Ξυπνάω κουρασμένη. Σέρνομαι στο μπάνιο. Το νερό χλιαρό και δεν ξεπλένει το κορμί μου. Τα ψαράκια κατρακυλούν από τα βλέφαρά μου
Προτού με δεις στο ραντεβού να φτάνω η φιγούρα σου δίπλα στο περίπτερο άδικα άγνωστη ανυπεράσπιστη μέσα στη ροή της πόλης...
«Για όνομα του θεού, πώς κάνεις έτσι; Σε πείραξε που είπα πλάτανο το δέντρο, και μου λες να χωρίσουμε; Πας καλά;»
Ζεμένη στο ετήσιο αλώνι του ήλιου / η ελεύθερη βούλησή τους / γαλάζια ημερήσια σβούρα / βορά του συμπαντικού διακόπτη
Τη νύχτα με τις γενναιόδωρες αγκαλιές / τα επιτυχημένα προφίλ σε ψηφιακούς τόπους / έτοιμες φράσεις και αναμασημένες συγκινήσεις
... Και άλλα ερωτήματα
Υποφέρω στο σώμα του νόμου μου, / σκύβω τον πετεινό λαιμό / και κράζω λόγια / στη μοναχική μου λακκούβα
Εμένα δεν με λένε Πηνελόπη / Περνάω με κόκκινο τα φανάρια / όταν οι δρόμοι είναι άδειοι / κι οι διαγραμμίσεις της ασφάλτου θαμπές
Με κινήσεις χορευτικές πλησίασε τη ντουλάπα, στάθηκε στις μύτες των ποδιών και με τα μπράτσα να πάλλονται ξεκλείδωσε την κλειδαριά
Κέρκυρα, Μεσολόγγι, Σκιάθος
στους προσαγωγούς της νύχτας / φύεται ένα αγκάθι / όσο σφίγγει καρφώνει / όσο καρφώνει σφίγγει
Τα βιβλία εσωτερικεύτηκαν σε οθόνες / και το ξεφύλλισμα στο ανέπαφο νόημα / να διαβάζεις αυτό που δεν διάβηκες