Βυθός

Βυθός

Όταν χτύπησε το ξυπνητήρι, έσυρα το χέρι μου έξω απ’ το πάπλωμα, και σχίζοντας τα νερά, το έκλεισα. Άνοιξα τα μάτια κι ένιωσα ένα ελαφρύ τσούξιμο. Δεν ήξερα αν είναι από την αυπνία ή από την αλμύρα. Χθες το βράδυ είχα επιδοθεί σε μια χρόνια δράση προσωπικής ανάπτυξης που την ονομάζω Αυτοκριτική. Εκείνη έρχεται, εγώ γδύνομαι κι η καταβύθιση ξεκινάει. Τη διαδικασία συνοδεύει ο αδυσώπητος χτύπος του ρολογιού που είναι τοποθετημένο στο τραπεζάκι του δωματίου. Στην αρχή δεν ξέρω τι να πω. Απλώς την κοιτάζω. Έπειτα βγάζει το μαστίγιο και λύνομαι. Υπάρχουν φορές που πονάω, και πρέπει να ομολογήσω ότι αυτές είναι οι αγαπημένες μου. Ξέρει καλά πώς να ανατέμνει τις αχαρτογράφητες εκτάσεις μέσα μου. Αρχικά, ξετυλίγει το δέρμα μου και το απλώνει στο τραπέζι της κουζίνας. Αυτό γίνεται με ήρεμες, ευλαβικές κινήσεις, χωρίς να ματώσω. Στη συνέχεια, μου ζητά να καθίσω σε μια καρέκλα, στη μέση του δωματίου, και να περιγράψω λεπτομερώς όλες μου τις πράξεις – κυρίως αυτές που δεν έκανα αλλά πέρασαν απ’ το μυαλό μου ή εκείνες που δεν είμαι σίγουρη αν έχω κάνει. Τότε σβήνει το φως για να με τρομάξει ή για να νιώσω πιο άνετα∙ δεν είμαι σίγουρη για τις προθέσεις της. Εμένα μ’ αρέσει το απόλυτο σκοτάδι –και όλα τα απόλυτα, που φυσικά δεν υφίστανται, καθώς ζούμε σε έναν κόσμο όπου επικρατεί η σχετικότητα– οπότε το απολαμβάνω. Ξέχασα να αναφέρω ότι όλη αυτή η ιεροτελεστία, όπως και κάθε άλλη δραστηριότητα της καθημερινότητάς μου, πραγματοποιείται με αργές, βασανιστικές κινήσεις. Άλλωστε αυτοί είναι οι νόμοι του Βυθού. Τους συνηθίζει κανείς με τον καιρό και προσαρμόζεται. Από κάποια στιγμή και μετά, είδα ότι κι Εκείνη με επισκεπτόταν με φιάλη οξυγόνου. Φαίνεται να μαθαίνει σκέφτηκα, παρά τη γενικότερη ακαμψία της σε άλλα ζητήματα. Βέβαια, η φιάλη όπως και η μάσκα, είναι μια εντελώς προσωπική επιλογή, που οικειοποιήθηκα κι εγώ. Το ίδιο και η πέτρα που έχω δέσει στο λαιμό μου. Θέλω να πω, ότι με μια μικρή κίνηση, θα μπορούσα να σπάσω την αλυσίδα (η οποία στενεύει ασφυκτικά κάθε φορά που Εκείνη με επισκέπτεται) να πέσει η πέτρα στην άμμο κι εγώ –πλέον ελαφρύτερη– να αναδυθώ στην επιφάνεια. Κάτι τέτοιο θα μπορούσε να μου δώσει την ευκαιρία να γνωρίσω κι άλλους κολυμβητές, του γλυκού νερού φυσικά, κι ας ισχυριστούν εκείνοι αργότερα ότι κολυμπούσαν σε θάλασσες. Πέρα από την ανοησία αυτών των συναναστροφών, που θα έλεγε κι o αγαπημένος ποιητής, αυτό που θα μπορούσα να κερδίσω στ’ αλήθεια είναι η σύνθεση βιταμίνης D λόγω της απευθείας επαφής με τον ήλιο. Εδώ κάτω δε φτάνει φως, παρά μονάχα κάτι περισσέματα. Το χρώματα έχουν χάσει την αρχική τους λάμψη. Καμιά φορά βλέπω το πρόσωπό μου στον καθρέφτη πιο χλωμό. Για να είμαστε ειλικρινείς, εγώ πάντα είχα τη γοητεία του μεσοπολέμου κι αγάπησα από μικρή τον Καρυωτάκη, αλλά έχω την εντύπωση πως το δέρμα μου ξεθωριάζει ακόμη πιο πολύ με τα χρόνια. Πράγματι, υπάρχει φθορά∙ κι άλλες πρακτικές δυσκολίες∙ κι ενώ λέγεται ότι μέσα από αυτές κανείς εξελίσσεται, εγώ αφήνω ανολοκλήρωτα τα γεύματά μου. Τις προάλλες, ανατρίχιασα από έναν τριγμό των δοντιών – δεν είμαι σίγουρη αν τον προκάλεσε μια κάποια ποσότητα άμμου που τρύπωσε στο στόμα μου ή τα προϊόντα οξείδωσης που πλέον έχουν εγκατασταθεί στην επιφάνεια των πιρουνιών. Ούτε έναν καφέ δε μπορώ να πιω με την ησυχία μου. Λίγο παραπάνω να ανοίξω το στόμα, το νερό κυλάει στους πνεύμονες και πνίγομαι. «Η θάλασσα μέσα μου» λέω, πατώντας το κουμπί της τηλεόρασης. Βλέπω στην οθόνη κι άλλους ανθρώπους του Βυθού, που όμως ξέρουν να διεκδικούν και μάλλον τα καταφέρνουν. Αφού πέσουν οι τίτλοι του τέλους, ίσως έχουν κυλίσει δυο δάκρυα –όχι παραπάνω– στα μάγουλά μου, αλλά η λέξη δάκρυ, ακόμη και η λέξη κλάμα, χάνει την αξία της εδώ μέσα. Είναι απλώς ένας ήχος ή μια, άνευ νοήματος, παράθεση γραμμάτων. Ένα ακόμη από τα πλεονεκτήματα αυτής της ζωής, είναι ότι ξεμπέρδεψα μια για πάντα και με τη βρύση που έσταζε. Η αλήθεια είναι ότι έσταζε εδώ και καιρό, αλλά έκανα πως δεν την άκουγα. Φυσικά και την άκουγα∙ σκέφτηκα μάλιστα να ζητήσω τη βοήθεια κάποιου ειδικού. Είναι κάτι που μου πρότεινε και το στενό οικογενειακό μου περιβάλλον. Δεν είναι ντροπή να επικοινωνήσω με κάποιον υδραυλικό. Θα μπορούσε να με συμβουλεύσει ή ακόμη και να εξετάσει τη βρύση με τα εργαλεία του, ώστε να τη ρυθμίσει σωστά: ούτε να ξεχειλίζει χωρίς λόγο, ούτε όμως όταν την ανοίγεις, να αρχίζει τις συστολές και να μην αφήνει το νερό να κυλήσει. Αυτό κάποιοι το λένε ισορροπία. Στο παρελθόν, πέρασα από το Πανεπιστήμιο και διδάχτηκα πως έχουμε ισορροπία όταν η συνισταμένη των δυνάμεων είναι μηδέν, ωστόσο στην πορεία άφησα πίσω αυτές τις διδαχές και είδα πως τα πιο γνήσια λουλούδια ανθίζουν μέσα σε ατίθασα και πονεμένα χώματα. Εξάλλου εγώ δεν έχω δυνάμεις να προσθέτω. Διάλεξα την αδυναμία. Κάπου εδώ θα ήταν ταιριαστό να σημειώσω ότι τα τραυμαπλάστ ξεκολλούσαν συχνά απ’ το δέρμα μου κι έπρεπε να καταφεύγω σε πιο αποτελεσματικές λύσεις. Τότε ήταν που άρχισε να με επισκέπτεται η μοδίστρα της γειτονιάς. Η κυρία Μαρία ήταν καλός άνθρωπος και με ελαφρύ χέρι. Όπου υπήρχε ρωγμή, με γάζωνε με τρυφερότητα∙ η κλωστή ήταν σχεδόν διάφανη σαν πετονιά, δεν άφηνε σημάδι. Το ήξερα μόνο εγώ. Εκείνη όχι, καθώς είχε ασθενική μνήμη και ξεχνούσε εύκολα. Την έβλεπες πάντα χαμογελαστή∙ και συχνά τη ζήλεψα για την ευλογία που της είχε δοθεί, εννοώ την ικανότητά της να φτιάχνει περίτεχνα τραπεζομάντηλα για να καλύπτει με δεξιοτεχνία ξεχαρβαλωμένα έπιπλα. Φυσικά μια μέρα που σήκωσα το χαλί, βρήκα από κάτω δύο φαράσια χώμα, αλλά τι ήθελα ν’ ανακατεύομαι σε τέτοιες περιπέτειες; Ήξερα πως τέτοιου είδους εξερευνήσεις μόνο μπελάδες μπορούσαν να μου φέρουν. Τους δόθηκα όμως με ζήλο σα να ‘ταν το πεπρωμένο μου και βυθίστηκα συχνά σε άγρια δάση αυτογνωσίας –με φιάλες οξυγόνου ή χωρίς– έχοντας πάντα το ασθενικό φεγγαρόφωτο για μόνη συντροφιά μου. Σε κάθε περίπτωση, όλα επιλογές είναι σ’ αυτή τη ζωή. Αν ήθελα, θα μπορούσα να είχα αλλάξει διαμέρισμα∙ όμως κανείς συνηθίζει με τον καιρό. Υπήρχε και κάτι ακόμη που με κρατούσε: είχα δεθεί με τον κήπο, δίπλα στον ακάλυπτο. Μου έδινε πάντα την ευκαιρία να βλέπω κατά πρόσωπο τ’ αγριόχορτα που ξεπετάγονταν μέσα του και να στήνω ενέδρες για να τα εξημερώσω. Ήταν ωραία η ενασχόληση με την κηπουρική: μπορούσα να αναπτύσσω στενές σχέσεις με τις τριανταφυλλιές και να τις αφήνω να με τρυπάνε με τα αγκάθια τους. Ο καθένας είχε βρει το δικό του ρόλο και τον είχε αγαπήσει. Όλα δούλευαν ρολόι, εκτός από το ρολόι του τοίχου, που είχε σταματήσει. Παραπλανημένη απ’ το ρολόι, αργούσα κάποιες φορές να διεκπεραιώσω τα καθήκοντά μου. Παρ’ όλα αυτά, οι συνεργάτες μου, από διακριτικότητα κι επειδή ήξεραν ότι είμαι λίγο ευαίσθητη στην άσκηση κριτικής, απέφευγαν να με επιπλήττουν. Το ίδιο συνέβη και μια μέρα που άνοιξα τα παράθυρα για να ανανεωθεί ο αέρας στο χώρο. Όταν η γειτονιά αντιλήφθηκε τη διαρροή στο μπαλκόνι, έστειλε κλιμάκιο, ντυμένο στα λευκά, να δει τι συμβαίνει. Αφού τους εξήγησα πώς έχουν τα πράγματα, τους ζήτησα να απομακρυνθούν κρατώντας το προβλεπόμενο απόρρητο για όσα είχαν δει. Έριξαν μια κλεφτή ματιά μέσα απ’ τις γρίλιες κι έφυγαν με χαμηλωμένο βλέμμα συγκατάβασης, έχοντας αποδεχθεί ότι δε μπορούσαν να κάνουν κάτι για την περίπτωσή μου. Παρά την κατανόηση των άλλων, Εκείνη επιτηρούσε στενά τη διαγωγή μου είκοσι τέσσερις ώρες το εικοσιτετράωρο και φρόντιζε να μου υπενθυμίζει –ξανά και ξανά– όσα οι άλλοι αποσιωπούσαν. Με τον καιρό δε σας κρύβω ότι την αγάπησα κιόλας κι έπεφτα σε βαθιά θλίψη όταν δεν εμφανιζόταν. Κατά τα άλλα, η ζωή μου συνεχίζεται κανονικά. Τα πρωινά σηκώνομαι, δένω την πέτρα στο λαιμό, ετοιμάζομαι, και με μια μικρή καθυστέρηση πέντε ή δέκα λεπτών, φτάνω στο γραφείο. Ούτε να χτενιστώ δε χρειάζεται. Καμιά φορά με ρωτούν γιατί είναι βρεγμένα τα ρούχα μου κι εγώ τότε τους λέω ότι βάζω συχνά πλυντήρια, και μέσα σε τούτη την υγρασία, πού να προλάβουν να στεγνώσουν;

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: