Γιαπωνέζικος Κήπος: συνέντευξη με την Βασιλική Νευροκοπλή

Ο γιαπωνέζικος κήπος είναι ίσως ένα από τα πιο δομημένα είδη κήπων. Πρέπει απαραιτήτως να περιέχει επτά στοιχεία: νερό, πέτρες και άμμο, γέφυρες, πέτρινα φανάρια και γούρνες, φράκτες και πύλες, άνθη και δέντρα, και ψάρια. Οι παρούσες συνεντεύξεις θα αποτελούνται πάντα από επτά ερωτήσεις. Κάποιες από αυτές θα επαναλαμβάνονται και κάποιες θα είναι νέες, ώστε να ανταποκρίνονται στο έργο που έχουμε μπροστά μας. Σαν τον γιαπωνέζικο κήπο, οι συνεντεύξεις θα διατηρούν τη δομή τους, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αποδώσουν, ακριβώς σαν αυτόν, τη ζωντάνια μιας μακρινής γης, που σε αυτήν την περίπτωση είναι, βέβαια, η διαδικασία της συγγραφής.

Γιαπωνέζικος Κήπος: συνέντευξη με την Βασιλική Νευροκοπλή
250 T4  1

Η Βασιλική Νευροκοπλή γεννήθηκε το 1968 στην Πρώτη Σερρών, τρίτο παιδί μιας πολύτεκνης ιερατικής οικογένειας. Από τότε ζει στη Θεσσαλονίκη. Φοίτησε στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης και στο Τμήμα Θεάτρου της ΑΣΚΤ. Διδάχθηκε τραγούδι από την Αναστασία Κουμπάκη και Θεωρία Βυζαντινής μουσικής στη Σχολή Βυζαντινής και Παραδοσιακής μουσικής Εν Χορδαίς. Αγαπάει ιδιαίτερα τη στιχουργική, τη ραπτική, την κηπουρική και τη μαγειρική. Από το 2007 συνεργάζεται με τον εκδοτικό οργανισμό Λιβάνη εκδίδοντας παραμύθια, πεζά και εφηβικό μυθιστόρημα, ενώ με την Ελληνική Βιβλική Εταιρία εξέδωσε τη σειρά «Οι ιστορίες του Καλλίστρατου». Βιβλία της έχουν τιμηθεί με ελληνικά και διεθνή βραβεία.

Συνέντευξη

1. Τα βιβλία σας μικρής φόρμας φαίνεται να κτίζουν πάνω σε μεγάλες έννοιες ή προβληματισμούς. Στο «Aν τα αγαπάς ξανάρχονται» συναντούμε το θέμα του θανάτου, αλλά ίσως και κάτι βαθύτερο, την επανάληψη που πάντα φέρνει τη διαφορά – κάποιες φορές ίσως μέσω της αγάπης. Στο βιβλίο σας Το κόκκινο κορδόνι, συναντούμε την ιδέα ότι το μικρό κρύβει το μεγάλο. Αυτοί οι προβληματισμοί έρχονται πριν ή κατά τη διάρκεια της συγγραφής; Τους απελευθερώνει το γράψιμο ή το γράψιμο τους δίνει υπόσταση;

 Δεν αγαπώ τις ιδέες περί ζωής, αλλά την ίδια τη ζωή. Η διαφορά είναι μεγάλη. Οι ιδέες σε καταδυναστεύουν, σε καθοδηγούν δεμένο πισθάγκωνα, σε αφυδατώνουν πνευματικά και σε φανατίζουν. Αντιθέτως, η ζωή σε ελευθερώνει, σου ανοίγει άπειρους δρόμους και δεν κουράζεται να σε θρέφει, να σε ενδυναμώνει, να σε πλουτίζει ακόμα και μέσα από τη βάσανο, την αρρώστεια και κυρίως τον θάνατο.
Η επαναληπτικότητα και η επιστροφή όσων προς στιγμήν χάνονται δεν είναι ιδέα, αλλά νόμος της φύσης, όπως και το ότι «μικρά ζύμη όλο το φύραμα ζυμοί» (Προς Γαλάτας 5:9). Διαχειρίζομαι, λοιπόν, δεδομένα, ούτε ιδέες ούτε προβληματισμούς. Ξεπηδούν μόνα τους με τις μορφές που επιλέγουν τα ίδια και σχεδόν ερήμην μου. Πιθανόν για να τα κατανοήσω πρώτα εγώ, πιθανόν για να με παρηγορήσουν, να με φωτίσουν. Δεν ξέρω.
Ξέρω μόνο πως αρχίζω ξαφνικά και γράφω χωρίς να έχω καμιά ιδέα για το τι θα ακολουθήσει. Όλα ελευθερώνονται την ώρα που γράφονται, ίσως γιατί δεν πηγάζουν από το μυαλό μου, αλλά από την καρδιά μου. Αυτός είναι ο καρπός της σχέσης ανάμεσα στην προαίρεσή μου και την Χάρη. Έτσι, ό,τι προκύπτει έχει να κάνει με τον βαθύτερο «καημό του υπάρχειν» όπως έλεγε η Ζωή Καρέλλη. Και πάντα εκπλήσσομαι για όσα γεννιούνται μυστηριωδώς και μυστικώς κι ας γράφονται από τα δικά μου δάχτυλά που αποτελούν μόνο το μέσο.

2. Σε κείμενα σας, όπως «Ο λαμπερός πολεμιστής», έρχεται συχνά το παραμύθι να δώσει μορφή, αλλού, όπως στο «Νύχτα θαυμάτων», εγκιβωτίζεται το παραμύθι και επιτρέπει τη γέννηση ενός άλλου παραμυθιού. Ποια η σχέση σας με το παραμύθι, ποια στοιχεία του σας ελκύουν και πώς καθοδηγούν το γράψιμό σας; 

Ο Χειμωνάς έγραψε πως η τέχνη είναι το χνάρι του Θεού στον κόσμο. Ίσως γι’ αυτό το βαθύτερο νόημα κάθε τέχνης να είναι η παραμυθία μέσω της ομορφιάς, αν προτιμάτε, του Κάλλους. Από τη στιγμή που υπάρχει πόνος και θάνατος, ο άνθρωπος είναι απαρηγόρητος. Η τέχνη όμως δίνει φτερά στον παράλυτο, στον τυφλό τον ουρανό με τ’ άστρα, τραγούδι στο στόμα του άλαλου. Σαρκώνει το αιώνιο φωτεινό χνάρι της ψυχής. Ο καλλιτέχνης, ως ο πλέον ευαίσθητος των ανθρώπων, αναλαμβάνει να παρηγορήσει πρώτα τον εαυτό του και μετά τους άλλους. Αυτός είναι ο πλέον απαρηγόρητος, αλλά και αυτός που του δόθηκε το χάρισμα να μεταμορφώνει τον πόνο σε χαρά, την απόγνωση σε ελπίδα, τον θάνατο σε ανάσταση, το πρόσκαιρο σε αιώνιο. Γι’ αυτό επέλεξα το παραμύθι ή ίσως γι’ αυτό με επέλεξε εκείνο. Δεν είμαι σίγουρη. Αποζητώ κάθε στιγμή της ζωής μου να είναι παραμυθένια, δηλαδή αιώνια, και όχι μόνο τα κείμενα που γράφω. Όταν αυτό γίνεται κέντρο της ζωής σου, δεν μπορείς πλέον να ξεχωρίσεις τι επιλέγεις και τι σε επιλέγει. Και δεν σε ενδιαφέρει κιόλας. Αναλαμβάνεις ό,τι σε επισκέπτεται, όπως είναι και οι λέξεις στην προκειμένη περίπτωση, και παλεύεις με θεριά και κύμματα για να φτάσεις απέναντι. Εκεί που δεν υπάρχει πόνος, θλίψη και παγωνιά. Το παραμύθι για μένα είναι το γεφύρι που κτίζεις για να φτάσεις. Ό,τι και να συμβαίνει στην πορεία του, όλα θα τελειώσουν καλά. Πάντα όλα θα τελειώνουν καλά. Όταν το γνωρίζεις αυτό, αλλιώς υπομένεις τις δυσκολίες και τους ατελείωτους θανάτους των αναρίθμητων στιγμών της ζωής. Όλα γίνονται παραμύθι, είτε σε περικλείει αυτό είτε το περικλείεις εσύ, είτε ζείτε σφιχταγκαλιασμένοι.
Στη Νύχτα θαυμάτων υπάρχει μια σημαντική λεπτομέρεια. Διασκεύασα σε παραμύθι ένα χριστουγεννιάτικο ποίημα του Ντοστογιέφσκι που εγκιβωτίστηκε, εγώ θα έλεγα φώλιασε σαν άστεγο πουλί, στο παραμύθι που είχα εξαρχής γράψει. Αυτό έδωσε φτερά στο δικό μου κείμενο και πέταξε πολύ ψηλά. Τα φτερά όμως να θυμόμαστε πως είναι εξαρχής του μεγάλου Ρώσου συγγραφέα.

3. Πώς ξεκινά η συγγραφική διαδικασία για σας; Είναι εικόνα, λέξη, ιδέα ή κάτι άλλο; Η ίδια η διαδικασία της συγγραφής πώς ξεδιπλώνεται, χρονικά και ψυχικά; Πώς το βίωμα εισβάλλει στη σκέψη σας ακόμη και όταν αυτά που γράφετε είναι «τελείως» φανταστικά ή παραμυθιακά; 

Είναι μια πνοή. Αόρατη, άπιαστη, αυτεξούσια. Εγώ δεν κάνω τίποτα περισσότερο από το να ασκούμαι, να προπονούμαι καθημερινά, ακόμη κι όταν μαγειρεύω, πλένω πιάτα ή κοιμάμαι. Η εκκίνηση μπορεί να προέρχεται από τα πάντα. Αρκεί να γράψω την πρώτη λέξη και μετά ρέει ένας καταρράκτης που δεν τον ορίζω, αγνοώ την πηγή του, την πορεία του και την κατάληξή του. Η γραφή μου είναι αυτόματη, δηλαδή όχι προσχεδιασμένη ούτε προμελετημένη. Με συνεπαίρνει σαν μέθη. Μπορεί να κάψω το φαγητό ή να ξεχάσω να πάω σε ένα ραντεβού. Χάνω την αίσθηση του χρόνου, της πείνας, της ανάγκης. Σαν να μπαίνω σε ένα εκτυφλωτικά ηλιόλουστο δωμάτιο απ’ το οποίο βγαίνω μόνο όταν τελειώσω. Τις φορές που μένει κάτι μισό, δεν το πιέζω, το αφήνω. Πιστεύω πως όταν θελήσει θα με καλέσει να το συνεχίσω. Αν δεν το κάνει, δεν με πειράζει καθόλου. Το ξεχνώ και συνεχίζω με άλλα. Δεν κρατώ εγώ την έμπνευση, αυτή με κρατά. Είναι μια ελεύθερη σχέση παθιασμένου έρωτα. Όταν έρχεται της παραδίδομαι, όταν φεύγει της εύχομαι να περνάει καλά όπου πηγαίνει. Η παράδοσή μου σ’ αυτήν φυσικό είναι να κουβαλά ό,τι κουβαλώ, βιώματα, παθήματα, αγωνίες. Μόνο που η έμπνευση μπορεί να αφαιρεί το βάρος σου και τη βαρύτητα των πραγμάτων και να σε εκτοξεύει στα ουράνια. Δεν είναι καρπός σκέψης τα κείμενά μου. Μάλλον εκδοχές καρδιογραφήματος είναι. Δεν ασχολήθηκα πότε να αναλύσω πώς επηρεάζουν τα βιώματά μου τα παραμύθια μου. Για να το επιχειρήσω αυτό θα πρέπει να εξετάσω κάθε μου κείμενο όπως εξατάζεις έναν νεκρό στο νεκροτομείο. Όσο τα κείμενα είναι ζωντανά κι εγώ ζωντανή, δεν υπάρχει λόγος να κοιτάζουμε πίσω, ούτε να αναλύουμε ένα μυστήριο που έχει αξία ακριβώς επειδή είναι μυστήριο. Απλώς, προχωράμε.

4. Όταν γράφετε ένα βιβλίο επανέρχεστε ξανά και ξανά; Το αφήνετε; Ζείτε μέσα σε αυτό; Ποιες είναι οι έγνοιες σας σχετικά με αυτό; Διαφοροποιούνται ανάλογα με το είδος που γράφετε (ρεαλιστική/φανταστική λογοτεχνία);

 Όταν κατάλαβω πως αυτό που έγραψα μπορεί να γίνει βιβλίο – γιάτι συνήθως δεν αποφαςίζω εξαρχής ότι θα γράψω βιβλίο αλλά απλώς γράφω – το αφήνω να ξεκουραστεί, να με ξεχάσει και να το ξεχάσω. Ένα νεαρό ζευγάρι ερωτευμένων καλό είναι να χωρίζεται πότε πότε για να δοκιμάζεται μέχρι να βεβαιωθεί για τον έρωτά του. Η απόσταση βοηθάει. Το συνεχές σφιχταγκάλιασμα μπορεί να μας πνίξει. Αυτή είναι βασική προϋπόθεση για να μπορέσω μετά να διορθώσω το γραπτό μου. Αλλιώς δεν μπορώ να δω τα λάθη του. Πρέπει να το ξεχάσω, να γίνει ξένο, να μην το θαυμάζω πια ως δικό μου. Μετά από καιρό επανέρχομαι δεκάδες φορές. Μέχρι να νιώσω πως δεν υπάρχει τίποτα περιττό, πως όλα είναι σαφή, πως η ροή του μοιάζει με το νερό ποταμού που δεν σκοντάφτει πουθενά. Στην πραγματικότητα αυτό που εννοώ είναι ότι αφού ολοκληρωθεί ένα κείμενο παύει να με ενδιαφέρει ως κείμενο. Με ενδιαφέρει πλέον ως μουσική, ως τραγούδι, παρτιτούρα. Η μουσική του λόγου με καίει γιατί η μουσική θα φτάσει στα μύχια της καρδιάς του αναγνώστη και θα δονήσει τις χορδές της, θα τη συγκινήσει, χωρίς ο ίδιος να ξέρει γιατί. Ο ρυθμός συνέχει τα σύμπαντα, όχι ο λόγος. Αυτό μου παίρνει συνήθως μισό ή ένα χρόνο. Στο Παραμύθι της μουσικής χρειάστηκαν δύο χρόνια.
Δε ζω μέσα από από αυτά που γράφω. Ζω μ’ αυτά. Ανασαίνω μ’ αυτά. Γίνονται μέλη της οικογένειάς μου. Αλλά δεν μιλώ ποτέ γι’ αυτά, όπως δε μιλάς για το παιδί σου πριν γεννηθεί. Θέλεις πρώτα να γεννηθεί, να το δεις στο φως και μετά να μιλήσεις. Η έγνοια μου για κάθε κείμενο είναι να είναι απαλό, διακριτικό, υπαινικτικό, ευγενικό, τρυφερο, παρηγορητικό. Να νιώσει ο κάθε αναγνώστης πως γράφτηκε μόνο του και πως αν ο ίδιος έγραφε, έτσι ακριβώς θα το έγραφε.
Αρνούμαι τον διαχωρισμό φανταστικού και ρεαλιστικού. Ό,τι φανταζόμαστε δεν μπορεί παρά να είναι μια όψη, κάποτε κρυφή και κρυμμένη, του ρεαλιστικού αφού πηγάζει από την ζωή και την εμπειρία. Αν ως φανταστικό ορίζουμε το ανύπαρχτο, τότε είναι αδύνατον και να το συλλάβουμε. Υπάρχει το κυριολεκτικό και το μεταφορικό ή το συμβολικό που μεταφράζει ή ντύνει με άλλους όρους το κυριολεκτικό. Όλα όμως είναι ρεαλιστικά. Απλώς υπάρχουν δύο είδη ρεαλισμού επειδή υπάρχουν δύο ειδών βλεμμάτων πάνω στη ζωή. Το κακοπροαίρετο και το καλοπροαίρετο. Αυτά γεννούν τον ωμό ρεαλισμό και τον ποιητικό ρεαλισμό. Ο πρώτος είναι σκληρός, άκαρδος και αφιλάνθρωπος και ο άλλος είναι ο ποιητικός και παραμυθητικός. Ο δεύτερος είναι που με ενδιαφέρει αποκλειστικά και απόλυτα σε όλα τα επίπεδα και πεδία της ζωής. Με άλλα λόγια, ο ρεαλισμός των ποιητών και των αγίων. Αυτών που ευφυιώς συλλαμβάνουν την ενότητα του ορατού και αόρατου κόσμου.

5. Στο βιβλίο σας, Ο μικρός μονομάχος, παρατηρούμε μια μετάβαση στη μεγάλη φόρμα του μυθιστορήματος. Στο βιβλίο διατυπώνεται η πρωτοπρόσωπη αφήγηση ενός εφήβου. Πώς φτάσατε σε αυτή την εφηβική φωνή; Είναι κάτι που θυμάται κάποιος από δικά του βιώματα, είναι κάτι που αναγκαστικά θα κατασκευάσει ή θα μιμηθεί, ή είναι κάτι άλλο;

Το βιβλίο αυτό μου το ζήτησε η Γιώτα Λιβάνη. Βλέπετε, όταν ο «άλλος» μας εμπιστεύεται και μας αγαπά, μπορεί να δει σε μας κάτι που εμείς δεν το βλέπουμε. Ξαφνιάστηκα όταν μου το ζήτησε, φοβήθηκα και λίγο, δεν υποσχέθηκα τίποτα περισσότερο από το ότι θα προσπαθήσω για το χατίρι της. Αλλά κι εμείς όταν αγαπάμε και εμπιστευόμαστε αυτόν τον «άλλον», μοιραία θα του παραδοθούμε χωρίς δικαιολογίες και προσκόμματα. Έτσι ο «καρπός» είναι σχεδόν αναπόφευκτος. Το μόνο που εξαρχής σκέφτηκα ήταν η συνθήκη της παρατεταμένης διακοπής ρεύματος που θα οδηγήσει στην κατάρρευση του ηλεκτρονικού κόσμου στον οποίο ζουν και οι έφηβοι, αλλά κι εγώ. Τίποτα άλλο. Ο Γιώργος Ιωάννου γράφει πως ο συγγραφέας χρειάζεται μόνο μια ελάχιστη αφορμή. Έχει δίκιο. Την αφορμή μου την έδωσε η εκδότριά μου και μετά βούτηξα σε ένα άγνωστο πέλαγος σαν να ήταν η προσωπική μου πισίνα που τη γνωρίζω σπιθαμή προς σπιθαμή (κι ας μην έχω πισίνα). Έγραφα συνέχεια, σχεδόν για σαράντα μέρες. Οι πρώτες μισές στην Χίο και οι υπόλοιπες στη Θεσσαλονίκη. Δεν κατάλαβα για πότε έγινα δεκαπέντε χρονών, μπήκα στην ψυχολογία του νεαρού εφήβου και μίλησα στη γλώσσα του. Δεν κατάλαβα ούτε γιατί ο ήρωας είναι παιδί χωρισμένων γονιών. Εκ των υστέρων βέβαια, συνειδητοποιώ πως τελικά βγήκε στο φως αυτό που με πονάει πολύ εδώ και χρόνια κι ας μην έχω ιδίαν εμπειρία. Είχα όμως παιδιά χωρισμένων γονιών μαθητές μου και συνδέομαι με παιδιά που βρίσκονται σε αυτή τη συνθήκη, φίλων και συγγενών. Έζησα από κοντά τον πόνο τους, τον εγκλωβισμό τους σε αυτό το αδιέξοδο που δεν επέλεξαν τα ίδια. Έζησα την εκκωφαντική σιωπή τους, την αβάσταχτη μελαγχολία τους, το ερμειτικό κλείσιμο στον εαυτό τους και την απόγνωση που τα χαρακτηρίζει. Όσες θεωρίες και να αναπτυχθούν περί των διαζυγίων, αυτό που δεν θα αλλάξει ποτέ είναι πως το παιδί είναι αποτέλεσμα ενός ζευγαριού που δεν θα πάψει ποτέ να το θέλει ενωμένο. Αυτή είναι η φύση των πραγμάτων. Έτσι, έδωσα φωνή στον δεκαπεντάχρονο Αργύρη και είπα όλα αυτά που δεν μπορώ να πω σε ένα παιδί που βρίσκεται σ’ αυτή τη θέση είτε επειδή δεν το ρωτά κανείς, είτε επειδή δεν του δίνεται χώρος να τα αρθρώσει, είτε επειδή είναι εσωστρεφές και τα κλείνει μέσα του.
Η αλήθεια είναι πως η μεγάλη φόρμα απελευθέρωσε δυνάμεις που υπήρχαν μέσα μου. Σε βαθμό, μάλιστα να γράψω αρχικά ένα πολύ μεγαλύτερο βιβλίο απ’ αυτό που εκδόθηκε. Τα τρία τέταρτα τα αφαίρεσα όταν κατάλαβα πως πρέπει να ξεκαθαρίσω τι είναι απαραίτητο και τι όχι.  

6. Στα βιβλία σας νιώθουμε να εκπέμπετε ως συγγραφέας μια τρυφερότητα προς τους ήρωες σας. Είναι έτσι; Ποια είναι η σχέση σας με αυτούς; 

Η τρυφερότητα που αισθάνομαι δεν είναι προς τους ήρωες, είναι προς τους ανθρώπους και μοιραία αντανακλάται στους ήρωες. Αγαπώ τους ανθρώπους και πιο πολύ από τους ενήλικες, τα παιδιά. Είμαι σαν ερωτευμένη με τα παιδιά. Τα αισθάνομαι ακόμα κι όταν δε μιλούν. Και ακόμα πιο πολύ αγαπώ τα ταλαιπωρημένα παιδιά, τα βασανισμένα, τα μοναχικά, τα ατίθασα. Έτσι γεννιέται ο μικρός αφελής και φιλότιμος Χαρίτωνας στον Αχτιδοϋφαντή, έτσι η τυφλή Θεοδώρα στο Παραμύθι της μουσικής, ο ανώνυμος εγγονός της γιαγιάς που φεύγει απ’ τη ζωή στο Αν τ’ αγαπάς ξανάρχονται, ο Αργύρης στον Μικρό μονομάχο. Οι ήρωες έχουν κάτι από μένα και κάτι από όλα τα παιδιά που αγάπησα μέχρι σήμερα. Έχουν κάτι από το κάθε παιδί που τους κάνει δικούς του. Όλοι μας, είτε εν ενεργεία είτε εν δυνάμει, έχουμε όλα τα χαρακτηριστικά του πάσχοντος ανθρώπου. Ένας ήρωας συγκεντρώνει κάποια απ’ αυτά, αλλά η ουσία είναι τι απ’ αυτά καθρεφτίζεται μέσα μας, μας ελευθερώνει και μας παρηγορεί. Αν δεν συμβεί αυτό, ο ήρωας είναι ψεύτικος, σκαρίφημα του νου, μια μονοδιάστατη εφήμερη χαλκομανία. Άρα αγαπώ τους ήρωές μου μόνο όταν τους αγαπήσουν και τα παιδιά και συγκινηθούν απ’ αυτούς. Τότε και μόνο τότε γίνονται αληθινοί, αφού η αλήθεια μας επαληθεύεται στον άλλον και όχι αφεαυτού της.

7. Πού γράφετε, πώς και πότε;  

 Γράφω κυρίως σε μέρη που έχουν αέρα και ορίζοντα. Στην παραλία το καλοκαίρι κουβαλώ εκτός από το τάμπλετ μου, ένα τραπεζάκι και μια καρέκλα. Η θάλασσα με ξεκλειδώνει. Στο σπίτι μου γράφω στο τραπέζι της κουζίνας κοιτάζοντας την μεγάλη τζαμαρία απέναντι που πλημμυρίζει ουρανό. Γράφω πάντα στις καλοκαιρινές διακοπές μου εδώ και είκοσι χρόνια στον Κάμπο της Χίου όπου καθισμένη στο μπαλκόνι του «Περλέα» μυρίζω τα περιβόλια με τα οπωροφόρα δέντρα και ανασαίνω το γαλάζιο του ουρανού. Γράφω σε όλα τα μεταφορικά μέσα την ώρα που ταξιδεύω. Σε κάποιους τόπους η γραφή είναι ασυγκράτητη, όπως στην Κωνσταντινούπολη. Σε άλλους κλειδώνει εντελώς, όπως στην Αθήνα. Το αν γράφω ή δε γράφω σε έναν τόπο που θα βρεθώ αποτελεί το δικό μου κριτήριο για το αν μου ταιριάζει ή όχι αυτός ο τόπος. Προτιμώ να είμαι έξω στον αέρα. Τα καλοκαίρια γράφω πάντα στο μπαλκόνι παρέα με τα λουλούδια μου και τα κελαηδίσματα των πουλιών.
Συνήθως γράφω τα χαράματα, πολλές φορές ξυπνάω στις πέντε το πρωί και γράφω μέχρι να βγει ο ήλιος, και συνεχίζω το βράδυ μέχρι αργά. Ώρες που δεν υπάρχουν άλλες μέριμνες και όλοι κοιμούνται. Το τάμπλετ είναι το τρίτο μου χέρι. Το έχω συνήθως μαζί μου, ακόμα κι όταν βγαίνω για βόλτα.
Αλλά γράφω και χωρίς να γράφω. Νομίζω πως πάντα γράφω. Περπατώντας, κοιτώντας, μαγειρεύοντας, ράβοντας, εν υπνώσει γράφω. Κάποτε σημειώνω αυτά που γράφονται μέσα μου, πολλές φορές τα αφήνω να φύγουν, βέβαιη πως τίποτα που αξίζει δεν χάνεται και δεν ξεχνιέται και πως αν έρθει η ώρα του θα επανεμφανιστεί. Σκέφτομαι σαν να γράφω, αισθάνομαι σαν να γράφω, ό,τι κάνω είναι σαν να γράφω. Είναι μια διαρκής ακροβασία πάνω σε τεντωμένο σχοινί, διαρκής αμφιταλάντευση, ακατάπαυστος αγώνας πάνω σ’ αυτή τη γέφυρα που σε βγάζει απέναντι…

 

αυτόν τον μήνα οι εκδότες προτείνουν: