Ανέκδοτες γαλλόφωνες επιστολές του Περικλή Γιαννόπουλου στη Σοφία Λασκαρίδου

Μεταγραφή: Ηλίας Κολοκούρης - Francesca Ashfield
Μετάφραση - Σχολιασμός:
Ηλίας Κολοκούρης

——————

Πορτρέτο του Περικλή Γιαννόπουλου από τη Σοφία Λασκαρίδου, Δημοτική Πινακοθήκη Καλλιθέας «Σοφία Λασκαρίδου» Σοφίας Λασκαρίδου, «Οι Αρλεκίνοι» Συλλογή Αλέξιας Μαργαρίτη Η Σοφία Λασκαρίδου στο Μόναχο, 1910. [Αρχείο Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου» Η Σοφία Λασκαρίδου σε νεανική ηλικία στην Ακρόπολη, φωτογραφία Περικλή. Αρχείο Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου» Σοφία Λασκαρίδου και Περικλής Γιαννόπουλος σε περίπατο, πιθανώς στον Παρνασσό. [Αρχείο Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου» Ο Περικλής Γιαννόπουλος από τον Αλέξανδρο Φιλαδελφέα Η Σοφία και ο Περικλής σε βαρκάδα στην Βουλιαγμένη (;) [ο/η φωτογράφος;] Αρχείο Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου» Η Σοφία Λασκαρίδου σε νεανική ηλικία, φωτογραφία Περικλή. Αρχείο Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου» Ο Περικλής Γιαννόπουλος στο Ναό της Αθηνάς Νίκης, φωτογραφία Σοφίας. Αρχείο Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου» Ο Περικλής Γιαννόπουλος κρυπτόμενος, στο Ναό της Αθηνάς Νίκης, Φωτογραφία Σοφίας. Αρχείο Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου» Ο Περικλής Γιαννόπουλος στην Βορειοδυτική (;) γωνία του Παρθενώνα Φωτογραφία Σοφίας. Αρχείο Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου» Η Σοφία Λασκαρίδου σε μεγάλη ηλικία, με τον γάτο της, τον Ριρή. [Αρχείο Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου»

 

 

 

ΟΠερικλής Γιαννόπουλος, σύμφωνα με την εγγραφή στο Μητρώο Αρρένων του Δήμου Πατρέων γεννήθηκε το 1871 στην Πάτρα. Σπούδασε στο Α’ Γυμνάσιο Αρρένων της πόλεως στην Πλατεία Βασιλίσσης Όλγας (σήμερα Πλατεία Όλγας), από το οποίο αποφοίτησε το 1886, τα ίδια χρόνια με τον Ανδρέα Καρκαβίτσα και τον Δημήτριο Γούναρη. Το κτήμα της οικογένειάς του βρισκόταν στη θέση “Μποζαΐτικα” (μετονομάστηκε σε “Προάστειον” το 1960) στα περίχωρα των Πατρών. Πλησίον του σημερινού “Πόρτο Ρίο”. Ωστόσο, οι πληροφορίες παραμένουν συγκεχυμένες για την οικογενειακή του καταγωγή ως προς τον πατέρα του. Στην πρώτη έκδοση του Ιστορικού Λεξικού των Πατρών του ιστοριοδίφη των Πατρών Κωνσταντίνου Τριανταφύλλου διαβάζουμε για τον Γιαννόπουλο:

«Εγεννήθη εις Πάτρας τω 1869, υιός του εκ Μεσολογγίου ιατρού Ιωάν. Γιαννοπούλου και της Ευδοκίας Θεοφράστου Χαιρέτη εκ Κ/πόλεως. Η πατρική του οικία είναι επί της ΒΑ γωνίας οδών Ρήγα Φεραίου και Ζαΐμη. Μετά τας γυμνασιακάς του σπουδάς, μετέβη διά να σπουδάση εις Αθήνας Ιατρικήν, απεσύρθη όμως ταύτης και μετέβη εις Παρισίους δι᾽ αισθητικάς σπουδάς, επανελθών δε εις Ελλάδα, εγκατεστάθη εις Αθήνας, όπου απέθανε την 10 Απριλίου 1910 εις ηλικίαν 40 ετών».[1]

Σε μεταγενέστερη έκδοση του ιδίου λεξικού ο Περικλής Γιαννόπουλος συνδέεται με τον λόγιο Αναστάσιο Γιαννόπουλο εκ Μεσολογγίου, ο οποίος το 1853 δημοσίευσε εν Πάτραις το αποτελούμενο εκ δύο μερών Ανατολικόν Πνεύμα, όπου το εγκώμιο του Αλεξάνδρου θυμίζει αρκετά τα αντίστοιχα του Περικλή από τον επόμενο αιώνα:

Ανατολικόν Πνεύμα (σελ. 13-14:)

Αμίμητος διά τας αρετάς του, ως και εις αυτά τα πάθη ώφειλε να εκδικηθή τας βαρβαρικές επιδρομάς, και διά μεν της ευεργετικής εκπολιτεύσεως των λαών, να τιμωρήση την βαρβαρότητα, διά δε της διασποράς του Ελληνισμού να κατακτήση όλας τας υπόπτους δυνάμεις.
Εις μέγας των σοφών, ο Αριστοτέλης, προωρίσθη να μορφώση τον μεγαλουργόν άνδρα, ενσαρκωθέντα της αρχαιότητος το πνεύμα. Άπασαι αι εν Ελλάδι διαφωνούσαι ατομικότητες ενόησαν ναναθέσωσι την της κατά των βαρβάρων εκστρατείας αρχιστρατηγίαν εις τον Μ. Αλέξανδρον. και εξεστράτευσε με 35,000 Έλληνας και 10 τάλαντα συνοδευόμενος από τους σοφούς των Ελλήνων διά να εξελληνίση τους λαούς. Ο ήρως της ηθικής μεταπολιτεύσεως του κόσμου, δεν εκληροδότει τα έθνη με αλύσεις αιχμαλωσίας και δεν διένειμε τους θρόνους εις τους συγγενείς του. Οικουμενικός απόστολος του πολιτισμού εγκαθίδρυε τα ταμεία των επωφελών γνώσεων και εζωπύρου τα πνεύματα με ελευθέρας θεσμοθεσίας. Κηρύττει το δημοκρατικόν πολίτευμα εις τους δεσποζομένους λαούς ,διά να κατακτήση τας δυναστείας με άκρατον ελευθερίαν. Καταργεί φορολογικούς νόμους, διαδίδωσιν ευεργετικές τέχνας, ζωογονεί την γεωργίαν και μετοχετεύει τον Ευφράτην εις τας αυχμώδεις πεδιάδας της Ασσυρίας. Θαλασσώνει ηπείρους και ηπειρώνει θαλάσσας. Κηρύττεται προστάτης του εμπορίου, κτίζει την επώνυμον του Αλεξάνδρειαν, ως σύνδεσμον της Μεσημβρίας και Ανατολής, κέντρον όλου του εμπορίου της γης και επίδοξον διάδοχον των Αθηνών.

Αντιστοίχως στο περικλογιαννοπούλειο κύκνειο άσμα Έκκλησις προς το Πανελλήνιον Κοινόν, του 1907 έχουμε στις σελ. 16-17-18:

Και ιδού εισέρχεται εις την Παγκόσμιον σκηνήν Θεόπνευστος και Θεοείκελλος ο ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ. Κλαίτε Δάσκαλοι το σώπασμα των ωραίων ρητόρων. Αλλά Σεις Γυναίκες του Κόσμου που αγαπάτε τους Θεούς και τους Ήρωας κλαίτε που περνάτε μάταια χωρίς να ΕΧΕΤΕ ΙΔΕΙ Τον ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΝ. Εάν η Ηθική των κοσμίων απαιτεί οι Ήρωες, οι Ημίθεοι, οι Θεοί να είνε πρώτα πρώτα πίσω Λάζαροι- πάγκαλα κορμιά και έπειτα μυαλά υπερανθρώπου δυνάμεως, έναν Αχιλλέα άμυαλον και κατσικοκλέφτην σαν τους χθεσινούς Αχιλλείς μας και έναν ωραίον και διανοητικόν, αλλά χαμένον στα σαλόνια και αποτυχόντα,
τον Αλκιβιάδην, εγέννησαν οι Ελλάδ. Παρθενώνες. Αυτός όμως είνε ο Ωραίος Ήρως. Ο Ωραίος Θεός. Και είνε ΝΟΥΣ. Παιδαγωγημένος από τον Κόσμιον Αριστοτέλην, Άρης μεν Έλλην, Ωραιότατος, Δυνατώτατος, Αγαθώτατος αλλά και ΝΟΥΣ. Ο Μέγιστος Βασιλικός Νους, και ο Μέγιστος ΠΟΛΙΤΙΚΟΣ Νους της Φυλής. Ο Περικλής, σαν αττικός άνθρωπος, έβλεπεν έναν Ελληνισμάκο με την Αθήνα του άρχουσαν, με ένα Ιδανικόν ενσαρκωμένον φέρον την υπογραφή του. Και το επεχείρησε και το κατόρθωσε των καιρών ευνοούντων, διά του πλέον αφαντάστου μέσου — του ΛΟΓΟΥ.

Ελλ. Φυλή ο μεγαλύτερος Εχθρός Σου είνε: Ο ΕΑΥΤΟΣ Σου.

Αλλά ο Αλέξανδρος που έβλεπε πλατύτερα και δυνατώτερα, είδε ότι όλα αυτά στον άγριο Κόσμο είνε σαν μπουκέτο σταχύων κοντά σε στόμα γαϊδάρου, ότι διά να διατηρηθούν αυτά εχρειάζετο ένας μέγιστος ελληνικός θώραξ, γράφων τον μέγιστον δυνατόν κύκλον φρουρήσεως περί αυτά, ότι η Φυλή έπρεπε να εκταθή μέχρι των άκρων ορίων της διά να είνε ασφαλής, και είδε κατακάθαρα ότι δεν είνε σκοπός της να υπάρχη αυτή και να είνε μεγάλη, αλλά Σκοπός της μοιραίος είνε ο Κόσμος, ο Εξανθρωπισμός του Κόσμου, η Πραγματική κυριαρχία και η Πνευματική κυριαρχία της Γης, η Γνώσις και τακτοποίησις του Πραγματικού και Πνευματικού Κόσμου. Και ούτω είδε κατακάθαρα την ΑΝΑΓΚΗΝ Τρισμεγίστου Ελληνισμού.
[…]
Ο Αλέξανδρος είνε ο Ώριμος Ανδρικός Εγκέφαλος του Ελληνισμού, όπως και αυτός ο Ελληνισμός είνε ήδη Ανήρ. Με μάτι Θεού διατρέχει τον Κόσμον, σπείρει σοφώτατα τον Ελλ. ΣΠΟΡΟΝ, ριζώνει και αναπτύσσει και πολλαπλασιάζει τας χιλιάδας χιλιάδων Κοινότητας, τας καθιερώνει και τας εδραιώνει, παντού όπου ήσαν ανέκαθεν και παντού όπου δεν ήσαν ακόμη. Με μάτι Θεού βλέπων τα ναυτικά, εμπορικά, συγκοινωνικά και εκπολιτιστικά σημεία της Γης, ιδρύει και στήνει τας Ελλ. Πόλεις, ΦΑΡΟΥΣ αληθινούς Κινήσεως, Προόδου, Φωτός και Πολιτισμού διά τον δρόμον της Ανθρωπότητος. Δημιουργεί ένα τελειότατον δίκτυον Ελλ. Πολιτισμού.

Άραγε να οδήγησαν αυτές οι ιδεολογικές συγγένειες τον ιστοριοδίφη Τριανταφύλλου να θεωρήσει τον Αναστάσιο πατέρα του Περικλή; Στις επόμενες εκδόσεις του Ιστορικού Λεξικού η πληροφορία επανέρχεται στην πρώτη της μορφή.

Η Σοφία Λασκαρίδου, κόρη του Λάσκαρη Λασκαρίδη, της παλαιάς οικογενείας με καταγωγή από τον Πρίγκηπα της Τενέδου Εμμανουήλ, το γένος Χρηστομάνου, γεννήθηκε στις 12 Μαρτίου 1876 και πέθανε στις 13 Νοεμβρίου 1965, στην Αθήνα. Σύμφωνα με την ληξιαρχική πράξη γεννήσεώς της, η οποία βρέθηκε στο προσωπικό της κασελάκι, που πρόσφατα διέσωσε ο Δημήτρης Παπαγεωργόπουλος, υπεύθυνος του Αρχείου Νεοελληνικής Τέχνης «Σοφία Λασκαρίδου», φαίνεται πως η πρωτοποριακή ζωγράφος συστηματικά πείραζε την ημερομηνία γεννήσεώς της, με μία συγκινητική διάθεση μυθοπλασίας. Λίγο μετά την αυτοκτονία του αγαπημένου της, κι αφού μαζί με την αγαπητή φίλη της Νένη περιποιήθηκαν και μύρωσαν το νεκρό σαν κούρου σώμα του, η Λασκαρίδου αποπειράθηκε επίσης να αυτοκτονήσει. Έζησε όμως ως τα βαθιά γεράματα, ζωγραφίζοντας και οπλοφορώντας. Αν και ως τη δεκαετία του ’30 αρνείτο να το παραδεχτεί επωνύμως, πρόλαβε λίγο πριν πεθάνει να αφηγηθεί την ζωή της και τον μυθιστορηματικό έρωτά της για τον Γιαννόπουλο, στο συμπλήρωμα της Αυτοβιογραφίας της το 1960, με τίτλο Από το Ημερολόγιό μου : Μια αγάπη μεγάλη:

Η μεγαλύτερη ευτυχία, μα και η πιο μεγάλη δυστυχία της ζωής μου, γεννήθηκε από μια μοιραία συνάντησι. Ερχόταν αντίθετα από μένα, λίγα βήματα μας χώριζαν. Στάθηκε, άθελα· στάθηκα κι εγώ. Τα μάτια μας συναντήθηκαν. Έβγαλε το καπέλλο. Σαν φωτοστέφανος έλαμψαν τα χρυσά του μαλλιά γύρω στο αγγελικό κεφάλι με τον γαλάζιο ουρανό στα μάτια. Τον κύτταξα αχώρταγα μα κι αυτός δεν ξεκολλούσε τα μάτια του από τα δικά μου.

— Με συγχωρείτε, ψιθύρισε. Η ομορφιά σας μ’ εθάμπωσε!
Κι εμένα η δική σας.

Χαιρέτησε, προσπέρασε, γύρισε πίσω το κεφάλι, κι εγώ την ίδια στιγμή γύρισα το δικό μου. Χαμογελάσαμε κι οι δυο. Αυτό ήταν.

Ποιος να είναι ; αναρωτιόμουν, άγνωστος για μένα.


Μεγάλωσα στην εξοχή, στην ερημιά της Καλλιθέας. Σπάνια ανέβαινα στην Αθήνα. Κάθε Κυριακή το απόγευμα, έβλεπα μόνο, στο σπίτι των γονέων μου που δέχονταν, τους φίλους και τους γνωστούς μας.
Την Κυριακή, έπειτα από το συναπάντημα εκείνο, έγινε το απροσδόκητο. Μπαίνει στο σαλόνι μας ο ωραίος άγνωστός μου. Η καρδιά μου σταμάτησε. Προχωρεί, με χαιρετάει και συστήνεται:

Περικλής Γιαννόπουλος, θαυμαστής σας.

Ώστε γνωρίζατε ποια ήμουν!
Είναι δυνατόν ! Η φήμη του ταλέντου σας και η ομορφιά σας μου έδωσαν το θάρρος να έλθω σπίτι σας.
[2]

Τα περί του θανάτου του είναι λίγο πολύ γνωστά, όπως τα καταγράφει ο τύπος της εποχής και προκάλεσαν πλήθος αντιδράσεων, ως και πολεμικές κατάρριψης της αφήγησης, τις οποίες δεν θα εξετάσουμε επί του παρόντος.

Μόνον το τέλος της αυτοκτονίας του Γιαννόπουλου ανεγράφη εις τας εφημερίδας. Και λέγομεν το τέλος, επειδή ο μακαρίτης ήρχισεν αυτοκτονών προ μηνός και πλέον. Τουλάχιστον κατά τας βεβαιώσεις πολλών φίλων του ωμίλει περί του προσεχούς μοιραίου τέλους, εκθειάζων τα θέλγητρα της εφίππου και ποιητικής αυτοκτονίας, την οποίαν επεφύλασσεν εις τον εαυτόν του, ή κάμνων υπαινιγμούς διά κάποιο μακρυνό ταξείδι!
Το άλογο ! το άλογο! Αυτός είναι θάνατος! Να καβαλλικέψης ένα άλογο και να πηδήσης από τη μια ζωή στην άλλη !
Είναι αι φράσεις, τας οποίας επαναλάμβανε συχνά με πάθος. Οι στενώτεροι φίλοι του ευρίσκοντο εις ανησυχίαν, επειδή αν και ο Γιαννόπουλος ωμίλει πολλάκις ακαδημαϊκώς περί της καλλονής θανάτου εν πλήρει ανοίξει, εν τούτοις από μηνός η έμμονος ιδέα τον είχε καταλάβει ολόκληρον, ιδίως αφ’ ότου έκαψεν όλα τα χειρόγραφά του. Η μελαγχολία του έκτοτε είχε γίνει καταφανής και επιμονωτέρα. Εις φίλον του, ο οποίος του παρετήρησεν ότι αυτά δεν ανήκον εις αυτόν, αλλά εις το δημόσιον, απήντησε:
Ό,τι έγραψα εγώ, θα το γράψουν άλλοι καλλίτερα! Δεν έχει καμμίαν σημασίαν αυτό. Το χώμα θ’ αναδώση μόνον του ό,τι έγραψα.

[...] Το τραγικώτερον από όλα τα επεισόδια των τελευταίων ημερών συνέβη μεταξύ αυτού και του στενωτέρου των φίλων του παραμονήν της ημέρας της αυτοκτονίας, δηλαδή την παρελθούσαν Τετάρτην.
Ο Γιαννόπουλος επεσκέφθη τον φίλον του κατά τας δέκα της νυκτός. Μαζύ δε με αυτόν και την κυρίαν του επήγαν εις τον Κινηματογράφον. Εκεί, ο Γιαννόπουλος κατελήφθη από αλλόκοτον ευθυμίαν. Ήνοιξε συνομιλίαν τόσον οικείαν με κάποιον διπλανόν του άνθρωπον του λαού, τόσον εύθυμον και διακοπτομένην από τόσον ηχηρούς γέλωτας, ώστε προσείλκυσε την προσοχήν όλων. Μετά τον κινηματογράφον ο Γιαννόπουλος, ο φίλος και η σύζυγός του εμπήκαν εις μιαν μπύραν για να πάρουν κάτι. Το κατάστημα ήτο έρημον πελατών. Εις μιαν στιγμήν ο μακαρίτης ανασκαλεύων τις τσέπες του, είπε με γλυκύπικρον μειδίαμα:

«Σταθείτε... σταθείτε... έχω κάτι να σας διαβάσω... Είναι κάποιο αγαπητό μου κομμάτι... Το “Τριαντάφυλλο και τ’ αηδόνι” του Οσκάρ Ουάϊλδ, που το έχω μεταφράσει... ενθυμείσθε;»

Και ήρχισε να διαβαζη το διήγημα του Άγγλου ποιητού, το οποίον είχε δημοσιευθή εις τα Παναθήναια κατά μετάφρασίν του, διακοπτόμενος διαρκώς, με φωνήν βραχνήν και ηλλοιωμένην, επειδή φαίνεται ότι ανεκάλυπτε μυστικάς σχέσεις μεταξύ του εαυτού του και του πτερωτού ήρωος του Ουάϊλδ, του αηδονιού, το οποίον εδέχθη να καρφώση την καρδιά του εις το αγκάθι μιας τριανταφυλλιάς μόνον και μόνον διά να βάψη με το αίμα του ένα άλικο τριαντάφυλλο. Αφού η τραγική ανάγνωσις ετελείωσεν, ο Γιαννόπουλος αναστέναξεν και είπεν:

«Αύριο θα κάμω μια εκδρομή...» Αλλά δεν είπε πού θα επήγαινε.

 

 

[...] Ο Γιαννόπουλος εις τους στενούς του φίλους την προηγούμενην της ημέρας της αυτοκτονίας εχάρισεν ομοιομόρφους εικόνας αρχαίου αναγλύφου, παριστώντος έφιππον έφηβον, υπαινισσόμενος προφανώς τον τρόπον της αυτοκτονίας του.

Το τέλος του εις του Σκαραμαγκά

Καθ΄ όλας τας συγκεντρωθείσας πληροφορίας τα γεγονότα έλαβον χώραν ως εξής εις τού Σκαραμαγκά: Ο Γιαννόπουλος έφθασεν εφ΄ αμάξης υπό ραγδαίαν βροχήν. Παρά τι μικρόν φυλακείον εκεί εκάθισεν, έφαγεν, έπιε μπύραν και εζήτησε από τον αμαξάν να αποζεύξη ένα άλογο.
Εκείνος εδίστασε κατ΄ αρχάς, αλλά ενέδωκε τέλος, όταν ο Γιαννόπουλος αφήκε σημείωσιν βεβαιούσαν ότι δεν έλαβεν χώραν έγκλημα. Η σημείωσις αυτή ευρέθη με τον χαρτοφύλακά του, το αδιάβροχον, το καπέλλο του και το καλαθάκι τού φαγητού εις το φυλακείον.
Μετά τούτο ίππευσε, στεφανωμένος με αγριολούλουδα, και, αφού ανήρτησεν επάνω του ένα κομψόν σάκκον πλήρη βαρών και επλύθη με αρώματα, ώρμησε προς τα μαινόμενα κύματα και την ανοιξιάτικην μπόραν με απερίγραπτον τραγικήν ορμήν. Όταν έφθασε, καβάλα εις το άλογο που εκολυμβούσεν, εις τα βαθειά, τότε επυροβόλησε κατά της κεφαλής του και εχάθη, ενώ το άλογο, αγριεμένο και ρουθουνίζον, επανήλθεν εις την ακτήν.
Το μεσημέρι ακριβώς ο αμαξάς, επιστρέψας εκ Σκαραμαγκά, ενεχείρισεν εις την κ. Κρίτσα μιαν ανθοδέσμην πασχαλιάς εκ μέρους του νεκρού πλέον εξάδελφου της».

Εφημ. Εστία, 12 Απριλίου 1910[3]

Στο θρυλικό κασελάκι της Λασκαρίδου, εκτός από τις επτά γραμμένες στα ελληνικά επιστολές, βρέθηκαν και τα τεκμήρια που δημοσιεύουμε σήμερα, κατά την επέτειο της στωικής αυτοχειρίας του Γιαννόπουλου. Πρόκειται για τα σπαράγματα τριών επιστολών γραμμένων στα γαλλικά, τις οποίες προσπαθήσαμε να αποκαταστήσουμε. Ανήκουν στο υλικό του Αρχείου Νεοελληνικής Τέχνης “Σοφία Λασκαρίδου” υπό την εποπτεία του συλλέκτη Δημήτρη Παπαγεωργόπουλου.

Το κασελάκι της Λασκαρίδου σήμερα (2021: φωτογραφία : Δημήτρης Παπαγεωργόπουλος)



Οι επιστολές πρέπει να γράφονται περί το 1908-1909. Τη συγκεκριμένη χρονολόγηση την υιοθετούμε από προσκλήσεις σε κοινωνικές εκδηλώσεις, απευθυνόμενες στην Λασκαρίδου και άλλες επιστολές προς εκείνην της ιδίας περιόδου, οι οποίες ευρίσκονται στο κασελάκι. Τα υπόλοιπα έγγραφα που έχουν ψηφιοποιηθεί και αναμένουν την έκδοσή τους, χρονολογούνται στις δεκαετίες του ’30 και του ’60. Στην γαλλόφωνη επικοινωνία τους πως επικρατεί η κρυπτικότητα και ο έντονος συμβολισμός. Δεν δίδει εύκολα ο Γιαννόπουλος τα κλειδιά όσων λέει στην αγαπημένη του. Ναι μεν αναφέρεται στο περίφημο “Ανάκτορο του Έρωτος” φέρνοντας στο νου του αναγνώστη το Παλάτι από το διάσημο παραμύθι του Έρωτα και της Ψυχής[4] αλλά εδώ διαφαίνεται πως πέραν της Ποίησης, ο επιστολογράφος ενδεχομένως και να κυριολεκτεί. Σε ποιο σπίτι μπορεί να αναφέρεται δεν γνωρίζουμε. Την προσκαλεί σε θωπείες φυσικές, στην Αθήνα. Ενδεχομένως να πρόκειται για συνάντηση στο σπίτι το οποίο ενοικίαζε, που ευρίσκεται σήμερα στην οδό Διονυσίου Αρεοπαγίτου, πλησίον του αρχαιολογικού χώρου που έχει ταυτιστεί με την Οικία του Πρόκλου. Αλλά δεν υπάρχει ένδειξη άλλη στην επιστολή.

Στην Ένατη Επιστολή τα πράγματα είναι ακόμη περισσότερο αινιγματικά. Ο επιστολογράφος δίδει οδηγίες στην Λασκαρίδου για πράγματα τα οποία θέλει ο ίδιος να πει εκείνη σε μία φίλη της. Η φίλη δεν κατονομάζεται και μόνον εικασίες μπορούν να γίνουν. Ενδεχομένως πρόκειται για τη φίλη της Νένη, με την οποία, κατά τα λεγόμενα της Λασκαρίδου στο Ημερολόγιο, έκλαψαν την γαλήνια μορφή του, αφού η ίδια τον είδε σε όνειρο, όπως αφηγήθηκε “ξαπλωμένο, κρατούσα το κεφάλι του και του έβαλα το στεφάνι. Όμως τα χρυσά του μαλλιά γίνονταν άσπρα”.[5] Ποιες όμως θα μπορούσαν να είναι εκείνες οι “τρελές αποφάσεις” περί των οποίων ο Γιαννόπουλος ικετεύει την Λασκαρίδου να πείσει την φίλη της; Αν πάλι, δεν πρόκειται για τη Νένη, αλλά για την φίλη της Λασκαρίδου η οποία αναφέρεται στις προηγούμενες επιστολές του κυτίου, την Ριρή, τα πράγματα περιπλέκονται ακόμη περισσότερο. Όμως υπήρχε και ο γάτος της Σοφίας, απαθανατισμένος στο Αρχείο της, ο Ριρής. Όπως και να έχει, η φίλη της Λασκαρίδου, Ριρή, σύμφωνα με το γενεαλογικό δένδρο[6] που έχει συντάξει ο ερευνητής και ιδιοκτήτης του Αρχείου Νεοελληνικής Τέχνης “Σοφία Λασκαρίδου” Δημήτρης Παπαγεωργόπουλος, παντρεύτηκε τον εξάδερφο της Λασκαρίδου, Νικόλαο Μελετόπουλο και είχαν ως τέκνα τον Αναστάσιο Μελετόπουλο,[7] φωτογράφο του θεάτρου, την Ελένη και την Μαρία Μελετοπούλου. Δεν φαίνεται να αναφέρεται σε εκείνην η επιστολή, τρελές αποφάσεις δεν προκύπτουν ώστε να χρειάζεται να τις αποφύγει κανείς. Σχετικά με ποια θέματα δηλώνει πρόθυμος ο Γιαννόπουλος να αναλάβει τις υλικές και ηθικές συνέπειες δεν γνωρίζουμε. Δυστυχώς, η ιδιόλεκτος των επιστολών και η μυστικότητα με τις οποίες είναι γραμμένες, θυμίζουν το απόσπασμα του Ηρακλείτου “ὁ ἄναξ, οὗ τὸ μαντεῖόν ἐστι τὸ ἐν Δελφοῖς, οὔτε λέγει οὔτε κρύπτει ἀλλὰ σημαίνει.”[8] Ο άναξ, στον Ηράκλειτο, είναι ο Απόλλων, και οι χρησμοί του δέον είναι κατά τον φιλόσοφο, να λαμβάνονται ως σημεία και όχι ως λόγοι ή μηνύματα εν κρυπτώ. Κάπως έτσι φαίνεται πως είναι συντεταγμένη και η ένατη επιστολή του Γιαννόπουλου, δικαιώνοντας την επιλογή του Σικελιανού να τον θρηνήσει ως “απολλώνειο”.[9] Υφολογικά οι επιστολές δεικνύουν έναν συντάκτη ο οποίος συνδιαλέγεται με γρίφους, χρησιμοποιεί δε το αρχαιοελληνικό θρησκευτικό σύμπαν ως βίωμα. Το Ανάκτορον του Έρωτος από τις Μεταμορφώσεις του Απουλήιου πλέον κατοικείται από έναν “πληγωμένο”, έναν “θλιμμένο” έρωτα, ενώ θα μπορούσε κανείς να θεωρήσει πως ο επιστολογράφος ευρίσκεται σε αδιέξοδο, δε γνωρίζει, φαντάζεται ή υποθέτει γεγονότα τα οποία είτε τον αφορούν, είτε δεν τον αφορούν, χωρίς αποδείξεις και μόνες ενδείξεις. Μέσα σε μία οξύμωρα αισιόδοξη απελπισία καταφέρνει να χαριτολογεί, να επικαλείται το αρχαίο θείο και προσευχές προς την Αφροδίτη. Μπορεί κανείς να αποκαλέσει όλα αυτά παραλήρημα; Εμείς εντοπίζουμε έναν επιστολογράφο σε ταραχή, έναν άνδρα αγχωμένο αλλά πρόθυμο να τα λύσει όλα, να βοηθήσει σε ένα άγνωστο εμάς πρόβλημα. Ταραχή, την οποία όμως είναι ικανός να αυτοσαρκάσει, αφού όσα τον βρίσκουν τα θεωρεί εν τέλει “άχρηστα” και φτάνει σχεδόν να σπάει πλάκα με την αγωνία του και τον φαύλο κύκλο στον οποίο περιέπεσε η σκέψη του.

Στην τελευταία επιστολή του προς την Λασκαρίδου, ο Γιαννόπουλος σαν να βρίσκει καταφύγιο από την αγωνία που τον κατατρύχει στην φιλοσοφία. Προκειμένου να επιχειρηματολογήσει σχετικά με κάτι που της ανέφερε ή είπε (ενδεχομένως σε ενδιάμεση επιστολή η οποία χάθηκε από το κασελάκι;) αντιγράφει εκτενή αποσπάσματα από το έργο Le Devoir (1853) του Γάλλου πολιτικού και ηθικού φιλοσόφου Jules Simon. Το έργο είχε μεταφρασθεί στα ελληνικά το 1860, ως Το Καθήκον Υπό Ιουλίου Σίμωνος, μεταφρασθέν εκ τοῡ γαλλικοῡ υπό Π. Γ. Σκούφου. Εν Αθήναις, Εκ τοῡ Τυπογραφείου Χ. Νικολαΐδου Φιλαδελφέως. Από εκεί αντιγράφουμε την μετάφραση που παραθέτουμε.

Τέλος, το έσχατο έγγραφο που βρέθηκε στο κασελάκι της Λασκαρίδου, είναι οι παρακάτω συγκινητικές οδηγίες χρήσεως της φωτογραφικής μηχανής, την οποία καθώς φαίνεται ο Γιαννόπουλος είχε προμηθευθεί και δώρισε στην αγαπημένη του. Τις φωτογραφικές πλάκες που αναφέρονται, συντήρησε και εμφάνισε μετά την απόκτηση του Αρχείου ο ερευνητής Δημήτρης Παπαγεωργόπουλος. Καθώς οι σπάνιες φωτογραφίες του Αρχείου βρέθηκαν μαζί με τις οδηγίες χρήσεως, θα μπορούσε κανείς να υποθέσει πως οι λήψεις έγιναν με την φωτογραφική μηχανή του Γιαννόπουλου, σε μια ενδιαφέρουσα συγγένεια του Περικλή με τον άξιο επίγονο, ταξιδευτή και συνειδητό παρατηρητή Γιώργο Σεφέρη. Όπως και εκείνος, στον Ιερό Βράχο επιλέγει να φωτογραφήσει λιγότερο γνωστές αρχαιότητες[10] το Ερέχθειο και το Ναό της Αθηνάς Νίκης, αντί του Παρθενώνος. Το 2000, ως συμβολή στο Έτος Σεφέρη, το ΜΙΕΤ οργάνωσε και επιμελήθηκε έκθεση με φωτογραφίες του Γιώργου Σεφέρη στην Πάτρα (Πολιτιστικό Κέντρο Πατρών του ΜΙΕΤ).

Το πρώτο φύλλο της Όγδοης Επιστολής


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΟΓΔΟΗ

Αθήναι

Amour,

Je demeure pour toi uniquement à la Ruine qui fut le Palais enchanté de l’Amour.—
Si tu garde, comme moi, le souvenir reconnaissant et fervent, pour les jours illuminés d’une si splendide Poésie, viens viens Amour! Toute pure est encore la demeure, et toute pure sera gardée pour toi uniquement. Aphrodite à sa place attend les offrandes, les fleurs et les baises d’ Amour.

Tout parle de toi et le lieu donne la puissance et le désir frais les caresses normelles. Viens viens, viens Amour. Tu sera adorée comme jamais de caresses normelles. Je suis seul tout à fait seul Il n’y a ni servante, ni âme qui vive. Je t’attendrai aujourd'hui de 1-4 heures. Je t’ attendrai demain matin de 7- a 10. Si tu ne peux pas venir m’ envoyer moi un mot pour autre jour - le plutôt.
Comme moi te lèves puissantes et sois heureux Amour. — P

* de 6-8 après-midi

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:

Αθήναι

Αγάπη,
Συνεχίζω να ζω δι᾽ εσέ μόνον εις το Ερείπιον που υπήρξε το μαγεμένο Ανάκτορον του Έρωτος. Εάν διατηρής εις την μνήμην σου, όπως εγώ, με ευγνωμοσύνην και θερμότατα πάσαν ανάμνησιν των φωτεινών ημερών μας, εκείνων των στιγμών της τόσον Υψηλής Ποιήσεως, έλα, έλα, Έρωτα ! έλα εις την οικίαν μας, πάσα αγνότης παραμένει εδώ, εις την οικίαν μας, πάσα αγνότης της συνειδήσεώς μας θα παραμείνει δι᾽ εσέ μόνον. Η Αφροδίτη στον χώρο της προσμένει τις προσφορές του έρωτος, τα άνθη και τα φιλιά του Έρωτος.

Όλα δι’ εσέ ομιλούν και ο τόπος μεταδίδει την δύναμιν και τον πόθον για θωπείες φυσικές. Έλα, έλα, έλα Έρωτα. Θα σε λατρέψω όσο ποτέ άλλοτε, με φυσικές θωπείες. Είμαι μόνος, απολύτως μόνος. Δεν είναι εδώ ούτε υπηρέτης, ούτε ψυχή ζώσα. Θα σε περιμένω σήμερα από τις 1 έως τις 4 η ώρα. Θα σε περιμένω αύριο το πρωί από τις 7 έως τις 10. Εάν δεν δύνασαι, να μου γράφης σημείωμα για μια άλλη μέρα.

Όπως εγώ, ξύπνα με δύναμι και έσω ολοχαρής, Έρωτα. — Π.

*από τις έξι έως τις οκτώ το απόγευμα.

ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΕΝΑΤΗ

Dites à votre Amie que je passe des moments d’une fiévreuse inquiétude, tout dans l’ ignorance de ce qu’elle fait et dans la supposi-tion qu’elle se fait du mal et qu’elle se torture.
Dites lui: qu’en cas d’accident - malgré son refus blessant - il me faut dire selon mon coeur, que je la supplie qu’elle ne prenne aucune décision sans nous entendre. Que je suis prêt a me changer de toutes les conséquences morales et matérielles. Je dis et matérielles.

Pour cela je me suis senti obligé de télégraphier à qui elle sait, que j’accepte de prendre part à une entreprise depuis longtemps proposée instamment et depuis long-temps toujours refusée, et cela pour être en mesure d’envisager toute possibilité matériellement.
Et j’ai fait cela par le sentiment de l’honneur (Οὕτως) Ainsi je doit agir tout honnête homme devant de pareils circonstances sans t'inquiètes de refus de les services.

Dites-lui en un mot qu’ en tant cas, il ne faut desesperer de rien, qu’il ne faut pas prendre des decisions folles , qu’il y a une foule des combinaisons auxquelles on peut penser, que je suis pret a lui servir with/to everything_without having to worry that his liberty is utilized for nothing à tout sans que sa liberté s’engage en rien
et que au mot et [...] en dernier lieu qu’elle veuille croire que je suis absolument a la disposition n’importe la façon et la forme dont elle veut que je lui serv[e]? pour une fin heureuse.

Dites-lui que je l’ attend dans une fiévreuse anxiété pour apprendre les nouvelles.
et je vous en prie - conseiller votre amie vous qui l’aimer, supliez-la qu’elle ne preuve des décisions follement avant de nous entendre.

*

Et dites - lui pour la toute dernière fois les profonds regrets de l’Amour, pour le manque total de confiance en lui, pour l'inutilité absolue dans laquelle il est condamné dans tout accident intime ou justement ne devait être appelé et attende et suivi que lui - Vraiment les profonds regrets, plus profonds que jamais .. Amour blessé et attristé de voir ami son amie d’un rien eu faire une tragédie, en souffrir se blesser, se tuer sans la moindre raison, par manque de confiance en lui, souhaite de fond du coeur à Vénus le bonheur profonde? [pour elle] d’un autre Amour plus grand auquel elle puisse croire et avoir confiance. Car tout cela elle souffrira trop, trop, beaucoup trop, dans sa vie. Tout ne lui portera que souffrance que tristesse que torture + tout ce qui a nous? autres n’est que joie et bonheur sans jamais le moindre accident, obstacle ni peine, pour elle sera du tracas.

                        *

Amour triste répète ses profonds regrets de se sentir précieux pour une foule des personnes dans la vie pour lesquelles n’a le millième d'intérêt, et d’une inutilité absolue pour ce qu’elle aime le plus. Et étant toujours a ses rides, tristes les fois et pour tout, quand elle voudra entendre raison et Amour - nous [hors] légèreté de penser et d’agir.

[...] inutiles. tels et me fonde encore, qui on ne peut écrire à l’infini, qu’ elle n’ estime pas même bonnes pour se donner le temps et la peine de les entendre préférant l’action avec une légèreté ironie. Que Venus l’aide!

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ:

— Πες στην Φίλη σου ότι περνάω στιγμές πυρετώδους ανησυχίας, τόσον χαμένος στην άγνοια του τι κάνει και με την πιθανότητα να βλάπτη και βασανίζη τον εαυτόν της.
— Πες της: ότι σε περίσταση ατυχήματος -παρά την άρνησή της που βαθείαν πληγήν φέρει- πρέπει να είπω, εκ βαθέων καρδίας, ότι την ικετεύω να μην αναλάβη ουδεμίαν απόφαση χωρίς να μας ακούσει. — Ότι είμαι έτοιμος να αναλάβω ο ίδιος πάσας τας ηθικάς και υλικάς συνέπειας. Λέγω και υλικάς.
Δια τον λόγον αυτόν ησθάνθην την ηθικήν υποχρέωσιν όπως τηλεγραφήσω εις όποιον γνωρίζει, ότι δέχομαι να λάβω μέρος αμέσως εις μιαν επιχείρησιν, η οποία στήνεται προ καιρού και επί μακρόν ηρνούμην, και ούτω πως, ώστε να δύναμαι να προείδω κάθε πιθανόν υλικό κόστος.
Ούτω έπραξα από αίσθημα τιμής. Έτσι πρέπει να πράττει πας τίμιος ανήρ εις τοιαύτας περιστάσεις, δίχως ν᾽ανησυχήση για τυχούσα άρνηση των υπηρεσιών του.
— Πες της, με λίγα λόγια, ότι εις τοιαύτην περίπτωσιν, δεν πρέπει ματαίως να απελπίζεται για τίποτε, ότι δεν πρέπει να λαμβάνει τρελλάς αποφάσεις, ότι υπάρχει ποικιλία πιθανών συνδυασμών, τους οποίους δυνάμεθα να σκεφτούμε, ότι είμαι έτοιμος να υπηρετήσω κάθε επιλογή της, χωρίς να χρειάζεται να ανησυχεί ότι η ελευθερία της εμποδίζεται καθ᾽οιονδήποτε τρόπο.
— Και ότι έχει τον λόγο μου, εν τέλει, ότι ευρίσκομαι απολύτως εις την διάθεσίν της, και θα πράξω εντίμως ό,τι θέλη, υπηρετών αυτήν ανεξαρτήτως του τρόπου και της μορφής, δι’ εν αίσιον τέλος.
— Πες της ότι περιμένω μετά πυρετώδους αγωνίας να ακούσω τα νέα της. -και σε ικετεύω- συμβούλεψε τη φίλη σου, εσύ που την αγαπάς, σε παρακαλώ, ικέτευσέ την κι εσύ, να μην λάβη τρελλάς αποφάσεις πριν να μας ακούση.

                *

— Και πες της για τελευταία φορά για τις βαθιές θλίψεις του Έρωτος, για την απόλυτον έλλειψιν εμπιστοσύνης προς αυτόν, για την απόλυτη αχρηστίαν εις την οποίαν καταδικάζεται με κάθε κοινόν ατύχημα ενώ ακριβώς θα όφειλε να κληθεί και να περιμένει και να ακολουθεί μόνον το θέλημα Αυτού [του Έρωτος]- Πραγματικά βαθεία η λύπη, πλέον βαθυτέρα από ποτέ [...]
Πληγωμένος Έρως και καταλυπημένος να βλέπει φίλη της φίλης, για το τίποτε να ζει μιαν τραγωδία, να υφίσταται τοιαύτας πληγάς, να αυτοκτονεί χωρίς τον παραμικρόν λόγον, λόγω ελλείψεως εμπιστοσύνης προς τον εαυτόν της, εκ βαθέων της καρδίας αυτής, να προσεύχεται στην Αφροδίτη την ευτυχία ενός άλλου, μεγαλυτέρου Έρωτος, στον οποίο θα δύναται να πιστεύσει και να εμπιστευθεί. Διότι χωρίς την εμπιστοσύνη, θα υποφέρει πάρα πολύ, πάρα πολύ, πάρα πολύ, πάρα πολύ, στη ζωή της. Όλα θα της φέρνουν μόνον πόνον, μόνον θλίψιν, μόνον βάσανα, και όλα όσα είναι μόνον χαρά και ευτυχία για εμάς, χωρίς το παραμικρό ατύχημα, εμπόδιο ή πόνο, για εκείνην θα είναι δυστυχία.

                *

Ο λυπημένος Έρως επαναλαμβάνει τη βαθεία του λύπη να αισθάνεται πολύτιμος για ένα πλήθος ανθρώπων στη ζωή, για τους οποίους δεν έχει ούτε καν το ελάχιστο ενδιαφέρον, και τον έχουν εις την απόλυτη αχρηστία, όσον αφορά εκείνο που [η φίλη σου] αγαπάει περισσότερο από όλα. Και ων πάντοτε υπό τας διαταγάς της, κατά πάντα και δια πάντα, όταν εκείνη θα επιθυμήσει να υπακούσει εις την λογική και εις τον Έρωτα - χωρίς ελαφρότητα να σκεφθή και να πράξει.
Τέτοια άχρηστα και άλλα παρόμοια με βρίσκουν ακόμη, τόσα που δεν μπορεί κανείς να γράφει αιωνίως, ότι εκείνη δεν θεωρεί καν καλό να δώσει στον εαυτό της το χρόνο και τον κόπο να τα ακούσει προτιμώντας τη δράση με μιαν ελαφρά ειρωνεία. Είθε η Αφροδίτη να την βοηθήσει!


ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΔΕΚΑΤΗ (σπαράγματα)

Φιλτάτη Σοφία
Θέλεις να έχης μιαν ιδέαν των τρόπων καθ’ ων επιδρά το ποταπόν επί της ψυχής είτε διά της ομιλίας είτε διά της αναγνώσεως και οπωσδήποτε διά της αναμίξεως και συγγενείας;
Ιδού και λέγω αναλύων: Jules Simon.
L’origine de l’habitude, c’est la répétition de l’action ou de la sensation.

Supposons, par exemple, qu’un homme habitué dans son enfance à des moeurs pures et à un langage sévère, entreprenne de lire des livres obsènes, uniquement pour se distraire, sans se plaire dans ces obscénités, mais sans fermer, à cause d’elles des ouvrages dont le style, d’ailleurs, et la fable lui convienment. Pendant les premiers volumes, il souffre de ces ordures, elles font obstacles à son plaisir; cette impression va en diminuant à mesure qu’il s’y accoutume, et bientôt il ne les remarque même plus.

Il en sera de même si, au lieu des, propos orduriers, sa bibliothèque lui montre des maximes immorales.
Il se révolte sur le coup; mais s’il n’a pas l’esprit fortement trompé il ne manque pas te tomber à la longue à l’indifférence; et de l’indifférence, en matière d’honneur, à la dépravation, il n’y a qu’un pas.

C’est en ce sense que le proverbe est vrai: «Dis-moi qui tu fréquentes et je te dirai qui tu es».
L’honneureté a deux soutiens: l’horreur du vice et l’amour de la vertu.
L’horreur du vice se perd presque toujours en le fréquentant. A moins que l’âme ne réagisse fortement le compagnon du vicieux est perdu. On commence par tolérer [et] puis on excuse. On se met de plein pieds avec le déshonneur. Ce qui, à distance, paraissait impossible, devient facile et naturel, quand l’âme s’est empoisonnée par le contact.
[11]

                *

Peut-être est-il permis aussi de signaler aussi parmi les habitudes funestes une disposition exagérée à l’indulgence. On met trop souvent un vice dans le nom d’une vertu. Parce qu’on se sent incapable de rompre résolument et courageusement avec les vicieux, on se persuade qu’il est possible de garder son honneur intact, en usant avec eux des ménagements, en accueillant leurs avances, en maîtrisant l’indignation qu’inspirent leurs maximes et leur conduite. Quelquesfois on se donne pour excuse la honte même qu’ils subissent justement; ou bien on descend envers eux au rôle de courtisan par pitié pour des opprimés comme si ce n’était pas reconnaître la légitimité d’une force, que de l’implorer pour ceux qu’on opprime. Ces capitulations ont d’abord et avant tout le tort d’être des capitulations et elles ont de plus le malheur d’exercer sur les âmes qui s’y livrent une influence délétère. On commence par une concession, et on finit par une adhésion. Ce qui n’était d’abord qu’une faiblesse, devient une lâcheté avec le temps et l’accoutumance. Il y a en nous comme une troupe de[s] courtisans, de[s] flatteurs, de parasites,qui nous assiègent sans cesse et nous fournissent secrètement des apologies pour toutes nos fautes. Restons entiers, si nous voulons rester droits. Ne permettons pas aux lâches faiblesses de pénétrer dans notre cœur, car elles le gâteraient. De toutes les choses difficiles, la plus difficile est de saisir ce qui sépare la bonté de la faiblesse. Corrigeons la pitié que nous inspire les hommes par une haine vigoureuse contre le vice et le crime.»[12]

ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ Π.Γ. ΣΚΟΥΦΟΥ (σελ. 87-90):

Ιδού λοιπόν η αρχή, η όψις, και ο διττός νόμος της έξεως: η αρχή, είναι η επανάληψις της αισθήσεως και της ενεργείας: η όψις ή το σχήμα,είναι η επανάληψις του όρμεμφύτου: ο νόμος, είναι ότι πάσα πάθησις απλώς παθητική ελαττoύται, και ότι πάσα ενέργεια επαυξάνει καιενισχύεται διά της επαναλήψεως. "Ας εφαρμόσω μεν από τούδε τινας των αρχών τούτων εις την ηθι. κήν, διά να δείξωμεν την ωφέλειαν την οποίαν δύναται τις να εξάξη εκ τούτων.
Ας υποθέσωμεν, παραδείγματος χάριν, ότι άνθρωπός τις συνειθισμένος εξ απαλών ονύχων εις ήθη αγνά και γλώσσαν αυστηράν, επιχειρίζεται ναναγινώσκη βιβλία αισχρά,μόνον διά να διασκεδάση, χωρίς εν τούτοις να ηδύνηται εις τας αισχρότητας ταύτας, αλλά χωρίς να κλείση ένεκα τούτων συγγράμματα, των οποίων το ύφος, άλλως τε, και ο μύθος αρμόζουσιν εις αυτόν. Κατά τους πρώτους τόμους, πάσχει εκ των ακαθαρσιών τούτων: αίτινες γίνονται πρόσκομμα εις την ευχαρίστησίν του: η εντύπωσις αύτη προβαίνει έλαττουμένη, καθόσον συνειθίζει εις τα ειρημένα συγγράμματα , και μετ' ολίγον ούτε καν παρατηρεί πλέον τας αισχρότητας ταύτας. Θέλει είσθαι το αυτό εάν, αντί των αισχρών αντικειμένωνη βιβλιοθήκη του διαλαμβάνει αξιώματα κακοήθη.Έξανίσταται αίφνης: αλλά δεν έχει εισέτι το πνεύμα ισχυρόν, και ολίγον κατ' ολίγον περιπίπτει εις την αδιαφορίαν· και εκ ταύτης, εις αντικείμενα αφορώντα την τιμήν, δεν υπάρχει ειμή εν μόνον βήμα έως εις την διαφθοράν αυτήν.
Υπό ταύτην την έποψιν η παροιμία είναι αληθής :
«Ει χωλώ συνοικήσης, υποσκάζειν μαθήση.» Η τιμιότης στηρίζεται εις δυο τινα, εις την αποστροφήν της κακίας και εις τον έρωτα της αρετής. Αλλ' η αποστροφή της κακίας καταστρέφεται σχεδόν πάντοτε όταν προσοικειώμεθα προς αυτήν.Ο σύντροφος του κακοήθους απόλλυται σχεδόν πάντοτε, εκτός μόνον εάν η ψυχή επε νεργόση ισχυρώς επ' αυτού. 'Aρχίζομεν πρώτον ανεχόμενοι το ελάττωμα, έπειτα το δικαιολογούμεν. Και τέλος βαδίζομεν εξ ίσου προς την ατιμίαν. Παν ό,τ μακρόθεν εφαίνετο αδύνατον, καθίσταται εύκολον και φυσικώτατον αφού η ψυχή διαφθαρή διά της συνεπαφής του ελαττώματος.

                •

Ισως είναι επιτετραμμένον να υποδείξωμεν ενταύθα, μεταξύ των ολεθρίων έξεων, διάθεσίν τινα υπερβολικήν προς την συγκαταβασιν . Συχνότατα αποδίδουσιν εις το ελάττωμα το όνομα της αρετής. Επειδή αισθάνεται τις εαυτόν ανίκανος του να διαρρήξη αποφασιστικώς και γενναίως πάντα δεσμόν προς το ελάττωμα , πείθεται ότι είναι δυνατόν να διατηρήση ανέπαφον την τιμήν του, φερόμενος επιεικώς προς τους ελαττωματικούς ανθρώπους, αποδεχόμενος τας προτάσεις των, και αναστέλλων την δικαίαν αγανάκτησιν την οποίαν εμ. πνέουσιν αι αρχαι και η διαγωγή αυτών. Ενίοτε παραδεχόμεθα ως δικαιολόγησιν την αισχύνην αυτήν την οποίαν πάσχουσι δικαίως η συγκαταβαίνομεν προς αυτούς μέχρι του βαθμού της κολακείας ευσπλαγχνιζόμενοι τους καταπιεζομένους, ως εάν δεν ανεγνωρίζομεν την νομιμότητα μιας δυνάμεως, επικαλούμεθα αυτήν υπέρ εκείνων τους οποίους αύτη καταθλίβει. Αι ομολογίαι αύται έχουσι κατ' αρχάς και προ παν των το ελάττωμα του να ήναι απλα ομολογίας, και έχουσι περιπλέον το δυστύχημα του να εξασκώσιν επί των ψυχών, αίτινες παραδίδονται εις αυτάς, επιρροήν τινα δηλητήριον. Αρχίζομεν πρώτον παραχωρούντες, και τελευταίον συναινούντες. Και ό,τι δεν ήτο καταρχάς, ειμή απλή αδυναμία, καθίσταται ανανδρία και έξις μετά παρέλευσιν καιρού. Υπάρχει εν ημίν είδός τι συμμορίας κολάκων, παρασίτων, οίτινες μας περιβάλλουσιν αδιαλείπτως, παρέχουσιν ενδομύ χως ειςημάς απολογίας διόλα τα αμαρτήματα ημών. Ας διαμείνωμεν ακέραιοι, εάν θέλωμεν να διατηρηθώμεν ευθείς. Ας μη επιτρέπωμεν εις τας ανάνδρους αδυναμίας να εισχωρώσιν εις την καρδίαν ημών, διότι θέλουν την διαφθείρει. Εξ όλων των δυσχερών πραγ μάτων, το δυσχερέστατον είναι να διακρίνωμεν το αποχωρίζον την καλοκάγαθίαν της αδυναμίας. Ας διορθώσωμεν την ευσπλαγχνίαν, την οποίαν εμπνέουσιν εις ημάς οι άνθρωποι, διά του αυστηρού μίσους κατά του ελαττώματος και του εγκλήματος.

ΟΔΗΓΙΕΣ ΧΡΗΣΕΩΣ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΚΗΣ ΜΗΧΑΝΗΣ

— Οι αριθμοί είνε χαλασμένοι δεν δεικνύουν τίποτα. έστω μη παρατηρείς.
— Βγάλε όλες τις πλάκες και έπειτα κίνησε το μηχάνημα που τις αλλάζει. κυττώντας μέσα στη μηχανή. Θα ιδής ότι ένα σιδερένιο τετράγωνο όμοιο με τις θήκες των πλακών κινείται και παρεντίθεται μεταξύ των πλακών και του φακού. λοιπόν πριν βάλης τις πλάκες πριν την πρώτη πλάκα βεβαιώσου ότι τίποτα δεν παρατίθεται μεταξύ αυτής και του φακού. Δηλαδή κινούσα τη βίδα της αλλαγής των πλακών, δόσε στην τετράγωνη λαμαρίνα την άλλη της θέσι. Αυτή είνε η θέσις της.
— Η πλάκες μπαίνουν με το ανοικτό μέρος από πάνου, με το μέρος που ακουμπάει η πλάκα όταν μπή εις την θήκην της από κάτου.
— Και δοκίμασε άλλες φορές το βράδυ το μηχανισμό για να βεβαιωθής.
— Λυπούμαι φοβερά ότι δεν είνε ακόμη έτοιμη η μηχανή σου.
—Αν δεν δουλεύη και έτσι, τότε την περιμένω το Σάββατο βράδυ.

 

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: