Τους άκουγα, αλλά δεν τους έκρινα. Δεν ήμουν εκεί για να δώσω άφεση αμαρτιών. Δεν ήταν δική μου δουλειά. Ήμουν απλά ο κουρέας.
Τι κι αν δεν είμαι θάλασσα! Στα ρηχά σπλάχνα μου δε θυσιάστηκαν θαρρείς για τον έρωτα ή το χρυσάφι;
Σε λίγο το ποτάμι έστριβε σε γωνία τριάντα μοιρών και εκεί, ναι, ναι εκεί τον περίμενε η τέλεια λήψη που ονειρευόταν.
«Αν δεν σας κάνει κόπο, θα προτιμούσα να χρησιμοποιήσετε το στυλό με το οποίο έχω γράψει όλα σας τα βιβλία…», του είπα χαμηλόφωνα
Και να ’χει απλώσει ρίζες ο χειμώνας μέσα μου, και να διστάζω ν’ απλώσω το χέρι να τον ακουμπήσω τάχα τυχαία. [ΔΥΟ ΔΙΗΓΗΜΑΤΑ]
Στην πόλη του Αμίν τα παιδιά περπατάνε μες στη ζέστη, δίπλα σε δρόμους χωρίς πεζοδρόμια, πλάι σε οικόπεδα γεμάτα σκουπίδια.
Το πεπρωμένο κάθισε στα κλαδιά του κέδρου. Σιωπή.
Έτσι απλός και καθαρός και ήσυχος βάρος απόκτησε σπουδαίο και μια ταυτότητα ιδιαίτερη
Εκεί ξεβράστηκε το πτώμα της Οφηλίας: κάτω από τις ρίζες των δέντρων, μεταξύ μαγκρόβιας βλάστησης και υδάτινων παρασίτων.
Η ολοκλήρωση της μορφικής ανάπλασης συμμετέχει με έκδηλο και ουσιαστικό τρόπο στην κάλυψη του χαρακτήρα της παραφωνίας.
Περπατώ στα ξερ’κά τον Αύγουστο και σου φέρνω ψωμί και τυρί, και τα πόδια μου είναι γυμνά, και σε κάθε βήμα η γη σκίζεται...
Περπατούσα κατευθυνόμενος στο σπίτι του παλιόφιλου του Φρανκ. Μέσ’ απ’ τους κορμούς των δέντρων χρύσιζε το τελευταίο φως.