Αυτό που χάνεται το έχω αγγίξει

Νάντη Χατζηγεωργίου, «Ήδη προς εξαφάνιση», εκδ. Θίνες 2022

——————

Όταν ξεκινά κανείς να γράφει για ένα βιβλίο έχει αξία να έχει αναρωτηθεί γιατί επιλέγει να μιλήσει γι’ αυτό. Ένα βιβλίο ποίησης είναι σημαντικό να δημιουργεί έναν κόσμο δικό του, να σε βάζει σε έναν κόσμο που δεν έχεις ξαναμπεί. Το να μιλήσεις για αυτόν τον κόσμο δεν είναι εύκολο, γιατί αυτό που δημιουργούν οι λέξεις στη σκέψη και το αίσθημα, συχνά, είναι πολύ προσωπικό και δεν μεταφέρεται ͘ ένα φως, ένα χρώμα, μια διάθεση, μια αίσθηση τοπίου, πράγματα που δημιουργούνται πίσω απ’ τα μάτια μας – ίσως αυτό να συμβαίνει όταν νιώθει το μυαλό. Ωστόσο, επειδή η γλώσσα υπάρχει για να μην νιώθουμε τα πράγματα μόνοι μας, πιάνει κανείς το νήμα με τη βοήθεια στοιχείων των ποιημάτων και του βιβλίου που με κάποιο τρόπο μετριούνται, και επιχειρεί να μιλήσει για αυτό που δεν μετριέται – το αίσθημα του ξεχωριστού κόσμου. Το «ήδη προς εξαφάνιση» κατορθώνει να δημιουργήσει αυτό το αίσθημα. Γι’ αυτό και ο γράφων αναλαμβάνει την πρόκληση και ξεκινά.

——————

Ο κόσμος του βιβλίου

Ο τίτλος του κειμένου είναι «Αυτό που χάνεται το έχω αγγίξει». Ο διαρκής ενεστώς του «χάνεται» είναι σκόπιμος και σχετίζεται με το προς τα πού κοιτάζουν αυτά τα ποιήματα ͘ κοιτάζουν προς τη φύση και τους νόμους της, προς τον άνθρωπο και τους νόμους του, προς την ηθική και δικαιοσύνη κοινωνιών απλούστερων από τη δική μας, προς αυτό που έχει να νόημα να διασώσουμε και προς αυτό που θα δημιουργήσουμε, προς τη στάση που κρατάμε απέναντι στο ακατανόητο και φρενήρες της εποχής μας. Ο κίνδυνος να πέσει ένας ποιητής σε προτάγματα εξιδανίκευσης όταν χειρίζεται τέτοια θέματα είναι μεγάλος. Όμως, τα 39 ποιήματα του βιβλίου δρουν με μια φιλοσοφική περιέργεια που αναζητά τα σωστά ερωτήματα. Κι όσο κι αν η ποιήτρια θέλει να πει πώς έχουν τα πράγματα μέσα από πολλούς αποφθεγματικούς στίχους (συχνά πρώτοι στίχοι ποιημάτων), έχει βάλει στο κέντρο αυτό που δεν ελέγχεται, που δεν προβλέπεται, που μας κρύβεται.
Μπορούμε να δεχτούμε ότι κάτι διαρκώς διαφεύγει; Της προσοχής ή του ελέγχου μας; Ο ίδιος ο τίτλος, αλλά και μέσα στους στίχους οι "διαφεύγοντες υποτελείς", η "άφθαστη λεία/ η διαφεύγουσα/ ζωντανή αρτηρία", μας το υπενθυμίζουν. Εύκολο να το λες. Δύσκολο να το δέχεσαι.
Άρα; Άρα προσπαθούμε να κοιτάξουμε το πράγμα από διαφορετικές γωνίες, να το κυκλώσουμε - αφού δεν μπορούμε και δεν πρέπει να το κατέχουμε, τουλάχιστον ας το πλησιάσουμε. Το βιβλίο διαθέτει ένα στοιχείο που θεωρώ αρετή για τις ποιητικές συλλογές, και πού ίσως να σχετίζεται με το αίσθημα που ξεχωριστού κόσμου: επανέρχονται εικόνες και λέξεις που ενεργοποιούν το ίδιο συμβάν, ιδωμένο από πολλές μπάντες, δηλαδή το φαινομενικά ίδιο βλέπεται από διαφορετικές γωνίες και όλες οι όψεις στερεοσκοπικά σχεδόν αρθρώνουν τον κόσμο: στις σελίδες επανέρχεται η πτώση και το βύθισμα, επανέρχεται αυτό που περισσεύει και δεν ξέρει πού να πάει («το μέλι που περίσσεψε/ σαν πρόβλημα εκβάλλει/ στη θάλασσα», από το ποίημα «ο μελισσοκόμος»), επανέρχεται το ερώτημα και το αίτημα για δικαιοσύνη (πιο κάτω, θα διαβάσουμε το ποίημα «με δικαιοσύνη και αθωότητα»). Μαζί, τα τυπογραφικά σαλόνια και η επικοινωνία των ποιημάτων σε αυτά συμβάλλουν στους διαφορετικούς φωτισμούς του πράγματος. Επανέρχονται όμως και συγκεκριμένες λέξεις· το "χέρι", σε πέντε ποιήματα, πότε ετοιμοπόλεμο, πότε να παίζει· το "χώμα" σε έξι ποιήματα, άλλοτε ως υποδοχή, άλλοτε ως αγκαλιά, ως τιμωρία, ως τέλος · η "γη" σε έξι ποιήματα, άλλοτε ως χώμα, άλλοτε ως τόπος, κι άλλοτε ως το περιφερόμενο στο διάστημα σπίτι μας.

——————

«Με δικαιοσύνη και αθωότητα»

«Τι απαίσιο πράγμα αυτές οι νέες φιλοσοφικές ιδέες της σκληρότητος, του σωστού της υπερισχύσεως του δυνατού, του τάχα εξυγιαντικού έργου της πάλης της εξαλείφουσας τους μικρούς και ασθενικούς κτλ. κτλ. Αφού πρέπει να ζήσουμε εν κοινωνία, αφού ο πολιτισμός απορρέει από αυτό, αφού δι’ αυτού του μέσου κατορθώσαμε και αντισταθήκαμε στες δυσχερέστατες βιοτικές περιστάσεις που περιστοίχισαν τα πρώτα την ανθρωπότητα, τι θα πουν αυτά τα τρελλά της σκληρότητος, της υπερισχύσεως κτλ. Αν στ’ αλήθεια τα πραγματοποιούσαμε θα βλέπαμε ότι θα μας φέρουν στην εκμηδένισι.» [Σημείωμα ΚΕ΄ (10.9.1910). Ανέκδοτα σημειώματα ποιητικής και ηθικής. Ερμής 1983. 49. Ανάκτηση από εδώ: http://www.snhell.gr/references/quotes/writer.asp?id=127]

Αυτά γράφει στα σημειώματά του ο Κωνσταντίνος Καβάφης το 1910. Ο γράφων παραθέτει εδώ αυτά τα λόγια γιατί θεωρεί ότι έρχονται σε διάλογο με το ποίημα του βιβλίου «με δικαιοσύνη και αθωότητα»:

Όταν κανείς αποσυρθεί
λιγάκι από τα φιλικά
χτυπήματα στην πλάτη
το μόνο που παρηγορεί
είναι η αθωότητα
που δείχνουνε τ' αγόρια
στο άγγιγμα του σβέρκου των φίλων
αφού
για λόγους άγνωστους σε μας
ήρθανε προς στιγμήν στα χέρια

Στην ίδια γειτονιά
πίσω απ' τις ρόδες
ο νεαρός γάτος
κάνει υπομονή ώσπου
αρπάζει τελικά
στο στόμα του
ένα κουτσό περιστέρι

Για λίγα λεπτά
στον κόσμο όλο
τίποτα δεν μοιάζει
πιο δίκαιο

Αν δεν υπάρξει η αθωότητα δεν γίνεται τίποτα – ή θα γίνουν τέρατα. Το βιβλίο διατρέχεται από το αίτημα για δικαιοσύνη και αθωότητα, επιμένοντας ότι αυτές οι δύο δεν είναι αλληλοαποκλειόμενες. Στη γραμμή αυτή βρίσκουμε, αν και όχι απολύτως προφανώς, και τους στίχους από το ποίημα «ο πρώτος μύθος»:

Κι αν είχαμε
ευγενή αισθήματα
έπρεπε
κόντρα στη φύση μας
να στρέψουμε τα όπλα
στον εχθρό


Βλέπουμε ξανά πως τα διλήμματα, τα αιτήματα, τα οράματα για τη ζωή που προτάσσει το βιβλίο είναι τα διαρκώς πολύπλοκα ζητήματα στα οποία ο κάθε άνθρωπος καλείται να απαντήσει.

——————

Το παραμύθι και το τραγούδι

Η απάντηση στο πώς όλα τα παραπάνω πραγματώνονται καλλιτεχνικά, πώς δηλαδή γίνονται ποιήματα που είναι πυκνά, που δεν πολυλογούν, σχετίζεται (πέρα από όσα έχουμε αναφέρει νωρίτερα) με τον τρόπο που η ποιήτρια εργάζεται με τον ρυθμό. Η Νάντη Χατζηγεωργίου φροντίζει τη μουσική, γι’ αυτό είναι και ο ρυθμός των ποιημάτων της με πείθει – ο αναγνώστης έχει μια σοβαρή ανάγκη να πειστεί από το κείμενο, και φυσικά δεν μιλάμε για μια πειθώ επιχειρημάτων, αλλά για μια βαθύτερη πειθώ αισθήματος.
Στα ποιήματα αυτά – και αυτό είναι αντιληπτό από την πρώτη στιγμή αν τα διαβάσουμε δυνατά – ο στίχος σπάει συχνά τη φράση, προτείνει μια παύση, έναν διασκελισμό που κάνει τη λέξη ή τη φράση να ακουστεί. Είναι φανερή σε όλο το βιβλίο η έγνοια για τον ρυθμό (εμφανέστατα θα το ακούσετε στο ποίημα «προσευχή»).
Υπόνοιες τραγουδιού, νανουρίσματος, παιδικού λόγου συνδυάζονται με την ενήλικη σκέψη και τον θεωρητικό στοχασμό όπως επίσης προς την ανάγκη μας για παραμύθι. «Στα παραμύθια όμως/ η φύση/ είναι με το μέρος μας» διαβάζουμε στο ποίημα «άοπλοι». Όλα αυτά επιμένουν με τον τρόπο τους και στη δικαιοσύνη και στην αθωότητα, και ας προσθέσουμε και την τρυφερότητα.

——————

Υλικότητα

Στο πολύ δυνατό ποίημα «η διανομή του άρτου» διαβάζουμε:

Άραγε
πόσο θα κρατήσει
η ξηρασία
πάω κι έρχομαι
κάτι ν’ ακούσω
κι έχω στο χέρι
που είναι απ’ το μάτι
πιο αξιόπιστο
την τσακισμένη
ομπρέλα μου

Κατά την ποιήτρια, το χέρι είναι πιο αξιόπιστο από το μάτι. Κι εδώ βρισκόμαστε μπροστά σε μία κεντρική προβληματική του βιβλίου που έχει να κάνει με τη σημασία της υλικότητας της ζωής ͘ ο τρόπος που σκεφτόμαστε, ο τρόπος που στοχαζόμαστε και τοποθετούμαστε δεν μπορεί να παραβλέπει το σώμα, το οποίο πλάσμα, την ύλη, τη γη. Ο γράφων θέλει να επιμείνει στο θέμα ͘ στο «ήδη προς εξαφάνιση», το φιλοσοφικό βλέμμα έχει την έγνοια της υλικότητας, δεν κινείται σε σφαίρες γοητευτικά θεωρητικές, έχει την επιθυμία όχι μόνο να δει, αλλά και να αγγίξει.

(Στο σημείο αυτό, ας κάνουμε μια παύση και ας πούμε δυνατά τον στίχο του βιβλίου: «το σώμα/ το μόνο υλικό/ που δικαιώνει τα όνειρα»)

Συνεχίζοντας, στο βιβλίο, ένα υποκείμενο θέτει όχι τόσο ένα ερώτημα οπτικής γωνίας όσο ένα ερώτημα πράξης: τι να κάνουμε. Και αυτό είναι ζήτημα στάσης, ειδικά σε μια εποχή όπου η εικόνα κυριαρχεί, η όραση μοιάζει να καθίσταται πρωταρχική, με την αφή να υποχωρεί έναντι της απόστασης και των ευκολιών που προσφέρει η ιλιγγιώδης είσοδος της τεχνολογίας στη ζωή μας. Έτσι, μεταξύ όρασης και αφής, παρόντος και παρελθόντος, στέκεται κανείς μετέωρος, διεκδικώντας ένα πλήρες συμβάν.

ΖΗΛΕΙΑ ΓΙΑ ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ

To τυχαίο είναι η τέχνη
να μένεις ανοιχτός

Στον δεύτερο όροφο
της εθνικής πινακοθήκης
έφτασα με προσμονή
χωρίς να περιμένω
κάτι συγκεκριμένο
να μου αποκαλυφθεί

Το πορτρέτο ήταν εκεί
κοιτάζοντας προς το μέρος μου
μ' εκείνο το βλέμμα που άλλοτε
ήταν πέρασμα

Τι δύναμη που έχουν τα πρόσωπα
ακόμη κι όταν είναι πράγματα

Κι εγώ πόσο υποφέρω
για μια κοινή ζωή, χαμένη

Στα μεγάφωνα
η πτέρυγα κλείνει καθώς
η ζωή των μουσείων με καλεί
όμως δεν είμαι έτοιμη
για το μεγάλο άλμα

Ποιο είναι το άλμα; Από την εικόνα στο σώμα; Από τη σκέψη στη δράση; Από τη λογική στην τρέλα; Από τη θεωρία στην πράξη; Από το λόγο στη χειρονομία; Ποια ιστορία λένε οι λέξεις όταν το σώμα είναι μακριά; Ίσως όμως να ξεχνάμε καμιά φορά πως από ένα σώμα βγήκαν οι λέξεις, ένα στόμα βγάζει τον ήχο τους, ένα χέρι τις γράφει στο χαρτί ή στο σμάρτφον. Ο διάλογος μεταξύ όρασης και αφής συνεχίζεται στο ποίημα αυτό – ας επιχειρήσουμε τα δίπτυχα «βλέμμα-πέρασμα», «πρόσωπα-πράγματα» ή ακόμα «πορτραίτο-κοινή ζωή». Το ποίημα αυτό, ένα από τα δυνατότερα του βιβλίου, παρουσιάζει με φοβερή ευστοχία έναν στοχασμό προσωπικού βιώματος, εγγεγραμμένο σε έναν προβληματισμό για τη θέση της επιθυμίας μας μέσα στις συνθήκες της ζωής και τον χρόνο, που ποτέ δεν μπορούμε να τον ορίσουμε.

——————

Σε έναν κόσμο, που η οργάνωση της ζωής υποτιμά το απτό εξαίροντας το υλικό, η τέχνη έρχεται να απαντήσει και να διεκδικήσει τη συνέχεια του κόσμου· μια συνέχεια που μπορεί να βιωθεί ως αλλαγή που, παρά τη σκληρότητά της, είναι αφομοιώσιμη από τον άνθρωπο. Κάτι μπορεί να χάνεται, δεν χάνεται όμως η σχέση μας μαζί του και το σημάδι που μας άφησε. Το «ήδη προς εξαφάνιση» προτείνει μια οικονομία (εαυτού και συλλογική) που δεν ολοκληρώνεται στην πρόσθεση και την αφαίρεση, μα που αποδέχεται την απώλεια και το περίσσευμα. «Μακάρι να υπάρχει πάντα αμάζευτη σοδειά», γράφει ο Ρόμπερτ Φροστ και ευχάριστα συνοδεύει ο στίχος αυτός τα όσα συζητάμε. [Από το ποίημα «Αμάζευτη σοδειά» (μτφρ: Μαίρη Γιόση). Ανάκτηση από εδώ: https://m.popaganda.gr/rompert-frost-den-mou-aresi-na-me-diskolos-m-aresi-na-pezo/]
Τα ποιήματα του βιβλίου, τα χαρακτηρίζει μια πυκνότητα που καθαρίζει το αίσθημά μας από την πολυλογία και την υπερπληροφόρηση. Και μας θυμίζουν ότι: ζούμε σε πόλεις ͘ τρώμε τα προϊόντα μιας ζωής που δεν ζούμε ͘ ξεπερνάμε δυσκολίες ή μειώνουμε τον χρόνο με τη χρήση των μηχανών ͘ αναρωτιόμαστε τι να κάνουμε, πότε θ’ αλλάξουν τα πράγματα και τι κάνουμε για ν’ αλλάξουν ͘ απολαμβάνουμε εν τω μεταξύ την προσπάθειά μας να δούμε τη ζωή αλλιώς, να κάνουμε τα πράγματα έτσι ή αλλιώς, και ότι πολύ καλά κάνουμε.
Είμαστε οι αυτόχθονες μιας ζωής που ζητά την ευθύνη μας και τη χαρά μας.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: