Το παιδί που έχασε το πρόσωπό του μέσα στη νύχτα

Το παιδί που έχασε το πρόσωπό του μέσα στη νύχτα

Μια μέρα ήταν νύχτα. Όχι από εκείνες τις ωραίες, που ’χει φεγγάρι και μπορείς να βλέπεις το πρόσωπό σου στα νερά· απ’ τις άλλες —που έρχονται απότομα— και που σου παίρνουν για πάντα το πρόσωπό σου.
Μου ζήτησε να πάμε να παίξουμε. Κάπου στο δάσος, είπε, με σχεδόν φωνή γερακιού. Δέχτηκα. Παιδί ήμουν… Tα λόγια του μ’ έσυραν μες στο σκοτάδι και πήγαν και μ’ ακούμπησαν θυσία σε αρχαίο βωμό.
Την επόμενη μέρα γύρισα έρποντας. Τους το είπα χαμηλόφωνα. Δε θυμάμαι την ώρα. Θυμάμαι το χρώμα του μπάνιου. Μαζί με τα νερά, κυλούσανε κι οι τοίχοι. Με σέρνανε. Τώρα τα πλακάκια έσταζαν μαύρο βαθύ. Χυνόμουν στο σιφόνι. Έκανα να πιαστώ από κάτι σωλήνες πλαστικούς, τους λέρωνα κι εκείνους. Δεν είχε τώρα φως. Μονάχα πτώση. Είχα αφήσει το δέρμα μου στο πόμολο, δίπλα στο μπουρνούζι. Πρώτη φορά δίχως σώμα. Μπορούσαν να βλέπουν μέσα μου. Ένιωσα(ν) ναυτία νομίζω, δεν άντεξα(ν). Προσπάθησα να τους το πω με τρόπο. Ήταν καλοί άνθρωποι, δεν έφταιγαν σε τίποτα.

—Χθες, καθώς παίζαμε στο δάσος, κάποια στιγμή… κάποια στιγμή δίψασα. Ζήτησα τότε λίγο νερό. Δεν είχα ξαναπιεί ποτέ νερό. Οκτώ χρόνια άνυδρη. Το δέχτηκα - όταν μου προσφέρθηκε από τους ουρανούς. Άρχισα να πίνω λαίμαργα, δεν κοιτούσα την ώρα. Το ένιωσα να κυλά μέσα μου. Είχα μια αγωνία και μια αίσθηση ενοχής μέσα στην καταιγίδα. Όταν κόπασε, άφησε στο στόμα μου μια γεύση θρυμματισμένου γυαλιού. Μύριζε φρέσκο χώμα. Έτριψα τα θραύσματα στον ουρανίσκο κι έπειτα -με νωχελικές κινήσεις της γλώσσας - τα έσπρωξα προς τον οισοφάγο. Ένα μάτσο σπασμένα γυαλιά φυτεμένα μέσα μου - για πάντα από ’δω και πέρα.

—Δε γίνονται τέτοια πράγματα, θα το φαντάστηκες ˙ είπαν. Έλα, το γάλα σου θα κρυώσει. Να το ξεχάσουμε. Πρέπει να πας σχολείο. Να το ξεχάσουμε.

Το ήπια το γάλα μου και ξέχασα. Έτσι τους είπα. Δεν ξαναμίλησα γι’ αυτό. Φόρεσα πάλι το δέρμα μου και πήγα σχολείο. Και κρυφτό έπαιξα και αγαλματάκια ακούνητα. Άλλα ακούνητα, άλλα σπασμένα. Πεπρωμένο φυγείν αδύνατον. Είχα γαστρορραγίες τα βράδια. Δε μιλούσα. Μια μέρα είδαν το σεντόνι. Τώρα έβγαζα χρώματα από μέσα μου. Δε γίνονται τέτοια πράγματα...

Όταν ξημέρωσε με έδεσαν με ένα χοντρό λουρί και με πήγαν στον γιατρό. Εσύ είσαι που αγάπησες με πάθος τα νερά; μου χαμογέλασε με μια λεπτή ειρωνεία, σα να ήξερε. Πίεσε την κοιλιά μου κι ας μην είχα σώμα. Δε χρειάστηκε γαστροσκόπηση, με κοίταξε στα μάτια. Εσωτερική αιμορραγία, διέγνωσε με θλίψη, θα το συνηθίσεις. Κάθε βράδυ, θα της δίνετε μισό από αυτό. Αν συνεχίζει να λέει την ίδια ιστορία, μπορείτε να αυξήσετε τη δόση. Θα της λέτε κι ένα παραμύθι και θα τη βάζετε για ύπνο εδώ. Το παιδικό φέρετρο δε μας το χρέωσε, μονάχα την επίσκεψη. Κάνει γαλήνιο ύπνο, πρόσθεσε. Ήταν ακριβώς στα μέτρα μου. Δε θα ’πιανα και χώρο. Θα μπορούσαν να με βγάλουν στο χολ - αν ήθελαν. Ή και στον κήπο. Κιχ δε θα ’βγαζα.
Καθώς γυρίζαμε σπίτι, τους άκουγα κάτι να κουβεντιάζουν μπροστά. Δεν άκουγα καλά, ήταν κι η μηχανή του αυτοκινήτου που βούιζε γύρω απ’ το κεφάλι μου. Άραγε βρισκόμουν σε αυτοκίνητο ή σε τρένο που βγήκε απ’ τις ράγες; Μιλούσαν σιγά, μάλλον δεν έπρεπε να καταλάβω. Όμως κατάλαβα. Άρχισα να κάνω ένα μουρμουρητό χωρίς ν’ ανοίγω το στόμα. Κόλλησα το πρόσωπο στο τζάμι και κοιτούσα τα δέντρα που έφευγαν προς τα πίσω. Σαν κάτι να τα ρουφούσε — μαζί με τη ζωή μου. Όλα θολά από ’δω και πέρα. Έξω έβρεχε. Δεν ξέρω αν έβρεχε στ’ αλήθεια. Μπορεί και να το φαντάστηκα. Εγώ είχα ανάγκη να βρέχει.

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: