Άνοιγμα

Άνοιγμα




Εκείνη τη φορά, λίγο πριν το χάραμα, όλα ήταν διαφορετικά. Κρυμμένη στο λαγούμι της, παρακολουθούσε τους συντρόφους της να καλύπτουν όπως πάντα το δέρμα τους με άργιλο, δροσερό και θεραπευτικό, με την παρηγορητική ιδιότητα της παραλλαγής, και να λουφάζουν κάτω από τη γη, μακριά από το φως που θα ξεπρόβαλλε σε λίγο. Ακολουθούσε με το βλέμμα τις γνώριμες κινήσεις, κινήσεις που μέχρι χθες ήταν και δικές της. Πώς βύθιζε τις χούφτες στο ροζ μίγμα της γης με τη λασπώδη υφή. Πώς πρώτα-πρώτα το έφερνε στα μάτια καλύπτοντάς τα αργά και τελετουργικά και ύστερα σε ολόκληρο το πρόσωπο, μάγουλα, χείλια, πηγούνι. Πώς συνέχιζε να καλύπτει τον λαιμό, το στήθος με τις μεγαλοπρεπείς πτυχώσεις του και τις καμπύλες της κοιλιάς και των γλουτών με την κατευναστική λάσπη, που γυάλιζε σαν δεύτερο δέρμα πάνω στο δικό της. Πώς ξάπλωνε στον υγρό πολτό για να καλύψει την πλάτη, τον καμπύλο άξονα από το πίσω μέρος του λαιμού μέχρι τη μέση της που ολοένα και άλλαζε κατεύθυνση αρμονικά, τους μηρούς και τις κνήμες της. Πώς (αφού είχε πάρει ολόκληρη το απαλό χρώμα του αργίλου, αφού ούτε σπιθαμή από το δικό της δέρμα δεν ανάσαινε πια) έβρισκε τον δρόμο της, βήματα στην άμμο, χέρια κεραίες να αποφεύγουν βράχια και κλαδιά από αρμυρίκια, τυφλά σημάδια εδώ κι εκεί, τυφλά αγγίγματα από άλλα σώματα καλυμμένα κι αυτά και προστατευμένα που πάσχιζαν σαν κι εκείνη να φτάσουν κι αυτά μέχρι το λαγούμι τους όπου θα κρύβονταν μέχρι το επόμενο βράδυ. Πώς ένιωθε τα πόδια της να βαδίζουν σαν προγραμματισμένα και αμέτοχα (άθελά της άραγε ή ηθελημένα;) στα δαιδαλώδη μονοπάτια που συγκρούονταν και συμπλέκονταν, σχηματισμένα από τα χιλιάδες σώματα που έκαναν την ίδια διαδρομή εδώ και αιώνες.

Από καιρό δυσανασχετούσε. Από καιρό ένιωθε το δέρμα της να ασθενεί, να σαπίζει, να είναι ξένο και εχθρικό. Από καιρό το λαγούμι της δεν άφηνε χώρο στα πνευμόνια να αναπνεύσουν και επιβίωνε με κοφτές ανάσες. Όπως όλοι. Τα βράδια, όλα τα βράδια, πολύ μετά το ηλιοβασίλεμα κι αφού ο μικρός τους κόσμος είχε μεταβολίσει βιαστικά την απαγορευμένη θερμότητα του ήλιου και οι πέτρες ήταν κρύες και σκοτεινές και δεν υπήρχε πια φόβος να ακουστούν βήματα από ξένους περιπατητές που βρέθηκαν αστόχαστα ή με δόλο στον τόπο τους, τα καλυμμένα σώματα ξεπρόβαλλαν αργά, με αφύσικες κινήσεις, για να κάνουν την προδιαγεγραμμένη διαδρομή, σαν ιερή πομπή, για να βυθιστούν και πάλι, αυτή τη φορά στο σιωπηλό νερό και να ανακουφίσουν τις πονεμένες αρθρώσεις τους από την επιβεβλημένη πολύωρη ακινησία. Έμεναν ασάλευτα κι αμίλητα να επιπλέουν, στο νερό, που δεν δείχνει παρά την όψη που αντέχουμε να δούμε, που αλλάζει σχήματα και μορφές, που παραδέχεται πως τίποτα δεν μένει το ίδιο για πάντα. Έμεναν να ονειρεύονται, επιπλέοντας, καθένα μόνο του κάτω από το φως του φεγγαριού, να ονειρεύονται, τις επαναλαμβανόμενες διαδρομές τους στα μονοπάτια που είχαν χαραχτεί προτού γεννηθούν, να ονειρεύονται, την επόμενη μέρα που ήταν ίδια με την προηγούμενη, να ονειρεύονται, αυτά ακριβώς τα ομοιόμορφα σώματά τους τα καλυμμένα με άργιλο, εργοστασιακά αντίγραφα, μια κοψιά, ένα χρώμα, μια κινησιολογία, όχι από την κατασκευή τους αλλά από επιβεβλημένη συνήθεια.

Εκείνη τη φορά, είχε αφήσει τα μάτια ακάλυπτα. Περίμενε να βγει ο ήλιος και ξεγλίστρησε με την ορμή του νεογέννητου από το λαγούμι της, σπρώχνοντας πέτρες και σπάζοντας κλαδιά (ξέροντας πως ακόμη κι αν την άκουγαν θα παρέμεναν κρυμμένοι, παραλυμένοι από φόβο, διατηρώντας με κάθε κόστος την ψευδαίσθηση πως όλα ήταν όπως πάντα και όπως έπρεπε να είναι) και με ανακούφιση εισέπνευσε τις απαγορευμένες βαθιές ανάσες που είχε στερηθεί. Ξάπλωσε με τα χέρια ανοιχτά στον ήλιο για πρώτη φορά κι έμεινε να στεγνώσει στο φως του. Πώς ανατρίχιαζε, στην κοιλιά, στα δάχτυλα και στον καμπύλο άξονα της πλάτης της καθώς, σε κάθε μικρή της κίνηση, τα στρώματα πηχτού αργίλου τα τόσο άρρηκτα συνδεδεμένα με την ύπαρξή της ράγιζαν, θρυμματίζονταν, δράση και αντίδραση, για να μετουσιωθούν τελικά σε σκόνη, ευκίνητη και ελαφριά, που την παράσερνε με ζήλο ο αέρας (άραγε σε ποια άπνοια θα πάει να κατακάτσει τώρα; ). Θέρμη στα μάγουλα καθώς αντίκρυζε για πρώτη φορά το δικό της δέρμα στο φως και φρίκη στη θέα της χιλιοπατημένης διαδρομής. Ψηλά, ένα άνοιγμα, δεν μπορεί παρά να οδηγούσε κάπου όπου δεν είναι όλα γνωστά και πεπερασμένα. Σκαρφάλωσε γραπώνοντας βράχια, με χέρια αδέξια που πληγιάζονταν σε κάθε κίνηση, μαλακά και άκαμπτα όπως είχαν γαλουχηθεί από τη γέννησή της, ακατάλληλα για μεγάλες εξερευνήσεις. Σκαρφάλωσε γραπώνοντας ρίζες και χώμα που υποχωρούσε, αφήνοντας πίσω της τους συντρόφους της, αφήνοντας πίσω της την ασφάλεια της κάλυψης, αφήνοντας πίσω κομμάτια δέρματος που δεν ταίριαζαν πια, αφήνοντας πίσω σαν ματωμένη τοιχογραφία ένα δύσβατο μονοπάτι.

ΑΛΛΑ ΚΕΙΜΕΝΑ ΤΟΥ ΣΥΓΓΡΑΦΕΑ
 

αυτόν το μήνα οι εκδότες προτείνουν: