Το παραμύθι της ζωής τους

Φωτ. Yamamoto Masao
Φωτ. Yamamoto Masao

Γιάννης Στίγκας-Νικόλας Ευαντινός, Κωμωδία, εκδ. Άγρα


Και είπεν ο Καρούζος:
Μάταιος ο Κόσμος αλλά πέρασμα
Και είπεν ο Ρίτσος:

Βαθύ-βαθύ το πέσιμο
Βαθύ-βαθύ τ΄ ανέβασμα


i. Η Κόλαση πάντ' άγρυπνη

Απόψε μου δίνεται η ευκαιρία να μιλήσω για ένα πολύ σημαντικό βιβλίο. Μου δίνεται η ευκαιρία από τον Γιάννη και τον Νικόλα, τον Νικόλα και τον Γιάννη. Ανθρώπους που συναντώ ακόμη κι όταν δεν είναι παρόντες. Οι καλοί ποιητές φαίνονται στην απουσία τους. Πόσο λείπουν όταν δεν γράφουν και πόσο παρίστανται μέσω του έργου τους. Η γενιά μας —εμείς οι γύρω στα 40— είχε την τύχη να ζήσει τα πιο ωραία και δημιουργικά της χρόνια μέσα στον ζόφο: της κρίσης, της πανδημίας, του Netflix. Είχε αυτήν την τύχη γιατί αξιώθηκε να έχει πολύ καλούς ποιητές και ποιήτριες. Την τύχη να μιληθεί και να ακουστεί μέσα από σπουδαία λόγια. Εννοώ λόγια προϊόντα σπουδής. Ο Σαλμάν Ρουσντί έλεγε πως «οι δύσκολοι καιροί δημιουργούν καλά βιβλία». Εγώ, ωστόσο, θα καταφύγω στην μήτρα των κειμένων, στον Άμλετ, για να θυμίσω πως : «αν είναι τώρα, δεν θα είναι μετά. Αν δεν είναι μετά, θα είναι τώρα. Αν δεν είναι τώρα, θα΄ ναι πάντως μετά. Σημασία έχει να είσαι έτοιμος». The readiness is all. Είναι μεγάλη ευλογία να κυκλοφορούν στους ίδιους δρόμους οι ποιητές. Να ντύνουν τον ζόφο με λαμπάκια. Να ουρλιάζουν για την καταστροφή του κόσμου, όπως τον παραλάβαμε.  

Τον Σεπτέμβριο του 1914, ο συγγραφέας Hermann Hesse εξεδήλωσε την αγωνία του για το μέλλον του ευρωπαϊκού πνεύματος και της ευρωπαϊκής πολιτισμικής κληρονομιάς. Εξεδήλωσε, συνεπώς, την αγωνία του για το μέλλον του πολιτισμού εν συνόλω, ακόμη κι αν ένα μέρος του μόνο επρόκειτο να καταστραφεί. Διότι το μέρος και το όλον δεν είναι τίποτε άλλο από διαιρέσεις του χρόνου. Το παρόν θα διαφεύγει στον αιώνα τον άπαντα. Σε αυτό το παρόν μόνον το συγκλονιστικό αντιστέκεται ως ανάχωμα στη φαιδρότητα της εποχής. Και το συγκλονιστικό κερδίζεται με δύο τρόπους: παίζοντας και επαναστατώντας. Ενίοτε και τα δυο μαζί. Σήμερα θα επιχειρήσω να μιλήσω και για τα δύο, έστω κι από λίγο. Γιατί στο βιβλίο αυτό ενυπάρχουν και τα δύο, γι’ αυτό κι έχει γραφτεί από δύο. Άλλωστε και τα δύο, και το παιχνίδι και η επανάσταση, απαιτούν δύο. Κατά μόνας, το μεν πρώτο είναι αυνανισμός, το δεύτερο γυμναστική. 

Ζούμε σε άχυμους καιρούς. Σε καιρούς που είναι γεμάτοι μικρά και δεν αθροίζουν σε μεγάλα. Σε καιρούς όπου ο καθένας είναι πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης του εαυτού του, όπως λέει συχνά ο Βασίλης Παπαβασιλείου. Ζούμε σε καιρούς που συντρίβεται το συνανήκειν. Η πραγματικότητα επιμένει να μας γυμνώνει από την αρχέγονη φορεσιά μας: από την υποχρέωσή μας, δηλαδή, να συνεργαζόμαστε. Αυτό το «συν», ως πρώτο συν-θετικό, καθορίζει την ιδιότητα της ανθρωπινότητας. Υπάρχουμε σε ένα παρόν σπαρμένο με εκατομμύρια ετεροχρονισμένους καθρέφτες. Παρόν που, φαινομενικά έστω, οδηγεί στο τίποτε. Όπως έλεγε και ο Ανρί Μπεργκσόν: Αυτό το τίποτε είναι που χρειάζεται χρόνο. 

Αυτό το βιβλίο μιλάει για τον χρόνο και τον χώρο. Είναι μια θεωρία της σχετικότητας της ποιήσεως. Μιλάει για το μικρό και το μεγάλο, το έλασσον και το μείζον, ταυτόχρονα κι αυτή η διαδρομή από πάνω προς τα κάτω, από τα μπρος και τα πίσω, τα παλιά και τα μελλούμενα το κάνει να συνομιλεί με το συγκλονιστικό. Έχει το θάρρος να αυτό-εντάσσεται στην μεγάλη δυτική παράδοση των γραμμάτων. Αυτό το βιβλίο φωνάζει πως θα μπει στο γήπεδο των μεγάλων με την αυθάδεια να σκοράρει. 

Ο Γιάννης και ο Νικόλας, ο Νικόλας και ο Γιάννης, επέλεξαν να συγκρουστούν με όσα συγκροτούν τον νεωτερικό ή μετανεωτερικό ποιητικό νεοελληνικό κανόνα. Επέλεξαν να γράψουν ένα βιβλίο μαζί. Στην Κόλαση της μονάδας επέλεξαν να προτάξουν τον παλαιολιθικό τους δυισμό. Στην πυθαγορική σκέψη, η μονάδα συνδέεται με το σημείο. Η δυάδα με την γραμμή. Αυτή η γραμμή που ενώνει τα σύμπαντα του μέσα τους είναι το πρώτο εκκωφαντικό επιφώνημα αυτού του βιβλίου. Ο ύψιστος Αλιγκέρι, ο καθοδηγητής τους στην Κ.Ο.ΒΑ του συγκλονιστικού, υπερασπίστηκε την ιερή δυαδικότητα, αγκαζέ με τον Βιργίλιό του, χαράζοντας την γραμμή της ανάβασης και της καθόδου. Και πάλι από την αρχή. Στην Κόλαση της μοναδικότητας που τείνει στην μοναξιά, αυτό το μαζί της Κωμωδίας είναι η αρχή της κάθαρσης.


ii. Καθαρτήριο


ή Εγώ Τειρεσίας, αν και τυφλός, σφύζοντας ανάμεσα σε δυο ζωές
ή Μαραίνονται σε εκατοντάδες αλφαβήτες


Το πέρασμά τους στην άλλη όχθη απόψε τη νύχτα
Με λέξεις πήγα και σ’ έφερα ξανά
εδώ είσαι
όλα είναι αληθινά και μια αναμονή αληθινού.

P. CELAN


Αν κάθε σπίτι είχε μόνον ένα βιβλίο, αυτό θα ήταν νομοτελειακά γραμμένο σε αλφαβητική σειρά. Θα ήταν ένα καρνέ τηλεφώνων; Ένα λεξικό; Μια επίτομη εγκυκλοπαίδεια; Ο κατάλογος του ΟΤΕ; Κι αν κάτι χρωστάμε στους Φοίνικες, είναι αυτή η διάτμηση των φθόγγων, η φώνηση της σκέψης και η οργάνωση των ήχων που υλοποιούν τις σκέψεις και τα συναισθήματα. Κάθε αλφαβητάρι είναι και μια συνοριογραμμή. Υποχρεωτικά. Από το Α έως το Ω δεν μεσολαβούν απλώς 22 γράμματα. Η διαδρομή είναι άνοδος και κάθοδος μαζί. Εντός της αναγκαστικά μιλιέται η ύπαρξη. Και η αλφαβήτα είναι το πρώτο μάθημα για να μην είναι το τελευταίο. Επειδή «το μυαλό μας είναι πορώδες και η λήθη στραγγίζει μέσα του», που λέει και ο Μπόρχες στο Άλεφ, χρειαζόμαστε την αλφαβητική συνοριογραμμή για να βάλουμε σε τάξη το χάος, να ξορκίσουμε τη λήθη, να φράξουμε τους πόρους του μυαλού μας. 
Ζούμε σε χαοτικές εποχές. Η απόσταση από το έλασσον στο μείζον εξαρτάται μόνον από εκείνον που την μετρά. Ο Παζολίνι και το Νέτφλιξ, ο Ντίκενς και η Δημουλίδου, ο Μόμπι Ντικ και τα Ντικ-πικς όλα ταξινομούνται υπό το κράτος του εφήμερου. Οι αποστάσεις μηδενίζονται, τα βάθη ρηχαίνουν. Στην επικράτεια των time-lines και των «Δείτε το, πριν το κατεβάσουν», ζητείται απεγνωσμένα ταξινόμηση και επανοριοθέτηση. Χρειάζεται μια διαύγεια του βλέμματος. Να μπορεί να βουτά στον ωκεανό του μείζονος, χωρίς να χάνει το έλασσον από το πεδίο του. Η πλέον επαναστατική συγγραφική πράξη είναι αυτή η ταξινόμηση. Να μπορεί, η ίδια η γραφή, να κατεβαίνει και να ανεβαίνει, να βουτά και να υψώνεται μέσα στην επικράτεια του παρόντος. Και είναι ένα παρόν ανάλγητο και καταιγιστικό, στατικό και ιλιγγιώδες ταυτόχρονα. Ένα παρόν που αποφαίνεται σε μια διαλεκτική χωρίς συμπέρασμα. Το παρόν είναι αρνητική διαλεκτική. Γι’ αυτό και χρειάζεται ταξινόμηση. Μόνο που η ταξινόμηση αυτή δεν αρκεί να είναι μόνον εκείνη της επιστήμης, που τέμνει το σύμπαν. Ούτε εκείνη της πολιτικής που θα έπρεπε να το ενοποιεί. Η ταξινόμηση αυτή πρέπει να είναι –κι αυτό είναι μεγάλη κληρονομιά της νεωτερικότητας– δουλειά της Τέχνης και, ιδίως, της Ποίησης. Διότι η Τέχνη τέμνει και ενοποιεί ταυτόχρονα και, επιπλέον, μπορεί να ενέχει τη διαλεκτική χωρίς να απαιτεί συμπέρασμα. 

Ποια σαφέστερη ταξινόμηση από ένα αλφαβητάρι του εφήμερου; Ποια σαφέστερη ταξινόμηση από ένα αλφαβητάρι του εφήμερου που συνομιλεί με το συγκλονιστικό; Ο Γιάννης και ο Νικόλας, ο Νικόλας και ο Γιάννης ανέλαβαν την ευθύνη να δημιουργήσουν αυτό το αλφαβητάρι, που δεν είναι τίποτε άλλο παρά ένας καταστατικός χάρτης της βιωμένης μας πραγματικότητας. Το βιβλίο είναι βαθύτατα ελληνικό και ουσιαστικά οικουμενικό. Κι έτσι πρέπει. Να συνυπάρχει ο Πετρολούκας Χαλκιάς με τον Κάφκα. Αυτή είναι η ουσιώδης διαλεκτική της Κωμωδίας. Όλα τα ερεθίσματα στον αφρό και όλα τα βάθη έξω. Επέλεξαν δε, να χαρτογραφήσουν από κοινού, αφού πρέπει οι αναλφάβητοι να μάθουν πως ο πρώτος αριθμός είναι το δύο. Συνύπαρξη και συν-συγγραφή και συν-άντηση και συν-φωνία κυρίων. Ξηγημένα πράματα. Η Ποίηση πλέον πρέπει να αναλάβει τις ευθύνες της. Το λεξικό υπάρχει και είναι το βιβλίο που κρατάτε στα χέρια σας.

Η Κωμωδία εκτείνεται στον χρόνο και ωριμάζει στον χώρο. Είναι μεγάλο στοίχημα αυτό που έβαλαν οι ποιητές της. Αυτό το παιγνίδισμα με το τώρα και το πριν, το εδώ και το εκεί δημιουργεί αυτό το σύμπαν του βιβλίου. Το Καθαρτήριο ξεκινάει με το λήμμα/ποίημα Αγάπη και καταλήγει στο λήμμα/ποιήμα Ωμότητα. Κι αυτή η ταξινόμηση εκτός από θάρρος απαιτεί χιούμορ. Στη σφαίρα του Καθαρτηρίου, σε αυτή τη ζωή, που πολύ μεγάλη σημασία της δώσαμε, αφετηρία είναι η αγάπη και τέρμα η ωμότητα. Και μόνο ένα ξεφύλλισμα του βιβλίου αρκεί για να διαπιστώσει κανείς το, άλλοτε εμφανέστατο και άλλοτε υπαινικτικό, χιούμορ των δημιουργών του. Υπό αυτήν την έννοια, ο τίτλος του βιβλίου προοικονομεί το περιεχόμενό του. Και κάτι ακόμη. Δηλώνει ρητά και τον τρόπο συγγραφής του.

Συγκεκριμένα, στην Κωμωδία το χιούμορ δεν εξαντλείται σε αστεϊσμούς, ούτε σε στεγνά λεκτικά παιχνίδια. Περισσότερο πλησιάζει σε αυτό που λέει ο Δον Ζουάν του Μπάιρον: κι αν γελάω για κάτι το θνητό, είναι για να μην το κλαίω. Το ποίημα Μολότωφ είναι χαρακτηριστικό, όπως και ο Μπακαλιάρος, η Ψείρα και η Ωμότητα. Δεν αποκαλύπτω άλλα. Όλο το βιβλίο είναι γεμάτο από υπαινικτικές αναφορές στην καθημερινότητα, στο έλασσον που λέγαμε πιο πάνω, γιατί ακριβώς αυτή είναι η διαδρομή για το μείζον. Η ομοιοκαταληξία της Επαρχίας έρχεται να συναντηθεί με αντιλυρικά πεζοποιήματα, όπως ο πρώτος Κόκορας ή η Ζούμπα, δείγμα ότι οι δημιουργοί της Κωμωδίας δεν αστειεύονται απλώς με τις έννοιες, αλλά και με τις φόρμες. Κοινώς, μην περιμένει κανείς ενότητα ως προς την μορφή. Όλο το βιβλίο ενοποιείται από την διαδικασία ανόδου και καθόδου που επιβάλλει. Είναι ένα βαθιά κωμικό βιβλίο, που, όμως, είναι ευθύ στην αλήθεια του και τραγικό λόγω της ευστοχίας του. Αρκεί να πω πως το πλέον σκοτεινό και συντριπτικό ποίημα του τιτλοφορείται Ήλιος.

Έλεγα παραπάνω πως, στην αρνητική διαλεκτική του παρόντος, η τέχνη και, ιδίως, η ποίηση αισθάνεται φιλόξενα ακριβώς επειδή η ύλη της είναι αυτού του φυράματος. Λέει ο Σαίξπηρ στο Όπως σας aρέσει: «Εμείς οι άνθρωποι με πνεύμα έχουμε πολλές υποχρεώσεις. Πρέπει να κοροϊδεύουμε. Δε μπορούμε να κάνουμε αλλιώς». Αυτή ισορροπία ανάμεσα στο σκώμμα και τον στοχασμό είναι ο πυρήνας της πολιτικής οπτικής της Κωμωδίας. Και η πολιτική διάσταση του βιβλίου δεν θα μπορούσε να υπάρξει χωρίς το χιούμορ, αλλά και κάτι ακόμη: το παιχνίδι. Το παιχνίδι είναι βασική ύλη της ποιήσεως. 

Στην Κωμωδία υπάρχει ένα διαθλαστικό βλέμμα. Ξεκινά από το συγκεκριμένο, το ευτελές, τις αφηρημένες ενίοτε έννοιες για να δώσει με μια αποστροφή, έναν στίχο μια κάποια κοσμογονική διάσταση. Είναι σοβαροί και έμπειροι παλιατζήδες και πλακατζήδες οι συγγραφείς της. Ξέρουν να βλέπουν το πολύτιμο σε έναν κόσμο φθήνιας. Μια Ξύστρα, μια Γομολάστιχα, τα Μανταλάκια ή το Μπρα ντε φερ, όλα καθημερινά, όλα ευτελή, όλα σχεδόν παιδικά παιχνίδια γίνονται ποιητική ύλη. Θυμίζουν, ο Νικόλας και ο Γιάννης, ο Γιάννης και ο Νικόλας, αυτό που είχε εύστοχα καταδείξει ο Γιόχαν Χουίζινγκα στη θεμελιώδη μελέτη του Homo Ludens: «Το παιχνίδι δεν μπορεί κανείς να το αρνηθεί. Μπορεί κανείς να αρνηθεί, αν θέλει, όλες σχεδόν τις αφηρημένες έννοιες: τη δικαιοσύνη, την ομορφιά, την αλήθεια, την καλοσύνη, το πνεύμα, τον Θεό. Μπορεί κανείς να αρνηθεί τη σοβαρότητα, αλλά όχι το παιχνίδι». Ακριβώς αυτό. Η αρνητική διαλεκτική του παρόντος μόνο με το παιχνίδι ολοκληρώνεται. Μόνο με το σοβαρώς παίζειν κυκλώνονται οι αφηρημένες έννοιες: η Αγάπη, η Δημοκρατία, ο Θεός, η Πίστη, η Χαρά. Όλα λήμματα/ποιήματα της Κωμωδίας. Ο ηθοποιός και ο μουσικός για να παίξει πρέπει να συνυπάρξει με τον άλλο. Ο ποιητής μας έχει συνηθίσει στο να είναι μοναχικό ον. Το γεγονός ότι η Κωμωδία είναι γραμμένη από δύο ποιητές δεν είναι παιχνίδι από μόνο του, είναι και η προϋπόθεση του παιχνιδιού.

Αυτή η παιγνιώδης φύση του βιβλίου εμφανίζεται στην επιφάνεια συχνά με τρόπο που δημιουργεί στον αναγνώστη την εντύπωση ότι οι συγγραφείς του έχουν αντιληφθεί πλήρως τον κωμικό και φαιδρό χαρακτήρα του παρόντος. Παραδείγματος χάριν, δείτε το ποίημα Τελειότητα όπου η σχέση μεγαλοφυίας και ευτέλειας σημειώνει αυτήν την ανοδική και καθοδική πορεία για την οποία μιλούσαμε προηγουμένως. Ή, αντίστοιχα, το παιχνίδι των δυο τους στα κοινά λήμματα/ποιήματα: στην Βαρύτητα όπου ο κισσός και η δασκάλα συνομιλούν εντός της κίνησης ανόδου-καθόδου, στον Καθρέφτη όπου η είσοδος στην επικράτεια της φθοράς (αρκεί να απλώσεις το χέρι σου και καταλαβαίνεις που τελειώνει το παραμύθι) καθρεφτίζεται σε μια επίμονη παιδικότητα (εξωτερικό επίστρωμα κάθε λογής θρανίων). Ωστόσο, όλος ο χαρακτήρας του βιβλίου, ιδίως το γεγονός ότι αποτελεί μια, άλλοτε, φανερή κι, άλλοτε, υπόρρητη συνομιλία, αναδεικνύει το παιχνίδι ως αφορμή της συγγραφής του. Είναι σαν να γράφτηκε ταυτόχρονα από δύο αγόρια με γδαρμένα γόνατα και δύο ανοϊκούς γέροντες σε επαρχιακό καφενείο. Η διάθλαση που υπάρχει στην Κωμωδία είναι προϊόν ταυτόχρονα μιας αυθάδικης παιδικότητας και του φυσικού φόβου της φθοράς.

Το Καθαρτήριο, η κεντρική και μεγαλύτερη ενότητα της Κωμωδίας, εκτείνεται στο παρόν, ενώ ακουμπάει στο παρελθόν και ανοίγεται στο μέλλον. Είναι η ενότητα που ασχολείται εμφατικά με το εδώ και το τώρα. Αυτή, άλλωστε, είναι και η ουσία κάθε αλλαγής του βλέμματος. Να μπορεί να κοιτά τον χώρο ως χρόνο και τον χρόνο ως χώρο. Αυτή η κοσμογονική οπτική απασφαλίζει τη ματιά από το κάδρο του συγκεκριμένου, δίνει ιδιότητες στο αφηρημένο και εξυψώνει το καθημερινό. Και πάλι η διαδρομή είναι η ίδια, τόσο ίδια που μπορεί κανείς να μιλήσει πλέον για μέθοδο. Με τα λόγια του Ρίτσου ξανά: άλλος δρόμος δεν τους έμενε, παρά μονάχα προς τα πάνω ή προς τα κάτω. Άνοδος από την επικράτεια του βιωμένου παρόντος στο ποιητικό σύμπαν, συγκρότηση ενός ποιητικού παρόντος και ξανά κάθοδος στο εδώ και το τώρα. Απλώς αυτή η δεύτερη φορά, είναι η ουσιαστική. Το παρόν έχει υποστεί τις διαθλάσεις στις οποίες το ποιητικό υποκείμενο το επιβάλει για να υψωθεί ξανά ως ένα παρόν φρικαλέο, φαιδρό άλλα και ουσιαστικά χυμώδες. Αυτή ακριβώς είναι η, οικεία για την Ποίηση, Διαλεκτική, που είναι, από τη φύση της, ήδη μια επαναστατική πράξη.


iii. Ίσως είναι ο παράδεισος μελαχρινό τοπίο (Ν.Κ.)

Στις 30 Νοεμβρίου του 1994, ο Guy Debord, έκανε την πλέον καταστασιακή πράξη της ζωής του, αυτοκτονώντας με μια σφαίρα στην καρδιά. Μια ημέρα νωρίτερα, στις 29, στην ίδια ηλικία, δηλαδή στα 63 του, ο διάσημος Άγγλος ληστής τραίνων –και μετέπειτα ανθοπώλης– ο Ronald “Buster” Edwards βρέθηκε απαγχονισμένος. Είμαι βέβαιος ότι και οι δύο βρίσκονται στον Παράδεισο της Κωμωδίας. Γιατί μπορείς να ξεφύγεις από την Σκότλαντ Γιάρντ. Μπορείς να ξεφύγεις από τη χυδαιότητα και το φετιχισμό του εμπορεύματος, αλλά δεν μπορείς να ξεφύγεις από τον χρόνο. Έχω πλέον τη βεβαιότητα πως όπου και να βρεθώ δεν μπορώ να ξεφύγω από τον χρόνο. Κι ακριβώς ο χρόνος είναι που γεμίζει τη θαλάμη και σφίγγει τη θηλιά. Στον Παράδεισο, όλα είναι ίδια, με μια μονάχα διαφορά: ο χρόνος είναι αναμεμειγμένος με ζάχαρη. 

Αυτή είναι και η λύση του μυστηρίου –ή του δράματος, αν θέλετε– του παρόντος. Αυτού του παρόντος που υψώνεται φρικώδες. Κι αυτήν την απάντηση δίνει η Κωμωδία. Πώς θα αλλάξουμε τον κόσμο; Ποια είναι η πλέον επαναστατική πράξη ενώπιον του παρόντος; Η απάντηση είναι σαφής. Να αναμείξουμε τον χρόνο με ζάχαρη. Τόση που κάθε τρία δευτερόλεπτα να μας πιάνει μια γλύκα. Και πρέπει να κάνουμε όσα απαιτούνται για να εξασφαλιστούν οι τεράστιες ποσότητες ζάχαρης που χρειάζονται. Να επιστρατεύσουμε τις παιδικές μας αναμνήσεις, τη libido, ό,τι διαρκώς λάμπει, τους φίλους, τα σκοτάδια μας. Κυρίως, να ενεργοποιήσουμε τους μηχανισμούς όπου θα κινητοποιήσουν τις διαδικασίες της τήξεως του παρελθόντος προς χάριν του μέλλοντος.

Για να επιστρέψω στην αγωνία του Hesse: αν έχουμε μιαν ευκαιρία να δημιουργήσουμε έναν Παράδεισο του παρόντος οφείλουμε να εμβαπτιστούμε στα νάματα του συγκλονιστικού. Όχι γενικά κι αόριστα. Να αναμετρηθούμε με τα μεγάλα μεγέθη, να συντριβούμε από την ομορφιά, να αποκαταστήσουμε την επαφή μας με τις μεγάλες αφηγήσεις. Κοινώς, να υπάρξουμε εν συνόλω. Κοινώς, να συναντηθούμε με τη μάνα μας την ποίηση. Δηλαδή, να αναγνωρίζουμε το έλασσον στο μείζον και, ακόμη περισσότερο, το μείζον στο έλασσον. Αλλιώς, Γάμησέ τα Γιοχάνες! 

Συχνά λέμε ότι τα ποιήματα θέτουν ερωτήσεις. Διαφωνώ. Στην Κωμωδία κρύβονται και απαντήσεις. Κρύβεται μια μέθοδος που καθοδηγεί την ανάσα. Κρύβεται η διαδρομή του βλέμματος. Εκείνου που ενδοστρέφει πολλές φορές/για να εξωστρέψει μία. Κρύβεται η απάντηση μέσα στην ερώτηση: Πού είναι τελικά τα ουράνια; Το παρόν είναι η αναγκαία συνθήκη της τήξεως του παρελθόντος προς χάριν του μέλλοντος. Και αυτό το παρόν, που επιμένει, πρέπει να το δαμάσουμε. Παίζοντας και γελώντας. Ειδικά εμείς, οι γύρω στα 40, η γερασμένη ανώριμη γενιά. Που κουβαλάει πλέον διαζύγια και χρέη, μερικά κιλά παραπάνω και αρκετά μαλλιά λιγότερα. Να υπάρχουμε ταυτόχρονα στο παιδικό μας παρελθόν και στο αναμενόμενο μέλλον μας. Ήρθε η ώρα να αναμετρηθούμε με τα μεγάλα μεγέθη. Σε όλα τα γήπεδα. ‘Η, όπως αυτοβιογραφείται ο Τσελίνι: «Όλοι οι άνθρωποι –όποια και αν είναι η θέση τους– που κάμαν κάτι υψηλό ή κάτι που στα αλήθεια μοιάζει για τέτοιο…θα έπρεπε με το ίδιο τους το χέρι να χαράξουν το παραμύθι της ζωής τους. Κι όμως καλύτερο θα ήταν να μην πιάσουν να κάμουν κάτι τέτοιο πριν να περάσουν τα σαράντα χρόνια της ζωής τους». Κι εδώ θα συμπληρώσω. Αυτό το παραμύθι της ζωής τους, για τον Γιάννη και τον Νικόλα, τον Νικόλα και τον Γιάννη, είναι μια Κωμωδία. Άλλοτε μαύρη κι άλλοτε καταστάσεων, άλλοτε πικρή κι άλλοτε έμπλεη χαράς. Τους ευχαριστούμε για αυτό το ξεγύμνωμα. Τους αξίζει.

[ «Ένοικος», 20/12/21 ]

 

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: