Ο Κώστας Κρυστάλλης, χωρίς τα γυαλιά της λαογραφίας και της ηθογραφίας

Ο Κώστας Κρυστάλλης, χωρίς τα γυαλιά της λαογραφίας και της ηθογραφίας

150 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από τη γέννηση του Κώστα Κρυστάλλη, που καθιερώθηκε ως ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, αλλά υπήρξε σίγουρα κάτι πολύ παραπάνω απ’ αυτό. Ο Κρυστάλλης λάτρεψε και εξύμνησε τη φύση με έναν τρόπο αγαπητικό και απελευθερωτικό, με έναν τρόπο που γίνεται, κατά τη γνώμη μου, ακόμα πιο φανερός στα πεζά του, τα δεκατρία εν συνόλω διηγήματά του, επτά εκ των οποίων κυκλοφόρησαν υπό τον τίτλο Πεζογραφήματα το 1894, όσο ο ίδιος ήταν ακόμη εν ζωή, από το Βιβλιοπωλείον της Εστίας. Ο Κρυστάλλης κατηγορήθηκε από τους παλαιότερους λογοτεχνικούς κριτικούς, κυρίως από τον Άλκη Θρύλο,[1] υπό την επήρεια του Γιώργου Θεοτοκά, ως φωτογραφικός και αβαθής, ανυποψίαστος ηθογράφος. Σε ένα άλλο επίπεδο, ο Γιάννης Αποστολάκης και ο Κ. Θ. Δημαράς, συζητώντας για την ποίησή του, τον μέμφθηκαν ως άγονο αντιγραφέα του δημοτικού τραγουδιού, ως έναν μιμητή που δεν είχε τίποτε από την ψυχή, τη φρεσκάδα και τη δύναμη του πρωτότυπου. Σήμερα, πάντως, είμαστε πολύ κοντά στο να συνειδητοποιήσουμε αυτό που έχει από καιρό υποδείξει ο Λίνος Πολίτης: ο στίχος του Κρυστάλλη μπορεί άνετα να διεκδικήσει την αυτονομία του από τις πηγές του δημοτικού τραγουδιού, κερδίζοντάς μας αμέσως με τον ζωντανό και απολύτως προσωπικό του τόνο. «Ακόμα και η χρήση των ιδιωματικών λέξεων, όταν δεν φτάνει στην υπερβολή, αποτελεί ένα πρόσθετο στοιχείο γοητείας και δείγμα τεχνίτη όχι κοινού», επιμένει ο Πολίτης,[2] επιτρέποντάς μας να βγάλουμε τα αναγκαία συμπεράσματα και για το πεζογραφικό έργο του τραγουδιστή του χωριού και της στάνης.
Τα δημοτικά τραγούδια και τα παραμύθια[3] εξάλλου, μαζί με τη λαϊκή τέχνη, τις ντοπιολαλιές και την παράδοση, ενδιαφέρουν τους περισσότερους συγγραφείς της γενιάς του 1880, που είναι η γενιά του Κρυστάλλη. Οι ηθογράφοι αυτής της γενιάς είναι, σχηματικά μιλώντας, χωρισμένοι στα δύο. Από τη μια μεριά στέκουν εκείνοι που επιδιώκουν να ωραιοποιήσουν και να εξιδανικεύσουν την ύπαιθρο. Από την άλλη βρίσκονται όσοι επιζητούν να προβάλουν τη δύσκολη, σκληρή καθημερινότητά της σε συνάρτηση με το βάρος του λαϊκού πολιτισμού. Ο Κρυστάλλης αγαπάει από τα βάθη της καρδιάς του τη φύση, αλλά δεν είναι εξιδανικευτικός,[4] ενώ ο λαϊκός πολιτισμός αναδεικνύεται στη δουλειά του σαν σάρκα εκ της σαρκός του. Μπαίνοντας στα καθέκαστα της πεζογραφίας του, θα πρέπει να πούμε προκαταρκτικά πως αντλεί λιγότερο από τον ρομαντισμό και το δημοτικό τραγούδι (όπως συμβαίνει με τα ποιήματα) και περισσότερο από τις λαϊκές παραδόσεις, συν το αδιαμφισβήτητο γεγονός πως εκείνο που κυριαρχεί στη σκηνογραφία της είναι όχι μόνον η ύπαιθρος αλλά και η πόλη.[5] Και πάλι, όμως, τα στοιχεία που δεσπόζουν στα Πεζογραφήματα δεν είναι τόσο η παράδοση και τα ερευνητικά λαογραφικά ενδιαφέροντα του Κρυστάλλη, που έχουν αποτυπωθεί σε ξεχωριστές εργασίες, όσο δύο άλλα, αρκετά διαφορετικά δεδομένα: από τη μια πλευρά, η πολιτική και η Ιστορία και από την άλλη, η δύναμη της φύσης μαζί με την εκστατική και τη μεταστοιχειωτική της ορμή.

Από την πολιτική και την Ιστορία προς τη φύση

Ως προς την πολιτική και την Ιστορία, οι αναφορές του Κρυστάλλη ξεκινούν από τον εθνικό ήρωα της Αλβανίας Γεώργιο Σκεντέρμπεη, η μορφή του οποίου μπορεί να συνενώσει Αρβανίτες και Έλληνες («Η εικόνα»), την υποταγή –μέσα από ένα παραμύθι– του Αργυρόκαστρου στους Οθωμανούς («Αργύρω η μονοβύζα») και το χρονικό (1811-1881) των αποτυχημένων επαναστατικών προσπαθειών κατά της οθωμανικής διοίκησης στα Γιάννενα («Το σημειωματάρι του Γεροκαλαμένιου»), για να φτάσουν μέχρι τις διώξεις και την καταπίεση του ελληνικού πληθυσμού της Ηπείρου από τους Τούρκους («Το Σουλιωτόπουλο» και «Η κυρα-Νίτσα»), ή τις πολύπαθες περιπέτειες της κλεφτουριάς πάνω στα ηπειρώτικα βουνά («Εις την στάνην του μπάρμπα μου», «Τα Χριστούγεννα των κλεφτών», «Καπετάν Κωνσταντάρας»). Ως προς τη δύναμη της φύσης, που δίνει γενναία το παρών σε όλα τα διηγήματα, η γκάμα περιλαμβάνει από ποιμένες απομονωμένους στην άγρια ύπαιθρο («Στα χαλάσματα») μέχρι την ικανότητα των φυσικών στοιχείων να ευεργετήσουν τη βασανισμένη ψυχή του ξενιτεμένου («Το φυλαχτό μου»), ή το ενθαρρυντικό άπλωμα του βλέμματος σε ένα τοπίο το οποίο εγκλείει στο εσωτερικό του εκτός από την Ήπειρο και τη Θεσσαλία («Ο χωρισμός»). Κάπου στο ενδιάμεσο φύσης και Ιστορίας θα βρούμε και τον έρωτα: έρωτας υψηλόφρων και δυνατός, ανάμεσα σε καρδιές έτοιμες να του παραδοθούν εξ ολοκλήρου («Η δασκάλα»). Κάποια σημασία έχει, τέλος, και η χαρά της ομαδικής δημιουργικής δουλειάς για έναν υψηλό σκοπό, όπως η ανοικοδόμηση μιας εκκλησίας («Τα μάρμαρα»). Διατρέχοντας το πεδίο της πολιτικής και της Ιστορίας, ο Κρυστάλλης θα υιοθετήσει έναν σαφώς εθνικό τόνο, δεν θα καταλήξει εντούτοις σε καμιά περίπτωση εθνοκεντρικός (τα ιστορικά πάθη των Αλβανών με τους Τούρκους δύσκολα αποσπώνται από τα αντίστοιχα πάθη των Ελλήνων). Διατρέχοντας πάλι το πεδίο της φύσης, ο λόγος του θα αποκτήσει εξαιρετική ποικιλία εκφάνσεων: από τη μανία των καιρικών φαινομένων (το σκληρό κρύο, οι νεροποντές και το ξεπάγιασμα σε προστατευμένα και απροστάτευτα σημεία) και τον χορό ανθρώπων και ζώων (από την πλοκή και τις περιγραφές των διηγημάτων ξεπηδούν πρόβατα, λύκοι, αρκούδες, τσακάλια και αγριογούρουνα) μέχρι τις φωνές από τραγούδια και μηνύματα ή παραγγέλματα που εκτοξεύονται στους ουρανούς πάνω από τις κρημνώδεις οροσειρές, αποκαλύπτοντας μια φύση όχι αγροτική αλλά σπινοζικής έμπνευσης – μια natura naturans που γεννιέται και αναπαράγεται αφ’ εαυτής, σαν άλλος θεός.

Τοπιογραφία και λυρικός ρεαλισμός

Γράφοντας άλλοτε σε ιστορικό και άλλοτε σε παροντικό χρόνο, ο Κρυστάλλης συνδέει, όπως είναι ίσως αναμενόμενο, τη φύση με την τοπιογραφία του, σε έναν κύκλο που περνάει από τα Γιάννενα, την Άρτα, το Μέτσοβο, την Πάργα, το Ζαγόρι και το Σούλι, χωρίς να αφήσει απέξω τη Θεσσαλία και το Αργυρόκαστρο. Κι αυτή η συνεχής εντοπιότητα, που εντάσσει στους κόλπους της αστικές περιοχές, αλλά και χωριά ή βοσκοτόπια, παραπέμπει βεβαίως στην εντοπιότητα της ευρωπαϊκής λογοτεχνίας του 19ου αιώνα, από τον Guy de Maupassant και τον Alphonse Daudet μέχρι τον βερισμό του Giovanni Verga,[6] δείχνοντας για άλλη μια φορά πόσο μακριά μένει ο Κρυστάλλης από την ειδυλλιακή ηθογραφία και το στενά λαογραφικό πνεύμα. Μακριά, ωστόσο, από τη λαογραφική ιδεολογία μένει ο Κρυστάλλης και με τη μετριασμένη και ισορροπημένη δημοτική του, που ενδίδει στην τραχύτητα μόνο όταν ενσωματώνεται στους διαλόγους η ηπειρώτικη ντοπιολαλιά, ή με την προσφυγή του στο αφηγηματικό είδος του χρονικού (θυμίζω το διήγημα «Το σημειωματάρι του Γεροκαλαμένιου») το οποίο συνδυάζει την κατάθεση του αυτόπτη μάρτυρα και την ανακοίνωση των τοπικών ειδήσεων της βυζαντινής χρονογραφίας με το τέχνασμα της ανακάλυψης των χαμένων χειρογράφων.[7] Σύμφωνοι, αλλά πάνω απ’ όλα ο Κρυστάλλης απομακρύνεται από την ηθογραφία και τη λαογραφία μέσω της παράκαμψης του κεκανονισμένου ρεαλισμού που προϋποθέτει η ποιητική αντιμετώπιση της πραγματικότητας από την πρόζα του. Ως ποιητής-πεζογράφος (τον όρο εισήγαγε με αφορμή την περίπτωσή του το 1940 ο Μιχ. Ροδάς[8]) ο Κρυστάλλης υιοθετεί ένα ιδίωμα που θα υπαγάγει την Ιστορία και τη φύση σε έναν λυρικό ρεαλισμό – έναν ρεαλισμό ο οποίος θα διαρρήξει ευθύς εξαρχής τις σχέσεις του με οποιαδήποτε έννοια (αν εξακολουθούμε να μιλάμε για ηθογραφία και λαογραφία) θησαυρισμού, καταγραφής και καταλογογραφικής απεικόνισης.

ΒΡΕΙΤΕ ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ  Κώστα Κρυστάλλη  ΣΤΟΝ ΙΑΝΟ.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: