Γιαπωνέζικος κήπος: Συνέντευξη με την Τασούλα Τσιλιμένη

¤¦Ο για­πω­νέ­ζι­κος κή­πος εί­ναι ίσως ένα από τα πιο δο­μη­μέ­να εί­δη κή­πων. Πρέ­πει απα­ραι­τή­τως να πε­ριέ­χει επτά στοι­χεία: νε­ρό, πέ­τρες και άμ­μο, γέ­φυ­ρες, πέ­τρι­να φα­νά­ρια και γούρ­νες, φρά­κτες και πύ­λες, άν­θη και δέ­ντρα, και ψά­ρια. Οι πα­ρού­σες συ­νε­ντεύ­ξεις θα απο­τε­λού­νται πά­ντα από επτά ερω­τή­σεις. Κά­ποιες από αυ­τές θα επα­να­λαμ­βά­νο­νται και κά­ποιες θα εί­ναι νέ­ες, ώστε να αντα­πο­κρί­νο­νται στο έρ­γο που έχου­με μπρο­στά μας. Σαν τον για­πω­νέ­ζι­κο κή­πο, οι συ­νε­ντεύ­ξεις θα δια­τη­ρούν τη δο­μή τους, προ­σπα­θώ­ντας ταυ­τό­χρο­να να απο­δώ­σουν, ακρι­βώς σαν αυ­τόν, τη ζω­ντά­νια μιας μα­κρι­νής γης, που σε αυ­τήν την πε­ρί­πτω­ση εί­ναι, βέ­βαια, η δια­δι­κα­σία της συγ­γρα­φής.



Γιαπωνέζικος κήπος: Συνέντευξη με την Τασούλα Τσιλιμένη



Η Τασούλα Τσιλιμένη είναι καθηγήτρια στο Π.Τ.Π.Ε., του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας (Π.Θ.) στο οποίο διδάσκει θέματα Παιδικής - Εφηβικής Λογοτεχνίας, Αφήγηση, Μυθοπλασία - Δημιουργική Γραφή κειμένων βραχείας φόρμας. Τα ερευνητικά της ενδιαφέροντα εστιάζουν στη θεωρία και κριτική της παιδική/εφηβικής λογοτεχνίας καθώς επίσης και στη διδακτική της. Ως καλεσμένη καθηγήτρια προσφέρει μαθήματα και διαλέξεις σε μεταπτυχιακά προγράμματα πανεπιστημιακών ιδρυμάτων της ημεδαπής και αλλοδαπής (ΕΚΠΑ, ΑΠΘ, Λευκωσίας, κ.ά.). Έχει δημοσιευμένο ερευνητικό έργο σε διεθνή και ελληνικά επιστημονικά περιοδικά, συλλογικούς τόμους, πρακτικά συνεδρίων και σε αυτόνομα ατομικά βιβλία. Είναι διευθύντρια του Εργαστηρίου Λόγου και Πολιτισμού του Π.Θ. και Διευθύντρια του ηλεκτρονικού περιοδικού για τη θεωρία και μελέτη της παιδικής λογοτεχνίας Κείμενα (www.keimena.ece.uth.gr). Γράφει επίσης λογοτεχνικά βιβλία για παιδιά και ενήλικες.


Γιαπωνέζικος κήπος: Συνέντευξη με την Τασούλα Τσιλιμένη


Είστε καθηγήτρια στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας και διδάσκετε Παιδική Λογοτεχνία, Αφήγηση, Μυθοπλασία και Δημιουργική Γραφή. Έχετε μια ευρεία γνώση των θεμάτων παιδικής λογοτεχνίας ως επιστήμονας, αναγνώστρια και συγγραφέας. Πώς αλληλεπιδρούν οι ταυτότητες και οι ρόλοι σας στη δική σας συγγραφική διαδικασία;

Θα έλεγα άλλοτε συνδυαστικά, άλλοτε ανεξάρτητα. Όταν διαβάζω λογοτεχνία λειτουργώ αρχικά όπως όλοι οι πιστοί της. Κάνω μακροβούτι και εντάσσομαι στον μυθοπλαστικό κόσμο της αφήγησης. Με το τέλος, αν είναι ένα κείμενο που έχει ιδιαίτερα ευρηματικές τεχνικές και η αφήγηση με συνεπάρει, τότε για καιρό με απασχολεί. Το ανακαλώ και το διερευνώ με τα θεωρητικά κλειδιά. Ως συγγραφέας, είτε πρόκειται για κείμενα που προορίζονται για παιδιά είτε για ενήλικες, οργανώνω το υλικό μου, όταν λειτουργώ στοχευμένα, με βάση τα βασικά της θεωρίας. Δηλαδή όταν έχω ένα θέμα που με απασχολεί και θέλω να ασχοληθώ μαζί του. Υπάρχουν όμως και φορές που η γραφή προκύπτει μόνη της. Εννοώ μου επιβάλλεται ξαφνικά ένα θέμα με τρόπο που δεν προλαβαίνω να σκεφτώ μεθόδους και τεχνικές. Είναι τα κείμενα που ζητούν να γεννηθούν ΤΩΡΑ. Αλλά και σε αυτή την περίπτωση, όταν το κείμενο ολοκληρωθεί, φιλτράρεται στη συνέχεια με τα βασικά της θεωρίας κάνοντας εικασίες όπως π.χ. εάν την ιστορία την έλεγε κάποιος άλλος αφηγητής πώς θα εξελισσόταν;

Πώς ένα καιρικό φαινόμενο μετατρέπεται σε λογοτεχνικό; Μιλήστε μας για το βιβλίο Δε μ’ αρέσει η βροχή (εικόνες: Βασίλης Πατατσαρούχας, εκδ. Διάπλους), ένα βιβλίο με πολλά επίπεδα και πολλές προοπτικές. Πώς οργανώσατε το αφηγηματικό υλικό;

Τα πάντα μπορεί να γίνουν λογοτεχνία. Πόσο μάλλον ένα καιρικό φαινόμενο όπως η βροχή. Στη ζωή μας αργούμε να κατανοήσουμε τι μας αρέσει και τι όχι. Ακόμη κι αν το γνωρίζουμε έχουμε εκπαιδευτεί με τρόπο που για να προσαρμοστούμε σε περιβάλλοντα αποποιούμαστε τον εαυτό μας. Τα παιδιά είναι αυθόρμητα, οπότε εκφράζονται ελεύθερα. Γι’ αυτό και είναι οι ήρωες στο βιβλίο αυτό, μολονότι ο κύριος ρόλος ανήκει στη βροχή, που στο πρόσωπό της καθρεφτίζεται όλη η φύση και άλλα θέματα, όπως ο χρόνος στον οποίο αποδίδουμε μια κυκλικότητα. Η φύση που ποτέ δεν την «ρωτάμε». Εκείνη; Πώς λειτουργεί; Αντιδρά στην άποψή μας; Προχωρεί με τη σιωπή της στον δικό της δρόμο;
Η βροχή στο βιβλίο αυτό λειτούργησε ως εύρημα ώστε να αναδείξω το θέμα της φιλίας, αλλά και άλλα. Όπως διαπιστώσατε έχει πολυεπίπεδη ερμηνεία, ανάλογα με τον αναγνώστη ξετυλίγεται. Κυρίως θέτει το ζήτημα της επανεξέτασης των απόψεών μας, μιας κριτικής στάσης μακριά από παγιωμένες αντιλήψεις. Γεγονός που μπορεί να μας φέρει πιο κοντά, όπως τους δυο ήρωες στο βιβλίο που απολαμβάνουν το παιχνίδι και τη συνεργασία, το μοίρασμα.

Με τα βιβλία σας Η Λίλα...πετάει (εικόνες: Μυρτώ Δεληβοριά, εκδ. Διάπλους), Πέντε ελέφαντες στη ζούγκλα (εικόνες: Χρύσα Σπυρίδωνος, εκδ. Καστανιώτη), Δε μ’ αρέσει η βροχή (εικόνες: Βασίλης Παπατσαρούχας, εκδ. Διάπλους) φαίνεται ότι διεισδύετε και αποτυπώνετε πορείες σκέψης, δράσης και ονειρέματος των παιδιών όπου το καθημερινό, το ρεαλιστικό, και κάποιες φορές, το περιοριστικό ή το σκληρό, σμίγει με το μαγικό και το φανταστικό. Πώς είναι να δημιουργείτε αυτές τις αναπαραστάσεις της παιδικότητας;

Η φαντασία είναι αυτή που λειτουργεί ως γέφυρα και καταφέρνει να φωτογραφίζει και να μετατρέπει τα καθημερινά, τα γήινα, τα ρεαλιστικά, ακόμη και τα πολύ σκληρά σε μαγικά και να δείχνει δρόμους προσέγγισής τους. Στα βιβλία που προαναφέρατε έδωσα προβάδισμα και προσπάθησα να φωτογραφίσω (σ)τον κόσμο των παιδιών, τον τρόπο που μπορεί να βιώνουν καταστάσεις απτές αλλά και συναισθηματικές, τον τρόπο που τις αντιλαμβάνονται, τις λύσεις που φαντάζονται, αλλά παράλληλα οι ιστορίες κλείνουν το μάτι στους ενήλικες που είμαστε στον δικό μας κόσμο και με την δική μας οπτική, η οποία απέχει πολύ από αυτή των παιδιών. Όχι μόνο ερμηνεύουμε μονολιθικά, αλλά και προσπαθούμε να επιβάλλουμε ανταποκρίσεις, κατανοήσεις και συμπεριφορές στα παιδιά και να κατασκευάσουμε μια παιδικότητα όπως εμείς την θεωρούμε ορθή. Η παιδική σκέψη, όσο και αν νομίζουμε ότι μέσα στον αυθορμητισμό και στην α-λογοκρισία της είναι απλοϊκή, είναι σύνθετη, και με τη δημιουργική φαντασία ακόμη κι αυτά που δεν κατανοούν, προσπαθούν να τα ερμηνεύσουν στο πλαίσιο των δικών τους αναγκών. Ο δικός μας ρόλος είναι να ακούμε, να μάθουμε να ακούμε και να κατέβουμε από το αλάνθαστο βάθρο μας.

Το παιδί τι είναι; Πώς σκέφτεται; Πώς διαβάζει; Πώς το παρατηρείτε και πώς αλληλεπιδράτε με τα παιδιά;

Το παιδί είναι ένα… θαύμα. Έχουμε να μάθουμε τον κόσμο, την ουσία του, παρατηρώντας το πώς τα παιδιά τον ανακαλύπτουν και τον προσεγγίζουν. Το παιδί σκέφτεται χωρίς καμία προκατεσκευασμένη γνώση και άποψη οπότε είναι σε εγρήγορση όλες οι κεραίες του. Παρατηρεί και εξερευνά τα πάντα. Φυσικά, ανάλογα με την ηλικία του, έχει τον δικό του τρόπο σκέψης που εξελίσσεται, αλλά μοιραία και μπλοκάρεται από τις παρεμβάσεις των ενηλίκων. Ακόμη και στον τρόπο που διαβάζει παρεμβαίνουμε έχοντας πάντα στο μυαλό μας τη δική μας στερεοτυπική αντίληψη που μας μεταδόθηκε από τους δικούς μας ενήλικες. Για παράδειγμα, ένα παιδί ανοίγοντας ένα βιβλίο θα σταθεί ακόμη και στην ταπετσαρία του με προσοχή και θα την παρατηρεί, θα ζητάει να ανακαλύψει. Ως ενήλικες (γονείς/εκπαιδευτικοί) παρακάμπτουμε τα εισαγωγικά και πάμε απευθείας εκεί που αρχίζει το κείμενο, το κυρίως μέρος ενός βιβλίου. Όμως συχνά προηγούνται σημαντικές απεικονίσεις που δίνουν άλλη διάσταση στην αφήγηση και στην ερμηνεία. Το παιδί διαβάζει ό,τι του προκαλεί ευχαρίστηση χωρίς να νοιάζεται για επιβεβλημένα «καλά» βιβλία. Ήμουν τυχερή με τις ιδιότητές μου να βρίσκομαι σε περιβάλλοντα με παιδιά. Χάνω τον χρόνο παρατηρώντας τα. Με γοητεύει ο τρόπος σκέψης τους και ερμηνείας του κόσμου. Αντιλαμβάνονται και τα πιο σύνθετα ζητήματα με μια άλλη ματιά. Κερδίζω απίστευτα στην αμεσότητα, στην συμπύκνωση της ουσίας των παιδιών.

Πώς η καθημερινή γλώσσα μετατρέπεται σε λογοτεχνικό παιχνίδι; Πώς δημιουργείτε χιούμορ στις ιστορίες σας; Μιλήστε μας για το βιβλίο Πέντε ελέφαντες στη ζούγκλα (εικόνες: Χρύσα Σπυρίδωνος, εκδ. Καστανιώτη).

Η Μαρία Μοντεσσόρι, ανέδειξε το παιχνίδι ως την καλύτερη μέθοδο απόκτησης γνώσης και δεξιότητας. Η θεωρία της στο πλαίσιο της σύγχρονης εκπαίδευσης ορθά επαναπροσδιορίζεται, αλλά κάποια σημεία της, όπως αυτό που αφορά το παιχνίδι, έχουν θεμελιώδη και διαχρονική αξία. Προβάδισμα στο παιχνίδι λοιπόν. Και η συγγραφή, τι άλλο είναι παρά ένα παιχνίδι; Έχει βέβαια τους κανόνες της για να είναι απολαυστικό, δημιουργικό και να καλλιεργεί τον σεβασμό. Το να ακολουθείς τις ανάγκες των παιδιών, όπως αυτή του παιχνιδιού, νομίζω ότι είναι μια ενδιαφέρουσα τακτική/πρακτική, ώστε να συνομιλήσεις μαζί τους και έτσι να κατανοήσουν το γιατί, το πώς και το πρέπει. Το χιούμορ δεν θα έλεγα ότι είναι ένα γενικό στοιχείο της γραφής μου, και δυστυχώς ούτε και της προσωπικής μου ζωής. Όμως, τουλάχιστον, μπορώ και το αξιοποιώ – κι ίσως έτσι εξισορροπώ το μέσα μου – στις ιστορίες μου όταν επιχειρώ έναν άλλο τρόπο να μιλήσω για ζητήματα που απασχολούν τους γονείς και τα παιδιά – καθένα από την δική του σκοπιά – σε σημείο που να γίνονται βραχνάς. Στο βιβλίο αυτό δουλεύω πολυθεματικά. Είναι η α-ταξία, η ακαταστασία ή το θέμα της τακτοποίησης των παιχνιδιών που κατακλύζουν στο τέλος της μέρας τους χώρους του σπιτιού. Πώς αλλιώς θα πείσεις ένα παιδί; Μόνο με φανταστικό παιχνίδι, πιστεύω. Από την άλλη το βιβλίο αναδεικνύει τον συναρπαστικό κόσμο της ανάγνωσης βιβλίων και την πολυσχιδή έκτασή της στη ζωή ενός παιδιού, στο παιχνίδι του.

Ποια είναι η δική σας φιλοσοφία σχετικά με τη δημιουργική γραφή; Πώς την προσεγγίζετε; Πώς τη διδάσκετε;

Γενεές συγγραφέων με αριστουργηματικά έργα δεν είχαν ιδέα ούτε συμμετείχαν σε εργαστήρια ή μαθήματα δημιουργικής γραφής. Αυτό δε σημαίνει ότι η τέχνη της μυθοπλασίας δεν μπορεί να προσεγγιστεί θεωρητικά και πρακτικά και να προσφερθεί ένα τρόπος και μια μέθοδος, μια εργαλειοθήκη για την συγγραφή. Το γεγονός ότι το Παιδαγωγικό Τμήμα Προσχολικής Εκπαίδευσης του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας ήταν το πρώτο που προκήρυξε θέση για τη Μυθοπλασία, ήταν για μένα μια πρόκληση εφαρμογής, αν θέλετε, της διδακτορικής μου έρευνας που αφορούσε τις Μικρές Ιστορίες, αυτό που σήμερα ονομάζουμε νανοαφήγημα, μικροδιήγημα κλπ. Αρχές του 21ου αιώνα δεν γίνονταν χρήση ευρύτερα του όρου δημιουργική γραφή, που αντικατέστησε αυτόν της μυθοπλασίας. Στη συνέχεια με το ΕΚΕΒΙ, τον Χαβιαρά και τον αείμνηστο Μ. Σουλιώτη η δημιουργική γραφή μπήκε στα πανεπιστήμια ως αντικείμενο και ο Τρ. Κωτόπουλος έδωσε άλλη διάσταση με το μεταπτυχιακό πρόγραμμα στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας.
Η δημιουργική γραφή μοιάζει με χιονοστιβάδα που κυλά ακόμη. Τα μαθήματα στο πανεπιστήμιο, στο ΕΑΠ, στα ελεύθερα εργαστήρια που προσφέρω, έχουν για μένα ενδιαφέρον για όσους τα παρακολουθούν και θέλουν να εμπλακούν με αυτό το θέμα. Όλοι έχουν δικαίωμα στο να δοκιμάζουν ό,τι τους προκαλεί το ενδιαφέρον. Για μένα πρωτίστως είναι σημαντική η δημιουργική γραφή, γιατί αρχικά σου δείχνει έναν τρόπο από το τι και πώς αποτελείται ένα κείμενο, πώς προσεγγίζεται και στη συνέχεια σε οδηγεί στο εγχείρημα του σχεδιασμού μιας ιστορίας. Πιστεύω ακράδαντα, και με αυτόν τον τρόπο δουλεύω, ότι εργαλείο στα μαθήματα είναι η ενασχόληση/ανάγνωση βιβλίων. Με αναφορές και «ανατομία» των κειμένων οι συμμετέχοντες στα μαθήματα μπορούν να κατανοήσουν τη σύνθεση και να προχωρήσουν. Η θεωρία έρχεται μετά την ανάγνωση του κειμένου, και ακολουθεί η γραφή.

Πού γράφετε, πώς και πότε;

Συνήθως γράφω στο γραφείο μου ή σε ένα χώρο του σπιτιού πιο χαλαρά. Δυστυχώς οι ακαδημαϊκές μου υποχρεώσεις δεν μου επιτρέπουν την πολυτέλεια του να γράφω όσο και όποτε θέλω. Συνηθίζω να διαβάζω κάτι από τα βιβλία που κρατώ δίπλα μου. Είναι μια διαδικασία που με οδηγεί σιγά σιγά κι ομαλά στη γραφή. Λειτουργεί για μένα όπως ο διάδρομος προθέρμανσης. Δεν είμαι άτομο που του αρέσουν οι χώροι γυμναστηρίου. Όμως η όποια περιστασιακή σχέση είχα με αυτούς τους χώρους, με οδήγησε στο να μεταφέρω στο «εργαστήριό μου» τις μεθόδους του. Σταθερότητα, συχνότητα, επιμονή, επανάληψη, εξάσκηση. Η αποθεραπεία μου είναι …το περπάτημα. Εκεί συχνά οργανώνω τη σκέψη μου και συχνότερα συναντώ τους χαρακτήρες και τις ιδέες μου.

Ευχαριστώ πολύ για την δυνατότητα συνομιλίας μαζί σας και κατ΄ επέκταση και με τους αναγνώστες σας.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: