Γιαπωνέζικος κήπος: Συνέντευξη της Αντωνίνης Σμυρίλλη

Ο γιαπωνέζικος κήπος είναι ίσως ένα από τα πιο δομημένα είδη κήπων. Πρέπει απαραιτήτως να περιέχει επτά στοιχεία: νερό, πέτρες και άμμο, γέφυρες, πέτρινα φανάρια και γούρνες, φράκτες και πύλες, άνθη και δέντρα, και ψάρια. Οι παρούσες συνεντεύξεις θα αποτελούνται πάντα από επτά ερωτήσεις. Κάποιες από αυτές θα επαναλαμβάνονται και κάποιες θα είναι νέες, ώστε να ανταποκρίνονται στο έργο που έχουμε μπροστά μας. Σαν τον γιαπωνέζικο κήπο, οι συνεντεύξεις θα διατηρούν τη δομή τους, προσπαθώντας ταυτόχρονα να αποδώσουν, ακριβώς σαν αυτόν, τη ζωντάνια μιας μακρινής γης, που σε αυτήν την περίπτωση είναι, βέβαια, η διαδικασία της συγγραφής.

Γιαπωνέζικος κήπος: Συνέντευξη της Αντωνίνης Σμυρίλλη


Η Αντωνίνη Σμυρίλλη γεννήθηκε στην Κύπρο, το 1987. Σπούδασε Φιλοσοφία, Παιδαγωγική και Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και συνέχισε με μεταπτυχιακές σπουδές στο Πανεπιστήμιο Κύπρου, όπου εκπονεί διδακτορικό γύρω από τη Θεωρία και τη Φιλοσοφία της Εκπαίδευσης. Εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Βλέπω ακόμα παιδικά (Θράκα, 2017) και Κάτω απ’ το πάπλωμα (Σαιξπηρικόν, 2020). Ποιήματά της δημοσιεύτηκαν σε ανθολογίες και λογοτεχνικά περιοδικά.

——————

 

Από ένα ροζ βιβλίο, το Βλέπω ακόμα παιδικά, σε ένα γαλάζιο βιβλίο, το Κάτω απ’ το πάπλωμα. Πρόκειται για μια πορεία ενηλικίωσης/ωρίμανσης; Τι είναι η διατήρηση της παιδικότητας μέσα στην ενηλικίωση την ίδια;

Το ροζ, εσκεμμένα φορεμένο στη ρομαντική φιγούρα του συναισθηματικά ευάλωτου υποκείμενου: του παιδιού - του κοριτσιού. Ωστόσο, δεν πρόκειται για ένα βιβλίο με την τυπική έννοια του «παιδικού», αλλά μάλλον για τον τρόπο που κοιτάμε στο παιδί, το Άλλο [ως το μέτρο σύγκρισης μέσα στη πορεία ενηλικίωσης], το οικείο και το [παρά]ξενο μαζί, τις δυνατότητες και τους περιορισμούς, το καλό και το κακό, το λογικό και το παράλογο, τι μπορούμε να γίνουμε και τι δεν μπορούμε ποτέ να γίνουμε, τη σχέση μεταξύ αθωότητας και εμπειρίας. Το Κάτω απ’ το πάπλωμα, έρχεται να «ξεκλειδώσει» τις «υποψίες» του ροζ για το πολιτικοποιημένο σώμα και κατά συνέπεια της σεξουαλικότητας, ακόμα και της παιδικής σεξουαλικότητας η οποία θεωρείται «ανύπαρκτη» ή «απαγορευτική».
Η «παιδικότητα» είναι μια «κατασκευή» και αυτό γιατί, εκπαιδευόμαστε στο να «γινόμαστε παιδιά», πριν προλάβουμε να «γίνουμε» παιδιά. Το να «γίνεσαι-το ίδιο-το-παιδί που γίνεται ενήλικας» [μέσω της ωρίμανσης], είναι διαφορετικό από το να «γίνεσαι-παιδί». Το πρώτο, είναι «γίνωμα» μιας μόνιμης [ανα]κατασκευής του υποκειμένου· το δεύτερο, επιθυμία εγκατάλειψης της κυρίαρχης υποκειμενοποίησης που συντίθεται από τις κατηγορίες της τάξης, του φύλου, της φυλής, της εθνότητας: αντιπροσωπεύει έναν χώρο αντίστασης και δημιουργικότητας. Πρόκειται για μια διαδικασία συνεχούς «μεταμόρφωσης». 

Πέστε μας λίγο για την ιδέα, την ποιητική ιδέα, ή τον στίχο. Πώς προκύπτει η αρχή ενός ποιήματος; Πώς γίνονται φίλτρα οι εμπειρίες ή οι ακαδημαϊκές γνώσεις – αν γίνονται; Πώς είναι η επαφή σας με το λευκό της επιφάνειας του χαρτιού – υλικού ή ψηφιακού;


Η Freeman, κάπου, γράφει για την ιστορία: «το να κάνεις ιστορία είναι σαν να τυλίγεσαι ερωτικά σε ένα σώμα». Κάπως, έτσι, νιώθω για την ποίηση και τη θεωρία. Μια πρόσκληση σε ένα ερωτικό κάλεσμα. Διαβάζοντας την ενδεχομενικότητα, μπορούν να δημιουργηθούν σχέσεις μοναδικότητας, εντός και εκτός του κανονιστικού ρυθμού του χρόνου. Και αυτό είναι η μαγεία, το φετίχ μου το ίδιο, η αποπλάνηση· ότι με θέτουν σε μια διαρκή διαδικασία επαγρύπνησης.

Όταν διαβάζετε τα ποιήματά σας τι συμβαίνει; Βιώνετε απόσταση, ταύτιση, συγκίνηση;

Αποφεύγω να ανατρέχω στα ποιήματά μου. Όταν, το ποίημα «γίνεται» σώμα με την έννοια της υλικότητας, βρίσκεται πια σε κίνηση [εκτίθεται δημόσια], τότε, [εγ]γράφει τη δική του πορεία στον κόσμο.

Ποιες φωνές σας δίνουν δύναμη ή έμπνευση; Με άλλα λόγια με ποιες άλλες φωνές συνομιλούν τα ποιήματά σας και ποια τελικά είναι η δική σας ποιητική φωνή;

Με εμπνέουν οι φωνές που διακόπτουν την ευθυγραμμισμένη σκέψη μου και την γυρνάνε σβούρες, φωνές που έχουν κάτι να μου πουν. Το κυπριακό ζήτημα για παράδειγμα, η διάλεκτος, η νοσταλγία, όλα αυτά «πουλούν». Έχουν «πλουτίσει» πολλοί στις πλάτες του κυπριακού. Μου είναι αδιανόητο, ποιητές και λογοτέχνες της δικής μου γενιάς να μην έχουν να πουν τίποτα πέραν του «φαντασιακού». Είναι κάπου εδώ που αποστρέφομαι την ποιητική και λογοτεχνική «δηθενιά».
Δεν ξέρω ποια είναι η φωνή μου, αν έχω φωνή, αυτό που ξέρω είναι ότι, τα ποιήματά μου δεν γράφονται από τη θέση του «προνομιούχου».

Είναι όλα εαυτός, είναι όλα μέσα ή υπάρχει και το έξω; Το συγκείμενο τι ρόλο παίζει; Τι κάνουμε με τον εαυτό, το μυαλό, με το σώμα μας; Είναι αυτό μια ερώτηση προσωπική ή πολιτική;

Ακόμα και η ίδια η ύπαρξη είναι αδύνατον να διαχωρίζεται εντελώς από το συγκείμενο, το οποίο μετατοπίζεται και επανα-νοηματοδοτείται ανάλογα με την εκάστοτε εποχή. Χωρίς να επιβάλλει ή να απαγορεύει, δημιουργεί μια στάση ηθικοποίησης, διαρκούς κριτικής απέναντι στον εαυτό και τον κόσμο και ενσωματώνει τεχνικές και τρόπους με τους οποίους, το σώμα παράγεται και αρθρώνεται: πώς τρώει, πώς κοιμάται, πώς γράφει, πώς γαμά[ει].

Το συγκείμενο σχετίζεται άμεσα με τον τρόπο που λειτουργεί η γραφή, εκτός από το ότι λαμβάνει χώρα εντός ενός ιστορικού και κοινωνικού πλαισίου, προϋποθέτει τα «όρια» αυτού του πλαισίου. Σε τούτο το μικρό και συντηρητικό τοπικό πλαίσιο που τυγχάνει να ζω, έχουν δημιουργηθεί ισχυροί δεσμοί και «όρια», για παράδειγμα, πόσο ‘πρέπον’ είναι να γράψεις για αυτό ή για εκείνο ή τι είδους λεξιλόγιο είναι επιτρεπτό στο φύλο μου. Κατά κάποιο τρόπο, έπρεπε να τα παραγκωνίσω, ν’ [απο]δεχτώ τη ρευστότητα του υλικού [του διαφορετικού υλικού που κουβαλά ο καθένας μας]. Δεν μου αρκεί να γράφω για «πράγματα όπως θα μπορούσαν να είναι», το νιώθω ανέντιμο «ν’ αυνανίζω» τους στίχους.


Σας μιλά το σώμα ποιητικά; Εσείς του μιλάτε ή περιμένει να διαβάσει τα βιβλία σας; Η σωματοποιοημένη ποίηση είναι πολιτική;

Το πλέγμα σώμα-ποίηση συνυπάρχει μέσω μιας σχέσης οικειότητας. Είναι αναπόφευκτο το ένα χωρίς το άλλο, ποθεί το ένα το άλλο, διεγείρει το ένα το άλλο. Συναντώνται στις αντ-ηχήσεις, στις τριβές, στις έλξεις, στις αποστροφές. Αναστατώνουν το πολιτικό, τις συμβάσεις, τα όρια, τα νοήματα, μας ξεμαθαίνουν αυτό που νομίζαμε ότι ξέρουμε.
Η σωματοποιημένη ποίηση δεν είναι ουδέτερη ή αποστασιοποιημένη από το πολιτικό. Πρέπει να επαναπροσδιοριστεί, επιτέλους, αυτό που στη χώρα μας, θέλει την πολιτική γραφή ως «male prowess» ή το «πολιτικά αποδεχτό», μόνο ως ιστορικό. Η πολιτική του σώματος ανταποκρίνεται στη γραφή μέσα από ένα ξεγύμνωμα, το οποίο καταργεί την ατομικότητα, καθιστώντας την έτσι, οικουμενική.

Γιατί όταν γράφετε νιώθετε «Σαν ξεχαρβάλωτη πολυθρόνα/Πού αντιστέκεται να μπαλωθεί»; Τι θα πει να «λατρεύει[ς] τη φθορά»; Είναι ένας κάποιος τρόπος αντίστασης ή ένας τρόπος αποδοχής του εαυτού; Μπορείτε να μας στείλετε μια φωτογραφία με σας σε αυτό τον χώρο όπου γράφετε;

Είναι μάλλον και τα δύο. Το ξεχαρβάλωμα, η φθορά, αυτά που κανονικά θεωρούνται «για πέταμα», συμβολικά σημάδια αχρηστίας και αποκλεισμού, εδώ, παρόλα αυτά, επιβιώνουν. Η φθορά αποκτά μια δυναμική στο πώς καθορίζουμε, πώς λογικοποιούμε τα πράγματα.
Δεν νιώθω ότι έχω έναν χώρο με την έννοια του οικείου, χώρο που σου κάνει «χώρο» να παραστρατήσεις, να χαθείς, υπάρξεις. Ο χώρος ή ο τόπος, αντιθέτως, αδειάζει από παρουσία το σώμα. Σας στέλνω, λοιπόν, μια φωτογραφία ξεχαρβάλωτη.

 

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: