Η Λερναία Ντίτριχ

Η Λερναία Ντίτριχ

Μεγάλωσα τρώγοντας σχεδόν αποκλειστικά γογγύλια και πατάτες
Marlene Dietrich


Ο Τζακ έμενε στα Εξάρχεια. Σε μια μικροσκοπική γκαρσονιέρα στον ημιώροφο μιας παλιάς πολυκατοικίας. Το μπαλκονάκι του έβλεπε στο φωταγωγό και για να δει κάθε πρωί τι καιρό έκανε έπρεπε να βγάλει το κεφάλι του από την μπαλκονόπορτα πριν καλά καλά πιει καφέ και να κοιτάξει ψηλά όσο ψηλότερα μπορούσε το χρώμα του ουρανού. Ο Τζακ φύτεψε μια πατατιά. Την φύτεψε σε μια γλάστρα στο μπαλκόνι και την πότιζε καθημερινά. Μια νύχτα ο Τζακ είδε όνειρο πως τον είχε ερωτευτεί η Μάρλεν Ντίτριχ. Αυτός προσπαθούσε να της το σκάσει όμως αυτή πάντα τον ξετρύπωνε όπου κι αν της κρυβόταν. Στο τελευταίο καρέ του ονείρου, ο Τζακ έχει κλειστεί μέσα σε έναν καταψύκτη όπου τον είχε φυγαδεύσει ένας περιπτεράς. Εδώ αποκλείεται να σε βρει, του είπε ο περιπτεράς. Α, και πού ’σαι, μη δοκιμάσεις να φας παγωτό, είναι από πέρυσι, συμπλήρωσε κλείνοντας από πάνω του τη διάφανη πόρτα του καταψύκτη. Δυο λεπτά αργότερα άκουσε μια βραχνή αύρα να πλησιάζει και τα μπαγιάτικα παγωτά άρχισαν να λιώνουν από θαυμασμό. Αμέσως είδε το κεφάλι της Μάρλεν Ντίτριχ να ξεπροβάλει ανάμεσα απ’τα φωσφοριζέ περιτυλίγματα.

Ο Τζακ ξύπνησε καταϊδρωμένος. Βγήκε στο μπαλκονάκι να καπνίσει ένα τσιγάρο. Για μια στιγμή του φάνηκε πως είδε την άκρη της καπαρτίνας της Μάρλεν Ντίτριχ στη γωνιά του μπαλκονιού και λίγο πιο πέρα ένα κομμάτι από το νεγκλιζέ της να λαμπυρίζει. Κούνησε κάπως σπαστικά το κεφάλι του για να ξυπνήσει λίγο ακόμη και άναψε τσιγάρο. Τη στιγμή που είχε αρχίσει να χαλαρώνει έριξε μια ματιά στην πατατιά του. Το τσιγάρο κρεμάστηκε σαν μουδιασμένο χέρι ανάμεσα στα χείλη του. Η πατατιά μέσα σε ελάχιστες ώρες είχε μεγαλώσει τόσο πολύ που το χοντρό πράσινο κοτσάνι της είχε δραπετεύσει ανάμεσα απ’τα κάγκελα του μπαλκονιού κι είχε αρχίσει να απλώνεται προς όλες τις κατευθύνσεις του φωταγωγού. Συνέχιζε να την κοιτάζει έκπληκτος να μεγαλώνει ενώ μέσα στη νυχτερινή ησυχία μπορούσε πεντακάθαρα να ακούσει το βουητό που έκαναν τα φύλλα και ο μίσχος της καθώς τεντώνονταν όλο και πιο ψηλά, ένας απαλός βόμβος που θύμιζε γρανάζια από κράμα ατσαλιού και βελούδου που τρίβονται μεταξύ τους αργά.

Ο Τζακ δεν είχε ιδέα τι να κάνει. Κατ’αρχάς ποιός άκουγε τη διαχειρίστρια όταν θα έβλεπε το πρωί το φωταγωγό καλυμμένο από φύλλα πατατιάς. Επίσης σύμφωνα με τις βασικές κηπουρικές του γνώσεις, όταν τα φύλλα της πατατιάς μαραθούν, τότε έχουν ωριμάσει οι πατάτες. Αυτή η πατατιά όμως δεν έδειχνε διατεθιμένη να μαραθεί. Κάθε άλλο. Αποφάσισε λοιπόν να την ξεριζώσει. Ύστερα θα έτρεχε γρήγορα γρήγορα στον κάδο σκουπιδιών πιο κάτω απ’το σπίτι του και θα την στρίμωχνε εκεί μέσα όπως μπορούσε. Έπρεπε να δράσει άμεσα γιατί η πατατιά συνέχιζε να μεγαλώνει με μανία και σε λίγη ώρα δε θα μπορούσε να την κουμαντάρει με τίποτα. Σήκωσε τα μανίκια της πυτζάμας του λοιπόν κι άρχισε να τραβολογάει τη ρίζα της με δύναμη κρατώντας κόντρα με το πόδι του στα κάγκελα του μπαλκονιού.

Ο Τζακ μένει στα Εξάρχεια. Είχε μια πατατιά που την ξερίζωσε. Όταν έσκαψε στη γλάστρα βρήκε μέσα στα χώματα εφτά μικρές Μάρλεν Ντίτριχ με νεγκλιζέ μέσα από την καπαρτίνα. Τώρα κάθε πρωί του φτιάχνουν εφτά ελληνικούς καφέδες και βγάζουν τα εφτά τέλεια κεφαλάκια τους από την μπαλκονόπορτα για να του πουν τι καιρό κάνει. Τα απογεύματα τις πηγαίνει βόλτα στην Μπενάκη κι αυτές κλέβουν για χατίρι του εφτά μπαγιάτικα παγωτά απ’τον περιπτερά. Κοιμούνται μαζί του κάθε βράδυ στο μικρό καναπέ-κρεβάτι. Πριν ξαπλώσουν βγάζουν τις εφτά καπαρτίνες τους όλες μαζί, ταυτόχρονα και ο Τζακ ανατριχιάζει εφτά φορές.


Η Λερναία Ντίτριχ είναι ένα από τα διηγήματα του βιβλίου Οι Υπέροχοι που θα κυκλοφορήσει στα αγγλικά το 2020 από τις εκδ. Kernpunkt Press (Νέα Υόρκη)· πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό Typehouse (τόμ. 4, αρ. 3, τχ. 12) στις ΗΠΑ.

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: