Ο ζωγράφος Νίκος Χουλιαράς – Μια αναδρομή και μια αποκατάσταση

Φωτ. Γιάννης & Μιχάλης Κατούφας
Φωτ. Γιάννης & Μιχάλης Κατούφας

Η πρόσφατη αναδρομική έκθεση ζωντανεύει το δημόσιο ενδιαφέρον για τον Νίκο Χουλιαρά και φέρνει στον φιλότεχνο ερεθίσματα, μάλλον και την υποχρέωση, για ένα συνολικό ξανακοίταγμα του εικαστικού έργου του. Είναι αυτός που αγαπήθηκε και τιμήθηκε επί μισό αιώνα που δημοσίευε τα έργα του στις σημαντικές εκθέσεις, ή μήπως και κάτι άλλο;
Αντικρίζοντας τώρα ξανά τους χαρακτηριστικούς του πίνακες, η πρώτη αίσθηση είναι ακόμη πιο ισχυρή: βρισκόμαστε μπροστά σε έναν εικαστικό κόσμο πάρα πολύ προσωπικό και ως σύλληψη και ως εικαστική απόδοση. Είναι διατυπώσεις μέσα από καλά ερευνημένη και ώριμη πινελιά και συνθέσεις με εξαιρετική συνθετική λειτουργία. Ως τελική εικόνα αποκομίζει κανείς τη βεβαιότητα μιας σύγχρονης γραφής και μιας κλασικά δομημένης σύνθεσης, μιας αφήγησης επίσης που με σαφήνεια απευθύνεται στο βλέμμα του θεατή για να υπαινιχθεί και να πει ιστορίες.
Πρόκειται για ζωγραφική αρκετά πολυσύνθετη, όσο κι αν η τελική της εντύπωση είναι ευδιάκριτη και αποφασιστική.
Πίσω από την ασκημένη και μαστορεμένη πινελιά του ζωγράφου λειτουργεί μια εξαιρετική διαχείριση της φωτιστικής κλίμακας έτσι ώστε η ανθρώπινη φιγούρα και τα έπιπλα ή τα αντικείμενα εσωτερικού χώρου να αποκτούν τρισδιάστατη υπόσταση. Η φωτοσκίαση, το κιαροσκούρο, τα κάνει σαν γλυπτά αλλά, συγχρόνως, καταθέτει την μεταφυσική διάσταση της σχέσης φωτός και σκότους, σύμφωνα με τη βυζαντινή και αρχαία κληρονομημένη παράδοση προβολικής αντιληπτικότητας ότι «το βλέμμα φωτίζει τα αντικείμενα που από μόνα τους ίσως δε φαίνονται καν».
Αμέσως μετά λειτουργεί η ιδιαίτερη κινησιολογία των μορφών, μια σκόπιμη παγερότητα της ανθρώπινης μορφής –του ίδιου του ζωγράφου κατά κανόνα– που την κάνει να φαίνεται σαν εμμονική επάνοδος από μια ονειρική βιωματική σκηνή. Τα αντικείμενα και τα έπιπλα που συμπληρώνουν αυτή την ιδιόμορφη σκηνογραφία κάθε έργου έχουν ποικίλες μορφολογικές προελεύσεις, άλλοτε με σκόπιμα στρεβλή προοπτική βυζαντινού τύπου και άλλοτε με εμπρόθετη αναφορά σε αφελή, λαϊκή ζωγραφική. Η αφηγηματικότητα και η θεατρικότητα κάθε πίνακα είναι έντονη: ο θεατής αισθάνεται πως ο Χουλιαράς του λέει ιστορίες, αλλά οι οποίες αναπτύσσονται υπαινικτικά και όχι με ρεαλιστική σαφήνεια, ένα λεπτό εκκρεμές μεταξύ βιωμένου και φαντασιακού που ο καλλιτέχνης συνθέτει αριστουργηματικά.
Ήδη γίνεται σαφές ότι η ζωγραφική του Νίκου Χουλιαρά βασίζεται σε άριστα ελεγχόμενα εικαστικά λεξιλόγια για να διατυπώσει μικρές, λιτές, αφηγήσεις που με πλάγιο εικαστικό τρόπο μιλούν για ψυχικές καταστάσεις άγχους, μεταφυσικής αγωνίας, ενατένισης προς το φως που έρχεται από την πλευρά του θεατή κάθε πίνακα.
Η γοητευτική αυτή, έως προσωπική εξομολόγηση των έργων τα κάνει αναγνώσιμα και εύληπτα ακόμη και για ένα βλέμμα που δεν είναι εκπαιδευμένο στις διάφορες πτυχές της Ιστορίας της Τέχνης, όπως στον σκιοφωτισμό π.χ. Και το πώς περνά από το Βυζάντιο στο μπαρόκ και ξαναζωντανεύει στον 20ό αι. με τον Κόντογλου και τον Τσαρούχη, είτε στον εξπρεσιονισμό που παραμορφώνει σκόπιμα για να καταθέσει την υποκειμενικότητα και την υπαρξιακή αγωνία.
Όμως, πιστεύω, ότι η ωριμότητα της γραφής και η ιδιαιτερότητα του εσωτερικού κόσμου του καλλιτέχνη δεν ήταν, τελικά τόσο θετική για τη δημόσια καθιέρωσή του, ιδιαίτερα στα χρόνια του 1980, όταν η νεοελληνική εικαστική σκηνή ζούσε σε υπερθέρμανση, με πολλές εκθέσεις να ανοίγουν καθημερινά, κείμενα να δημοσιεύονται σε περιοδικά και εφημερίδες και συλλέκτες να συγκεντρώνουν έργα για συλλογές. Ο Νίκος Χουλιαράς ήταν δημοφιλής, αλλά αυτή η αφηγηματικότητα των έργων του ως τάση δεν πολυταίριαζε με την ελλειπτική αφαιρετικότητα των υπόλοιπων της γενιάς του. Αντίθετα όμως, ο Χουλιαράς δημιούργησε σχολή και άξιους επιγόνους στη γενιά ζωγράφων που ακολούθησε, όπως π.χ. ο Τάσος Μισούρας, η Ελένη Καλοκύρη, κ.ά. Παράλληλα, η γνωστή επιτυχία του Χουλιαρά ως τραγουδιστή και συνθέτη τραγουδιών του Νέου Κύματος και ως λογοτέχνη επίσης, νομίζω έφερε μια αυτοσυγκράτηση για να εκφωνηθούν οι έπαινοι που σαφώς του αξίζουν ως ζωγράφου.
Για τον Νίκο Χουλιαρά ήταν το πρώτο κείμενο που έγραψα εγκαινιάζοντας τη στήλη κριτικής στην εφ. Τα Νέα, το 1984, αναλύοντας και αποτιμώντας το έργο του, σε πλήρη ακμή τότε. Παρακολουθούσα τη διακύμανση της πορείας του, του φιλότεχνου κοινού που τον ακολουθούσε και των ζωγράφων που τον προεξέτειναν. Είμαι βέβαιος πως πρόκειται για μια σημαντικότατη περίπτωση της νεοελληνικής ζωγραφικής, που ζητά ακόμη μεγαλύτερη σημασία από την πολλή που ήδη έχει κατακτήσει.
Σκέφτομαι ακόμη και το πόσο τα χρόνια που ακολούθησαν βοήθησαν τον αντιληπτικό μας ορίζοντα ως προς τη ζωγραφική αυτή. Π.χ. τα «πολυμέσα» (multimedia) των υπολογιστών έκαναν καθημερινό βίωμα την ποικιλία εκφραστικών οδών, την εικόνα δηλ. ως προς τον λόγο, τον ήχο κ.λπ., ενώ καλλιτέχνες νεότεροι, όπως ο Άγγελος Παπαδημητρίου έγιναν κορυφαίοι και διεθνείς μέσα από την multimedia αισθητική τους, αναμειγνύοντας ζωγραφική, γλυπτική, λόγο, τραγούδι κ.ά.
Αυτή η μεταμοντέρνα αίσθηση των άλλων τεχνών όπως φαίνονται μέσα στη ζωγραφική του Νίκου Χουλιαρά, τώρα δείχνει πολύ καλύτερα και πιο πολύ «των ημερών μας» απ’ όσο πριν μερικές δεκαετίες.
Την εμπλουτίζουν αλλά και αναδεικνύουν την εικαστική διατύπωση ως κυρίαρχη και οδηγό της αντίληψης για τον κόσμο.

(Μάρτιος-Απρίλιος 2018)

ΣΧΕΤΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ
 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: