Η γυναίκα (;) του «Όφις και Κρίνο» του Καζαντζάκη

Η γυναίκα (;) του «Όφις και Κρίνο» του Καζαντζάκη

Το πρώτο έργο του Νίκου Καζαντζάκη Όφις και Κρίνο κυκλοφορεί στα τέλη του 1905, αφιερωμένο στην αινιγματική γυναίκα Τοτώ. Ο μύθος του έργου είναι απλός και ευσύνοπτος. Το περιεχόμενο και το θέμα εκρηκτικά ερωτικό και αισθησιακά νοσηρό. Ένας νεαρός ζωγράφος, που συμβολίζεται με τον Όφι, καταγράφει στο ημερολόγιό του τη δημιουργία ενός πίνακα, την ερωτική εμμονή για τη σύντροφό του, το Κρίνο. Η διακαής επιθυμία να δημιουργήσει μα και να την τιμωρήσει για τον πόθο που του προκαλεί δεσπόζει στο έργο. Το άσπιλο του Κρίνου θα καταστραφεί από το δηλητηριώδες του Όφεως, καθώς από την ένωση γίνονται οι δύο τους «ένα πρόσωπο, μια προμετωπίδα στην οποία καταρρίπτονται με τη συνύπαρξή τους τα όρια όμορφου και άσχημου, ελκυστικού και απωθητικού, καλού και κακού».[1]
Το έργο έχει αναλυθεί με βάση τη βιογραφία του Καζαντζάκη. Στην πρώτη πειρατική επανέκδοση (Εκδόσεις Γλάρος, 1974, πρόλογος Έλλης Αλεξίου) το Κρίνο θεωρήθηκε ως συμβολική απεικόνιση της πρώτης συζύγου του Καζαντζάκη: η “Τοτώ” ήταν η Γαλάτεια Αλεξίου. Η επανέκδοση αποσύρθηκε ως σκανδαλώδης. Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα, το 2002 το παρθενικό μυθιστόρημα το υπογεγραμμένο με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή επανεκδόθηκε με σημειώσεις και σχόλια του Πατρόκλου Σταύρου. Συνδυάζοντας στοιχεία από την αυτοβιογραφία του Καζαντζάκη Αναφορά στον Γκρέκο με αρχειακό υλικό (χειρόγραφα σημειώματα της Καθλίν Φορντ, καθηγήτριας αγγλικών του Καζαντζάκη) στην έκδοση αποδεικνυόταν πως η “Τοτώ” είναι ο παρθενικός έρωτας του νεαρού Ηρακλειώτη, η Ιρλαντέζα.



Καθλίν Φορντ (Η «Ιρλαντέζα»)
Καθλίν Φορντ (Η «Ιρλαντέζα»)


Εύλογες και οι δύο ερμηνείες, καθώς ο Καζαντζάκης πράγματι αναμειγνύει αυτοβιογραφικά στοιχεία με μυθοπλασία στα μεταγενέστερα μυθιστορήματά του, όπως έχει αποδείξει η Ντουνιά.[2] Στο παρόν κείμενο όμως στόχος είναι να αποφύγουμε την “αυτοβιογραφική” ανάλυση του μυθιστορήματος και εντάσσοντάς το στο ρεύμα του Αισθητισμού και του Νεοσυμβολισμού να ανιχνεύσουμε άλλως τις πηγές της συγγραφής. Θα θέλαμε να αποδείξουμε πως δεν πρόκειται για αμφίθυμη εκπροσώπηση των γυναικών, ούτε για μισογυνισμό.[3]
Ήδη ο Poulakidas[4] βρίσκει πως το έργο οργανώνεται βάσει της σειράς πινάκων του Alphonse Mucha Les Saisons (1896). Εμείς σκοπεύουμε να εξετάσουμε τα στοιχεία της Αρχαιότητας που βρίσκονται διακειμενικά στο έργο. Γιατί επιλέγει να το υπογράψει ως Κάρμα Νιρβαμή; Μελετά αρχαίους Έλληνες συγγραφείς κατά την συγγραφή; Συνδιαλέγεται μαζί τους και με την θέση που εκείνοι δίνουν στην γυναίκα; Η θέση της γυναίκας στον αρχαίο ελληνικό μύθο επηρεάζει τη θέση της γυναίκας στο Όφις και Κρίνο; Ποιους αρχαιολογικούς τόπους ποίας γυναίκας αφηγείται περιγράφοντας; Ποια έργα από τον χώρο της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της μουσικής τον επηρεάζουν; Θα ήταν σκόπιμη μία συσχέτιση των άλλων κειμένων που υπογράφει ως “Κάρμα Νιρβαμή” με το Όφις και Κρίνο; Συνδιαλέγεται με τη γυναίκα ως σύμβολο σε πρωιμότερα κείμενα του Νεοελληνικού Αισθητισμού ή γράφει όσα βιώνει με την Γαλάτεια ή την Καθλίν Φορντ ως σύντροφο;
Η έμφαση της έρευνάς μας εντοπίζεται στην κλασική ελληνική και λατινική γραμματεία. Μια ανάλυση του μυθιστορήματος με ιστορικοφιλολογική σκοπιά, λαμβάνοντας υπόψη το γεγονός πως ανήκει, έστω και ύστερα, στον απόηχο του κινήματος του Συμβολισμού - Αισθητισμού θεωρούμε πως θα ήταν χρήσιμη. Ως μεθοδολογικά εργαλεία χρησιμοποιούμε αφ’ ενός την μέθοδο του λογοτεχνικού παλιμψήστου[5] και αφ’ ετέρου την προσέγγιση της διακαλλιτεχνικότητας.[6]


Pieter Bruegel, «Ο θρίαμβος του Θανάτου»


Έχει ήδη επισημανθεί η εκλεκτική συγγένεια του πρωτόλειου του Καζαντζάκη με το μυθιστόρημα του Γκαμπριέλε Ντ’ Ανούντσιο Ο Θρίαμβος του Θανάτου (1894). Το έργο λαμβάνει τον τίτλο του από τον ομώνυμο πίνακα του Pieter Bruegel, ενώ ο κεντρικός χαρακτήρας του έργου, ο ευγενής εστέτ Τζόρτζιο Αουρίσπα, απογοητευμένος από την πτώση της οικογένειάς του και την παρακμή της ιταλικής αριστοκρατίας, είναι ιδεαλιστής και ερωτευμένος με την Ιππολύτη, την μόνη του διέξοδο από τη θλίψη που περιβάλει την οικογένειά του. Ο ευγενής όσο κλιμακώνεται η πλοκή εντυπωσιάζει όλο και περισσότερο την Ιππολύτη με τα όμορφά του λόγια και τις γνώσεις του για τα καλλιτεχνήματα του Αμπρούτσο. Γίνεται εμμονικός με τον θάνατο και όλο επιστρέφει στην αυτοχειρία του θείου του, τον οποίο θυμάται και νοσταλγεί. Τελικά αποφασίζει να επαναλάβει την αυτοκτονία τελετουργικά, θυσιάζοντας εαυτόν και την ερωμένη του, πέφτοντας από έναν απόκρημνο βράχο.


«Όφις και Κρίνο», Η πρώτη έκδοση του βιβλίου και μεταφράσεις του σε διάφορες γλώσσες
«Όφις και Κρίνο», Η πρώτη έκδοση του βιβλίου και μεταφράσεις του σε διάφορες γλώσσες


Στο Όφις και Κρίνο η ερωτική ατμόσφαιρα επαναλαμβάνεται, ο θαυμασμός μπροστά στα έργα ζωγραφικής επίσης, καθώς ο ζωγράφος αφηγητής καταλήγει επίσης σε μία διπλή τελετουργική αυτοκτονία. Όμως, υπάρχει μία ειδοποιός διαφορά ανάμεσα στα δύο έργα. Στο Θρίαμβο του Θανάτου ο μάγος Τζόρτζιο φιλάει την Ιππολύτη στο στόμα, στα μάγουλα, στα μάτια, στο λαιμό, στα χείλη, στα χέρια, στα πόδια, στα φρύδια ακόρεστα, ιδρωμένα, έντονα, τρεμουλιαστά, μέσα στην σκόνη και στο πάθος, αγκαλιασμένα, τρυφερά, άγρια, επίμονα τόσο που της προκαλεί τρόμο. Στο Όφις και Κρίνο, όσο κι αν έχουμε μία παρόμοια αίσθηση αγρίου πάθους, η ερωτική πράξη υποβάλλεται ως ατμόσφαιρα, αλλά δεν είμαστε σίγουροι πως συμβαίνει. Στο ύστερό της μυθιστόρημα Άνθρωποι και Υπεράνθρωποι η Γαλάτεια Καζαντζάκη, μέσω του αφηγηματικού προσωπείου το οποίο ενδύεται εκεί, έδειχνε πόσο δεν τις άρεσαν οι ερωτικές σκηνές στο Όφις και Κρίνο. Ενδεχομένως, αν ερμηνεύσουμε με βάση το νεοσυμβολισμό το έργο, να μην της άρεσαν επειδή δεν είναι πραγματικά ερωτικές σκηνές. Αν και μεγάλο τμήμα τμήμα του μυθιστορήματος είναι γραμμένο σε ενεστώτα χρόνο, τα σημεία όπου υποβάλλεται η ερωτική πράξη γράφονται είτε με τη χρήση μέλλοντα είτε με τη χρήση υποτακτικής έγκλισης, θα Σε φιλήσω, να μεθύσομε, Να ξαπλώσω, κ.ο.κ. Στο ιταλικό μυθιστόρημα, όσο κι αν δεν περιγράφεται λεπτομερώς, συμβαίνει ρητά και με τη χρήση αορίστου. Στο έργο του Καζαντζάκη περιγράφεται μεν ως επιθυμία με έντονο λεκτικό, αλλά κατά τη γνώμη μας δεν συμβαίνει.

Ο ουρανός φιλεί την θάλασσα, ανάλαφρος ψίθυρος φιλιών γροικιέται μεσ’ στις φωληές τη νύχτα κι αναστενάζουν τα κρίνα, αλλά όλα αυτά τα σύμβολα ενώ υποβάλλουν τον ερωτισμό, δεν τον πραγματώνουν. Θα Σε φιλήσω όλη, γιατί θάσαι όλη τότε δική μου ― και το σώμα και η ψυχή. Αποφαίνεται ο γράφων το ημερολόγιο, αλλά το πραγματοποιεί; Θα μπορούσε κανείς να αμφιβάλλει. Επισήμανση: σχολιάζουμε το αφηγηματικό εγώ, όχι το ερωτικό ρεπερτόριο του ιδίου του Καζαντζάκη.

Βέβαια, το μυθιστόρημα ξεκινά με περισσότερο έντονες περιγραφές πόθου:

Τα χείλη της τα κόκκινα μου φαίνονται σαν δυο μεγάλες σταλαγματιές αίμα κι όταν γέρνω απάνω των και τα φιλώ ένας πόθος άγριος κι ένα ένστικτο πρωτογενούς εποχής ανθρωποφάγων κυλιούνται μεσ’ στις φλέβες μου.

Ποιας όμως είναι ο πόθος; Της γυναικός με την οποία ο ζωγράφος συγκατοικεί; Λίγο παρακάτω ο αφηγητής φοβάται πως δεν θα έρθει απόψε και θα μείνει μοναχός του, ώσπου αρχίζει τελετουργικά να την καλεί, να την επικαλείται και να την φωνάζει. Δεν είναι γυναίκα του κόσμου τούτου, δεν είναι η Γαλάτεια Καζαντζάκη, ούτε η Καθλίν Φόρντ. Είναι η θεά Αθηνά, της οποίας τα Παναθήναια εορτάζει ο αφηγητής. Εκείνη είναι η αγάπη του, η Θεά της Σοφίας και της Παρθενίας. Γι’ αυτό και δεν γινόταν να την φιλά όπως ο Τζόρτζιο του Ντ’ Ανούντσιο. Η πρώτη ήταν γυναίκα με σάρκα και οστά, η δεύτερη είναι γυναίκα θεία, γυναίκα – ιδέα, η Γυναίκα της Ιδέας, η θεά Αθηνά.

Franz Ritter von Stuck, Παλλάς Αθηνά, 1891
Franz Ritter von Stuck, Παλλάς Αθηνά, 1891

Στην αγγλική έκδοση του Όφις και Κρίνο, Serpent and Lily,[7] σημειώνεται εύστοχα πως «αν και διατηρούνται στοιχεία της εποχής στο έργο, μιας απεχθούς ανίας που ο Καζαντζάκης μεταγενέστερα αποκήρυξε, οφείλουμε να το εκτιμήσουμε ως ένα έργο της εποχής του, και όχι ως ένα κείμενο που ορίζει το έργο του αργότερα». Το ήμισυ της απόφανσης μας βρίσκει σύμφωνους. Ωστόσο, η ίδια η μετάφραση περικειμενοποιεί το μυθιστόρημα, αφού εκδίδεται μαζί με το δοκίμιο Η αρρώστια του αιώνος, το οποίο εκδόθηκε μερικούς μήνες μετά το μυθιστόρημα, σε συνέχειες στο περιοδικό Πινακοθήκη, από τον Μάρτιο ως τον Απρίλιο του 1906. Εκεί, περιγράφεται η ασθένεια, η παρακμή της εποχής την οποία αντανακλά ως Κάρμα Νιρβαμή ο Καζαντζάκης στα πρώιμα κείμενά του.

Ο Απόλλων ο ωραίος Θεός, το χαμόγελο του Όλυμπου απέθανε. Κι επεφάνη από την Ανατολή, ο Γιος της Παρθένου- ο πατέρας της σημερινής αρρώστιας της ψυχής… Όλα τα ξέρει ο σημερινός άνθρωπος. Τίποτε δεν αφήκαν παρθένο στη ψυχή μας. Η εξουσία, ηΕπιστήμη, η δόξα δεν μας αρκούνε πλειά. Κάτι άλλο ζητούμε. “Πέραν του καλού και του κακού” κάποιο μυστήριο μας σέρνει. Κιʼ είνε ανήσυχες οι μεγάλες ψυχές των νεωτέρων χρόνων. Κιʼ είνε έκφυλες και διεφθαρμένες. Ρίχνονται στο μεθύσι οι Edgar Poe και οι Μυσσέ. Και ακολασταίνουν οι Oscar Wilde και παραφέρονται και οργιάζουν οι Beaudelaire και οι Huysmans και ρίχνονται στα ταξίδια και στις γυναίκες οι Μπάιρον και οι Shelley και πεθαίνουν τρελλοί οι Swift και οι Νίτσε και οι Guy de Μaupassant και κυλιούνται χάμω χασισοπόται οι Thomas de Quincy.Στη διεφθαρμένη από την γνώσιν ψυχή του νεωτέρου ανθρώπου ούτε ηρεμία ούτε ευτυχία θα χαμογελάσουν πλειά ποτέ.

Η εκτίμηση του Όφις και Κρίνο και πόσω μάλλον της γυναικός στο έργο χωρίς να λάβουμε υπόψη τα άλλα κείμενα που υπογράφει με το ίδιο ψευδώνυμο αυτή την εποχή θα μπορούσε να θεωρηθεί λειψή. Η καταστροφή της ψυχής που περιφέρεται μέχρι να μάθει την αλήθεια όπως ο Οιδίποδας πραγματώνεται λογοτεχνικά στο πρωτόλειο μυθιστόρημά του, αλλά και στα μικρά πεζοτράγουδα που δημοσιεύει με το ίδιο ψευδώνυμο. Ιδανική, κατά τη γνώμη μας, θα ήταν μία νέα έκδοση που θα περιελάμβανε αυτά τα μικρά πεζά, το Όφις και Κρίνο και το δοκίμιο που δημοσιεύθηκε την άνοιξη του 1906. Η γυναίκα του μυθιστορήματος έρχεται κατά πάνω στον αφηγητή ενώ εκείνος βρίσκεται σε ένα πάρκο. Μάλιστα, από την αρχή ο αφηγητής λέγει πως είναι άρρωστος, μέσα στην αρρώστια του αιώνος, μιαν αρρώστια που σα να φεύγει, αλλά επανέρχεται. Η ερωτική συνεύρεση λαμβάνει χώρα εν μέσω οράματος, παραληρήματος, ή εμπύρετης παραίσθησης. Αν συνδυάσουμε, λόγου χάρη, το μικρό πεζό Τι μου λένε οι παπαρούνες της ίδιας εποχής, με την εμφάνιση της μυστηριώδους μορφής στο πάρκο, θα εννοήσουμε πως δεν πρόκειται για ανθρώπινη ύπαρξη. Άλλωστε, ο ίδιος ο αφηγητής έχει εξ αρχής αποφανθεί:

Έχω πυρετό πάλι σήμερα. Ανατριχίλες διαβαίνουν από το κορμί μου όλο ― κάτι τι σπαράσσει και τεντώνεται στον νου μου, σαν να λύεται απότομα ένα ελατήριο, σαν να ξετυλίσσεται μ’ όρμή μια αμέρωτη σκέψη πίσω από το μέτωπό μου.

Δηλαδή; Δηλαδή καλά δεν είναι το αφηγηματικό εγώ, βρίσκεται σε παραλήρημα, η μυστήρια μορφή που τον βρήκε όταν καθόταν λυπημένος σ’ έναν κήπο, έξω από την πόλη, ήταν ένα όραμα του πυρετού· για να παραφράσουμε τον συγγενή Ναπολέοντα Λαπαθιώτη, ένα όνειρο πυρετού. Στην δεύτερη εγγραφή του ημερολογίου, ο καλλιτέχνης λέγει πως είναι κάπως ησυχότερος, αλλά δεν λέει και πως συνήλθε από τον πυρετό. Όπως ο αισθητιστής Νικόλαος Επισκοπόπουλος αφηγείται περιγράφοντας ηδονές, λουλούδια και συναισθήματα παράξενα, έτσι και ο Κάρμα Νιρβαμή βρίσκει παράξενο τι αισθάνεται για την μυστήρια γυναίκα. Ο αισθησιακός μυστικισμός, ωστόσο, δεν πρέπει να μας κάνει να παρασυρθούμε από την υποβολή της ερωτικής ατμόσφαιρας. Δεν παραδίδεται στο ερωτικό σμίξιμο, το υποβάλει ως ιδέα, το εμφυτεύει στον αναγνώστη, αλλά δεν το πραγματώνει, παρά μόνον ως υπόθεση:

Κι αν όλο το σώμα μου παραδοθή κι αν ανατριχιάσει όλο από τα χάδια Σου, ω Πολυαγαπημένη, κι αν όλο το σώμα μου βαφτιστή στον ίδρο της ηδονής και των οργίων ― το μέτωπο μου θάναι στεγνό, μακρυά από την γιορτή του κορμιού, χωρίς ηδονή και χωρίς έκπληξη, αγέλαστο και λυπημένο, λυπημένο.᾽[8]

Δηλαδή, η χαρά ευρίσκεται στον λευκό πόθο, όπως έχει περιγραφεί από την αρχή του βιβλίου, όχι στην παράδοση της ψυχής στα πάθη του σώματος. Το αφηγηματικό εγώ, η πραγματικότητα ευρίσκονται στο στεγνό, χωρίς ηδονή και χωρίς έκπληξη μέτωπο, στην σκέψη. Για να θέσουμε περισσότερο εντός των κειμένων της εποχής το πρωτόλειο μυθιστόρημα του Καζαντζάκη, οφείλουμε να θυμηθούμε ποιος άλλος είχε παρόμοιο ψευδώνυμο με το πρώτο ψευδώνυμό του. Το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή, με όλες τις βουδιστικές αναφορές του, είναι, όπως και να έχει, συγγενές με το Νιρβάνας του Παύλου Νιρβάνα, κατά κόσμον Πέτρου Αποστολίδη. Η συγγένεια των δύο συγγραφέων όμως, δεν σταματά στο ψευδώνυμο.
Αν και ο Παύλος Νιρβάνας σχετικά γρήγορα εγκατέλειψε τον Αισθητισμό για μία περισσότερο εύληπτη ηθογραφία της πόλεως, ενώ καθιερώθηκε ως χρονογράφος, στο πρώτο του επίσης έργο Από την φύσιν και την ζωήν (1898) δημιουργεί ένα ταξιδιωτικό αρχαιολαγνικό τρίπτυχο, σε τρεις καίριους αρχαιολογικούς χώρους: Ακρόπολις Μυκήναι Ολυμπία. Εκ των τριών αυτών αρχαιολογικών χώρων, ο Καζαντζάκης, φοιτητής άλλωστε στην Αθήνα και πολύ μικρός όταν κυκλοφόρησε το κείμενο του Νιρβάνα, διατηρεί την Ακρόπολη. Μάλιστα, φαίνεται να έχει υπόψιν του και το παλαμικό διακείμενο το οποίον αξιοποιεί ο Νιρβάνας, την σειρά ποιημάτων του Κωστή Παλαμά Οι τάφοι του Κεραμεικού (1892). Ο Νιρβάνας ενδεχομένως να εμπνεύστηκε το κείμενό του από μία εκδρομή που διοργάνωσε κατά την επίσκεψή του στην Αθήνα ο ηγέτης του Τάγματος των Ροδόσταυρων Ιπποτών, Ανδρόγυνος Μάγος Τζοζεφίν Πελαντάν, τον Μάρτιο του 1898.[9] Πάντως, αν προσέξουμε την αρχική κλιμάκωση του ημερολογιακού μυθιστορήματος του Καζαντζάκη, οι απηχήσεις από το έργο του Νιρβάνα είναι εμφανέστατες: Όλο το κεφάλαιο της εγγραφής από τις 10 του Μάη απηχεί το αντίστοιχο πεζό τραγούδι του Παύλου Νιρβάνα από την συλλογή Από την Φύσιν και την Ζωήν (1898) :

Η βοή των Παναθηναίων υψώνεται από την Αγοράν του Κεραμεικού και δονεί τον χλιαρόν αέρα του εκατομβαιώνος. Από του Αρείου Πάγου το αγκυροβόλιον φθάνει επάνω εις τον αφρόν της εφηβικής σαρκός η ιερά χιλιάκωπος. Αι ευώδεις αύραι κολπώνουν τον τίμιον πέπλον επί του υψηλού ιστού και το φως φιλεί τα χρυσά ποικίλματα εις τον δρόμον του Διπύλου. Υψηλά εις τον αέρα λάμπουν τα κανά των θυσιών και σείονται αι θαλλοί της ελαίας και ο ποδοβολητός των ίππων γεμίζει με θρίαμβον τον αέρα. Εις τους πόδας σου κυλά ορμητικόν το ρεύμα της λατρείας, ω Παρθένε.[10]

Όπου ο Καζαντζάκης - Νιρβαμή επίσης αναφέρεται στα Παναθήναια και στη θρυλική πομπή από τον Κεραμεικό:

Ω Πολυαγαπημένη, γιορτάζει η αγάπη μου απόψε κι από τον Κεραμεικό, κύτταξε, ανεβαίνει κι έρχεται η ιερά πομπή, φαιδρά και θορυβώδης ― σαν κύμα που ανεβαίνει τραγουδώντας και φιλεί ερωτεμένο τους ώμορφους βράχους.[11]

Ο Νιρβάνας αποφαινόταν:

Ω Φαρμακευμένε Κρίνε, μέσα εις το μοιρολόγι των ασφοδέλων εστεφάνωσες την θλίψιν της νεότητός μου.[12]

Ιμερικό πάθος, ίμερος μα δίχως κλινοπάλη είχε καταλάβει και τον Παύλο Νιρβάνα. Δίχως κλινοπάλη, επειδή οι αρχαίοι πόθοι των πεθαμένων πετιούνται, κι ας σηκώνονται οι φωνές τους από το χώμα. Και στον Καζαντζάκη και στον Νιρβάνα συναντάμε μία ενσάρκωση ή μετενσάρκωση της αρχαιότητας, καθώς «ανεβαίνουν μεγαλόπρεπες τον Βράχο τον Ιερόν οι αναμνήσεις οι μεγάλες» Δεν πρόκειται για τα συνήθη Παναθήναια της αρχαιότητος, μήτε για μία αναβίωση εκείνων. Ο αφηγητής, εντός ενδεχομένως αντιφατικού και τεχνηέντως παραληρηματικού λόγου βιώνει ο ίδιος την αρχαιότητα, ζει μέσα στην ιερά πομπή και θεώνεται σε μία θριαμβική πορεία:

Είναι τα Μεγάλα Παναθήναια της αγάπης μου απόψε...

Μέσα σε ένα πολυθεϊστικό πλέγμα και έναν συγκερασμό ιδιοτήτων, η ομορφιά του Απόλλωνα, ο κισσός του Διονύσου, το μέτωπο το ευρύ της Αθηνάς, η αιώνια νεότητα της Ήβης, τα κόκκινα χείλη της Αφροδίτης, όλα μαζί, σε μία νεοπλατωνική ανδρογυνία, ψάλλονται με ιερατική δύναμη από τον μεθυσμένο αφηγητή:

Ας μεθύσομε από το ατέλειωτο χαμόγελο του ουρανού μας κι από τις ερωτικές ενώσεις των χρωμάτων της γης μας, από τα φάσματα των αηδονιών του Κολωνού κι από το μέλι του Υμηττού μας ―το ξανθό ωσάν αχτίνες ήλιου πηγμένες. Έλα. ― σαν τους αθανάτους Θεούς απάνω στη ζωφόρο, να ξαπλωθούμε κι εμείς απάνω στα μάρμαρα εδώ, στη Σαλαμίνα απέναντι που βγαίνει μέσα από τη θάλασσα ωσάν πελώριο τρόπαιο και μας χαμογελά.[13]

Αντιστοίχως, στον Παύλο Νιρβάνα το μεθύσι από τον ήλιο κατακυριεύει την φύση και την ζωή του αφηγητή:

Αι ανεμώναι μεθυσμέναι από τον Ήλιον αγκαλιάζονται τρελλά επάνω από τας κεφαλάς μας. Εδώ, κάτω από την πέτρινην κυψέλην, ανθείς εσύ, ω Μιράντα, βασίλισσα των παλμών μου.[14]

Επίσης ομοιάζει να απηχείται κείμενο από τα μανιφέστα του Περικλή Γιαννόπουλου, που προέτρεπε τους αναγνώστες του μεσσιανικά να μεθάνε ατενίζοντας τον ήλιο, εξασκώντας έναν δικό του τύπο διαλογισμού και ηλιοσκοπίας εντός του Αττικού τοπίου :

Παντού φως, παντού ημέρα, παντού τερπνότης, παντού ολιγότης, άνεσις, αραιότης· παντού ευταξία, συμμετρία, ευρυθμία· παντού ημερότης, χάρις, ιλαρότης· παντού παίγνιον ελληνικής σοφίας, διάθεσις γελαστική, ειρωνία Σωκρατική· παντού φιλανθρωπία, συμπάθεια, αγάπη· παντού ίμερος, πόθος άσματος, φιλήματος· παντού πόθος ύλης, ύλης, ύλης· παντού ηδονὴ Διονύσου, πόθος φωτομέθης, δίψα ωραιότητος, λίκνισμα μακαριότητος[15]·

Αλλά αντανακλάται εν μέρει και το πεζό ποίημα του Μπωντλαίρ από τα Σπλην του Παρισιού (1869):

Οφείλουμε να είμαστε μονίμως μεθυσμένοι. Γιατί όλα βρίσκονται σ’ αυτό: Είναι το ένα και μοναδικό θέμα. Για να μη νιώσετε το τρομαχτικό φορτίο του χρόνου που τσακίζει τους ώμους και σας πιέζει να σκύβετε ταπεινωμένοι το κεφάλι στη γη, οφείλετε να είστε ολομέθυστοι χωρίς ανακωχή. Όμως με τί; Με κρασί, με ποίηση ή με αρετή, κατά την προτίμησή σας. Όμως, μεθύστε… «Τώρα είναι ώρα να μεθύσετε! Για να μη μείνετε μαρτυρικοί σκλάβοι του Χρόνου, μεθύστε, μεθύστε χωρίς αναπαμό! Με κρασί, με ποίηση, ή με αρετή, όπως ποθείτε»[16].

και η γενικότερη ατμόσφαιρα που επικρατεί στα Άνθη του Κακού.[17] Ακόμη, το γεγονός πως η Σαλαμίνα αποκαλείται «τρόπαιο» μας δείχνει έστω και ως υπονοούμενο τον ιερό πόλεμο των Ελλήνων με τους Πέρσες, την ιστορική Ναυμαχία της Σαλαμίνας του 480 π.Χ. που απέκρουσε την επιδρομή των τελευταίων προς την Ευρώπη.
Τελικά η «γυναίκα» της οποίας τα βλέφαρα φιλά ο αφηγητής είναι η «Ιέρεια της Ηδονής και της Αγάπης και η Δημιουργός των στιγμιαίων Αιωνιοτήτων». Τα μάτια της παραμένουν κλειστά, ώσπου «μία αίγλη χυνόταν» από εκείνα και «ένας φωσφορισμός έγλυφε και εχάδευε τα μεριά» Της. Ποίας τα μάτια χύνουν αίγλη και λάμψη και φωσφορισμό παρά της Γλαυκώπιδος Αθηνάς ; Και έπειτα γιατί να «θανατώσει την ψυχή» του αν δεν είναι η Πρόμαχος Αθηνά;


Franz Ritter von Stuck, Παλλάς Αθηνά, 1891
Franz Ritter von Stuck, Παλλάς Αθηνά, 1891



Ο αφηγητής την περιγράφει παραλείποντας το όνομά της. Έτσι, η Νύμφη στο Όφις και Κρίνο δεν έχει φωνή, ενώ ακόμα και όσα λέει συγκερνώνται με την ημερολογιακή γραφή του καλλιτέχνη. Η Νύφη αποκτά φωνή μόνον στο πεζοτράγουδο του Καζαντζάκη Η Νύφη[18] αλλά εντελώς απαλλαγμένη από αρχαιοελληνικές συνυποδηλώσεις. Ενδεχομένως η ένωση με το θήλυ δηλαδή να είναι αδύνατον να πραγματωθεί εντός της ελληνικής αρχαιότητας του πρώτου μυθιστορήματος του Καζαντζάκη. Αν όμως συμπεριλάβουμε τα αδέσποτα πεζοτράγουδά του από το 1906-1907 ως δορυφόρους του αφηγηματικού σύμπαντος που δημιουργείται στο Όφις και Κρίνο, η εικόνα φαίνεται πληρέστερη. Μήπως συμβολικά επιθυμούσε να δοθεί η ένωση, αφού ο λόγος των δύο αποδίδεται ως παραληρηματικός λόγος του ενός και αυτού προσώπου;
Βρίσκουμε πως μία συσχέτιση των άλλων κειμένων που υπογράφει ως “Κάρμα Νιρβαμή” με το Όφις και Κρίνο είναι απαραίτητη. Αν προσέξουμε τη θεματική της παράνοιας ανάμεσα στα πεζοτράγουδα και στο μυθιστόρημα, το λεκτικό είναι κοινό:

2 Αυγούστου
Ω, πρέπει να δοθή ένα τέλος ! Φοβούμαι πως θα τρελλαθώ. Σήμερα το πρωί εκάθισα να εργασθώ κι ένα σκίτσο γυναίκας εβγήκεν από το χέρι μου κι απλώθηκεν, απάνω στο πανί και μια παπαρούνα κόκκινη, σαν μεγάλη σταλαγματιά αίμα, βρέθηκε ζωγραφισμένη απάνω στα στήθη της. Σαν πληγή

Αντιστοίχως, στο πεζοτράγουδο Τι μου λένε οι παπαρούνες[19] η επίδραση των παραισθησιογόνων, όπου, ως άλλος Τόμας Ντε Κουίνσι, ο αφηγούμενος περιγράφει την παραίσθηση, την θαμπωμένη από την ηλιοποσία ανάμνηση, πάει να οδηγήσει τον αφηγητή στην τρέλα, αλλά τον οδηγεί στη Μεγάλη Σκέψη: Η ηδονή δεν είναι του σώματος, αλλά της γης, όταν παθητική ανοίγεται στα πρωτοβρόχια.


Ωστόσο, η δημοσίευση στο περιοδικό γίνεται σε ένα άμεσα διακαλλιτεχνικό διακείμενο, αφού του δημοσιευμένου κειμένου προηγείται σε μία φωτογραφική αναπαραγωγή το ερμηνευτικό κλειδί του: Το έργο του συμβολιστή μυστικιστή Γερμανού ζωγράφου Franz Ritter von Stuck, Παλλάς Αθηνά, του 1891. Στις παπαρούνες τις οπιούχες και υπνοφόρες, οι αναμνήσεις με γυναίκες είναι αμαρτωλές και δέρνουν τον αφηγητή με το αίμα της ντροπής:

Ιδέες τρελές και κόκκινες αναδίδονται από τα φύλλα των και σέρνονται στη ψυχή μου. Και ξαπλώνομαι χάμαι κοντά των και τις κοιτάζω ― μού φαίνεται κοιτάζω τα χείλη τής Αγαπημένης μου όταν κινούνται ανάλαφρα ανάλαφρα, από το διάβα της ανάμνησης των όμορφων φιλιών..

Ο κοινός τόπος της τρέλας αίρεται στο πεζό, αφού ο Μέγας Θεός Απόλλων δεν πέθανε, το φως νικάει, για να παραφραστεί το παλαμικό «Ο Μέγας Παν δεν πέθανε», ο λόγος του Γκέρχαρτ Χάουπτμαν, η Ραουντέντελαϊν του δράματος Η βουλιαγμένη καμπάνα επιβάλλεται και νικά η Μεγάλη Αδελφή, η Σκέψη, δηλαδή η Αθηνά και η Σοφία της. Το πλέγμα αρχαιοελληνικών συμβόλων και νεοπαγανιστικής ιερουργίας όπως έχει ξεκινήσει στο Όφις και Κρίνο συνεχίζεται στο επόμενο πεζό του Κάρμα Νιρβαμή, Μια αγάπη[20] τον Οκτώβριο του ιδίου έτους. Ο βλαστός του κισσού και της αμπέλου του Διονύσου περιπλέκεται επεκτατικά και μαγικά στο χέρι του αφηγητή, τον μεθά και τον εμποτίζει μ' αγάπη και έκσταση. Η φύση ενώνεται με το νεαρό φοιτητή ένα μυστήριο βράδυ, τυλίγεται γύρω από το είναι και την σκέψη του, όταν έξαφνα και οιδιπόδεια η μητέρα καταστρέφει τον μεγάλο, θρεμμένο βλαστό. Εν μέσω αισθημάτων και ερυθημάτων ντροπής, το παράξενο θαύμα της φύσεως περιγράφεται όπως περιγράφεται η υποτιθέμενη ένωση στο Όφις και Κρίνο:

18 Νοεμβρίου
Γέρνεις απάνω μου και τα φιλιά Σου πιπιλίζουν όλο μου το κορμί και όλη μου τη χαρά και σέρνεις απάνω μου τους θησαυρούς τα χάδια που κρύβονται στα χέρια Σου και πλέκεσαι όλη γύρω μου, ωσάν τον λάγνο κισσό γύρω στο κυπαρίσσι[21].

Η επιλογή του ψευδωνύμου Κάρμα Νιρβαμή με την σαφή ομοηχία της αποτελεί και μία τιμητική αναφορά στον Παύλο Νιρβάνα. Κάτι το οποίο θα ήταν χρήσιμο να επισημάνουμε είναι η διαρκής επιστροφή του αφηγητή στο Όφις και Κρίνο στον μύθο του Έρωτα και της Ψυχής, από τις Μεταμορφώσεις του Απουλήιου. Η βακχίδα ψυχή του αφηγητή – καλλιτέχνη μεταμορφώνεται σε καλλιτέχνημα, διατηρώντας, θα έλεγε κανείς, τον ρόλο της γης και της ψυχής για τον αφηγητή. Δηλαδή, η γυναίκα του Όφις και Κρίνο είναι εκείνη που έρχεται ως Έρωτας φτερωτός, μέσα στο πάρκο, ενώ ο αφηγητής είναι άρρωστος, και ο αφηγητής είναι η γη που δέχεται τη βροχή, η ψυχή που μετά την έλευση του έρωτος μεταμορφώνεται. Ο τόπος της μεταμόρφωσης αυτής φαίνεται να είναι πέριξ του Κεραμεικού, από εκεί ανεβαίνει η ιερά πομπή της μυστήριας μεταμόρφωσης, μια διπλή διακειμενική αναφορά. Από την μία, ο εγκωμιαστικός Κωστής Παλαμάς, ο οποίος είχε γράψει την σειρά διακαλλιτεχνικών ποιημάτων Οι τάφοι του Κεραμεικού. Από την άλλη, οι περιγραφές της πομπής απηχούν και το λεκτικό που χρησιμοποιούν ο Παυσανίας και ο Πλούταρχος, όταν αναφέρονται στα Παναθήναια.

Στο Τέταρτο μέρος του μυθιστορήματος εμφανίζεται η εικόνα του Λαοκόοντα:

Κάποτε μ’ έρχεται να ζωγραφίσω την ψυχή μου. Το σύμπλεγμα το αιώνιο του Λαοκόοντα. Τους όφεις της Γνώσης και τους συσπασμούς του Πόνου. Και το στραγγάλισμα το σιγανό κι ατέλειωτο των ονείρων παιδιών μου.21

Ο αφηγητής επιλέγει να ονομάσει την ψυχή του «σύμπλεγμα αιώνιο του Λαοκόοντα» ευθέως μας φέρνει στο νου το γλυπτό που ανακαλύφθηκε το 1506 στη Ρώμη και βρίσκεται στα Μουσεία του Βατικανού. Λίγα χρόνια πριν τη δημοσίευση του μυθιστορήματος, το 1902, κυκλοφόρησε στα ελληνικά η μετάφραση του σημαντικού θεωρητικού έργου του Gotthold Ephraim Lessing, Λαοκόων ή περί των ορίων της ζωγραφικής και της ποιήσεως (1766)[22] όπου ο Γερμανός φιλόσοφος και κριτικός ανασκεύαζε την θεωρία του Winckelmann περί της προελεύσεως του έργου. Είναι σημαντική η συγκεκριμένη αναφορά, ωστόσο, καθώς μας δείχνει πως ο Καζαντζάκης επιλέγει, έστω και ως υπονοούμενο, να απομακρυνθεί από τις επικρατούσες αντιλήψεις του Winckelmann. Για τον Lessing μία εξίσωση των εικαστικών τεχνών ή της γλυπτικής συγκεκριμένα με την ποίηση θα ήταν άδικη. Βασιζόμενος κυρίως στην αριστοτελική Ποιητική[23] αποδείκνυε πως τα παράλληλα συντεταγμένα σημεία της ζωγραφικής αποδίδουν και μορφοποιούν «σώματα» ενώ η ποίηση αποδίδει και μορφοποιεί «πράξεις».

Κατά τον Lessing, ο αναγνώστης της ποίησης μπορεί και προσαναπλάττει περισσότερα από την ποίηση, επομένως περισσότερα νομίζει ότι βλέπει, διότι η ποίηση δεν αποδίδει μόνον την ύστατη στιγμή, την ύψιστη βαθμίδα του ανθρωπίνου πάθους, αλλά όλες τις εκφάνσεις αυτού.[24] Επιμένουμε στα συγκεκριμένα αποσπάσματα από τον Λαοκόοντα καθώς διαφαίνεται πως το ίδιο περίπου εφαρμόζει και ο Καζαντζάκης στο πρωτόλειο έργο του. Όλο το Όφις και Κρίνο διαπνέεται από έναν ερωτισμό, μια αλγολαγνική αρχαιοπλαστική ατμόσφαιρα. Ωστόσο, παρόλη την ατμόσφαιρα, η ερωτική συνεύρεση και ένωση δεν αποδίδεται μήτε αφηγηματικά, μήτε περιγραφικά.
Επίσης, έχει αναδειχθεί επαρκώς πως ο θάνατος μέσα σε λουλούδια που κλείνει το μυθιστόρημα προέρχεται από τον κοινό τόπο της Ντεκαντάνς, τα Ρόδα του Ρωμαίου Αυτοκράτορος Ηλιογάβαλου. Ο Αυτοκράτωρ συνήθιζε να πνίγει φυλακισμένους σε θάλασσες από ροδοπέταλα, και την συγκεκριμένη εικόνα και άλλοι συγγραφείς της εποχής την πραγμάτωσαν λογοτεχνικά. Ο Επισκοπόπουλος με το Φιλί του Ήλιου πριν, ο Ροδοκανάκης με το Βυσσινί Τριαντάφυλλο μετά τον Καζαντζάκη. Εκεί όπου διαφέρει ο Καζαντζάκης από τους άλλους, είναι στις πηγές του. Επειδή, ενώ υπάρχουν μεν οι αναφορές στο έργο The Roses of Heliogabalus (1888) του ολλανδού ζωγράφου Sir Lawrence Alma Tadema, ο νεαρός Κάρμα Νιρβαμή επιλέγει να συνδυάσει την περιγραφή του με πηγές σχετικές με τον Ηλιογάβαλο. Μάλιστα το δεύτερο κομμάτι σχεδόν περιγράφει την μορφή του Αυτοκράτορος από την λεπτομέρεια του πίνακα:

Sir Lawrence Alma Tadema, «Τα ρόδα του Ηλιογάβαλου» (1888). Λεπτομέρεια
Sir Lawrence Alma Tadema, «Τα ρόδα του Ηλιογάβαλου» (1888). Λεπτομέρεια


Ω το Μεγάλο Ταξίδι! Νοιώθω μια τρελλή χαρά να ορμά μέσα μου και να κλαίει. Έχω κλείσει τα παράθυρα όλα και τις πόρτες. αν δεν μπορεί να μας φέρει στην αιώνια γαλήνη η μυρωδιά των λουλουδιών ― έχω μαζί μου, στερνή ελπίδα, πολύτιμο δηλητήριο που φέρνει την αιώνια χαρά, τη Μεγάλη Χαρά, χωρίς πόνο.[25]
Είμαι ήσυχος. Εντελώς ήσυχος. Κάθομαι στον μαδημένο κήπο και συλλογούμαι. Κοιτάζω εκεί πέρα στο λευκό μονοπάτι που θα προβάλει Εκείνη γελαστή με το ευλύγιστο σώμα και τα ήρεμα μάτια πού θα καθρεφτίζουν τώρα μέσα των την πράσινη γαλήνη των αγρών.

Ο Δίων ο Κάσσιος στο γραμμένο στα ελληνικά έργο του Ρωμαϊκή Ιστορία θεωρεί πως ενδεχομένως το όνομα «Ηλιογάβαλος» να του δόθηκε λόγω της ηλιοκεντρικής θρησκείας που εισήγαγε.[26] Περαιτέρω, ο άγνωστος συγγραφέας της Historia Augusta δίνει ολόκληρη λίστα πιθανών ονομάτων του εν λόγω αυτοκράτορα. Ωστόσο, η περιγραφή εκεί δεν περιλαμβάνει ρόδα, αλλά μενεξέδες (βιολέτες) και άλλα άνθη. Μενεξέδες μαδιούνται στο ηλιόγερμα, μαζί με ρόδα και κρίνα και άλλα άνθη, στο κλείσιμο του μυθιστορήματος. Ξεκινήσαμε από έναν κήπο και στις τελευταίες ημερολογιακές εγγραφές ο αφηγητής ευρίσκεται πάλι σε έναν κήπο περιμένοντάς την να έρθει. Έχει εξέλθει της παραίσθησης από την οποία ξεκίνησε;
Τη νύχτα που Χριστός γεννάται (25 Δεκεμβρίου) φοβάται μην τρελαθεί, αλλά παραμονή πρωτοχρονιάς παραδέχεται πως η ψυχή του μοιάζει με εκείνων που αποτρελάθηκαν από την λύπη κι αρχίζουν να γελούν. Και δεν ξέρει αν την μισεί και θέλει να την πνίξει ή αν είναι τρελός από αγάπη και θέλει να την πνίξει για να σμίξουν αιωνίως, αγκαλιασμένοι και ασάλευτοι μέσα στις νύχτες. Μετά την Κυριακή των Φώτων ξαναφοβάται πως θα τρελαθεί, ενώ στις 16 Ιανουαρίου «Μου φαίνεται πως θα τρελαθώ». Γιατί επισημαίνουμε όμως τις ημερομηνίες; Για να δείξουμε πως και εκείνες συντείνουν στο νεοσυμβολιστικό διακείμενο και πως δεν πρόκειται για ένα χρονικό του έρωτος του νεαρού Καζαντζάκη για γυναίκα του κόσμου τούτου, αλλά για το χρονικό του έρωτος του αφηγητή για την Παρθένο θεά της Σοφίας, την οποία μάχεται η νέα θρησκεία του Χριστιανισμού, με διαρκείς ενθυμίσεις και φόβους περί τρέλας. Προς την ημέρα του Ευαγγελισμού όμως:
«Είμαι ήσυχος» επαναλαμβάνεται δραματικά όσο το έργο κλιμακώνεται. Ο αφηγητής έχει επιστρέψει στον αρχικό κήπο του μυθιστορήματος. Ο τόπος στον οποίο βρίσκεται μας ωθεί στην υπόθεση πως πάλι την Αθηνά περιμένει ο αφηγητής, εκείνης της οποίας ενώ είχε πυρετό παρατηρούσε τα Παναθήναια στην αρχή. Κι αν θανατώνει την θεά της Σοφίας, ο μαγικός κύκλος κλείνει, δεν είναι περίεργο, δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία ακόμη νιτσεϊκή λογοτεχνική αντανάκλαση, ένας υποβλητικός, ερωτικός θάνατος του Θεού που μαχόταν να σώσει.

Πρόσφατα παρουσιάστηκε η νέα επιμελημένη έκδοση των Απάντων του Καζαντζάκη από τις εκδόσεις Διόπτρα, με νεότερο καρπό τους έξι τόμους των θεατρικών του, σε επιμέλεια της Βίκυς Κατσαρού και με Εισαγωγή της καθηγήτριας Κυριακής Πετράκου. Τα θεατρικά ομαδοποιούνται ανά δύο σε έξι χρηστικούς τόμους, ακολουθώντας το μονοτονικό σύστημα, με το οποίο άλλωστε συνήθιζε και να γράφει ο Καζαντζάκης. Θα μπορούσε να προταθεί στην επόμενη έκδοση του Όφις και Κρίνο να προστεθούν τα πεζά ποιήματα που αποτελούν δορυφόρους του μυθιστορήματος, μαζί με το δυσεύρετο δοκίμιο Η Αρρώστια του Αιώνος. Και διά του λόγου το αληθές, αναδημοσιεύουμε τρία από εκείνα τα πεζά.


Sir Lawrence Alma Tadema, «Τα ρόδα του Ηλιογάβαλου» (1888)
Sir Lawrence Alma Tadema, «Τα ρόδα του Ηλιογάβαλου» (1888)



Μ Ι Α   Α Γ Α Π Η
περ. Πινακοθήκη, έτος ΣΤ', Οκτώβριος 1906, σελ. 138-139. Με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή.

Στον Α. Τανάγρα

Ένας βλαστός της κρεββατίνας είχε χωρίσει από τους αδελφούς του κι είχε ριχτεί απάνω στη γαζία που κρύβει με τους κλάδους της το παράθυρο της κάμαράς μου κι ερχόταν απάνω από τ’ αγκάθια του δέντρου σ’ εμένα.
Πολλές φορές, το βράδυ, κουρασμένος από τη μελέτη έγερνα στο παράθυρο μου και τον κύτταζα νάρχεται.
– Αλήθεια, μου φαίνεται κάποτε πώς όλα ζούνε κι αισθάνονται γύρω μας. Και είναι άνθη που μας αγαπούνε και είναι άνθη που μάς μισούν και είναι κλάδοι και βλαστοί που λαχταρούν να μας αγγίξουν. Κι έβλεπα τον βλαστό που μ’ αγαπούσε να σέρνεται σ’ εμένα και να ζωγραφίζει όμορφες κινήσεις μέσα στο μυστήριο του δειλινού και ν’ απλώνει τα τρυφερά βλασταράκια του –σαν μικρά, παιδιακίσια χεράκια– και να πιάνεται από τ’ αγκάθια της γαζίας και να μ' επικαλείται.
Εσύρθηκε μια νύχτα ίσα με το παράθυρο μου. Eπλέχτηκε στις γρίλλιες, εξάπλωσε απάνω στον τοίχο, υψώθηκε κι αγκάλιασε κι εμεγάλωσε κάτω από τον ήλιο. Κι όταν το βράδυ έγυρα κουρασμένος πάλι, τα φύλλα του βλαστού εκινήθησαν κι άγγιξαν το χέρι μου κι έσταματησαν. Μικρά φύλλα ωμορφότατα και κόκκινα -κάποιες αποχρώσεις πράσινου και πορφύρας, κάποιο περίεργο χρώμα παληού κρασιού– λές κι ήσαν μεθυσμένα από ζωή, μεθυσμένα από αγάπη.
Ποιός θα μάς υμνήσει ποτέ τές απόκρυφες κι εκστατικές και τες αμίλητες αγάπες των βλαστών και των ανθρώπων;
Θα σας φανεί παράξενο ... δεν ξέρω... Εκείνο το βράδυ έμεινα ώρα διπλή γερμένος στο παράθυρο κι εκύτταζα τες απαλές και πράσινες καμπυλώσεις του βλαστού και δεν εσκεπτόμουν τίποτε και δεν επoθούσα τίποτε και ήμουν ευτυχής. Ευτυχής ... Θα το πιστέψετε;

*

Επέρασαν μέρες και νύχτες απάνω από τον βλαστό. Τα φύλλα του μεγάλωσαν, εθράφηκαν μέσα στον ήλιο κι από τους κόλπους των μέσα –ένα μεσημέρι– πετάχτηκαν δυο ώμορφες, καταπράσινες ελπίδες σταφυλιών. Κι ήταν η χαρά μου να γέρνω και να τα κυττάζω το βράδυ - σαν μικρά-μικρά αστέρια όταν ήσαν στον ανθό, σαν σμαράγδινες πέτρες πολύτιμες κατόπιν, κι ύστερα σιγά, σιγά, άρχιζαν να μεγαλώνουν και τα φιλιά του ήλιου άρχιζαν να λειτουργούνε μέσα κι ο ξένος χυμός εγλύκαινε κι εκοκκίνιζεν η αγουρίδα, σαν από ερύθημα ντροπής κι άρχιζε πάλιν η αγάπη την αιώνια, την υπέροχο εξέλιξη των θαυμάτων.

*

Θα σας φανή παράξενο ... δεν ξέρω... Τα μικρούτσικα πράματα, τα επουσιώδη, μ’ επηρεάζουν περισσότερο από τα μεγάλα γεγονότα. Πώς να πώ ; Τα μεγάλα γεγονότα είναι χονδροειδή, βάναυσα, πέφτουν κτηνωδώς απάνω στη ψυχή, έχουν τι το ανυποφόρως υλικόν– δεν έχουν τη λεπτή, την αριστοκρατική διείσδυσι των μικρών και απαρατηρήτων που εγγίζουν αγάλια-αγάλια τη ψυχή μας με άϋλα χεράκια, με κάποια διάκριση και δειλία που κολακεύει το εγώ μας, με κάποιο κρυφό παρακάλιο των μικροσκοπικών πραγμάτων που υποφέρουν…
Και γι’ αυτό  –γι’ αυτό άραγε;– βαθειά μ’ επηρεάζει κι' απέραντο μου κάνει καλό να παρακολουθώ την εξέλιξη του σπόρου που ρίχνεται στο χώμα και σπά την επιφάνεια, και υψώνεται καταπράσινος και ρίχνει βλαστούς και φουσκώνει στες άκρες των κλάδων και πετά λουλούδια - ο, τιδήποτε λουλούδια: όσο ταπεινότερα και λευκότερα, τόσο πλειότερο καλό μου κάνουν... Και να παρακολουθώ ύστερα και του λουλουδιού τη τύχη. Μπουμπούκι παρθένο, κι ύστερα ανοίγεται και χύνει στον αέρα τον αιώνιον παραπονεμένον ύμνον των αρωμάτων –που κάτω πηγαίνουν και Κάποιον υμνούν και κάποιον Παράδεισο θάχουν κι εκείνα– κοντά στον ΙΙαράδεισο των όμορφων ψυχών – για ν’ ακινητήσουν και να ησυχάσουν και να μη πονούν.
Όταν είμαι θυμωμένος, όταν είμαι λυπημένος, όταν οι βλαστημιές ανεβαίνουν σαν υποσχέσεις παρηγοριάς στα χείλη μου, όταν όλη μου η ψυχή είναι ακάθαρτη από βάναυσα πάθη –κατεβαίνω στον κήπο, κυττάζω κανένα μικρό λουλούδι ριγμένο σε καμμιά γωνιά των χωμάτων και ησυχάζω. Και ησυχάζω. Ένα βιβλίο, η ανάγνωση του Εκκλησιαστού, μια μεγάλη ευτυχία, δεν θα μπορούσαν να ησυχάσουν τη ψυχή μου, όσο το μικρό λουλούδι πούνε ριγμένο σε κάποια γωνιά των χωμάτων.
Και γιατί να μην αγαπήσω το βλαστό με τα δυό του παιδιά, πούλθε να με βρεί και ν’ αγκαλιάσει το παράθυρό μου και τη μοναξιά μου και να με ξεκουράζει με την αγάπη του κάθε βράδυ, από τη περιώδυνη ηδονή της μελέτης;
Είναι γελοίον, είναι παιδικόν, το ξέρω. Έτσι όμως αισθάνομαι, τι να κάμω;
Η μητέρα μου ανέβηκε χθες στη κάμαρά μου κι έγυρε από το παράθυρο. Άκουσα ένα τριγμό. Η γαζία εκινήθηκε κι άκουσα το κλήμα να σειέται – ένοιωθα εσειούταν ίσα με τη ρίζα του πέρα στη κρεββατίνα. Έτρεξα στο παράθυρο. Η μητέρα μου κρατούσε στα χέρια της μισοζουλισμένα τα δύο σταφύλια του βλαστού, κι ο βλαστός είχεν αφίσει τ’ αγκάλιασμα της γρίλλιας κι είχε γκρεμιστεί κάτω κι είδα στες δυό κόχες των φύλλων δυό μεγάλες πληγές.
– Μητέρα! Κι η μητέρα μου στη φωνή και στη χλωμάδα μου ένοιωσε την αιτία και τον παράξενο πόνο κι άρχισε να κλαίει.
– ΙΙαιδί μου!... δεν τοξερα ...
Εφοβήθηκα να μην πω τίποτε να λυπήσω τη μητέρα μου κι έτρεξα κάτω να μείνω μόνος.
Αν σας πω πώς έκλαψα, θα γελάσετε.
Αν σας πω πως από τότε δεν άνοιξα το παράθυρο πλειά, για να μην δώ τον βλαστό, για να μη νοιώσω τα παράπονα που θα τρέχουν από τες πληγές, θα γελάσετε.
Αλήθεια, κι εγώ όταν είμαι μαζί με άλλους και το συλλογούμαι, γελώ.


R E Q U I E M
περ. Πινακοθήκη, Ετος Ζ', Μάρτιος 1907, σελ. 3 - 4. Με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή.

Συντρίμμια από βράχους κι από φύκη το πλέξαν το σπιτάκι μας στην άκρη του γιαλού. Κατώφλι του γίνονται οι αφροι και η αρμύρα και στη στέγη του απάνω αγαπούν ακόμα και σμίγουν ακόμα απελ ισμένα μέσα στον θάνατο τα κογχύλια. Από τα βάθη του πέλαγου ανέβαιναν κατρακυλώντας τα όμορφα πετράδια χρόνια και χρόνια τώρα κι απλώθηκαν χάμω στο βράχινο σπιτάκι μας και μας έστρωσαν κρεββάτια πέτρινα.
Ποιά ήταν η νεράιδα – την είδες εσύ; που μας πήρε από το χέρι, μάς επέρασε από τους βράχους, μέσα από τα νερά, απάνω από το τριζοβολητό των άμμων κι έσκυψε χαμογελώντας και μας έσπρωξε σιγά – σιγά, κι απαλώτατα στο βράχινο σπιτάκι ;
Ένα κύμα εγέλασε την ώρα που μπαίναμε, εσύρθηκε ίσα με τα πόδια μας και κάτι μάς είπε κι έφυγε. Ένα πουλί του γιαλού τ’ άκουσε, επέταξε από ένα βράχο απέναντι, έσκυψε και μας είδε κι έφυγε. Κάτι είπε στον αγέρα και τα μαλλιά μας εκινήθηκαν ξάφνου κι εφιληθήκαν από κάποιο μυστικό, αγέρινο χάδι.
Πέρα, στα βάθη, καράβια ακινητούσαν και του κάκου, μάς φαινόταν, προσπαθούσαν να χωρίσουν τον ουρανό από τη θάλασσα.
Απάνω στον γιαλό εβάραινεν ο ήλιος.
Και είπα: Ο Άγγελος της Αγάπης και της Οδύνης είναι αδελφοί. Στα βάθη μόνο τα γαλανά κι ασάλευτα των νερών κοιμάται πεθαμένη η Γαλήνη. Η καρδιά μου λαμποκοπά απάνω στα κύματα και βουλιάζει – ω πώς βουλιάζει βαρειά από τον πόνο και πηγαίνει νάβρει απελπισμένη την αγάπη μου πεθαμένη στα βάθη των νερών...
Έβαλε το χέρι της απάνω στο χέρι μου – ω πόσο κρύο ήταν το χέρι της σαν γάβγαινε από τα βάθη του γιαλού ! και μουπε : “Πού κυττάζεις;” Ανατρίχιασα όλος και την κύτταξα.
Το σώμα της διαγράφεται έμορφότατο απάνω στο πέτρινο κρεββάτι. Ένα κύμα πάλι εγέλασε. Από το άνοιγμα ενός βράχου, απέναντι, δυο μάτια γαλανά κάποιας νεράιδας μ’ εκύτταζαν. Απάνω στη στέγη αγαπούσαν, κολλημένα, τα κογχύλια.
Το πόδι της το ένα ήταν πλεγμένο. απάνω στο άλλο σε ηδονικώτατες καμπυλότητες γραμμών και το ένα χέρι της τής ήταν προσκεφάλι και το πρόσωπό της το μισό φαινόταν και τα μαλλιά της έπαιζαν απάνω κι' από τα κλειστά της τα ωχρότατα χείλη ανέβλυζε κι εχυνόταν αθόρυβα σ’ όλο της το πρόσωπο και σ' όλο της το σώμα, θαρρούσες, ένα χαμόγελο.
Μπροστά μας από τη σχισμάδα του βράχου όλοι οι θεοί της θάλασσας συνάχτηκαν και τη θωρούσαν. Κι ένοιωσα, εγέμισε το βράχινο σπιτάκι μας ανοιγοκλείσματα φτερών, κι ανατριχιάσματα φιλημάτων και μέσα στη ψυχή μου έννοιωσα όλους τους θεούς της θάλασσας να γέρνουν και να τη θωρούνε…
Έβαλα τη ψυχή μου απάνω στα κύματα, τα χέρια μου απλώθηκαν απελπισμένα στη περιώδυνη μουσική του θανάτου που ανέβαινε από τα σπλάχνα του γιαλού κι απάνω στα μνήματα που ανοίγουν τα κύματα εξάπλωσα τις ελπίδες μου όλες και τις χαρές μου όλες, εκύτταξα την αγάπη μου που χαμογελούσε στα πέτρινα κρεββάτια και είπα : «Ο Άγγελος της Αγάπης και του Θανάτου είναι αδελφοί. Όταν Σου λέω πώς Σ’ αγαπώ, μην το πιστεύεις. Αν αγαπώ τα μάτια Σου τα μεγάλα τ’ αγαπώ γιατί μοιάζουν της Αγαπημένης μου. Αν αφίνω απάνω στο κορμί Σου να γέρνουν οι επιθυμίες μου όλες, το κάνω γιατί το κορμί Σου είναι όμορφο κι όταν κοίτεται ξαπλωμένο απάνω σε πετράδια του γιαλού μού ενθυμίζει την Αγαπημένη μου. Αν μ’ αρέσει η αγάπη Σου και την αφίνω να σαπίζει σιγά – σιγά το κορμί μου όλο και να διαφθείρει τη ψυχή μου και να σκάφτει όληνυχτίς τα θεμέλια του νου μου – μ’ αρέσει γιατί μοιάζει και στην έκταση και στην ωμορφιά και στην ελπίδα που δίνει του θανάτου με την Αγαπημένη μου… Ακουσε, όταν Σου λέω πως Σ’ αγαπώ, μην το πιστεύεις… Αγαπώ μίαν άλλη. Τα μπράτσα Σου του κάκου πλέκονται στο κορμί μου και του κάκου αλυσσοδένεις τον νούν μου με την αγάπη… Μια νύχτα ο πόνος εδάγκωσε κι εκομμάτιασε τη ζωή μου. Εκατέβηκα κι απλώθηκα στην αμμουδιά και είπα τον πόνο μου. Πέρα ως πέρα, γιαλό – γιαλό, χυθήκανε σε μουρμουρητό τα παρηγορητά της, Εκείνη είναι η Μεγάλη, η Αιώνια, ή Παρηγορήτρα. Εσύ τί είσαι ; Της έδωκα εκείνη τη νύχτα τη ψυχή μου. Σ’ ένα σπασμένο βράχο στη μέση – μέση του γιαλού είναι από τότε η ψυχή μου δεμένη. Εκεί τελούνται τα μεσάνυχτα οι μυστικές και περιώδυνες ενώσεις. Οι θυγατέρες του Γέρου Ωκεανού έρχονται χαμογελούσες και μου κάνουν συντροφιά. Τα πουλιά του γιαλού με γνωρίζουν και μ’ αγαπούνε. Εκεί ανοίγονται οι φλέβες της ψυχής μου και η ζωή μου όλη χύνεται απάνω στα κύματα. Οι νεράιδες θέλουν να με λύσουν και να με σύρουν στον αέρινο χορό των. Μην αλυσσοδένεις τη ζωή μου με την αγάπη...»
Έπλεξε το κορμί της γύρω μου και μ’ εκύτταξε στα μάτια κι ανατρίχιασα.
Ναι, ναι το ξέρω, ένα μυστήριο αρμενίζει στα μάτια Σου. Όταν Σ’ αγκαλιάζω θαρρώ αγκαλιάζω τη θάλασσα όλη. Την Αγαπημένη μου. Ίσως νάσαι η μικρογραφία Eκείνης, της Αληθινής... Ποιος ξέρει... Τα μυστήρια που κρύβετε οι δυό Σας ποιός τα ξέρει;... Έχεις κι εσύ τη δύναμη να ξερριζώνεις και να κομματιάζεις όπως Εκείνη βράχους και καράβια, ζωές εσύ κι αθωότητες κι Ιδανικά που σηκώνουνε κεφάλι μπροστά σ’ Εσένα. Σε κυττάζω όλη, μέσα στο βράχινο σπιτάκι μας. Σε κυττάζω όλη, και νοιώθω, δίνεις κι Εσύ τις ίδιες ελπίδες και στα μάτια Σου και στις καμ πυλότητες του κορμιού Σου νοιώθω τις ίδιες υποσχέσεις. Την απέραντη, την παντοδύναμη, την αγιάτρευτη νοσταλγία του θανάτου... Να βουτήσει κανείς με το κεφάλι μπροστά, με κλειστά τα μάτια, με τα χέρια ανοιχτά στο Μυστήριο και στο Αίνιγμα. Να μην υπάρχει πλειά, να τον πετούν τα κύματα και να τον παίρνουν πάλι και νάχει κλειστά τα μάτια και πεθαμένη τη ψυχή. Άκουσε, μην τρέμεις. Αν Σ’ αγαπώ, Σ’ αγαπώ γιατί νοιώθω πώς με πεθαίνεις ολημέρα, γιατ’ είσαι το μονοπάτι που φέρνει στην άλλη, την αιώνια, την αληθινή μου Αγάπη, γιατί νοιώθω πως μόνο τα μικρά Σου χέρια, τα λευκότατα, και μόνο τα χείλη Σου, τα ωχρότατα, και τα μεγάλα Σου μάτια μόνο μπορούν να με κάνουν να πεθάνω όλος, μην τρέμεις, να πεθάνω όλος – και το σώμα και η ψυχή.

Ν Υ Φ Η
περ. Πινακοθήκη, Έτος Ζ', Απρίλιος 1907, σελ. 34. Με το ψευδώνυμο Κάρμα Νιρβαμή.

Αγρύπνησα όλη τη νύχτα γονατισμένη απάνω στις πλάκες. Τα μάτια μου φλογίσανε από το αδάκρυτο κλάμμα κι από τον πόθο της Αυγής. Τα δάκτυλά μου ήσαν κερένια και διάφανα τα χέρια μου από την προσευχή και τη νηστεία – και την αγάπη. Κατάσαρκα φορούσα χοντρό ράσο κι αδρό που εξέσκιζε το κορμί μου το συνηθισμένο στα μετάξια. Το αίμα έτρεχε σαν γάλα μέσα στις φλέβες μου– ω! η αγάπη μου εκείνη – όλη πονώ! – δεν ρίχνει πλειά φουρτούνες στο κορμί μου.
Οι άγιοι γύρω τριγύρω στο εκκλησάκι του μοναστηριού αχνά προβαίναν μέσα από το σκοτάδι και με κυττάζαν ήρεμα – ήρεμα από τα φόντα τα χρυσά, τα θαμπωμένα από το πολύ λιβάνι κι από τα πολλά φιλιά. Κι ο Χριστός αποπάνω μου έσκυβε, έσκυβε σαν νάθελε να με φιλήσει όλη κι αισθανόμουν το χαμόγελό του να τρυπά τη καρδιά μου... Έσκυβα κι εγώ μαζί του κι ένοιωθα εχυνόταν από το κόνισμα κι έπεφτε –σαν σώμα– απάνω μου η αγάπη. Οι άγγελοι γύρω του σωπαίνουν κι εκρατούσαν στα χέρια των κρίνα – κρίνα λευκά και κόκκινα και γαλάζια....
Κι εγώ σκυφτή ένοιωθα τη μυρωδιά των κρίνων να πέφτει απάνω στο κορμί μου – κι έσπαρταρούσα όλη από την ηδονή και τον πόνο... .
Ω! πότε να ξημερώσει και να με σηκώσουν αναίσθητη από τις πλάκες και να με σύρουν στο ιερό και να βάλει το χέρι του βαρύ απάνω μου και δεσπότης και να με κάμει Νύφη Σου – ω Νυμφίε !
Ω! το κυανούν μυστήριο των ερώτων Σου που λαμποκοπά ψηλά απέραντο κι αμίλητο κι όπου σκύβω χλωμή και το βλέπω – χλωμή από τον πόθο! Από τον πόθο λυώνει μπροστά στο κόνισμά Σου το κορμί μου, όπως λυώνει από τη φλόγα το κερί. Είσαι όμορφος ! Σ’ αγάπησα. Είμουν μικρούλα κι εσηκωνόμουν – θυμούμαι – στα δάχτυλα απάνω των ποδιών μου για να φτάσω το αστραφτερό μανουάλι και να καρφώσω απάνω, μπροστά Σου το μικρό κεράκι μου. Κ’ ύστερα σε έξέχασα. Σ’ έξέχασα κι άλλες αγάπες ανάφτηκαν στο αίμα μου.
Ένας κόσμος άστραψε μέσα μου. Και Σ’ εξέχασα.
Μία νύχτα μεγάλη, τα ξημερώματα, αγρυπνισμένη εκύτταζα μέσα από τα δάκρυά μου να σβύνουν τ' αστέρια και Σ’ εθυμήθηκα. Κι εσύρθηκα ξυπόλυτη μέσα από τους βράχους κι απάνω από τους γκρεμούς, εδώ, κι ερρίχτηκα μπροστά στο κόνισμά Σου και Σου ’πα να τον γιάνεις.
Εχαμογέλασες και μ’ εξύτταξες. Κι επέταξα χαρούμενη να τον εύρω. Είχε πεθάνει.
Ο κόσμος !
Γιατί λοιπόν εχαμογέλασες όταν μ’ είδες; Εστάθηκα κι έβαλαν απάνω του τη πλάκα κι εκαθάρισαν γύρω του το χώμα, κι έφραξαν τις χαραμίδες όλες, κι έπλυναν τα χέρια των οι νεκροθάφτες, κι έπιασαν τα ποτήρια και τα γέμισαν κρασί και ήπιαν για τη μνήμη του. Κι έχαμογέλασαν. Κι εγέμισαν ξανά τα ποτήρια.
Κι εγώ ανετρίχιασα όλη. Με τα πόδια, με τα χέρια εσύρθηκα· πάλι μέσα από τους βράχους απάνω από τους γκρεμούς σ’ Εσένα.
Κι Εσύ χαμογελούσες πάντα –γαλήνιος και ώμορφος...
Ω! πότε να ξημερώσει και να με σηκώσουν αναίσθητη από τις πλάκες και να με σύρουν στο ιερό και να βάλει το χέρι του βαρύ απάνω μου ο δεσπότης και να γίνω δική Σου, δική Σου, ω Νυμφίε και ω Συ που χαμογελάς αιώνια !...


Ο Νίκος Καζαντζάκης  φοιτητής στην Αθήνα (1902)
Ο Νίκος Καζαντζάκης φοιτητής στην Αθήνα (1902)

Με το ψευδώνυμο «Ν.Κ. Τριανταφύλλου» ο Καζαντζάκης γράφει το διπλά τιτλοφορούμενο «Έρωτος θύμα-Από τας θύελλας», Η Ίδη, Ἡρακλείου, 67, 2.5.1908. Πληροφρία του Μ.Ζ. Κοπιδάκη, Χάρτης, 12, Σεπτ. 1984, σελ. 694.)
Εντοπίσαμε λοιπόν με το ίδιο ψευδώνυμο το εν λόγω ποίημα αλλά και ένα αθησαύριστο χρονογράφημα – ιδεογράφημα, αφιερωμένο στην Γαλάτεια Αλεξίου.

ο κατωτέρω ποίημα μεθ᾽ ενός χρονογραφήματος απεστάλη ημίν την παρελθούσαν εβδομάδα προς δημοσίευσιν ότε δυστυχώς το φύλλον μας ευρίσκετο επί του πιεστηρίου.
Ο ποιητής, νέος, δικηγόρος, έπαθεν εξ έρωτος διασάλευσιν των φρενών εν Σμύρνη, ένθα υπηρέτει ως υπάλληλος παρά τῳ Ελληνικῳ Προξενείῳ δι᾽ ό και μετεφέρθη εις Πειραιά. Εκείθεν όμως κατώρθωσε να διαφύγῃ και όλως τυχαίως να αποβιβασθή ενταύθα, ένθα όμως και πάλιν συνελήφθη· γράφει δε το κατωτέρω ποιημάτιον και εν χρονογράφημα το οποίον εις το προσεχές θα δημοσιεύσωμεν, εκ του Κεντρικού Σταθμού ένθα μέχρι της αφίξεως του ατμοπλοίου διὰ Πειραιά, όπου επανεστάλη, έμενεν.


Α Π Ο   Τ Α Σ   Θ Υ Ε Λ Λ Α Σ

(ΕΙΣ ΤΟ ΛΕΥΚΩΜΑ ΤΗΣ ΕΞ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΠΟΙΗΤΡΙΑΣ Γ.Σ.Α.)

Μη Ελικώνεια ζητείς να σοι προσφέρω άνθη
Της τεθραυσμένης λύρας μου μη θίγης τας χορδάς
Παν σφρίγος πλέον ψυχικόν φιλτάτη εμαράνθη
Αφ᾽ ότου πόνων συνοδοὺς έχω φρικτάς ορδάς

Μη θίγης! μη! μη κεραυνούς θελήσης να ακούσῃς
Μ
η του αγνώστου άδου μου ζητείς τους πυλωρούς
Άφες εν μορμολύκειον κοιμώμενον της Μούσης
Εις ερειπίων ψυχικών να μένῃ τους σωρούς.

Και μόνον όταν πλαξ ψυχρά του τάφου με καλύψῃ
και πένθιμος της μνήμης μου πλανάται η σκιά
η γλώσσά σου εν μυστικόν εις όλους ας κηρύξη
ότι ο έρως κάποτε εις όλους μειδιά.

Ηράκλειον, Ν.Κ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ


           __________
Ι  Δ  Ε  Ο  Γ  Ρ  Α  Φ  Η  Μ  Α  Τ  Α

           __________

Ο Ν ΕΙ Ρ Ο Ν

ΕΙΣ ΤΗΝ ΕΞ ΗΡΑΚΛΕΙΟΥ ΚΡΗΤΗΣ ΠΟΙΗΤΡΙΑ Γ.Σ.Α.

Ωνειρεύθηκα… Σε μια γωνιά του ζαφειρένιου θόλου έβλεπα να προβάλλῃ το ντροπαλό φεγγάρι, σκορπώντας τες χλωμιασμένες αχτίδες του που σπούσανε! Στα γαλανά κύματα της αφροστεμμένης θάλασσας, σαν ελαφρές σαΐτες που τες πετάει ένα χέρι αόρατο.
Παντού εβασίλευε γαλήνη! Παντού επεκράτει μόρσιμος σιωπή! Τίποτε δεν ηκούετο! Μόνον ο ελαφρός θρήνος των κυμάτων επλανάτο στον από ατμούς φορτωμένον αέρα και η ηχώ αυτού του θρήνου αντηχούσε λυπητερά μέσα στο βάθος της νέας καρδιάς μου.
Μου εφαίνετο εκείνη τη στιγμή ότι εζούσα εις άλλην σφαίραν, γεμάτην από όνειρα, από μυστήρια και από τρυφεράς αναμνήσεις της περασμένης μου ζωής.
Παρετηρούσα τ᾽ αστέρια τ᾽ ουρανού που όλα μου ρίχνανε τρεμουλιαστές ματιές…
Ήκουσα στα πόδια μου τη φωνή της θάλασσας που βλασφημούσε…
Έξαφνα έφθασαν στ᾽ αυτί μου αι ασθενείς νότες μιας μουσικής γεμάτης από λύπη και μελαγχολία. Εκει, πάνω στην επιφάνεια της κοιμισμένης απέραντης θάλασσας διέκρινα μία λεπτοκαμωμένη βαρκούλα μεσ᾽ στην οποίαν εταξείδευεν ένας ξανθομάλης και γαλανομάτης νέος.
Απ᾽ τα χείλη του έβγαιναν αναστεναγμοί και γλυκιές ερωτικαίς λέξεις… Τα κονδυλένια και ευκίνητα δάχτυλά του χορεύανε πάνω στες χορδές μιας λύρας μαλαματένιας… Ένα, στεφάνι από ναρκίσους επεσκίαζε τόση ομορφιά.
Εκστατικὸς εγώ τον εθαύμαζα…
Αυτός προχωρούσε σε κάθε στιγμή, και ότε πλέον τον επλησίασα αρκετά του φώναξα με μια δυνατή φωνή: «Έλα μαζί μου, έλα! Δος μου τη λεφτεριά και άφισέ με ν᾽ αναπαυθώ για μια στιγμή μεσ᾽ ς᾽ τη γλυκειά σου αγκαλιά”.
Εσήκωσε τα μάτια του και με κύτταξε με έκπληξιν έπειτα εβούτηξε το κουπί μεσ᾽ ς το νερό και σαν γοργό μαύρο χελιδόνι που σχίζει τον αέρα απεμακρύνθη και μούλεγε: «Σε αποφεύγω, θνητέ. Εγὼ είμαι ο Έρως!...»

*

Ήτανε Εκείνη! Και γι᾽ αυτό, όταν αναπολώ τες ελκυστικές και μαγευτικές ματιές της η καρδιά μου εξαντλείται, το μυαλό μου ταράττεται, η ψυχή μου εξατμίζεται, αι αισθήσεις μου εξασθενούσι και… η ωραία σιλουέτα της φεύγει από την αγκαλιά μου!
Άπιστη! Χθες την ηγάπησα αλλά σήμερον κεραυνοβόλον θα πέσῃ επ᾽ αυτής το ανάθεμά μου!...


ΝΙΚΟΛΑΟΣ Κ. ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ

 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: