Ποιο και γιατί κολάζ;

«Η Νίκη είναι δική μας», 2024
«Η Νίκη είναι δική μας», 2024
Έκθεση του Κωνσταντίνου Πάτσιου στην Alma Gallery

_____________

Από τις στιβαρότερες εκθέσεις του φθινοπώρου στα εικαστικά μας πράγματα ήταν το πέρασμα του Κωνσταντίνου Πάτσιου από την κολωνακιώτικη γκαλερί Alma. Γνωστός για τις συνθέσεις του, όπου το κολάζ συνδυάζεται με τη ζωγραφική, ο καλλιτέχνης κατόρθωσε να ταιριάξει τα έργα του με τους χώρους της γκαλερί, που αναπτύσσονται σε τρία επίπεδα. Στο ισόγειο και στο υπόγειο, οι μεγάλες συνθέσεις ανέπνεαν ελεύθερα, χωρίς η μία να υποσκάπτει την παρουσία της άλλης, ενώ στον επάνω όροφο τα μικρότερα έργα προβάλλονταν σαν ένα είδος «προσωπικού ημερολογίου» του δημιουργού. Ακόμη και ο δρόμος της Σκουφά, με την καθημερινή του κίνηση, τις βιτρίνες και τους περαστικούς, έμοιαζε να αποτελεί το ιδανικό σκηνικό της έκθεσης.

Woke on the Wild Side ο τίτλος της. Ένα σχόλιο για την εποχή μας, για όλους εμάς που εξακολουθούμε να συμπεριφερόμαστε σαν να είναι όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας «κανονικά», σαν η ζωή να συνεχίζει αδιατάρακτη «τον ρυθμό της», σαν να μην ακούμε πια τον σκοπό του Λου Ριντ. Η παραλλαγή του τίτλου του γνωστού τραγουδιού, από το Walk στο Woke, είναι χαρακτηριστική του τρόπου με τον οποίο ο Πάτσιος αντιμετωπίζει την πραγματικότητα. Με διάθεση παιγνιώδη, κάποτε σκωπτική, ανασύρει από την ακατάπαυστη κυκλοφορία των εικόνων πρόσωπα, αντικείμενα, σύμβολα, αποκόμματα εφημερίδων, παλιές φωτογραφίες και διαφημίσεις, για να τα εντάξει σε έναν κόσμο δικής του επινόησης.
Ο ίδιος λέει ότι ξεκινά πάντοτε από τα πρόσωπα. Αφού αποφασίσει τη χρωματική κλίμακα που θα κυριαρχήσει στη σύνθεση, συγκεντρώνει τις εικόνες που θα συγκροτήσουν την ιστορία του. Η σειρά αυτή έχει τη σημασία της. Μαρτυρεί ότι πίσω από την επιφανειακή αταξία των έργων υπάρχει μια ζωγραφική πρόθεση, μια συνθετική βούληση που προηγείται της συγκέντρωσης των υλικών. Το κολάζ γίνεται μια διαδικασία οργανικής συνένωσης ετερόκλητων στοιχείων, όπου κάθε εύρημα καλείται να αποκτήσει τη θέση του μέσα σε μια νέα εικαστική ενότητα.
Πρέπει καταρχήν να πούμε ότι ο Πάτσιος έχει ζωγραφικές αρετές. Ένας ευφάνταστος διαφημιστής μπορεί ασφαλώς να συνδυάσει εικόνες, να επινοήσει απροσδόκητες συναντήσεις, να κατασκευάσει ένα εντυπωσιακό κολάζ. Η ευρηματικότητα, ωστόσο, δεν εξασφαλίζει από μόνη της την αισθητική αξία του αποτελέσματος. Ο Πάτσιος διαθέτει ευχέρεια στη σύνθεση, την ικανότητα να συμφιλιώνει στοιχεία που εκ πρώτης όψεως μοιάζουν ασυμβίβαστα και, προπαντός, γερή αίσθηση του χρώματος. Τα χαρτιά άλλοτε διατηρούν την υλική τους αυτοτέλεια και άλλοτε απορροφώνται από τη ζωγραφική επιφάνεια. Με προσθήκες, σχισίματα, αποξέσεις και επικαλύψεις, ο καλλιτέχνης δημιουργεί ένα είδος παλίμψηστου, όπου τα προηγούμενα στρώματα εξακολουθούν να διακρίνονται και να συμμετέχουν στο τελικό αποτέλεσμα.
Η μέθοδος αυτή έχει πίσω της μια μακρά ιστορία, από τα πρώτα κυβιστικά κολάζ έως τις επεμβάσεις των καλλιτεχνών του Νέου Ρεαλισμού πάνω στις αφίσες των πόλεων. Ο Μίμο Ροτέλα και ο Ραϊμόν Εν αναγνώρισαν στα σχισμένα χαρτιά του δρόμου μια καινούργια εικαστική δυνατότητα. Ο Πάτσιος εργάζεται με τη γνώση αυτής της παράδοσης, την οποία αξιοποιεί με τον δικό του τρόπο. Εκείνο που έχει σημασία δεν είναι τόσο τα υλικά καθαυτά όσο η εικαστική τους μετουσίωση. Μια παλιά φωτογραφία, ένα τυπωμένο γράμμα, ένα κομμάτι αφίσας αποκτούν νέα αξία με τη συμμετοχή τους σε μια διαφορετική ζωγραφική πραγματικότητα.


«Η πριγκίπισσα και ο βάτραχος»
«Η πριγκίπισσα και ο βάτραχος»




Σε αυτήν ακριβώς τη μεταμόρφωση βρίσκεται το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της δουλειάς του. Ο τρόπος του μου θυμίζει κάποτε πρώιμα έργα του Γιάννη Μιχαηλίδη ή τις τελευταίες αναζητήσεις του Μιχάλη Κατζουράκη. Τους συνδέει μια κοινή εμπιστοσύνη στις δυνατότητες της ζωγραφικής. Και οι δύο αυτοί δημιουργοί διέθεταν ένα αστραφτερό ζωγραφικό αίσθημα, μια ικανότητα να ανακαλύπτουν χρωματικές σχέσεις και συνθετικές ισορροπίες εκεί όπου το αδοκίμαστο μάτι θα έβλεπε μονάχα ασύνδετα σχήματα και υλικά.
Δεν είναι, άλλωστε, αδιάφορη η καλλιτεχνική του μαθητεία. Ο Πάτσιος έφθασε στην τέχνη ακολουθώντας έναν όχι και τόσο συνηθισμένο δρόμο. Προηγήθηκαν σπουδές στα Οικονομικά και στο Δίκαιο, στην Ελλάδα και στη Γαλλία, για να ακολουθήσει η φοίτησή του στην Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου μαθήτευσε κοντά στον Γιάννη Ψυχοπαίδη και τον Μάριο Σπηλιόπουλο στη ζωγραφική και στον Νίκο Τρανό στη γλυπτική. Η εκπαίδευσή του συμπληρώθηκε στο Rhode Island School of Design, στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια διαδρομή με διαφορετικές αφετηρίες και εμπειρίες, που μαρτυρεί την ευρύτητα των αναζητήσεών του. Και προπάντων μια μαθητεία κοντά σε δημιουργούς που αντιμετώπισαν τη ζωγραφική ως πεδίο διαρκούς έρευνας και αναμέτρησης με την εικόνα και τα υλικά της.
Στον Πάτσιο το χρώμα αναλαμβάνει πρωτεύοντα οργανωτικό ρόλο στη σύνθεση. Συνδέει τις διάσπαρτες εικόνες, οξύνει τις μεταξύ τους αντιθέσεις, δημιουργεί εντάσεις και ισορροπίες. Οι χρωματικές μετατοπίσεις, οι απροσδόκητες γειτνιάσεις θερμών και ψυχρών τόνων, οι φωτεινές εξάρσεις και οι σκοτεινότερες περιοχές προσδίδουν στην επιφάνεια μια αίσθηση διαρκούς κινητικότητας. Το φως αναδύεται από τις ίδιες τις σχέσεις των χρωμάτων και προσδίδει στις μορφές ιδιαίτερη ζωντάνια. Θα μπορούσε κανείς να ανακαλέσει εδώ, με όλες τις αναγκαίες αποστάσεις, τις παρατηρήσεις του Σεβρέλ για τις ταυτόχρονες αντιθέσεις των χρωμάτων, που επηρέασαν τόσο βαθιά τη νεότερη ζωγραφική. Η επιφάνεια παραμένει ζωντανή και το βλέμμα μετακινείται αδιάκοπα από τη μια περιοχή στην άλλη, ανακαλύπτοντας κάθε φορά νέες σχέσεις.
Ο καλλιτέχνης, εξάλλου, αφήνει ένα μέρος αυτής της διαδικασίας στην τύχη. Δέχεται το απρόβλεπτο, την ασυνείδητη επιλογή, ακόμη και το λάθος. Δεν είναι μικρό πράγμα αυτό. «Το λάθος μπορεί να γίνει ένας αναπάντεχος οδηγός», μου έλεγε κάποτε ο Αλέκος Φασιανός, μιλώντας για τα χαρακτικά του. Η ελευθερία του αυτοσχεδιασμού απαιτεί την ικανότητα να διακρίνει κανείς πότε ένα τυχαίο εύρημα εξυπηρετεί τη σύνθεση και πότε την αποδυναμώνει. Ο Πάτσιος, στις καλύτερες στιγμές του, κατορθώνει να διατηρεί αυτή τη λεπτή ισορροπία. Το έργο διασώζει τη φρεσκάδα της πρώτης χειρονομίας και συγχρόνως διατηρεί τη συνοχή του.

«Παλιοί εραστές»
«Παλιοί εραστές»




Θα μπορούσε, ασφαλώς, κανείς να αναζητήσει στις συνθέσεις του πολιτικούς υπαινιγμούς, σχόλια για τη μαζική κουλτούρα, τις κοινωνικές αντιθέσεις ή τις ιδεολογικές περιπέτειες της εποχής μας. Οι εικόνες του προσφέρονται για τέτοιες αναγνώσεις. Ακόμη, όμως, κι αν αγνοούσαμε τους τίτλους των έργων, ακόμη κι αν παραβλέπαμε τις ελληνικές λέξεις, τα συνθήματα και τις αναφορές που παρεμβάλλονται στις συνθέσεις του, η τέχνη του Πάτσιου θα εξακολουθούσε να μας κερδίζει με τη χρωματική της ευφορία, τη συνθετική της τόλμη και, κυρίως, με εκείνη τη σπάνια ικανότητα να μεταμορφώνει τα πιο ετερόκλητα υλικά σε στέρεη αισθητική εμπειρία. Είναι μια ζωγραφική με οικουμενική γλώσσα, που θα μπορούσε να παρουσιαστεί με την ίδια αξίωση στη Νέα Υόρκη, στο Βερολίνο ή σε οποιαδήποτε άλλη μητρόπολη της τέχνης.



________________
Όσοι δεν πήρατε χαμπάρι την έκθεση, επισκεφθείτε τον ιστότοπο της Alma, όπου θα βρείτε συγκεντρωμένα τα έργα του Πάτσιου, μαζί με το επιμελητικό σημείωμα της Βένιας Παστάκα.