσω τον Τέσμαν να μπει στον πολιτικό στίβο, εννοώ.
ΜΠΡΑΚ
(Γελάει.) Ο Τέσμαν! Δεν νομίζω, ξέρετε... η πολιτική είναι κάτι εντελώς... οπωσδήποτε δεν είναι γι’ αυτόν.
ΧΕΝΤΑ
Ναι, το πιστεύω και γω σίγουρα... Αλλά αν πάλι μπορούσα να τον πείσω παρόλα αυτά;
ΜΠΡΑΚ
Ναι, αλλά... με ποιο τρόπο θα σας ικανοποιούσε αυτό; Τη στιγμή που δεν έχει τις ικανότητες. Γιατί θέλετε να τον πείσετε;
ΧΕΝΤΑ
Επειδή πλήττω, σας το είπα! (Μικρή παύση.) Πιστεύετε δηλαδή ότι θα ήταν εντελώς αδύνατο να γινόταν ο Τέσμαν πρωθυπουργός;
ΜΠΡΑΚ
Χμ... ξέρετε, αγαπητή κυρία Χέντα... για να γίνει κάτι τέτοιο πρέπει καταρχάς να είναι αρκετά πλούσιος.
ΧΕΝΤΑ
(Σηκώνεται εσπευσμένα.) Είναι πασιφανές! Αυτή η ελεεινή κατάσταση στην οποία βρίσκομαι...! (Διασχίζει τη σκηνή.) Αυτή κάνει τη ζωή μου τόσο οικτρή! Τόσο απόλυτα γελοία...! Έτσι ακριβώς είναι.
ΜΠΡΑΚ
Εγώ πιστεύω τελικά ότι το λάθος βρίσκεται αλλού.
ΧΕΝΤΑ
Πού δηλαδή;
ΜΠΡΑΚ
Δεν έχετε νιώσει ποτέ κάτι πραγματικά ανατρεπτικό.
ΧΕΝΤΑ
Κάτι σοβαρό, εννοείτε;
ΜΠΡΑΚ
Ναι, και έτσι μπορεί σίγουρα να το πει κανείς. Αλλά τώρα φαίνεται ότι ίσως συμβεί αυτό.
ΧΕΝΤΑ
(Τινάζει το κεφάλι.) Ω, σκέφτεστε τις αναποδιές με την αξιοθρήνητη θέση του καθηγητή! Αυτό όμως ας το αφήσουμε για τον Τέσμαν. Δεν μ’ ενδιαφέρει καθόλου.
ΜΠΡΑΚ
Συμφωνώ. Ας το ξεχάσουμε. Αν όμως πάλι σας θέσουν... αυτό που... σε κάπως πομπώδες ύφος... αποκαλούμε σοβαρούς και... και υπεύθυνους όρους; (Χαμογελάει.)
Νέους όρους, καλή μου κυρία Χέντα.
ΧΕΝΤΑ
(Θυμωμένα.) Σωπάστε! Αυτό δεν πρόκειται ποτέ να συμβεί.
ΜΠΡΑΚ
(Προσεχτικά.) Θα τα πούμε σ’ ένα χρόνο... το πολύ.
ΧΕΝΤΑ
(Κοφτά.) Δεν είμαι καλή σ’ αυτά, κύριε δικαστά. Όροι και τέτοια δεν είναι για μένα!
ΜΠΡΑΚ
Δεν θα αισθάνεστε και σεις, όπως οι περισσότερες γυναίκες, την υποχρέωση να...;
ΧΕΝΤΑ
(Κοντά στη τζαμόπορτα.) Μα σωπάστε, σας λέω! ...Πολλές φορές νομίζω ότι μόνο για ένα πράγμα στον κόσμο είμαι καλή.
ΜΠΡΑΚ
(Την πλησιάζει.) Μπορώ να ρωτήσω ποιο είναι αυτό;
ΧΕΝΤΑ
(Στέκεται και βλέπει έξω.) Να πλήττω μέχρι θανάτου. Τώρα το μάθατε. (Στρέφεται, κοιτάζει προς το πίσω δωμάτιο και γελάει.) Α, όπως το φαντάστηκα! Ήρθε ο καθηγητής.
ΜΠΡΑΚ
(Χαμηλόφωνα, προειδοποιητικά.) Εντάξει, εντάξει, κυρία Χέντα!
Από το πίσω δωμάτιο δεξιά μπαίνει ο Γέργκεν Τέσμαν ντυμένος για τη συγκέντρωση, με γάντια και καπέλο στο χέρι.
ΤΕΣΜΑΝ
Χέντα... ο Έιλερτ Λέβμποργκ δεν έχει αρνηθεί την πρόσκλησή μας; Τι λες;
ΧΕΝΤΑ
Όχι.
ΤΕΣΜΑΝ
Ωραία, θα δεις λοιπόν που σύντομα θα είναι εδώ.
ΜΠΡΑΚ
Πιστεύετε πράγματι ότι θα έρθει;
ΤΕΣΜΑΝ
Ναι, είμαι σχεδόν σίγουρος. Αυτά που είπατε το πρωί δεν είναι παρά αόριστες φήμες.
ΜΠΡΑΚ
Νομίζετε;
ΤΕΣΜΑΝ
Ναι, η θεία Γιούλε τουλάχιστον είπε ότι σε καμιά περίπτωση δεν πιστεύει ότι ο Έιλερτ θα μου στεκόταν εμπόδιο από δω και στο εξής. Το φαντάζεστε!
ΜΠΡΑΚ
Τότε είναι όλα εντάξει λοιπόν.
ΤΕΣΜΑΝ
(Αφήνει το καπέλο με τα γάντια μέσα του σε μια καρέκλα δεξιά.) Ναι, αλλά επιτρέψτε μου όμως να τον περιμένω όσο γίνεται.
ΜΠΡΑΚ
Έχουμε πολύ χρόνο γι’ αυτό. Δεν περιμένω κανέναν πριν τις εφτά, εφτάμισι.
ΤΕΣΜΑΝ
Ωραία λοιπόν, μπορούμε στο μεταξύ να κάνουμε παρέα στη Χέντα. Και βλέπουμε. Τι λέτε;
ΧΕΝΤΑ
(Φέρνει το παλτό και το καπέλο του Μπρακ στον γωνιακό καναπέ.) Και στη χειρότερη περίπτωση βέβαια μπορεί ο κύριος Λέβμποργκ να μείνει μαζί μου.
ΜΠΡΑΚ
(Κάνει να πάρει τα πράγματά του.) Α, σας παρακαλώ, κυρία! ...Τι εννοείτε στη χειρότερη περίπτωση;
ΧΕΝΤΑ
Αν δεν θέλει να έρθει με σας και τον Τέσμαν.
ΤΕΣΜΑΝ
(Την κοιτά αμήχανα.) Μα, αγαπητή Χέντα... πιστεύεις ότι είναι σωστό να μείνει μαζί σου; Τι λες; Μη ξεχνάς ότι η θεία Γιούλε δεν μπορεί να έρθει.
ΧΕΝΤΑ
Όχι, αλλά θα έρθει η κυρία Έλβστεντ. Και οι τρεις μας τότε θα πιούμε τσάι μαζί.
ΤΕΣΜΑΝ
Αυτό μάλιστα!
ΜΠΡΑΚ
(Χαμογελάει.) Και θα του έκανε ίσως πολύ καλό.
ΤΕΣΜΑΝ
Για ποιο λόγο;
ΜΠΡΑΚ
Για τον Θεό σας, κυρία. Έχετε πολλές φορές ειρωνευτεί τα μικρά δείπνα για εργένηδες στο σπίτι μου. Ήσασταν της γνώμης ότι έπρεπε να είναι μόνο για άντρες με πραγματικά απαραβίαστες αρχές.
ΧΕΝΤΑ
Μα ο κύριος Λέβμποργκ έχει πια τώρα απαραβίαστες αρχές. Ένας ανανήψας αμαρτωλός...
Η Μπέρτε εμφανίζεται στην πόρτα του χολ.
ΜΠΕΡΤΕ
Κυρία, ένας κύριος θέλει πολύ να σας δει...
ΧΕΝΤΑ
Βεβαίως, να περάσει.
ΤΕΣΜΑΝ
(Χαμηλόφωνα.) Είμαι σίγουρος ότι αυτός είναι. Το φαντάζεστε!
Ο Έιλερτ Λέβμποργκ μπαίνει από το χολ. Είναι λεπτός και αδύνατος, στην ηλικία του Τέσμαν, αλλά δείχνει μεγαλύτερος και κάπως καταπονημένος. Μαλλιά και γένια καστανόμαυρα, πρόσωπο μακρουλό, χλομό, με λίγες κόκκινες κηλίδες στα μάγουλα. Φοράει κομψό, μαύρο, αρκετά καινούριο κουστούμι επίσκεψης. Μαύρα γάντια και ημίψηλο καπέλο στο χέρι. Στέκεται κοντά στην πόρτα και υποκλίνεται βιαστικά. Φαίνεται λίγο αμήχανος.
ΤΕΣΜΑΝ
(Τον πλησιάζει και του σφίγγει το χέρι.) Μα, αγαπητέ Έιλερτ... επιτέλους συναντιώμαστε και πάλι!
ΕΙΛΕΡΤ ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Μιλάει σιγανά.) Σε ευχαριστώ για το γράμμα! (Πλησιάζει τη Χέντα.) Μπορώ να δώσω το χέρι μου και σε σας, κυρία Τέσμαν;
ΧΕΝΤΑ
(Του σφίγγει το χέρι.) Καλώς ήρθατε, κύριε Λέβμποργκ. (Χειρονομώντας.)
Δεν ξέρω αν οι κύριοι...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Υποκλίνεται ελαφρά.) Ο δικαστής Μπρακ, νομίζω.
ΜΠΡΑΚ
(Ομοίως.) Ακριβώς. Πέρασαν αρκετά χρόνια...
ΤΕΣΜΑΝ
(Στον Λέβμποργκ, με τα χέρια στους ώμους του.) Και τώρα, Έιλερτ, να νιώθεις ακριβώς σαν στο σπίτι σου! Τι λες, Χέντα; ...Επειδή όπως ακούω θέλεις να εγκατασταθείς στην πόλη και πάλι. Τι λες;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι, αληθεύει.
ΤΕΣΜΑΝ
Μα είναι πολύ λογικό. Και ξέρεις... έχω πάρει το καινούριο σου βιβλίο. Αν και η αλήθεια είναι ότι δεν βρήκα ακόμη χρόνο να το διαβάσω.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ούτε και χρειάζεται.
ΤΕΣΜΑΝ
Γιατί το λες αυτό;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Επειδή δεν είναι τίποτε σπουδαίο.
ΤΕΣΜΑΝ
Για σκέψου... να το λες εσύ αυτό!
ΜΠΡΑΚ
Μα μαθαίνω ότι επαινείται πολύ.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Αυτό ακριβώς ήθελα. Γι’ αυτό έγραψα ένα βιβλίο που να μπορούν όλοι να το καταλάβουν.
ΜΠΡΑΚ
Πολύ σοφά!
ΤΕΣΜΑΝ
Ναι αλλά, αγαπητέ Έιλερτ...!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Τώρα όμως θέλω να προσπαθήσω να χτίσω μια νέα βάση. Να αρχίσω από την αρχή.
ΤΕΣΜΑΝ
(Λίγο αμήχανος.) Ναι, αυτό ίσως θέλεις. Τι λες;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Χαμογελάει, αφήνει κάτω το καπέλο και από την τσέπη του παλτού του βγάζει ένα πακέτο τυλιγμένο σε χαρτί.) Όταν όμως δημοσιευθεί αυτό... Γέργκεν Τέσμαν... θα πρέπει να το διαβάσεις. Γιατί αυτό είναι το πρώτο ουσιαστικό βιβλίο μου. Σε αυτό βρίσκεται ο εαυτός μου.
ΤΕΣΜΑΝ
Όντως; Και περί τίνος πρόκειται;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Για τη συνέχεια.
ΤΕΣΜΑΝ
Συνέχεια; Τίνος;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Του βιβλίου.
ΤΕΣΜΑΝ
Του καινούριου;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Εννοείται.
ΤΕΣΜΑΝ
Ναι, αλλά, αγαπητέ Έιλερτ... αυτό καλύπτει και τις μέρες μας!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ακριβώς. Και αυτό εδώ διαπραγματεύεται το μέλλον.
ΤΕΣΜΑΝ
Το μέλλον! Μα για όνομα του Θεού, δεν ξέρουμε απολύτως τίποτε για το μέλλον!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Όχι, αλλά υπάρχουν κάποια πράγματα να πούμε γι’ αυτό παρόλα αυτά. (Ανοίγει το πακέτο.)
Έλα να δεις...
ΤΕΣΜΑΝ
Μα δεν είναι τα γράμματά σου αυτά.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Το έχω υπαγορεύσει. (Ξεφυλλίζει.) Είναι χωρισμένο σε δυο μέρη. Το πρώτο αφορά τις πολιτισμικές δυνάμεις του μέλλοντος. Και αυτό εδώ το δεύτερο... (ξεφυλλίζει κι άλλο) ...αφορά την πολιτισμική εξέλιξη του μέλλοντος.
ΤΕΣΜΑΝ
Πολύ παράξενο. Δεν θα σκεφτόμουν ποτέ να γράψω κάτι τέτοιο.
ΧΕΝΤΑ
(Δίπλα στη τζαμόπορτα, χτυπά με τα δάχτυλα το τζάμι.) Χμ... Φυσικά όχι.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Τυλίγει τα χαρτιά και αφήνει το πακέτο στο τραπέζι.) Το πήρα μαζί μου επειδή σκέφτηκα να σου διαβάσω λίγο απόψε.
ΤΕΣΜΑΝ
Ω, πολύ ευγενικό εκ μέρους σου, Έιλερτ. Απόψε όμως...; (Κοιτάζει τον Μπρακ.) Δεν ξέρω πώς ακριβώς θα μπορούσαμε να το κανονίσουμε...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ωραία, κάποια άλλη φορά τότε. Δεν επείγει.
ΜΠΡΑΚ
Θα πρέπει να σας πω, κύριε Λέβμποργκ... έχουμε μια μικρή ψυχαγωγική συγκέντρωση στο σπίτι μου απόψε. Προς τιμήν του Τέσμαν, ξέρετε...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Αναζητεί το καπέλο του.) Α, ...δεν θέλω τότε...
ΜΠΡΑΚ
Μα ξέρετε, θα χαιρόμουν αν μπορούσατε να έρθετε μαζί μας.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Κοφτά και απόλυτα.) Όχι, δεν μπορώ. Σας ευχαριστώ πολύ.
ΜΠΡΑΚ
Μα γιατί! Ελάτε μαζί μας. Θα είμαστε ένας μικρός εκλεκτός κύκλος. Και να είστε σίγουρος... θα «ξεφαντώσουμε» όπως λέει η κυρία Χέντ... η κυρία Τέσμαν.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Δεν αμφιβάλλω. Ωστόσο όμως...
ΜΠΡΑΚ
Θα μπορούσατε να πάρετε και το χειρόγραφο μαζί σας και να διαβάσετε του Τέσμαν στο σπίτι μου. Έχω αρκετά δωμάτια.
ΤΕΣΜΑΝ
Θαυμάσια πρόταση, Έιλερτ... θα μπορούσες σίγουρα! Τι λες;
ΧΕΝΤΑ
(Παρεμβαίνει.) Μα, αγαπητέ, ο κύριος Λέβμποργκ καθόλου δεν φαίνεται να το θέλει! Είμαι σίγουρη ότι ο κύριος Λέβμποργκ επιθυμεί πολύ περισσότερο να μείνει εδώ και να δειπνήσει μαζί μου.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Την κοιτάζει.) Μαζί σας, κυρία!
ΧΕΝΤΑ
Και με την κυρία Έλβστεντ.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ω... (Αυθόρμητα.)
Τη συνάντησα στα πεταχτά το μεσημέρι.
ΧΕΝΤΑ
Α, τη συναντήσατε; Την περιμένω, ξέρετε. Γι’ αυτό πρέπει σχεδόν απαραιτήτως να μείνετε, κύριε Λέβμποργκ. Διαφορετικά δεν θα έχει κανέναν να τη συνοδεύσει σπίτι.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Είναι αλήθεια. Ωραία. Σας ευχαριστώ πολύ, κυρία... θα μείνω λοιπόν.
ΧΕΝΤΑ
Θέλω μόνο να ειδοποιήσω την υπηρέτρια...
Πηγαίνει στην πόρτα του χολ και χτυπά το κουδούνι. Μπαίνει η Μπέρτε. Η Χέντα μιλάει σιγανά μαζί της και δείχνει το πίσω δωμάτιο. Η Μπέρτε γνέφει με το κεφάλι και βγαίνει πάλι.
ΤΕΣΜΑΝ
(Συγχρόνως στον Έιλερτ Λέβμποργκ.) Πες μου, Έιλερτ... το νέο σου θέμα... αυτό για το μέλλον... αυτό είναι για το οποίο θέλεις να κάνεις διαλέξεις;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι.
ΤΕΣΜΑΝ
Επειδή άκουσα στο βιβλιοπωλείο ότι θέλεις να κάνεις μια σειρά διαλέξεων εδώ το φθινόπωρο.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι, πράγματι. Δεν πρέπει να με επικρίνεις γι’ αυτό, Τέσμαν.
ΤΕΣΜΑΝ
Όχι, Θεός φυλάξοι. Ωστόσο...;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Καταλαβαίνω πολύ καλά ότι θα πρέπει να κάνει τα πράγματα αρκετά δύσκολα για σένα.
ΤΕΣΜΑΝ
(Αποθαρρημένα.) Ω, δεν μπορώ βέβαια να απαιτήσω για χάρη μου...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Θα περιμένω όμως ώσπου να λάβεις τον διορισμό σου.
ΤΕΣΜΑΝ
Θα περιμένεις! Ναι αλλά... ναι αλλά... δεν θέλεις να διεκδικήσεις τη θέση; Τι λες;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Όχι. Θέλω μόνο να σε νικήσω. Στα μάτια του κόσμου.
ΤΕΣΜΑΝ
Θεέ και Κύριε... η θεία Γιούλε είχε δίκιο τελικά! Ω, ναι... το είχα καταλάβει! Χέντα! Το φαντάζεσαι... ο Έιλερτ Λέβμποργκ δεν θέλει να μας σταθεί εμπόδιο!
ΧΕΝΤΑ
(Κοφτά.) Εμάς; Εμένα μη με συμπεριλαμβάνεις.
Πηγαίνει στο πίσω δωμάτιο, όπου η Μπέρτε τοποθετεί ένα δίσκο με καράφες και ποτήρια στο τραπέζι. Η Χέντα γνέφει επιδοκιμαστικά και επιστρέφει. Η Μπέρτε βγαίνει.
ΤΕΣΜΑΝ
(Συγχρόνως.) Κι εσείς από τη μεριά σας, κύριε δικαστά... πώς το βρίσκετε αυτό; Τι λέτε;
ΜΠΡΑΚ
Κοιτάξτε, εγώ λέω ότι υπόληψη και νίκη... χμ... μπορεί σίγουρα να είναι εξαιρετικά ωραία πράγματα...
ΤΕΣΜΑΝ
Φυσικά μπορεί να είναι. Ωστόσο όμως...
ΧΕΝΤΑ
(Κοιτάζει τον Τέσμαν με ψυχρό χαμόγελο.) Μου φαίνεται ότι μοιάζεις σαν να σε βρήκε κεραυνός.
ΤΕΣΜΑΝ
Ναι... κάπως έτσι... νομίζω περίπου...
ΜΠΡΑΚ
Πέρασε όντως μια καταιγίδα από πάνω μας, κυρία.
ΧΕΝΤΑ
(Δείχνει προς το πίσω δωμάτιο.) Δεν θέλουν οι κύριοι να περάσουν μέσα για ένα ποτήρι κρύο ποντς;
ΜΠΡΑΚ
(Κοιτάζει το ρολόι του.) Ένα ποτηράκι για τον δρόμο. Δεν θα ήταν καθόλου άσχημα.
ΤΕΣΜΑΝ
Θαυμάσια, Χέντα! Απολύτως θαυμάσια! Νιώθω μεγάλη ανακούφιση τώρα...
ΧΕΝΤΑ
Παρακαλώ, περάστε και σεις, κύριε Λέβμποργκ.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Απορριπτικά.) Όχι, ευχαριστώ πολύ. Όχι για μένα.
ΜΠΡΑΚ
Μα προς Θεού... ένα κρύο ποντς δεν είναι κανένα δηλητήριο, απ’ όσο ξέρω.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ίσως όχι για όλους.
ΧΕΝΤΑ
Τότε θα κρατήσω συντροφιά στον κύριο Λέβμποργκ όσο λείπετε.
ΤΕΣΜΑΝ
Ναι, ναι, αγαπητή Χέντα, να το κάνεις.
Ο Τέσμαν και ο Μπρακ πηγαίνουν στο πίσω δωμάτιο, κάθονται, πίνουν ποντς, καπνίζουν και μιλούν εύθυμα ενώ συμβαίνει ό,τι ακολουθεί. Ο Έιλερτ Λέβμποργκ παραμένει όρθιος δίπλα στο τζάκι. Η Χέντα πηγαίνει στο γραφείο.
ΧΕΝΤΑ
(Με κάπως υψωμένη φωνή.) Θα σας δείξω τώρα μερικές φωτογραφίες, αν έχετε τη διάθεση. Ο Τέσμαν και γω ξέρετε... ταξιδέψαμε μέσω Τιρόλου κατά την επιστροφή μας.
Φέρνει ένα άλμπουμ, το αφήνει στο τραπέζι δίπλα στον καναπέ και κάθεται στην πέρα άκρη του. Ο Έιλερτ Λέβμποργκ πλησιάζει, στέκεται και την κοιτάει. Κατόπιν παίρνει μια καρέκλα και κάθεται αριστερά της με την πλάτη γυρισμένη στο πίσω δωμάτιο.
ΧΕΝΤΑ
(Ανοίγει το άλμπουμ.) Βλέπετε αυτά τα βουνά, κύριε Λέβμποργκ; Είναι η οροσειρά των Όρτλερ. Ο Τέσμαν το έχει γράψει από κάτω. Κοιτάξτε εδώ: Οροσειρά των Όρτλερ στο Μεράνο.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Την κοιτάζει επίμονα και λέει σιγανά και αργά.) Χέντα... Γκάμπλερ!
ΧΕΝΤΑ
(Του ρίχνει μια γρήγορη ματιά.) Μάλιστα! Σιωπή!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Επαναλαμβάνει σιγανά.) Χέντα Γάμπλερ!
ΧΕΝΤΑ
(Κοιτάζει στο άλμπουμ.) Ναι, έτσι με έλεγαν άλλοτε. Τότε... που γνωριζόμασταν.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Και από δω και πέρα δηλαδή... και για όλη μου τη ζωή... θα πρέπει να ξεσυνηθίσω να λέω Χέντα Γκάμπλερ.
ΧΕΝΤΑ
(Συνεχίζει το ξεφύλλισμα.) Ναι, είστε υποχρεωμένος. Και νομίζω ότι πρέπει να αρχίσετε ήδη να εξασκείστε. Όσο πιο γρήγορα τόσο το καλύτερο, νομίζω.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Χολωμένα.) Η Χέντα Γκάμπλερ παντρεμένη! Και με ποιον... τον Γέργκεν Τέσμαν!
ΧΕΝΤΑ
Ναι, συμβαίνουν αυτά.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ω, Χέντα, Χέντα... πώς μπόρεσες να κακομεταχειριστείς έτσι τον εαυτό σου;
ΧΕΝΤΑ
(Τον κοιτάζει αυστηρά.) Α, δεν μιλάμε γι’ αυτό!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ποιο εννοείς;
Μπαίνει ο Τέσμαν και πηγαίνει προς τον καναπέ.
ΧΕΝΤΑ
(Τον ακούει και μιλάει αδιάφορα.) Και αυτή εδώ, κύριε Λέβμποργκ, είναι από την κοιλάδα του Αμπέτσο. Κοιτάξτε αυτές τις ψηλές κορυφές. (Κοιτάζει καλοσυνάτα τον Τέσμαν.) Πώς λέγονται αυτές οι παράξενες κορυφές, Τέσμαν;
ΤΕΣΜΑΝ
Για να δω. Α, είναι οι Δολομίτες.
ΧΕΝΤΑ
Μα και βέβαια! ...Είναι οι Δολομίτες, κύριε Λέβμποργκ.
ΤΕΣΜΑΝ
Να σου πω, Χέντα... μήπως θα θέλατε να φέρω λίγο ποντς παρόλα αυτά; Για σένα τουλάχιστον. Τι λες;
ΧΕΝΤΑ
Ναι, σ’ ευχαριστώ. Και κάνα δυο μπισκότα ίσως.
ΤΕΣΜΑΝ
Τσιγάρα δεν θέλεις;
ΧΕΝΤΑ
Όχι.
ΤΕΣΜΑΝ
Ωραία.
Επιστρέφει στο πίσω δωμάτιο και πηγαίνει στη δεξιά μεριά. Ο Μπρακ κάθεται εκεί και ρίχνει σποραδικές ματιές στη Χέντα και τον Λέβμποργκ.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Σιγανά όπως πριν.) Απάντησέ μου λοιπόν, Χέντα... πώς μπόρεσες να κάνεις τέτοιο πράγμα;
ΧΕΝΤΑ
(Φαινομενικά βυθισμένη στο άλμπουμ.) Αν συνεχίσετε να μου μιλάτε στον ενικό δεν σκοπεύω να σας απαντώ.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Δεν μπορώ να σου μιλώ στον ενικό ακόμη και όταν είμαστε μόνοι;
ΧΕΝΤΑ
Όχι. Μπορείτε με τη σκέψη σας. Δεν μπορείτε με λόγια όμως.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Α, καταλαβαίνω. Προσβάλλει την αγάπη σας... για τον Γέργκεν Τέσμαν.
ΧΕΝΤΑ
(Του ρίχνει μια ματιά και χαμογελάει.) Αγάπη; Τι καλός που είστε!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Δεν είναι αγάπη λοιπόν!
ΧΕΝΤΑ
Για απιστία ούτε λόγος ωστόσο! Τέτοιο πράγμα ούτε να το σκέφτομαι.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Χέντα... ένα μόνο θέλω να μου πείτε...
ΧΕΝΤΑ
Σιωπή!
Από το πίσω δωμάτιο μπαίνει ο Τέσμαν μ’ έναν δίσκο.
ΤΕΣΜΑΝ
Ορίστε! Έφτασαν τα καλούδια.
Τοποθετεί τον δίσκο στο τραπέζι.
ΧΕΝΤΑ
Γιατί ανέλαβες το σερβίρισμα εσύ;
ΤΕΣΜΑΝ
(Βάζει στα ποτήρια.) Βρίσκω ότι μου αρέσει τόσο πολύ να σε υπηρετώ, Χέντα.
ΧΕΝΤΑ
Έβαλες όμως και στα δυο, και ο κύριος Λέβμποργκ σίγουρα δεν θέλει...
ΤΕΣΜΑΝ
Ναι, αλλά σύντομα θα είναι και η κυρία Έλβστεντ εδώ.
ΧΕΝΤΑ
Ναι, έχεις δίκιο... η κυρία Έλβστεντ...
ΤΕΣΜΑΝ
Την είχες ξεχάσει; Τι λες;
ΧΕΝΤΑ
Είμαστε τόσο απορροφημένοι από το άλμπουμ. (Του δείχνει μια φωτογραφία.) Θυμάσαι αυτό το μικρό χωριό;
ΤΕΣΜΑΝ
Α, είναι αυτό πιο κάτω από το πέρασμα του Μπρένερ! Στο μέρος αυτό διανυκτερεύσαμε...
ΧΕΝΤΑ
...και συναντήσαμε όλους εκείνους τους ευδιάθετους παραθεριστές.
ΤΕΣΜΑΝ
Μα και βέβαια ήταν εκεί. Το φαντάζεσαι... να σε είχαμε μαζί μας, Έιλερτ! Κρίμα!
Επιστρέφει στο πίσω δωμάτιο και κάθεται με τον Μπρακ.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Απαντήστε μου μόνο σ’ αυτό, Χέντα...
ΧΕΝΤΑ
Σε ποιο;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Δεν υπήρχε αγάπη και στη σχέση μας; Ούτε ίχνος... ούτε καν υποψία αγάπης;
ΧΕΝΤΑ
Ναι, υπήρχε όντως άραγε; Εγώ πιστεύω ότι ήμασταν δυο καλοί φίλοι. Δυο πραγματικά στενοί φίλοι. (Χαμογελάει.) Εσείς ιδιαίτερα ήσασταν ανεπιφύλακτα ειλικρινής.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Εσείς το θέλατε να είναι έτσι.
ΧΕΝΤΑ
Όταν το αναλογίζομαι βρίσκω ότι, παρόλα αυτά, υπήρχε κάτι ωραίο, κάτι δελεαστικό... κάτι τολμηρό νομίζω σε όλη... όλη αυτή την κρυφή οικειότητα... αυτή τη φιλία, την οποία κανένας ζωντανός άνθρωπος δεν υποψιαζόταν.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι, πράγματι, Χέντα! Έτσι δεν ήταν; ...Τ’ απογεύματα που επισκεπτόμουν τον πατέρα σας... Και ο στρατηγός καθόταν στο παράθυρο και διάβαζε εφημερίδα... με την πλάτη γυρισμένη...
ΧΕΝΤΑ
Κι εμείς οι δυο στον γωνιακό καναπέ...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Πάντα με το ίδιο εικονογραφημένο περιοδικό μπροστά μας...
ΧΕΝΤΑ
Ελλείψει άλμπουμ, βέβαια.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι, Χέντα... και όταν εγώ σας εξομολογούμουν...! Σας έλεγα για μένα πράγματα που κανένας άλλος δεν γνώριζε τότε. Καθόμουν και σας εκμυστηρευόμουν ότι γυρνούσα και μεθούσα μέρες και νύχτες ολόκληρες. Κάθε μέρα και κάθε νύχτα μεθυσμένος. Ω, Χέντα..., τι δύναμη είχατε τελικά και με υποχρεώνατε να σας ομολογώ τέτοια πράγματα;
ΧΕΝΤΑ
Πιστεύετε ότι είχα τέτοια δύναμη;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι, πώς αλλιώς να το εξηγήσω; Και όλες εκείνες... εκείνες οι έμμεσες ερωτήσεις που μου κάνατε...
ΧΕΝΤΑ
Και τις οποίες εσείς καταλαβαίνατε τόσο καλά...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Πώς μπορούσατε να με ρωτάτε με τέτοιο τρόπο! Τόσο απροκάλυπτα!
ΧΕΝΤΑ
Έμμεσα, παρακαλώ.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι, αλλά απροκάλυπτα παρόλα αυτά. Ρωτούσατε επίμονα για... για τόσα πράγματα!
ΧΕΝΤΑ
Και εσείς πώς μπορούσατε να απαντάτε, κύριε Λέβμποργκ.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι, αυτό ακριβώς είναι που δεν καταλαβαίνω... εξ υστέρου. Πέστε μου όμως, Χέντα..., δεν υπήρχε αγάπη στο βάθος της σχέσης μας; Δεν θέλατε από τη μεριά σας κατά κάποιο τρόπο να με εξαγνίσετε... όταν δεχόσασταν τις εκμυστηρεύσεις μου; Δεν ήταν έτσι;
ΧΕΝΤΑ
Όχι εντελώς.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Τι σας ωθούσε τότε;
ΧΕΝΤΑ
Σας είναι τόσο ανεξήγητο που μια νέα κοπέλα... όταν της δίνεται η ευκαιρία... στα κρυφά...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Σας ακούω.
ΧΕΝΤΑ
Να θέλει τότε πολύ να κοιτάξει για λίγο μέσα σε έναν κόσμο που...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Που;
ΧΕΝΤΑ
...που δεν της επιτρέπεται να γνωρίζει.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Αυτό ήταν όλο τελικά;
ΧΕΝΤΑ
Και αυτό. Και αυτό..., νομίζω.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Φιλία εν μέσω της δίψας για ζωή. Γιατί όμως δεν μπόρεσε να διατηρηθεί αυτό τουλάχιστον!
ΧΕΝΤΑ
Ήταν δικό σας λάθος.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Εσείς όμως το διακόψατε.
ΧΕΝΤΑ
Ναι, όταν έγινε αισθητός ο κίνδυνος να πάρει η σχέση μας πραγματικές διαστάσεις. Ντροπή σας, Έιλερτ Λέβμποργκ, πώς μπορέσατε να φερθείτε τόσο ασύστολα... στην απροκάλυπτη φίλη σας!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Σφίγγει τα χέρια του.) Ω, γιατί δεν το κάνατε τελικά! Γιατί δεν με πυροβολήσατε, όπως είχατε απειλήσει!
ΧΕΝΤΑ
Φοβάμαι πολύ το σκάνδαλο.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ακριβώς, Χέντα. Είστε δειλή κατά βάθος.
ΧΕΝΤΑ
Τρομερά δειλή. (Αλλάζει ύφος.) Εσάς όμως σας ευνόησε αυτό. Βρήκατε τελικά θαυμάσια παρηγοριά στην οικογένεια Έλβστεντ.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Γνωρίζω τι σας έχει εκμυστηρευτεί η Τέα.
ΧΕΝΤΑ
Και σεις ίσως της έχετε εκμυστηρευτεί κάτι για μας τους δυο;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ούτε λέξη. Είναι πολύ αφελής για να καταλάβει αυτά τα πράγματα.
ΧΕΝΤΑ
Αφελής;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Σε τέτοιου είδους πράγματα είναι αφελής.
ΧΕΝΤΑ
Κι εγώ είμαι δειλή. (Σκύβει προς το μέρος του, χωρίς να τον κοιτάζει στα μάτια, και μιλάει πιο σιγά.) Αλλά τώρα θέλω εγώ να σας εκμυστηρευτώ κάτι.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Ανυπόμονα.) Σας ακούω!
ΧΕΝΤΑ
Τότε που δεν τόλμησα να σας πυροβολήσω...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι!
ΧΕΝΤΑ
....εκείνο το βράδυ... δεν έδειξα τη μεγαλύτερη δειλία.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Την κοιτάζει για λίγο, καταλαβαίνει και ψιθυρίζει με πάθος.) Ω, Χέντα! Χέντα Γκάμπλερ! Τώρα διαισθάνομαι τo κρυφό βάθος της φιλίας μας! Εσύ κι εγώ! Υπήρχε τελικά δίψα για ζωή μέσα σου...
ΧΕΝΤΑ
(Σιγανά, με διαπεραστικό βλέμμα.) Προσέξτε! Μη πιστεύετε ό,τι θέλετε!
Αρχίζει να σκοτεινιάζει. Η Μπέρτε ανοίγει την πόρτα του χολ από έξω.
ΧΕΝΤΑ
(Κλείνει το άλμπουμ και φωνάζει χαμογελώντας.) Μα επιτέλους! Αγαπητότατη Τέα, ...πέρασε μέσα!
Η κυρία Έλβστεντ μπαίνει από το χολ. Είναι επίσημα ντυμένη. Η πόρτα πίσω της κλείνει.
ΧΕΝΤΑ
(Στον καναπέ, απλώνει τα χέρια της προς την Τέα.) Γλυκιά Τέα, ...δεν μπορείς να διανοηθείς πώς σε περίμενα!
Η κυρία Έλβστεντ ανταλλάσσει σύντομους και απλούς χαιρετισμούς με τους κυρίους στο πίσω δωμάτιο, πηγαίνει προς το τραπέζι και δίνει το χέρι στη Χέντα. Ο Έιλερτ Λέβμποργκ έχει σηκωθεί. Αυτός και η κυρία Έλβστεντ χαιρετιούνται γνέφοντας σιωπηλά με το κεφάλι.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Θα έπρεπε ίσως να πάω μέσα και να μιλήσω λίγο με τον άντρα σου;
ΧΕΝΤΑ
Όχι, καθόλου. Άστους να κάθονται εκεί. Θα φύγουν σε λίγο.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Θα φύγουν;
ΧΕΝΤΑ
Ναι, θα πάνε να ξεφαντώσουν.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Βιαστικά, στον Λέβμποργκ.) Εσείς δεν θα πάτε;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Όχι.
ΧΕΝΤΑ
Ο κύριος Λέβμποργκ... θα μείνει εδώ.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Παίρνει μια καρέκλα σκοπεύοντας να καθίσει δίπλα του.) Ω, πόσο μου αρέσει που βρίσκομαι εδώ!
ΧΕΝΤΑ
Όχι, παρακαλώ, χρυσή μου Τέα! Όχι εκεί! Εδώ δίπλα μου είναι ωραία να καθίσεις. Θέλω να είμαι στη μέση.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Φυσικά, όπως επιθυμείς.
Κάνει τον γύρο του τραπεζιού και κάθεται στον καναπέ στη δεξιά μεριά της Χέντας. Ο Λέβμποργκ κάθεται στην καρέκλα και πάλι.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Μετά από μικρή παύση, στη Χέντα.) Δεν είναι υπέροχη να τη βλέπεις;
ΧΕΝΤΑ
(Της χαϊδεύει απαλά τα μαλλιά.) Μόνο να τη βλέπεις;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι, γιατί εμείς οι δυο... αυτή κι εγώ... είμαστε δυο αληθινοί φίλοι. Εμπιστευόμαστε απόλυτα ο ένας τον άλλο και μπορούμε έτσι να συζητάμε χωρίς να κρύβουμε τίποτε.
ΧΕΝΤΑ
Χωρίς περιστροφές, κύριε Λέβμποργκ;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι, κάπως...
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Σιγανά, σφίγγεται πάνω στη Χέντα.) Ω, είμαι τόσο ευτυχισμένη, Χέντα. Το φαντάζεσαι... λέει ότι τον έχω εμπνεύσει επίσης.
ΧΕΝΤΑ
(Την κοιτάζει με χαμόγελο.) Ναι, λέει τέτοιο πράγμα, Τέα;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Και επιπλέον το θάρρος της να παίρνει αποφάσεις, κυρία Τέσμαν!
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Ω, Θεέ μου... θάρρος εγώ!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Τεράστιο... όταν πρόκειται για φίλο.
ΧΕΝΤΑ
Ναι, θάρρος... ναι! Μακάρι να είχε κανείς.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Τι εννοείτε;
ΧΕΝΤΑ
Ίσως τότε να μπορούσε να ζήσει κανείς τη ζωή του τελικά. (Αλλάζει ξαφνικά ύφος.)
Τώρα όμως, αγαπητή μου Τέα... είναι πια καιρός να πιεις ένα ωραίο ποτήρι κρύο ποντς.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Όχι, ευχαριστώ... δεν πίνω ποτέ τέτοια πράγματα.
ΧΕΝΤΑ
Ας είναι. Εσείς τι λέτε, κύριε Λέβμποργκ;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ευχαριστώ. Κι εγώ δεν πίνω.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Όχι, και αυτός δεν πίνει!
ΧΕΝΤΑ
(Τον κοιτάζει επίμονα.) Τώρα όμως που σας το ζητώ εγώ;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Δεν βοηθάει.
ΧΕΝΤΑ
(Γελάει.) Δεν έχω λοιπόν η άμοιρη καμιά επιρροή πάνω σας;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Όχι στο θέμα αυτό.
ΧΕΝΤΑ
Σοβαρά τώρα, νομίζω ότι θα έπρεπε να πιείτε παρόλα αυτά. Κάντε το για χάρη σας.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Σε παρακαλώ, Χέντα...!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Πώς δηλαδή;
ΧΕΝΤΑ
Ή μάλλον για τον κόσμο.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Αλήθεια;
ΧΕΝΤΑ
Αλλιώς ο κόσμος θα μπορούσε εύκολα πια να σχηματίσει την εντύπωση ότι... κατά βάθος... δεν αισθάνεστε πραγματικά σίγουρος... πραγματικά ασφαλής μέσα σας.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Σιγανά.) Ω, μη συνεχίζεις, Χέντα…!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ο κόσμος έχει το ελεύθερο να σκέφτεται ό,τι θέλει… προς το παρόν.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Χαρούμενη.) Ναι, πράγματι!
ΧΕΝΤΑ
Το είδα πολύ καθαρά πριν από λίγο στον δικαστή Μπρακ.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Τι είδατε;
ΧΕΝΤΑ
Χαμογέλασε ειρωνικά όταν δεν τολμήσατε να καθίσετε μέσα μαζί τους.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Δεν τόλμησα! Προτίμησα απλώς να μείνω εδώ και να συζητήσω μαζί σας.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Ήταν κάτι πολύ λογικό, Χέντα!
ΧΕΝΤΑ
Κάτι όμως που ο δικαστής δεν μπόρεσε να διαισθανθεί. Και είδα επίσης ότι χαμογέλασε και κοίταξε φευγαλέα τον Τέσμαν όταν δεν τολμήσατε να πάτε μαζί τους ούτε και σ’ αυτή την καημενούλα τη συγκέντρωση.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Δεν τόλμησα! Το πιστεύετε αυτό;
ΧΕΝΤΑ
Εγώ όχι. Όμως ο δικαστής Μπρακ αυτό κατάλαβε.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ας το κατάλαβε.
ΧΕΝΤΑ
Δεν θα πάτε μαζί τους λοιπόν;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Θα μείνω εδώ με σας και την Τέα.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Ναι. Χέντα... δεν το βρίσκεις πολύ φυσικό;
ΧΕΝΤΑ
(Χαμογελάει και γνέφει επιδοκιμαστικά στον Λέβμποργκ.) Απολύτως ακλόνητος λοιπόν. Συνεπής στις αρχές του δια παντός. Ιδού ένας αληθινός άντρας! (Στρέφεται προς την κυρία Έλβστεντ και τη χαϊδεύει.) Αυτό δεν σου είπα λοιπόν όταν ήρθες το πρωί και ήσουν τόσο
ταραγμένη...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Έκπληκτος.)
Ταραγμένη!
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Έντρομη.) Χέντα... μη, Χέντα...!
ΧΕΝΤΑ
Το βλέπεις και μόνη σου! Δεν υπάρχει απολύτως κανένας λόγος να σε πιάνει θανάσιμο άγχος... (Διακόπτει.) Ωραία! Μπορούμε τώρα οι τρεις μας να ξαναβρούμε την ευθυμία μας.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Πολύ ανήσυχος.) Τι... ακριβώς... σημαίνουν όλα αυτά, κυρία Τέσμαν!
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Για όνομα του Θεού, Χέντα! Τι είναι αυτά που λες! Τι είναι αυτά που κάνεις!
ΧΕΝΤΑ
Ηρέμησε! Ο αποκρουστικός δικαστής εκεί μέσα σε κοιτάζει.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Θανάσιμο άγχος λοιπόν. Εξαιτίας μου.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Σιγανά, παραπονεμένα.) Ω, Χέντα... με έχεις κάνει τόσο δυστυχισμένη τώρα!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Την κοιτάζει επίμονα για λίγο. Το πρόσωπό του συσπάται.) Τέτοια μεγάλη εμπιστοσύνη είχε λοιπόν η φίλη μου σε μένα.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Ικετευτικά.) Ω, αγαπητότατε φίλε... πρέπει να με ακούσεις πρώτα...!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Παίρνει ένα γεμάτο ποτήρι ποντς, το σηκώνει και μιλάει σιγανά και με βραχνή φωνή.) Στην υγειά σου, Τέα!
Αδειάζει το ποτήρι, το αφήνει και παίρνει άλλο.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Σιγανά.) Ω, Χέντα, Χέντα... Αυτό ήθελες τελικά!
ΧΕΝΤΑ
Ήθελα! Εγώ; Τρελάθηκες;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Στην υγειά σας επίσης, κυρία Τέσμαν. Ευχαριστώ για την αλήθεια. Στην υγειά της!
Πίνει και κάνει να ξαναγεμίσει το ποτήρι.
ΧΕΝΤΑ
(Τον ακουμπά στο μπράτσο.) Ελάτε, ελάτε..., φτάνει για την ώρα. Μη ξεχνάτε ότι θα πάτε στη συγκέντρωση.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Όχι, όχι, όχι!
ΧΕΝΤΑ
Σώπα! Σε κοιτάζουν από κει μέσα.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Αφήνει το ποτήρι.) Λοιπόν, Τέα... πες μου την αλήθεια...
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Βεβαίως!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ήξερε ο επιθεωρητής ότι έφυγες στο κατόπιν μου;
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Στριφογυρίζει τα χέρια της.) Ω, Χέντα... ακούς τι με ρωτάει!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Συμφώνησες μαζί του να έρθεις στην πόλη και να με προσέχεις; Στο ζήτησε ίσως ο ίδιος ο επιθεωρητής; Μα φυσικά... με χρειάζεται στο γραφείο του και πάλι! Ή μήπως θέλει να παίξουμε χαρτιά;
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Σιγανά, θλιμμένα.) Ω, Λέβμποργκ, Λέβμποργκ...!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Παίρνει ένα ποτήρι και κάνει να το γεμίσει.) Στην υγειά και του γεροεπιθεωρητή!
ΧΕΝΤΑ
(Απορριπτικά.) Φτάνει τώρα. Μη ξεχνάτε ότι θα βγείτε και ότι θα διαβάσετε στον Τέσμαν.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Ήρεμος, αφήνει το ποτήρι.) Φέρθηκα ανόητα, Τέα. Που αντέδρασα με τον τρόπο αυτό, θέλω να πω. Μη μου θυμώνεις, αγαπητή... αγαπητή φίλη. Θα δεις... και συ και οι άλλοι.. όσο οικτρά και αν απέτυχα κάποτε... έχω ξαναβρεί τον εαυτό μου τώρα! Με τη βοήθειά σου, Τέα.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Λάμποντας από χαρά.) Ω, δόξα σοι ο Θεός...!
Ο Μπρακ έχει στο μεταξύ κοιτάξει το ρολόι του. Αυτός και ο Τέσμαν σηκώνονται και μπαίνουν στο σαλόνι.
ΜΠΡΑΚ
(Παίρνει το καπέλο και το παλτό του.) Να που έφτασε η ώρα να φύγουμε, κυρία Τέσμαν.
ΧΕΝΤΑ
Ναι, έφτασε.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Σηκώνεται.) Και η δική μου, κύριε δικαστά.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Σιγανά και ικετευτικά.) Ω, Λέβμποργκ... μη φεύγεις!
ΧΕΝΤΑ
(Την τσιμπά στο μπράτσο.) Σε ακούνε!
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Φωνάζει αδύναμα.) Αχ!
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Στον Μπρακ.) Πολύ ευγενικό εκ μέρους σας να με καλέσετε.
ΜΠΡΑΚ
Ώστε θα έρθετε λοιπόν;
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
Ναι, ευχαριστώ πολύ.
ΜΠΡΑΚ
Χαίρομαι ιδιαιτέρως...
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Βάζει το πακέτο με τα χαρτιά στην τσέπη του και απευθύνεται στον Τέσμαν.) Επειδή θα ήθελα πολύ να σου δείξω μερικά πράγματα πριν να τα παραδώσω.
ΤΕΣΜΑΝ
Υπέροχα... θα χαρώ πολύ! Όμως, αγαπητή Χέντα, πώς θα επιστρέψει σπίτι της η κυρία Έλβστεντ; Τι λες;
ΧΕΝΤΑ
Ω, θα βρούμε σίγουρα τρόπο.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Κοιτάζει τις κυρίες.) Η κυρία Έλβστεντ; Θα έρθω και θα τη συνοδεύσω εγώ. (Τις πλησιάζει.) Γύρω στις δέκα, κυρία Τέσμαν. Είναι καλή ώρα;
ΧΕΝΤΑ
Ναι, βεβαίως. Θαυμάσια.
ΤΕΣΜΑΝ
Ωραία, όλα τακτοποιήθηκαν λοιπόν. Εμένα όμως, Χέντα, μη με περιμένεις πολύ νωρίς.
ΧΕΝΤΑ
Ω, αγαπητέ, μείνε όσο... όσο θέλεις.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Κρύβοντας το άγχος της.) Κύριε Λέβποργκ... θα περιμένω τότε εδώ ώσπου να επιστρέψετε.
ΛΕΒΜΠΟΡΓΚ
(Με το καπέλο στο χέρι.) Σύμφωνοι, αγαπητή.
ΜΠΡΑΚ
Και τώρα, κύριοι, ώρα για διασκέδαση! Εύχομαι να περάσουμε υπέρευχαριστα, όπως λέει και μια ωραία κυρία.
ΧΕΝΤΑ
Α, να μπορούσε αλήθεια αυτή η ωραία κυρία να βρίσκεται αόρατη εκεί...
ΜΠΡΑΚ
Γιατί αόρατη;
ΧΕΝΤΑ
Για να μπορέσει να ακούσει μερικές από τις γνήσιες αθυροστομίες σας, κύριε δικαστά.
ΜΠΡΑΚ
(Γελάει.) Δεν θα το συμβούλευα αυτό όμως στην ωραία κυρία.
ΤΕΣΜΑΝ
(Γελάει επίσης.) Είσαι τελικά πραγματικά υπέροχη, Χέντα! Το φαντάζεσαι!
ΜΠΡΑΚ
Και τώρα χαίρετε, κυρίες μου, χαίρετε!
ΛΕΜΠΟΡΓΚ
(Αποχαιρετάει με υπόκλιση.) Γύρω στις δέκα λοιπόν.
Ο Μπρακ, ο Λεβμποργκ και ο Τέσμαν βγαίνουν από την πόρτα του χολ. Συγχρόνως μπαίνει η Μπέρτε από το πίσω δωμάτιο με μια αναμμένη λάμπα, την τοποθετεί στο τραπέζι του σαλονιού και βγαίνει πάλι από το πίσω δωμάτιο.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
(Έχει σηκωθεί και πηγαινοέρχεται ανήσυχα.) Χέντα... Χέντα... πού θα οδηγήσουν όλα αυτά!
ΧΕΝΤΑ
Στις δέκα... θα είναι και πάλι εδώ. Τον βλέπω μπροστά μου. Με αμπελόφυλλα στα μαλλιά. Γεμάτο πάθος και ορμή.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Μακάρι να ήταν τόσο ωραία.
ΧΕΝΤΑ
Και τότε θα δεις... θα έχει ξαναβρεί τον εαυτό του. Θα είναι ένας ελεύθερος άνθρωπος σε όλη του τη ζωή.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Ω, ναι, Θεέ μου... μακάρι να επιστρέψει όπως τον περιγράφεις.
ΧΕΝΤΑ
Αυτό θα γίνει και τίποτε άλλο! (Σηκώνεται και την πλησιάζει.) Μπορείς να αμφιβάλλεις γι’ αυτόν όσο θέλεις. Εγώ πιστεύω σ’ αυτόν. Και τώρα θα δούμε...
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Κάτι μου κρύβεις, Χέντα!
ΧΕΝΤΑ
Ναι, πράγματι. Για μία και μόνη φορά στη ζωή μου θέλω να ορίζω μια ανθρώπινη μοίρα.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Δεν το κάνεις ήδη;
ΧΕΝΤΑ
Δεν το κάνω... ούτε το έκανα ποτέ.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Ούτε και αυτή του άντρα σου;
ΧΕΝΤΑ
Αυτή μάλιστα, αξίζει τον κόπο. Ω, αν μπορούσες να καταλάβεις πόσο φτωχή είμαι. Ενώ εσύ έχεις την τύχη να είσαι τόσο πλούσια! (Την αγκαλιάζει με πάθος.)
Νομίζω ότι θα σου κάψω τα μαλλιά παρόλα αυτά.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Άφησέ με! Άφησέ με! Με τρομάζεις, Χέντα.
ΜΠΕΡΤΕ
(Στο άνοιγμα της πόρτας.) Έχω σερβίρει το τσάι στην τραπεζαρία, κυρία.
ΧΕΝΤΑ
Υπέροχα. Ερχόμαστε.
ΚΥΡΙΑ ΕΛΒΣΤΕΝΤ
Όχι, όχι, όχι! Καλύτερα να επιστρέψω σπίτι μόνη! Τώρα αμέσως!
ΧΕΝΤΑ
Ανοησίες! Πρώτα θα πιεις λίγο τσάι, χαζούλα μου. Και μετά... στις δέκα θα έρθει ο Λέβμποργκ... με αμπελόφυλλα στα μαλλιά.
Τραβά την κυρία Έλβστεντ σχεδόν βίαια προς το άνοιγμα της πόρτας.
[ ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ ]